adelfotita  Αδελφότητα Ζωτικιωτών Αθήνας”

Σύλλογος Ζωτικιωτών "Η ΒΡΥΤΖΑΧΑ"   

Σύνδεση / εγγραφή

Αρχείο φωτογραφιών

Η Αδελφότητα Ζωτικιωτών στο Facebook

zotiko 2

Ο Σύλλογος Ζωτικιωτών στο Facebook

vrytzacha

Διαδικτυυακές Δημ. Υπηρεσίες

Screenshot 2023 04 27 at 1.38.35 PM

Ελληνικό Κτηματολόγιο

Screenshot 2023 04 27 at 1.48.41 PM

Α.Α.Δ.Ε.

Screenshot 2023 04 27 at 10.27.29 PM

Screenshot 2023 04 28 at 12.10.11 AM

Ὁ μαρτυρικὸς Δεκέμβριος τοῦ 1803 τῶν Σουλιωτῶν

Δημητρίου Μίχα, φιλολόγου

ὉΔεκέμβριος μήνας τοῦ 1803 γιὰ τὸ Σούλι θεωρεῖται ἕνας ὀδυνηρός, μαρτυρικὸς μήνας, γιατὶ δὲν παραδόθηκε μόνο στοὺς τούρκους ὕστερα ἀπὸ περιπετειώδη συνθήκη τὴν 12η τοῦ μηνός, ἀλλὰ καὶ μετὰ ἀπὸ αὐτὴ, ἀκολούθησαν τέσσερα δραματικὰ γεγονότα αὐτοθυσίας τῶν μαχητῶν του, λόγω τῆς ἐκδικητικῆς μανίας τοῦ Ἀλῆ Πασᾶ ἐναντίον τους, ὁ  ὁποῖος παραβίασε ὡς συνήθως κάθε ἀμοιβαίαἔνορκη συμφωνία καὶ ἠθική πρακτική[1].

Συγκεκριμένα: στὶς 16 τοῦ μηνὸς προκλήθηκε ἡ ἔκρηξι τοῦ Κουγκίου μὲ τὴν αὐτοπυρπόλησι, κατὰ τὸν Περραιβό, τοῦ Σαμουήλ· στὶς 18 Δεκεμβρίου στὴν κορυφὴ τοῦ Ζαλόγγου 22 (;) Σουλιώτισσες μὲ τὰ παιδιὰ τους κατακρημνίστηκαν ἀπὸ τὸ βράχο προτιμώντας μὲ τὴν αὐτοθυσία τους τὸν θάνατο ἀπὸ τὴν ἀτίμωσι τῆς σκλαβιᾶς, ἐνῶ στὶς 23 τοῦ μηνὸς στὸν πύργο τοῦ Δημουλᾶ ἡ Δέσπω Μπότση μὲ τὶς νύφες καὶ τὰ παιδιὰ τους (ἕνδεκα ἐν συνόλῳ), αὐτοπυρπολήθηκαν γιὰ νὰ μὴ συλληφθοῦν, περνώντας ἔτσι ὅλοι τους στὴν αἰωνιότητα ὡς σύμβολα τῆς αὐτοθυσίας καὶ τοῦ πνεύματος ἐλευθερίας. Κοντὰ σὲ αὐτὰ μετὰ ἀπὸ τέσσερις μῆνες (4 Ἀπριλίου) ἀκολουθεῖ καὶ ἡ σφαγὴ στὴν Μονὴ τοῦ Σέλτσου, τῶν Σουλιωτῶν ὑπὸ τὸν Κίτσιο Μπότσαρη ποὺ εἶχαν καταφύγει ἐκεῖ. Στὴν μάχη αὐτὴ προβάλλει ἡ νεαρὰ κόρη τοῦ Κ. Μπότσαρη, ἡ Λένω Μπότσαρη, ἡ ὁποία γιὰ νὰ μὴ συλληφθῆ, καθὼς τὴν κυνηγοῦσαν τουρκαλβανοί, ρίχνεται στὰ παγωμένα νερὰ τοῦ Ἀχελώου καὶ πνίγεται, προτιμώντας καὶ αὐτὴ νὰ θυσιάσει νιάτα καὶ ὀμορφιὰ παρὰ νὰ ζήσει σὲ ἀτιμωτικὴ σκλαβιά.

Μέρος Α’ : Τα γεγονότα του 1803

Πρὶν ἀναφερθοῦμε στὰ καθ' ἑαυτά γεγονὸτα καλὸ εἶναι νὰ θυμηθοῦμε τὰ προηγηθέντα ποὺ συνέβησαν. Ὁ Ἀλῆ Πασᾶς ἔβαλε ὡς ἀπόλυτο στόχο καὶ μὲ ὁποιοδήποτε κόστος νὰ κατακτήσει τὸ Σούλι. Ἔχοντας μιὰ ἀποτυχημένη προσπάθεια τὸ 1792, ὀργανώνεται καλύτερα καὶ μὲ τὴν ἔγκρισι τώρα τοῦ Σουλτάνου, τὸ 1803 ἐκστρατεύει μὲ ἐκτιμώμενο στράτευμα 15.000 ἀνδρῶν ἐναντίον τοῦ Σουλίου[2]. Τὸ σχέδιο ἅλωσης βασίζεται σὲ μιὰ παρατεταμένη πολιορκία γύρω ἀπὸ τὶς βασικὲς διόδους ἀνεφοδιασμοῦ τῶν Σουλιωτῶν στήνοντας- κατὰ τὸν Περραιβό - πέριξ τῶν οἰκισμῶν, ἕνδεκα (11) Πύργους[3], μὲ στενώτερο κάθε φορὰ ἀποκλεισμὸ γιὰ νὰ ἀποκόψει τρόφιμα καὶ ἐξοπλισμό. Μὲ τὴν τακτικὴ περικύκλωσης καὶ κατὰ τὸ δυνατὸν ταχύτερης καὶ ἀποτελεσματικώτερης προώθησης τοῦ σχεδίου, στρατοπεδεύει ἀρχικὰ στὴν Ζερμή (Βρυσούλα Πρεβέζης) δυτικά, στὴν Λίπα καὶ πλησιέστερα στὴν Λιβίκιστα (Ζωτικὸν) καὶ στὴν Βρυτζάχα, στο λιβάδι Λιβίκιστας, ἀνατολικά.

