Αρχική
|
ο Σαμουήλ στο Κούγκι (Αριστοτέλης Βαλαωρίτης)
Καλόγερε, τι καρτερείς κλεισμένος μες στο Κούγκι; Βάλτε μου χιόνια, λάσπες, λασπόχιονα, βάλτε μου κρύο μέχρι το μεδούλι, το δόντι να πηγαίνει πάταγο, βάλτε μου λάκκους και κατεβασιές, και τσιάφνη και μπεκάτσες, και κουκουμπέλες από πάγο, και παγοτσουλήθρες, και χιόνι ανέγγιχτο βάλτε μου. Ἦταν Δεκέμβριος, ἡ τελευταία ἡμέρα τοῦ χρόνου. Χιόνιζε ἀσταμάτητα καὶ ἡ μεγάλη πόλη εἶχε σκεπαστεῖ μὲ ἕνα κατάλευκο πέπλο, ἐνῶ τὸ σούρουπο ἔπεφτε μουντό. Στοὺς χιονισμένους δρόμους, χαρούμενοι διαβάτες βάδιζαν βιαστικά, φορτωμένοι μὲ φανταχτερὰ πακέτα καὶ δῶρα. Μὰ κανεὶς δὲν ἔδινε σημασία στὸ κοριτσάκι μὲ τὰ σπίρτα! Ἄδικα ἡ μικρὴ ὀρφανὴ διαλαλοῦσε τὴ φτωχικὴ πραμάτεια της καὶ σίμωνε δειλὰ τοὺς περαστικούς, ζητώντας μὲ σβησμένη φωνὴ νὰ ἀγοράσουν ἕνα κουτὶ σπίρτα. Ἄδικα ψιθύριζε ἀχνὰ πὼς δὲν ζητιάνευε, πῶς πουλοῦσε σπίρτα γιὰ νὰ ζήσει, ἀφοῦ δὲν εἶχε κανένα στὸν κόσμο. Δὲν εἶχαν ὥρα γιὰ μία πλανόδια πωλήτρια. Νύχτωνε καὶ ὅλοι βιάζονταν νὰ ἐπιστρέψουν στὰ ζεστά τους σπίτια, στὴν οἰκογενειακὴ θαλπωρή, στὸ γιορτινὸ τραπέζι μὲ τὶς χίλιες λιχουδιές, στὸ καταστόλιστο χριστουγεννιάτικο δέντρο. του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη του ΦωτοΜότση
Επάενε κι ερχόταν η ψυχή του. Δρόμοι, σοκάκια, επαρχιακές οδοί με εκατό τόσα, χτυπάει κοντέρ στην εθνική γαίας -απείρου. Κουρνιάζει ύστερα στα καφενέ και στα σκυλάδικα μ'' έναν μέτριο γλυκό αρχικά και μ'' ένα κρασοπότηρο η συνέχεια. Το δεύτερο άδειο -κατά το συνήθειο. Χουφτώνει άγαρμπα, αταβιστικά την ισιάδα της χωραφιάς μέσα στις απέραντες εκτάσεις του μυαλού του, στριμώχνοντας, ωστόσο, επιδέξια την ελιά στο μεσοβύζι της -χάνεται στην αντράλα των χυμών της γης, μαστουρώνει στις οσμές της, φεύγει. Αλαργεύει. Άλλες ώρες, επανέρχεται, καλημερίζει πάλι το αγνάντεμα, ανηφορίζει τον τράχηλο του τοπίου. Αγκομαχά και ηδονίζεται. Μεριάζει βράχια, αδειάζει το νερό απ'' τις σπηλιές της γης και τ'' ουρανού και κατοικεί τα νέφη. Συλλέγει χώμα, χρώματα και δάκρυ, φιλάει ευλαβικά τον ουρανό και παίρνει δρόμο γι'' άλλα σύμπαντα με το τραινάκι των νεφών που δεν αρνήθηκε ποτέ το κάρβουνο και την αγάπη.', Aλωνάρης, δούλευε το αλώνι ολημερίς Είχαμε θερίσει το στάρι στη Ρουπακιά, είχαμε στοιβάξει τα δεμάτια, κι η Μάρω, η φοράδα, είχε αναλάβει τα υπόλοιπα. Ντάλα Ιούλιος, να σκάει ο τζίτζικας. Εμείς τα λιανά, ο Γιάννης κι η αφεντιά μου, ακούραστοι γύρα- γύρα στον πάσαλο, κοντά απ’ τη φοράδα, αλωνίζουμε. Σελίδα 37 από 57 ΣυμπόσιοΒΡΥΤΖΑΧΑ web tvΑπόψειςΤέχνες και πολιτισμόςΛογοτεχνίαΑπό τον Δωδεκάλογο του Γύφτου του Κ. ΠαλαμάἩἬπειρος ὡς ποιητική ὀντολογία στό «Ἠπειρώτικο» τοῦ Φώτη Μότση*Ἡ γενέτειρα : τό Ζωτικό στην ποίησι του Φώτο – Μότση (από το βιβλίο του Δημητρίου Μίχα: «τροχόεις μόλυβδος»Για τον Αγγελο ΣικελιανόΤΑΣΣΟΣ ΜΟΥΖΑΚΗΣΗ ιστορία του ΖωτικούΗ εξέλιξη του πληθυσμού του Ζωτικού από την απελευθέρωσή του από τους Τούρκους έως σήμεραΤο ΖωτικόΣυμβόλαιο αγοροπωλησίας ΖωτικούΖΩΤΙΚΟ (ΛΙΒΙΚΙΣΤΑ) ΙΩΑΝΝΙΝΩΝΜύθος και Λόγος - Μέρος 2.ΈρευνεςΤο Μαντήλι στην λογοτεχνία - ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣΤο Ζωτικό στην ιστορίαΠαλαιολιθική Εποχή στην Ηπειρωτικη Ελλάδα και η ανθρώπινη εγκατάστασι στην Ηπειρο και στις πλησιέστερες με αυτήν περιοχέςΗ ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΣΤΟ ΖΩΤΙΚΟ - ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣΤο Μαντήλι στην λογοτεχνία - ΚΡΥΣΤΑΛΛΗΣΤο Ζωτικο στις τέχνες - Φρειδερίκη ΠαπαζήκουΤο Ζωτικο στις τέχνες - Φώτης ΜότσηςΙστορικό αρχείο |
Αδελφότητα Ζωτικιωτών Αθήνας”























