Σαββατοκύριακο, σχόλες, άγιες μέρες και πανηγύρια εθνικά. Λεφούσι αγριεμένο ξεχύνονται μυριάδες εποχούμενες ψυχές απ' το τηγάνι της μεγαλούπολης κατά χωριό μεριά, διψώντας για λίγο 'ξέδομα' στα βουνά και στα όρη, μα και για να κάνουν το 'κομμάτι' τους στο μπακαλομάγαζο του ρημαδοχωριού τους με τις οικονομίες τριών μηνών, κερνώντας γύρες τα τσίπουρα και τους 'ελληνικούς'.
Αρχική
Ηπειρος πήρε το όνομά της από την Ήπειρο κόρη του Εχίονα και της Αγαύης. Ο Εχίων προήρχετο από το γένος των σπαρτών ανθρώπων, από το γένος δηλαδή που εφύετο και δεν εγεννάτο, "φύεσθαι γηγενείς και μη εξ αλλήλων γεννάσθαι", όπως αναφέρεται στις Ικέτιδες του Αισχύλου. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα απ’ την αρχή.
του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη
Φωλιάζουν οἱ σταυραϊτοὶ στοῦ βράχου τὰ στεφάνια,
ἐφώλιασε κι ὁ Φωτεινὸς στὸν ἐγκρεμὸ τοῦ Κόντρου.
Τέσσαροι τοῖχοι κάτασπροι, ὁ κάτοικας, τ᾿ ἀχούρι,
του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη
"Στην βρύση στα Τσερίτσιανα"
«Τ᾿ ἄλογο! τ᾿ ἄλογο! Ὁμὲρ Βριόνη,
τὸ Σούλι ἐχούμησε καὶ μᾶς πλακώνει.
Τ᾿ ἄλογο! τ᾿ ἄλογο! ἀκοῦς, σουρίζουν
ζεστὰ τὰ βόλια τους, μᾶς φοβερίζουν.
»Γιὰ ἰδές, σὰ δαίμονες μᾶς πελεκᾶνε!
Κάτου ἀπ᾿ τὸ βράχο τους πῶς ροβολᾶνε!
Δὲς τὰ κεφάλια μας, δὲς τὰ κουφάρια
κυλᾶνε ἀνάκατα σὰν νά ῾ν᾿ λιθάρια.
"Στο Σούλι βγαίνει ο Αυγερινός"
Σαν σήμερα στις 10 Απριλίου 1826 ή έξοδος του Μεσολογγίου
Μητέρα, μεγαλόψυχη στὸν πόνο καὶ στὴ δόξα,
κι ἂν στὸ κρυφὸ μυστήριο ζοῦν πάντα τὰ παιδιά σου
μὲ λογισμὸ καὶ μ᾿ ὄνειρο, τί χάρ᾿ ἔχουν τὰ μάτια,
τὰ μάτια τοῦτα, νὰ σ᾿ ἰδοῦν μὲς στὸ πανέρμο δάσος,
ποὺ ξάφνου σοῦ τριγύρισε τ᾿ ἀθάνατα ποδάρια
(κοίτα) μὲ φύλλα τῆς Λαμπρῆς, μὲ φύλλα τοῦ Βαϊῶνε!
Τὸ θεϊκό σου πάτημα δὲν ἄκουσα, δὲν εἶδα·
ἀτάραχη σὰν οὐρανὸς μ᾿ ὅλα τὰ κάλλη πὤχει,
ποὺ μέρη τόσα φαίνονται καὶ μέρη ῾ναι κρυμμένα!
Ἀλλά, Θεά, δὲν ἠμπορῶ ν᾿ ἀκούσω τὴ φωνή σου,
κι εὐθὺς ἐγὼ τ᾿ ἑλληνικοῦ κόσμου νὰ τὴ χαρίσω;
Δόξα ῾χ᾿ ἡ μαύρη πέτρα του καὶ τὸ ξερὸ χορτάρι.
του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη
Ἡ παραμονή
«Ἀνέβα, Μῆτρε στοῦ βουνοῦ κατάκορφα τὴ ράχη,
πᾶρε τὸ μάτι τἀητοῦ καὶ τἀλαφιοῦ τὸ πόδι
καὶ τὴν ἀγρύπνια τοῦ λαγοῦ, καὶ στῆσε καραοῦλι.
Κι᾿ ἂν δῇς χιλιάδαις τὸν ἐχθρό, ἄλογα καὶ πεζούρα,
μὲ τὸν Κιοσὲ Μεχμὲτ πασᾶ, τὸν ὕπνο μὴ μοῦ κόψῃς,
στάσου, πολέμα μοναχός. Κι᾿ ἂν δῇς μὲς στὸ φουσάτο
νὰ πηλαλάῃ τἄλογο τοῦ Ὁμέρπασα Βρυώνη,
πέτα ροβόλα, κρᾶξε με. Σύρε μὲ τὴν εὐχή μου».