Ταυτόχρονα, πότε διπλωματικὰ καὶ πότε ἐκβιαστικὰ ἀποκόβει τοὺς Σουλιῶτες ἀπὸ τοὺς συμμάχους τους: ἀπὸ τοὺς Τσάμηδες καὶ ἀπὸ τοὺς ὁμόρους ἀγάδες καὶ πασάδες τούρκους, ὑποχρεώνοντας τους νὰ συστρατευθοῦν ἐναντίον τους, ἐφ’ ὅσον ἡ ὅλη ἐπιχείρησι ἦταν μὲ τὴν βούλησι τοῦ Σουλτάνου. Ἐπίσης ἐκμεταλλεύεται τὴν ἀντιζηλία καὶ τὸν ἀνταγωνισμὸ ποὺ εἶχε προκύψει μεταξὺ τῶν Σουλιωτῶν ὁπλαρχηγῶν γιὰ τὴν διαχείρισι τῆς ὅλης κατάστασης καὶ κυρίως γιὰ τὴν ἔλλειψι τροφίμων. Προσπαθοῦσε ἐπίσης, μὲ μυστικὲς διαπραγματεύσεις, «δωροδοκίες, ἀμοιβές, ὑποσχέσεις καὶ ἐκβιασμοὺς νὰ ἐπιτύχει τὴ διάσπαση τῆς πολεμικῆς σύμπνοιας τῶν σουλιώτικων γενῶν καί, κατὰ συνέπεια, τὴν ἀποδυνάμωση τῆς πολεμικῆς ἑτοιμότητας καὶ ἀποτελεσματικότητας τους»[4].

Ἔτσι ὁ Ἀλῆ Πασᾶς εἶχε ἤδη ἐπιτύχει τὴν ἀποσκίρτησι τοῦ Γεωργίου Μπότσαρη (τὸ 1800 ἀπὸ τὸ Σούλι), προσφέροντάς του μεγάλη φυσικὰ χρηματικὴ ἀποζημίωσι[5], ἐνέργεια ποὺ θεωρήθηκε ἡ σημαντικώτερη ἐπιτυχία προσεταιρισμοῦ τοῦ Ἀλῆ Πασᾶ, διότι τὸ γένος τοῦ Γ. Μπότσαρη ἦταν τὸ μεγαλύτερο καὶ ἰσχυρότερο στὸ Σούλι καὶ πρῶτο στὴν ἱεραρχία. Μὲ βάσι τὴν συμφωνία εἶχε ἐνταχθῆ στὸ ὀθωμανικὸ στρατιωτικό-διοικητικό σύστημα, ἀναλαμβάνοντας τὸ ἀρματολίκι τῶν Τζουμέρκων ἔχοντας ὡς κέντρο τὸ Βουλγαρέλι. Ἡ ἀποχώρησί του ὅμως εἶχε δύο οὐσιαστικὲς συνέπειες: ἀφ’ ἑνὸς ὡς ἀρματολὸς ἔπρεπε νὰ συμπράττει στρατιωτικῶ ς μὲ τὸν Αλῆ πασ καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἡ ὅλη πολιτικὴ του εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα νὰ ἀποδυναμώσει σημαντικὰ τὴν πολεμικὴ δύναμι τῶν Σουλιωτῶν ἀλλὰ καὶ να στερήσει μιὰ σώφρονα καὶ σεβαστὴ φωνὴ ποὺ ὑπῆρχε ἀνάμεσα τους. [6]

Μετὰ ἀπὸ ἐκείνον καὶ σύμφωνα μὲ τὸ ἀρχεῖο τοῦ Ἀλῆ Πασ, ἀκολούθησε τὸ 1801 τὸ γένος Τούσα Ζέρβα καὶ «ἀπὸ ἐπιστολὴ τοῦ Ἰσλιὰμ  Τούρη, ἐπικεφαλῆς τῶν δυνάμεων ποὺ πολιορκοῦν τὸ Σούλι ἀπὸ τὴν πλευρὰ Φαναρίου- Γλυκῆς, μὲ ἡμερομηνία 18 Μαρτίου 1802, ἀποδεικνύεται ὅτι ἡ Φάρα Ζέρβα (ἀπὸ τὴν Κιάφα) ἔχει ἤδη μπῆ στὴν ὑπηρεσία τοῦ Ἀλῆ» [7] Τὸ 1803 ὕστερα ἀπὸ κάποιες ἀμφιταλαντεύσεις καὶ μὲ μυστικὲς διαπραγματεύσεις ἀκολούθησε καὶ ἡ φάρα τοῦ Κουτσονίκα καὶ Μπούσμπου (Πήλιο Γούση), ἐνῶ ἡ διάβρωσι μεγεθύνεται ὅταν ὁ Ἀλῆ καταφέρνει νὰ ἀνεγείρει - μὲ τὴν μεσολάβησι τοῦ ἀπεσταλμένου του «εἰρηνοποιοῦ» Κίτσιου Μπότσαρη – ἕναν Πύργο μὲ 40 τουρκαλβανούς στρατιῶτες … δίπλα στὸ Σούλι (!) περικυκλώνοντας το περισσότερο. Ὡς «πληρεξούσιος» δε τοῦ Ἀλῆ …φέρνει εἰδήσεις «εἰρηνικῆς ἀποχώρησης» ἀρκεῖ νὰ φύγει ἀπὸ τὸ Σούλι ὁ Φῶτος Τζαβέλας καταφεύγοντας σὲ ὅποιο μέρος ἐπιθυμεῖ. Ὕστερα ἀπὸ «θυελλώδη συνέλευσι … διχόνοιας» καὶ κάτω ἀπὸ τὸ κράτος τῆς ἀκραίας πενίας, προτρέπουν τὸν Τζαβέλα («τὸν παρακαλοῦν στὸ ὄνομα τῆς λαϊκῆς συνέλευσης» (!) γράφει ὁ Πουκεβίλ[8] νὰ «πειθαρχήσει» στὶς ἀνάγκες τῶν καιρῶν καὶ νὰ ἀποχωρήσει. Ἐκεῖνος ἔκπληκτος καὶ σφόδρα «χολωθεὶς καὶ θέσας πῦρ ἐν οἴκῳ αὐτοῦ (γιὰ νὰ μὴ μαγαριστῆ ἀπὸ τὸν ἐχθρὸ) ἀπῆλθε τοῦ ὄρους (Σουλίου) ἐν αγανακτήσει… διαμένων ἐν κώμῃ Χορτιά»… μέχρις ὅτου ὁ Ἀλῆ πασᾶς «προσδοκῶν τὰ γενόμενα τὸν ἐκάλεσεν ἀμέσως παρ’ ἑαυτῷ» [9]

