ΣΚΗΝΙΚΑ: ΦωτοΜότσης (το δαυλί)
Χαράματα, σηκώθηκε η κυρα Κατέρω ν’ ανάψει τη φωτιά στο τζάκι, να βάλει τον τέντζερη με το νερό στην πυροστιά, να ετοιμάσει τραχανά για τα παιδιά πριν ανηφορίσουνε για το σχολειό.
Αδελφότητα Ζωτικιωτών Αθήνας”
Σύλλογος Ζωτικιωτών "Η ΒΡΥΤΖΑΧΑ"
ΣΚΗΝΙΚΑ: ΦωτοΜότσης (το δαυλί)
Χαράματα, σηκώθηκε η κυρα Κατέρω ν’ ανάψει τη φωτιά στο τζάκι, να βάλει τον τέντζερη με το νερό στην πυροστιά, να ετοιμάσει τραχανά για τα παιδιά πριν ανηφορίσουνε για το σχολειό.
Του Γιάννη Μπανίκα
Πέντε παιδιά είχε ο Βαγγέλης Τόκας, απ’ την Μπεστιά. Έκανε πολλά παιδιά τότε ο κόσμος. Πέντε στόματα και πώς να τα χορτάσει ο δόλιος ; Πάλευε με καμιά τριανταριά γιδάκια, πολλά και τα ζωντανά του κόσμου τότε και λιγοστά τα βοσκοτόπια. Οι περισσότεροι στο χωριό τσοπαναραίοι. Άντε λίγοι τυχεροί να ΄χαν κι από ένα δύο τσέπια γης ποτιστικά. Αυτό ήταν το βιο τους όλο. Φτωχός τόπος το χωριό μου. Φτωχός τόπος όλη η Λάκκα Σούλι.
Ξημέρωσε, χάραξε η ημέρα, έχουμε δρόμο σήμερα, έχουμε ανηφόρα.
Δύο ώρες μέχρι την Κοπάνησα.
Είκοσι Μάη, γιορτάζει ο Άγιος – μεγάλη η χάρη του -.
Μετά την εκκλησία οι μεγάλοι θα στήσουν γλέντι.
του Ι.Μότση
Ηταν συνήθεια στο χωριό μας οι εξετάσεις να ΄ναι συνάμα και πανηγύρι. Όχι μόνο οι εξετάσεις. Κάθε μεγάλη γιορτή του σχολειού μας ήταν και μια ευκαιρία πανηγυριού για την μικρή κοινωνία του Ζωτικού. Η 25η Μαρτίου, η 28η Οκτωβρίου, τα Χριστούγεννα, μα πάνω απ’ όλα οι εξετάσεις. Ηταν, βλέπετε, κι ο καιρός που βόλευε.
ΤουΓιάννη Μπανίκα
Κάπου εκεί σιμά στην εποχή του ΄65, στα χρόνια τα δύσκολα, στα χρόνια της μετανάστευσης και της αναγκαστικής ορφάνιας, δεν θα μπορούσα να αποτελέσω εξαίρεση.
Στου Τόρα, εκεί που ’ναι σήμερα το καφενείο του Νεκτάριου, ήταν τότε μια καταπράσινη σαδιά με τιντιλίνες και μαργαρίτες, το βασικό "γήπεδο" των μαθητών του Ζωτικού, όπου μαζευόμασταν για παιγνίδι, πότε για σκλαβάκι, άλλες φορές για ποδόσφαιρο, κυνηγητό, μακριά γαϊδούρα ή αρδαλίτσα.
Ο Τάκη-Καλλιόπης – έτσι αποκαλούσαμε τότε τον καλό κι πάντα αγαπητό μου φίλο Τάκη Θεμελή – είχε ανακαλύψει ένα πρωτότυπο παιχνίδι.
Είχαμε θερίσει το στάρι στη Ρουπακιά, το είχαμε κουβαλήσει με τη φοράδα και στοιβάξει στο αλώνι. Καρτεράγαμε ν’ αρχινήσει να φυσάει λίγο, για να μας είναι μπορετός ο λίχνος. Κι άμα ήρθε βολικός ο αέρας, κινήσαμε ν’ αλωνίζουμε.
"….τον μπελά μου, μέσα, την καταδίκη μου…" κι όλο τραβούσε τα γένια του. "Τι τύχη φάρδος είναι αυτή, θ’ ασπρίσω παράκαιρα. Η τύχη του πρωτάρη", έλεγε και ξανάλεγε.
Σελίδα 50 από 55