Ἄστραψε ἀπ᾿ ἄγρια χαρὰ τὸ μέτωπο τοῦ κλέφτη,
ἐβρόντησαν τὰ χαϊμαλιά, ἀνέμισε ἡ φλοκάτη,
ἔλαμψε ὁ Μῆτρος μία στιγμὴ κ᾿ ἐσβήστηκε σὰν ἄστρο.
Ὁ Διάκος τὸν συντρόφεψε γιὰ λίγο μὲ τὸ μάτι
κ᾿ ὕστερα πέφτει κατὰ γῆς γονατιστὸς στὴν πέτρα:
«Ἀδέρφια, παλληκάρια μου! Ἐλᾶτε ὁλόγυρά μου
καὶ γονατίσετε μ᾿ ἐμέ. Ὁ κόσμος στὴ χαρά του
εἶν᾿ ἀνθοστόλιστη ἐκκλησιά, κι᾿ ἐδῶ μας παραστέκει
ἐκεῖνος ποὺ τὴν ἔχτισε, γιὰ νὰ τὸν προσκυνοῦμε».
Ἤτανε νύχτα. Τὰ βουνά, οἱ λαγκαδιαίς, τὰ δέντρα,
οἱ βρύσαις, τ᾿ ἀγριολούλουδα, ὁ οὐρανός, τ᾿ ἀγέρι,
στέκουν βουβὰ ν᾿ ἀκούσουνε τὴν προσευχὴ τοῦ Διάκου.
του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη
Στὸ συμβολισμὸ τοῦ ποιήματος, βράχος εἶναι ὁ κατακτητὴς Τοῦρκος καὶ κῦμα ὁ ὑπόδουλος Ἑλληνισμός.
«Μέριασε βράχε νὰ διαβῶ!» τὸ κύμα ἀνδρειωμένο
λέγει στὴν πέτρα τοῦ γυαλοῦ θολό, μελανιασμένο.
Μέριασε, μὲς στὰ στήθη μου, ποὖσαν νεκρὰ καὶ κρύα,
μαῦρος βοριὰς ἐφώλιασε καὶ μαύρη τρικυμία.
Ἀφροὺς δὲν ἔχω γι᾿ ἅρματα, κούφια βοὴ γι᾿ ἀντάρα,
ἔχω ποτάμι αἵματα, μὲ θέριεψε ἡ κατάρα
τοῦ κόσμου, ποὺ βαρέθηκε, τοῦ κόσμου, πού ῾πε τώρα,
βράχε, θὰ πέσης, ἔφτασεν ἡ φοβερή σου ἡ ὥρα!
«Οποιος ελεύθερα συλλογάται,συλλογάται καλά».
29/5/1453 Η Αλωση της Πόλης
1463: Δέκα χρόνια μόνο μετά την άλωση της Πόλης, σημειώνεται επαναστατικό κίνημα σε Σπάρτη, Λακεδαίμονα και Αρκαδία με επικεφαλής τους Πέτρο Μπούα και Μιχαήλ Ράλλη.
1479: Κίνημα στη Μάνη από τον Κορκόδειλο Κλαδά.
www.zotiko.gr
<κοινός τόπος>
αναζητάμε την παιδικότητά μας
θέλωμε πίσω τώρα, τον ήλιο, την άγρια φύση μας και την ιστορία μας
θέλωμε, το παλιό ασημένιο σινί από το σεντούκι της συνήδεισής μας,
να γυαλίσωμε πόντο-πόντο μέχρι να γένει αστραφτερός δίσκος,τέτοιος
που τη νύχτα απάνω του να ξαπλώνει το φεγγάρι και τη μέρα ν'
αστραφτολογάει σ όλη τη λάκκα..
αναζητάμε πολλά;
X.N.Θεμελής
Πολλές φορές η λέξη μας επιφυλάσσει εκπλήξεις τέτοιες, που σε ανύποπτες καταστάσεις θα διάβαιναν αβασάνιστα. Ανακαλύπτουμε, αίφνης, σαν ανασηκώσουμε το λιθάρι που φυλάει την κρυφή τους έννοια, ήχους πρωτόγνωρους, αδέσποτους, άναρχούμενους και αναρχικούς. Συνήθως μας ξενίζουν, μας δημιουργούν ανασφάλειες, μας ορμηνεύουν ξενικά, ανοίκεια, μας στερούν τη φανερή, εύκολη, παράσταση και μας ωθούν σε άλλου είδους αναμέτρηση με τις εκφραστικές μας δυνατότητες. Μας αμπώχνουν, πάντως, στο θολερό πηγάδι της αναζήτησης με το λαγαρό, στο έσχατο βύθος του, νερό.
Σελίδα 45 από 55
Αδελφότητα Ζωτικιωτών Αθήνας”