Στο εξής θα δούμε έναν εντελώς διαφορετικό σε ήθος Τζαβέλα, διάγοντα το τριακοστό τρίτο έτος του. Παρουσιάζει μία ἐπαμφοτερίζουσα συμπεριφορὰ με φανερές και κρυφὲς συναντήσεις μὲ τὸν Ἀλῆ Πασᾶ, προξενώντας ἔλλειμμα ἐμπιστοσύνης και δείγματα ψυχικής διάστασης πλέον στοὺς συμπατριῶτες του. Πηγαίνοντας στὸν Ἀλῆ πασᾶ, ὕστερα ἀπὸ την πρόσκλησι του, αποστέλλεται εκείνος τώρα μὲ «δῶρα ὑποτέλειας», δηλ. εἰρηνικῆς ἐγκατάλειψης τοῦ Σουλίου καὶ μετεγκατάστασης σε άλλο μέρος της επιθυμίας τους, μὲ κύριο στόχο νὰ πείσει καὶ ἄλλους αρχηγούς, καὶ ὅταν ἀντιμετωπίστηκε σκαιῶς καὶ μὲ καχυποψία ἀπὸ τοὺς συμπατριῶτες του, («τον ηνάγκασαν να απέλθη άπρακτος» Αραβαντινός, σελ. 154) ξαναπηγαίνει αὐτόβουλα καὶ ἀπερίσκεπτα πάλι στὴν αὐλὴ του,…. ὅπου ἐκεῖνος, παραδόπιστα καὶ γιὰ τὰ σχέδιά του, τὸν φυλακίζει προσωρινὰ. Ὅμως μετὰ ἀπὸ λίγο χρόνο τὸν ξαναστέλνει στὸ Σούλι μὲ τοὺς ἴδιους σκοπούς, «συνήνεσεν να γίνη κομιστής του Αλή» πρᾶγμα ποὺ στοίχισε στὴν φήμη του, κατακρινόμενος ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὸν θαυμαστὴ του Περραιβό. Ο Ι. Λαμπρίδης βέβαια δικαιολογώντας τον σημειώνει ότι «ο Φώτος ουχί ως προδότης, αλλά ως φρόνιμος επεδίωξε την σωτηρίαν των αδυνάτων» [10], καὶ ὁ Ἀραβαντινός γράφει: ὅτι ὁ Φῶτος Τζαβέλας ἤθελε συνθήκη γιὰ νὰ διασώσει τοὺς Σουλιῶτες ἀπὸ τὸν λιμὸ καὶ τὸν θάνατο, ἀλλὰ δὲν ὑπολόγισε σωστὰ τὴν πονηριὰ καὶ τὴν δολιότητα τοῦ Ἀλῆ ποὺ ὑπερέβαινε κάθε ὅριο [11].

Ἔτσι, σχεδὸν ἰσόχρονα (1800 μὲ 1803) οἱ μεγαλύτερες φάρες (Μπότσαρη, Ζέρβα, Κουτσονίκα, Μπούσμπου (Πήλιου Γούση) καὶ Μπότση, μὲ αὐτόνομες συμφωνίες ὁ καθένας, ὅπως καὶ ἄλλα ἀσθενέστερα γένη - λόγω προπάντων τῆς λιμοκτονίας - σὺν τῷ χρόνω, μὲ μεμονωμένες συνθηκολογήσεις καὶ ἀνταλλάγματα, ἔχουν συμφωνήσει σὲ ἀποχώρησι ἀπὸ τὸ Σούλι μέχρι καὶ τὴν 12η Δεκεμβρίου τοῦ 1803 ποὺ συνέβη ἡ ὑπογραφὴ τῆς τελικῆς συνθήκης, ἀποκαλύπτοντας τὴν ὀδυνηρὴ διάστασι πλέον καὶ τῆς ψυχικῆς διάσπασης μεταξὺ των.

Αὐτὸ καταδείχτηκε καὶ ὅταν ὁ Βελῆς μὲ τὸν στρατὸ του, τὴν νύκτα τῆς 25ης Σεπτεμβρίου 1803, μπῆκε αἰφνιδιαστικὰ μέσα στὸ Σούλι καὶ κατέλαβε τὴν στρατηγικὴ θέσι τοῦ χωριοῦ Άβαρίκο καὶ κύκλωσε τοὺς Σουλιῶτες, ἀφοῦ τὸ βρίσκει ἐντελῶς ἀπροετοίμαστο μὲ λίγους μόνο μαχητὲς ποὺ κατέφυγαν στὸ Κούγκι, θέμα ποὺ προξένησε ἔντονη ταραχή, ἐνῶ διασπείρονται σαφεῖς κατηγορίες ἀπὸ τοὺς ὑπερασπιστὲς του, ὅτι ἡ ἐπιτυχία τοῦ Βελῆ ὀφείλονταν στὴν προδοτικὴ συνεργασία ποὺ εἶχε μὲ τὸν Νίκο Κουτσονίκα καὶ τὸν Πήλιο Γούση, (μὲ ἀντάλλαγμα τὴν ἀποφυλάκισι τοῦ γαμπροῦ τοῦ Πήλιου, ὁ ὁποῖος ἦταν ὁ γιὸς τοῦ Κουτσονίκα), σύμφωνα μὲ τὶς ὁποῖες ὁ τελευταῖος καθοδήγησε 200 τουρκαλβανούς στὸ σπίτι του[12].

Συμπερασματικὰ … καὶ ἀφήνοντας ἐνδιάμεσα ἐπεισόδια, διαβάζουμε στὴν Βάσω Ψιμούλη (σελ. 396): «στὶς ἀρχὲς τοῦ 1803, οἱ Σουλιῶτες βρίσκονται σχεδὸν ὑπὸ πλήρη ἀποκλεισμὸ στὸ ὄρος τους, λιμοκτονώντας καὶ μὲ διασπασμένο τὸ ἐσωτερικὸ τους μέτωπο. Μετὰ τὸ γένος Μπότσαρη, ποὺ ἦταν πρὸ πολλοῦ στὴν ὑπηρεσία τοῦ Αλ, τὸν ἀρχηγὸ τοῦ γένους Τζαβέλα σὲ ἀπευθείας διαπραγματεύσεις μὲ τὸν πασ καὶ τὶς μυστικὲς συμφωνίες ἰσχυρῶν γενῶν μὲ τὸν Ἀλῆ, ἀσθενέστερα σουλιώτικα γένη προβαίνουν, μὲ τὴ σειρὰ τους, σὲ μεμονωμένες συνθηκολογήσεις καὶ ἀποχωροῦν σύσσωμα ἀπὸ τὸ Σούλι»[13]. Εἰκόνα δηλαδὴδιάσπασης, ἀπομόνωσης ἀπὸ πρώην συμμάχους, παρακμῆς πολλῶν ἐπιπέδων καὶ διάλυσης ἀπὸ τὴν κρυψίνοια καὶ διχόνοια, μά προπάντων ἀπὸ τὴν λιμοκτονία.

Τελικά, στὶς 12 Δεκεμβρίου 1803, ὑπογράφεται ἀπὸ τὸν Βελῆ καὶ τοὺς ἐπιφανέστερους ἀξιωματούχους του «ἡ μεταξὺ Αλῆ καὶ Σουλιωτῶν συνθήκη ἀποχώρησης καὶ παράδοσης»[14]. «Οἱ δὲ Σουλιώτικες φάρες ἀποχώρησαν σταδιακά, ἀνάλογα μὲ τὸν τόπο καὶ τὸν χρόνο συνθηκολόγησης, ὅπως προκύπτει ἀπὸ ἐπιστολὴ τῶν Παργίων πρὸς τὴν Ἰόνιο Γερουσία, μὲ ἡμερομηνία 18 Δεκεμβρίου 1803»[15]

 

Ι. Πρῶτες ἀποχωροῦν ἀπὸ τὸ Σούλι οἱ Φάρες τῆς Κιάφας, ποὺ θὰ φθάσουν στὴν Πάργα γύρω στὶς 13 ἢ 14 Δεκεμβρίου. Εἶναι καὶ οἱ πρῶτες ποὺ συνθηκολόγησαν καὶ ἐκεῖνες ποὺ κατέφυγαν σὲ ἀσφαλὲς μέρος ἐκτὸς τῆς δικαιοδοσίας τοῦ Ἀλῆ Πασά. Στὴν Πάργα καταφεύγουν (17 Δεκεμβρίου) ἀσφαλεῖς, ὕστερα ἀπὸ προσυνεννόησι μὲ τοὺς Παργίους καὶ οἱ καθοδηγούμενες Φάρες ἀπὸ τὸν (ἀποφυλακισθέντα) Φ. Τζαβέλλα, Δῆμο Δράκο, Δαγκλῆ, Πανομάρα καὶ Τζίμα Ζέρβα οἱ ὁποῖες μετροῦνται ὡς οἱ τελευταῖες ποὺ εἶχαν προσυνεννοηθή καὶ συνθηκολογήσει μὲ τὸν Βελῆ μὲ 1500 ἄτομα περίπου.  

Ἡ «ἔξοδος» τους μάλιστα ἔγινε, ὕστερα ἀπὸ τὸ τραγικὸ γεγονὸς τῆς αυτοπυρπόλησης τοῦ ἱερομονάχου Σαμουήλ στὸ Κούγκι (στὴν δημοτικὴ μοῦσα καὶ τὴν λογοτεχνία ἀναφέρεται «καλόγερος» μὲ πέντε πιστοὺς του καὶ τρεῖς ἀπὸ τὴν πλευρὰ τοῦ Ἀλῆ πασᾶ γιὰ νὰ τὸν πείσουν νὰ παραδοθῆ ὕστερα ἀπὸ μιὰ διαπραγμάτευσι γιὰ τὸν ἐξοπλισμὸ ποὺ κατεῖχε. Αὐτὸ συνέβη στὶς 16 Δεκεμβρίου, τέσσερις ἡμέρες δηλ. μετὰ τὴν συμφωνία, καὶ παρὰ τὶς ἐρίζουσες ἀπόψεις γιὰ τὸ θέμα[16], ὁ Χρ. Περραιβός παρ’ ὅτι δὲν τὶς ἀγνοεῖ, τὸν ὑψώνει σὲ σύμβολο αὐτοθυσίας καὶ ἐλευθερίας, τονίζοντας πὼς «ὁ ἱερομόναχος Σαμουήλ προτίμησε ἕναν τιμημένο θάνατο ἀπὸ τὸ νὰ ἀποδεχθῆ τὸν συμβιβασμὸ παράδοσης».

ΙΙ. Ἤδη βέβαια τὸ γένος Γεωργάκη Μπότση ἀπὸ τὸ 1802 εἶχε ἀποχωρήσει ἀπὸ τὸ Σούλι καὶ ἐγκαταστάθηκε στὴν Ρινιάσα (στὰ Ριζά), σὲ ἕνα παραλιακὸ χωριὸ κοντὰ στὸ Ζάλογγο συνάπτοντας ἰδιαίτερη συμφωνία μὲ τὸν Βελῆ ὡς φόρου ὑποτελὲς στὸν  Ἀλῆ Πασᾶ καὶ ζοῦσε πλέον … ἀπὸ τὴν γεωργία![17]

 ΙΙΙ. Τὰ γένη Νίκου Κουτσονίκα καὶ Κολέτση Φωτομάρα καί, ὅπως παραδίδει ὁ Αραβαντινός, μαζὶ τους ἀποχώρησαν καὶ τὰ γένη τῶν Μπουσμπαίων, Μαλαμαίων, Καραμπινέων, Τζωρτσέων (800 ἐν συνόλω περίπου), ἔχοντας ἐπιτύχει τὴν ἐγκατάστασι τους στὴν Λάμαρη μὲ τὴν ἀνάληψι τοῦ ἀρματολικιοῦ τῆς περιοχῆς, ὕστερα ἀπὸ τὴν διαμεσολάβησι τοῦ Κίτσιου Μπότσαρη στὸν Βελῆ (1803)[18]

 IV. Ἐπίσης, μᾶς εἶναι ἤδη γνωστὸ ὅτι τὸ γένος Μποτσαραίων καὶ μὲ ἄλλες 70 οἰκογένειες, τῶν ὁποίων τώρα ἠγεῖται ὁ Κίτσος Μπότσαρης[19], εἶχε ἐγκατασταθῆ ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τοῦ 1800 στὰ Τζουμέρκα μὲ κέντρο τοῦ ἀρματολικιοῦ, τὸ Βουλγαρέλι. Ὁ νέος ἡγέτης εἶχε ἤδη ἐνταχθῆ στὴν ὑπηρεσία τοῦ Ἀλῆ Πασᾶ καὶ ἔγινε ὁ κύριος διαμεσολαβητὴς στὶς διαπραγματεύσεις γιὰ τὴν παράδοσι τῶν σουλιώτικων γενῶν καὶ ἀφοῦ ἔφερε σὲ πέρας … τὸ ἔργο του, ἐπέστρεψε στὴν βάσι του.  

Τὸ Σούλι ἔπεσε καὶ οἱ Σουλιῶτες διέφυγαν, καὶ μάλιστα ἔνοπλοι καὶ ἀναίμακτα καὶ μὲ τὸ δικαίωμα νὰ κατοικήσουν ὅπου ἤθελαν - σύμφωνα μὲ τὴν συνθήκη τοῦ Βελῆ. Αὐτὴ ἡ κατάληξι ὅμως, τὸν Ἀλῆ πασᾶ τὸν ἐξόργιζε στὸν μέγιστο βαθμό καὶ δὲν μποροῦσε νὰ τὸ χωνέψει πώς οἱ Σουλιῶτες διέφυγαν ἀτιμώρητοι. Καὶ ἐνῶ μέχρι τὴν τελικὴ διαδικασία γκρίνιαζε στὸν γιὸ του Βελῆ γιὰ τὴν ἀργοπορία τῶν διαβουλεύσεων καὶ τελικῶς εἶχε συμφωνήσει σὲ ὅλα τὰ σχετικὰ μὲ τὴν συνθήκη ἀποχώρησης τῶν Σουλιωτῶν, τώρα μὲ ἀναβράζον θυμικὸ δὲν ἠρεμοῦσε. Σκεπτόταν ὅτι τοῦ διέφυγαν ἄνθρωποι ἀτιμώρητοι ποὺ μισοῦσε, γιατὶ τοῦ στοίχισαν ἐπὶ μία ὁλόκληρη δεκαπενταετία δύο μεγάλες ἐκστρατεῖες, αἱματοχυσία χιλιάδων θυμάτων καὶ κατασπατάλησι τεράστιου ποσοῦ χρημάτων καὶ ἐπιπρόσθετα εἶναι αὐτοὶ ποὺ εὐτέλισαν τὸν ναρκισσισμὸ καὶ τὴν περηφάνια του. Ἔτσι τοῦ ἔγινε ἔμμονη ἰδέα καὶ βασικός, ἄμεσος στόχος πλέον, ἡ ἐκδικητικὴ τιμωρία τους, κατὰ παράβασι τῶν ὅποιων ὑπογεγραμμένων συμφωνιῶν. Ἀφορμὴ ἔλαβε ἀπὸ τὴν αὐτοπυρπόλησι τοῦ Σαμουήλ στὸ Κούγκι, θεωρώντας ὅτι παραβιάστηκε ἡ συμφωνία ἐπειδὴ σκοτώθηκαν καὶ οἱ ἀπεσταλμένοι του γιὰ τὴν διαπραγμάτευσι.

Ἔτσι τοὺς καταφυγόντας στὴν Πάργα ποὺ βρισκόταν κάτω ἀπὸ Ρωσικὴ τότε ἐποπτεία, παρὰ τὴν ἐκδικητικὴ ὀργὴ του ἐναντίον τους ἀλλὰ καὶ κατὰ τῶν Παργίων (γράφοντας δύο ἀπειλητικὲς ἐπιστολὲς: μία στὶς 16 Δεκεμβρίου, πρὶν τὴν διαφυγὴ τῆς ὁμάδας Τζαβέλα καὶ την ἄλλη 17 Δεκ.), ἔμεινε ἐξ ἀνάγκης σὲ φραστικὲς μόνο ἀπειλὲς καὶ ἐπίδειξι δύναμης παρατάσσοντας 4000 στρατιῶτες στὰ σύνορα τῆς δικαιοδοσίας του.

Ὅμως, μὲ βάσι τὴν χρονικὴ σειρὰ τῶν γεγονότων, καὶ μόλις 6 ἡμέρες μετὰ τὴν συμφωνία τῆς 12ης Δεκεμβρίου, δηλαδὴ στὶς 18 Δεκεμβρίου, ἐπιχείρησε αἰφνιδιαστικὴ ἐπίθεσι μὲ 3.000 Τουρκαλβανούς μὲ τὴν ἀρχηγία τοῦ Μπεκίρ Τζογαδούρου καὶ Άγου Μουχουρδάρη, στὰ γένη τοῦ Νίκου Κουτσονίκα καὶ τοῦ Κολέτση Φωτομάρα ποὺ εἶχαν καταφύγει στὸ Ζάλογγο γιὰ μεγαλύτερη ἀσφάλεια. Στὴν ἀσύμμετρη φονικὴ μάχη ποὺ διεξήχθη ἀπὸ τοὺς 500 Σουλιῶτες, μόλις οἱ 150 τοῦ γένους Κουτσονίκα μπόρεσαν νὰ διασωθοῦν καὶ νὰ μεταβοῦν στὴν Πάργα. Ὅμως 60 περίπου Σουλιώτισσες - κατὰ τὸν Περραιβό-, (κατ’ άλλους 39, και κατ’ άλλους 22), πολλὲς μὲ τὰ μικρὰ τους παιδιά, ποὺ εἶχαν καταφύγει στὴν κορυφὴ τοῦ λόφου, προτίμησαν τὸν θάνατο ἀπὸ τὴν σύλληψι καὶ τὴν δουλικὴ ἀτίμωσι. Ὁ Χριφ. Περραιβός στην δεύτερη έκδοσι της ιστορίας ἀναφέρει: «ἰδοῦσαι τὸν κίνδυνον ἀναπόφευκτον, ἐπρόκρινον, παρὰ τὴν πολυπαθῆ καὶ κατησχυμένην αἰχμαλωσίαν, τὸν ἡρωϊκὸν καὶ στιγμιαῖον θάνατον τῆς αὐτοκτονίας· ἀναβάσαι ἐπὶ τινὸς κρημνώδους ὕψους κατέρριπτον πρῶτον τὰ τρυφερὰ καὶ φίλτατα αὐτῶν τέκνα, ἑπομένως δὲ μία κατόπιν τῆς ἄλλης ἐρρίπτοντο καὶ αὗται αὐθορμήτως ἀπὸ τοῦ κρημνοῦ»[20]Σχετικὰ μὲ τὸν «χορὸ τοῦ Ζαλόγγου» (ἐν χοροῖς καὶ ἄσμασι), τὸν ὁποῖο ὁ Περραιβός ἀναφέρει στὴν πρώτη ἔκδοσι τοῦ βιβλίου του, θὰ ἀσχοληθοῦμε μὲ ξεχωριστὴ ἑνότητα στὸ τρίτο μέρος.

Ὁ δὲ Ἀπ. Βακαλόπουλος στὴν Ἐκδοτικὴ Ἀθηνῶν μειώνοντας στὸ 1/3 τὸν ἀριθμὸ τῶν γυναικῶν (κρίνεται ὡς ἡ πιθανώτερη ἐκδοχή), μὲ λιτὸ τρόπο ἀναφέρει: «Εἴκοσι δύο γυναῖκες καὶ 6 ἄνδρες αὐτοκτόνησαν πέφτοντας μαζὶ μὲ τὰ παιδιὰ τους ἀπὸ τὸ ψηλότερο μέρος τοῦ βουνοῦ στὸ βάραθρο»[21]. Ἡ δὲ Β. Ψιμούλη ἀναφέρει ἐπακριβῶς (σελ. 439): «Στὴ διάρκεια τῆς διεξαγόμενης, σὲ στενωποὺς καὶ μονοπάτια τοῦ ὄρους, μάχης, μέρος τῶν γυναικόπαιδων κατακρημνίσθηκε εἴτε ἀπωθούμενο στὴν ἄκρη τοῦ γκρεμοῦ ἀπὸ τοὺς ὀπισθοχωροῦντες μαχητὲς εἴτε μὲ ἀπόφαση τῶν γυναικῶν νὰ προτιμήσουν γι’ αὐτὲς καὶ τὰ παιδιὰ τους τὸν ἑκούσιο θάνατο παρὰ μιὰ ὀδυνηρὴ αἱματοχυσία καὶ αἰχμαλωσία. Ἀγνοοῦμε, ὡστόσο, ἂν αὐτὸ συνέβη «ἐν χοροῖς καὶ ἄσμασι», ὅπως περιγράφει ὁ Περραιβός στὴν ἔκδοση τῆς Βενετίας».

Στὴν χρονικὴ συνέχεια καὶ συγκεκριμένα στὶς 23 Δεκεμβρίου, τὰ τουρκοαλβανικά στρατεύματα κινήθηκαν στὴ Ρινιάσα, ὅπου εἶχαν ἐγκατασταθεῖ εἴκοσι σουλιώτικες οἰκογένειες ἀπὸ τὸ γένος τοῦ Γιωργάκη Μπότση. Ἡ γυναίκα του καὶ ἡ κόρη τοῦ Σέχου, ἡ θρυλικὴ Δέσπω, κατέφυγε μὲ τὶς κόρες της, τὶς νύφες καὶ τὰ ἐγγόνια της, ἕνδεκα (11) ἄτομα στὸ σύνολο, στὸν πύργο τοῦ Δημουλ. Ἐδῶ πρέπει νὰ τονισθῆ ὅτι ὁ ἐπώνυμος «Πύργος» δὲν εἶναι τὸ γνωστὸ Θωμόκαστρο πάνω στὸν λόφο, ἀλλὰ ἕνα ανώγειο, δίπατο ἀρχοντόσπιτο τῆς ἐποχῆς μέσα στὸν οἰκισμὸ[22], τὸ ὁποῖο ὅταν πολιορκήθηκε καὶ μετὰ τὴν ἀρχικὴ γενναία ἄμυνα, δὲν ὑπῆρχε ἄλλη διέξοδος ἀπὸ τὴν παράδοσί τους στους τούρκους. Κατὰ τὸν Περραιβό ἡ Δέσπω τότε, μὲ τὴν σύμφωνη γνώμη ὅλων, ἅρπαξε ἕνα δαυλὶ καὶ ἔβαλε φωτιὰ στὴν πυρίτιδα μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ανατιναχθούν ὅλοι, μὲ τὰ παιδιὰ μαζί, προτιμώντας τὸν θάνατο ἀπὸ τὴν ἀτίμωσι τῆς δουλείας.

Ἡ δημοτικὴ μούσα μὲ τὴν λιτή, δωρικὴ ἐξιστόρησι μᾶς διηγεῖται:

Ἡ Δέσπω κάνει πόλεμο μὲ νύφες καὶ μ' αγγόνια.

Ἀρβανιτιὰ τὴν πλάκωσε στοῦ Δημουλᾶ τὸν πύργο.

«Γιώργαινα, ρίξε τ' ἅρματα, δὲν εἶν' ἐδῶ τὸ Σούλι.

Ἐδῶ εἶσαι σκλάβα τοῦ πασᾶ, σκλάβα τῶν Ἀρβανιτῶν.

- Τὸ Σούλι κι' ἂν προσκύνησε, κι' ἂν τούρκεψεν ἡ Κιάφα,

ἡ Δέσπω ἀφέντες Λιάπηδες δὲν ἔκανε, δὲν κάνει»,

Δαυλὶ στὸ χέρι 'ν’ ἅρπαξε, κόρες καὶ νύφες κράζει:

«Σκλάβες Τούρκων μὴ ζήσομε, παιδιὰ μ', μαζὶ μοῦ ἐλᾶτε».

Καὶ τὰ φυσέκια ἀνάψανε κι' ὅλοι φωτιὰ γενήκαν.

Ὁ Κίτσος Μπότσαρης, τρία χρόνια ἤδη ἐνταγμένος στὴν ὑπηρεσία τοῦ λῆ πασᾶ, ὡς ἀρματολός, ὅταν ἔμαθε τὴν καταπάτησι τῆς συμφωνίας καὶ τὴν ἄμεση ἐκδικητικὴ ἐπιθετικότητα τοῦ λῆ στὰ πλησιέστερα ἐγκαταστηθέντα πρὸς τὸ Σούλι γένη, ἀνήσυχος καὶ γιὰ τὴν δικὴ του ἀσφάλεια καταφεύγει στὸ χωριὸ Βρεστενίτσα ἢ Σέλτσο στὶς Πηγὲς Ἄρτας, σὲ μιὰ φυσικὴ ὀχυρὴ θέσι ὅπως ἦταν ἡ Μονὴ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου. Πράγματι, τὸν Ἰανουάριο τοῦ 1804, δέχονται τὴν ἐπίθεσι στρατιωτικοῦ σώματος τοῦ λῆ πασᾶ, πάλι ὑπὸ τὸν Μπεκίρ Τζογαδοῦρο, ἐνισχυμένον ὅμως καὶ μὲ δυνάμεις ἑλλήνων ἀρματολῶν ὅπως Κ. Πουλή, Ζήκου Μίχου καὶ Τζήμα Ἀλέξη, λόγω τῶν ἀντιζηλιῶν καὶ τῆς δικαιοδοσίας τῶν ἀρματολικιῶν μὲ τὸν Κίτσιο Μπότσαρη. Πολιορκοῦν ἐπὶ τρεῖς μῆνες τοὺς ἔγκλειστους στὸ μοναστήρι, Σουλιῶτες, ὥσπου στὶς 7 Ἀπριλίου 1804 ἔγινε ἡ τελικὴ σύγκρουσι κατὰ τὴν ὁποία ἔγινε σφαγὴ τῶν ἐγκλείστων. Ἀπὸ τοὺς 1148 ὑπερασπιστὲς διασώθηκαν μόνο 80 μὲ τὸν Κίτσιο Μπότσαρη καὶ τὸν γιὸ του Μᾶρκο, οἱ πιὸ πολλοὶ ὅμως σκοτώθηκαν καὶ ὅσοι διασώθηκαν αἰχμαλωτίσθηκαν καὶ μεταφέρθηκαν σὲ σκληρὲς ὀρεινὲς ἀγροτικὲς ἐργασίες μὲ ἀπώτερο σκοπὸ νὰ πεθάνουν ἀπὸ τὶς κακουχίες[23].

Ἐδῶ γράφεται καὶ ἡ ἱστορία αὐτοθυσίας τῆς δεκαενιάχρονης Λένως (Ἑλένη) Μπότσαρη, κόρη τοῦ Κίτσιου Μπότσαρη, ἡ ὁποία γιὰ νὰ ξεφύγει τὴν αἰχμαλωσία κατάφερε παρ’ ὅτι τὴν κυνηγοῦσαν (σύμφωνα μὲ τὸ τραγούδι: πέντε τζοχανταραῖοι, πέντε ἐπίλεκτοι δηλ. στρατιῶτες) νὰ κατέβει τὴν ἀπότομη πλαγιὰ πλησιάζοντας τὸν Ἀχελῶο ποταμό. Στὸ ἀδιέξοδο, προτίμησε νὰ πέσει στὸ ποτάμι καὶ νὰ πεθάνει παρὰ νὰ αἰχμαλωτισθῆ από τοὺς τούρκους. Οἱ στίχοι τῆς δημοτικῆς μούσας εἶναι χαρακτηριστικοὶ:

… Πέντε Τοῦρκοι τὴν κυνηγοῦν, πέντε τζοχανταραῖοι [24].

«Τοῦρκοι, γιὰ μὴν παιδεύεστε, μὴν ἔρχεστε σιμὰ μου,

σέρνω φουσέκια στὴν ποδιὰ καὶ βόλια στὶς μπαλάσκες.

— Κόρη, γιὰ ρίξε τ’ ἅρματα, γλίτωσε τὴ ζωὴ σου.

— Τί λέτε, μωρ’ παλιότουρκοι καὶ σεῖς παλιοζαγάρια;

Ἐγὼ εἶμαι ἡ Λένω Μπότσαρη, ἡ ἀδερφὴ τοῦ Γιάννη,

καὶ ζωντανὴ δὲν πιάνουμαι εἰς τῶν Τουρκῶν τὰ χέρια».

Ἔτσι ὁλοκληρώθηκε ἡ κατάκτησι τοῦ Σουλίου μὲ τὸν πιὸ ὀδυνηρὸ τρόπο καὶ ὄχι κάτω ἀπὸ φυσιολογικὲς … ἐμπόλεμες προϋποθέσεις. Ἡ Ἤπειρος καὶ ὁ Ἑλληνισμὸς ἔχασαν τὴν μόνη ἐλεύθερη κοιτίδα ποὺ ὑπῆρχε μέσα στὴν ὀθωμανικὴ σκλαβιά. Οἱ Σουλιῶτες οἱ ὁποῖοι ἔγραψαν σελίδες κατορθωμάτων στὰ πεδία τῶν μαχῶν, ποὺ ἔγιναν θρύλος γιὰ τὸ ἀδούλωτο πνεῦμα τους, τὴν γενναιοφροσύνη τους καὶ ποὺ ἡ μυθοπλασία τοὺς σύγκρινε μὲ ὁμηρικοὺς ἀκαταμάχητους ἥρωες, νικήθηκαν ἐν μέρει ἀπὸ τὴν μεταξὺ τους διχόνοια καὶ ἐν πολλοῖς ἀπὸ τὴν λιμοκτονία ποὺ ὑποχρεώθηκαν νὰ βιώσουν πολιορκούμενοι.

Στὴν συνέχεια μάλιστα ὑπέστησαν τὴν ἐκδικητικὴ ἐμμονὴ ἑνὸς Πασᾶ, ὁ ὁποῖος παραβίασε κάθε ἔννοια συμπεφωνημένης συνθήκης, μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ τοὺς ἐξοντώσει. Ὅμως οἱ Σουλιῶτες πάνω ἀπ’ ὅλα ἦταν φιλοπάτριδες καὶ τὴν ἰδέα τῆς ὀρθόδοξης πίστης καὶ τῆς πατρίδας τὴν κουβαλοῦσαν παντοῦ στὴν ψυχὴ τους καὶ συνέβαλαν ἀργότερα κατὰ πολὺ στὸν ἀπελευθερωτικὸ ἀγῶνα τοῦ 21 ἐναντίον τῶν τούρκων.[25] Καὶ μέσα σὲ ὅλα αὐτὰ, ἡ δημοτικὴ μοῦσα καὶ ἡ ἱστορία θὰ φωτίσει μὲ ἄφθαρτο φῶς τὸν ἡρωισμὸ καὶ τὴν αὐτοπυρπόλησι τοῦ «καλόγερου» Σαμουήλ στὸ Κούγκι, τὴν αὐτοθυσία τῶν 22ἢ ὅσων ἐπὶ πλέον Σουλιωτισσῶν μὲ τὰ παιδιὰ τους στὸ Ζάλογγο, τὴν αὐτοπυρπόλησι τῆς Δέσπως Μπότση στὸν Πύργο Δημουλᾶ, καὶ τὴν αὐτοθυσία τῆς Λένως Μπότσαρη στὸν Ἀχελῶο, κυνηγημένη μετὰ τὴν καταστροφὴ στὴν Μονὴ τοῦ Σέλτσου. 

Ἀκολουθεῖ τὸ Β’ Μέρος: Ἡ ἔννοια τοῦ θανάτου καὶ τῆς Αὐτοθυσίαςτῶν Σουλιωτῶν καὶ τῶν ἀγωνιστῶν τοῦ 21

 

Σημειώσεις

[1]Ὁ Χρ. Περραιβός στὸ ἔργο του «Ἱστορία τοῦ Σουλίου καὶ τῆς Πάργας», τυπ. Φ. Καραμπίνη ΑΘΗΝΑΙ 1857, τόμ. Α’ κεφ. ΚΑ’ σελ.151 διαβάζουμε «ἐκ τοῦ ἐπισήμου πολυμαρτύρου ἐγγράφου…» σχετικὰ: «Ἐγὼ ὁ Βελ πασς μὲ ὅλους τοὺς Δαβαμπίδες μου (αὐλικοὺς μου) δίνομεν τὸ σάρτι (ὅρκον) τῶν Σουλλιωτῶν … ἔδωκα τὴν ἄδειαν διὰ νὰ εὔγουν  ἐλεύθερα καὶ νὰ ἦναι ἀπείρακτοι ἀπὸ τὸ ἀσκέρι μου (στράτευμα μου), καὶ ἀπὸ κάθε ἕνα γκερέκ (τόσον) στὸ εὖγα τους, γκερέκ (ὅσον) σὲ κάθε τόπον ἐδικό μας ὀποῦ  ὁρίζομεν (τῆς δικαιοδοσίας μας), καὶ καθήσουν νὰ ἦναι ἀπείρακτοι, καὶ ὅπου ἀλλοῦ θελήσουν νὰ καθήσουν ἀπὸ μέρους μου καμμιὰν πείραξιν δὲν ἔχουν εἰς  τὰ κεφάλιά τους, στὸ βιότους (ἰδιοκτησίαν τῶν), στὸ ἴρτζι τους (ὑπόληψιν των) νὰ μὴ πειραχθοῦν τίποτα…. καὶ ἀνίσως δὲν σταθοῦμεν εἰς  τὰ πανωγραμμένα, νὰ ἤμαστε ἔξω ἀπὸ τὴν Τουρκικὴν πίστιν, νὰ ἤμαστε χώρια ἀπὸ τὰς γυναίκας μας μὲ τρία δαλάκια (διαζύγια), καὶ διὰ συγουριτά τους (καὶ γιὰ τὴν ἀσφάλεια τους), δίνομεν τό παρὸν μας σάρτι (ὅρκο), καὶ ἂν δὲν σταθοῦμεν εἰς αὐτὰ νὰ μᾶς κάμη ἀμέλι (νὰ μᾶς κεραυνώση) Θεός).» Τὸ κείμενο ἀποτελεῖ φυσικὰ τὴν ρητὴ δέσμευσι τοῦ Βελῆ πασᾶ γιὰ τὴν ἀσφαλῆ ἀποχώρησι τῶν Σουλιωτῶν μὲ τὰ ὅπλα τους πρὸς τὴν Πάργα καὶ ἄλλες περιοχές, μιὰ δέσμευσι ἡ ὁποία, ὅπως εἶναι ἱστορικὰ γνωστό, ἀθετήθηκε ἀμέσως μετὰ τὴν ἔξοδο τῶν Σουλιωτῶν ἀπὸ τὸν Ἀλῆ πασᾶ, ὁδηγώντας στὶς τραγικὲς θυσίες.

[2] Στὶς ἐπιχειρήσεις, λόγω τῆς ἐξασφάλισης τῆς Σουλτανικῆς ἔγκρισης, ὑποχρεωτικὰ συμμετεῖχαν καὶ οἱ Τσάμηδες Ἀγάδες καὶ οἱ μπέηδες Μαργαριτιού, Παραμυθίας καὶ Κονίσπολης. Βάσω Ψιμούλη, ΣΟΥΛΙ ΚΑΙ ΣΟΥΛΙΩΤΕΣ, ΑΘΗΝΑ 1998, σελ.391

[3] Ὁ Ἀλῆ - Πασᾶς ἀνήγειρε τέτοιους πύργους «πλησίον τοῦ Σουλίου εἰς θέσεις ἁρμοδίας, ὥστε νὰ εμποδίζουσι τὴν ἔξοδον καὶ εἴσοδον τῶν Σουλιωτῶν …και λαμβάνουσι τροφὰς καὶ ἄλλα ἀναγκαῖα», στὰ χωριὰ Γλυκή, Περιχάτι, Τζικουράτι, Γόρανα, Σερζιανά, Ζερμή, Κοντότες, Βίλια, Ρουμανάτες, Σιστρούνι, Λιβίκιστα. Χρ. Περραιβός, Ιστορία του Σουλίου και της Πάργας, εν Αθήναις, τύποις Φ. Καραμπίνη και Βάφα, 1857, σελ. 79.

[4] Βάσω Ψιμούλη σελ.396

[5] «εἶχε ἐξαγοράσει ὁ  Ἀλῆς (τὴν ἀχαρακτήριστη ἀδράνεια ποὺ ἐπέδειξαν οἱ Σουλιῶτες ἐναντίον τῆς Πρέβεζας) μὲ χρήματα (60 πουγγιὰ) ποὺ κατέβαλε στὸν Γεώργιο Μπότσαρη. Τὰ χρήματα αὐτά, ποὺ δὲν θέλησε νὰ τὰ μοιρασθῆ ὁ  Μπότσαρης μὲ τοὺς ἄλλους Σουλιῶτες ἀρχηγούς, ἦταν τὸ μῆλο τῆς ἔριδος ποὺ ἔριξε ἀνάμεσα τους ὁ πανοῦργος Ἀλβανὸς δυνάστης, γιατὶ ἔσπειραν τὴ διχόνοια καὶ ἔφεραν τὴν καταστροφὴ τους». Ἀπόστολος Βακαλόπουλος, Ἐπαναστατικὲς κινήσεις καὶ ζυμώσεις, ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ, ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ, τόμ. ΙΑ’ σελ. 406

[6] Βάσω Ψιμούλη, σελ.391, και Χρ. Περραιβός Ιστορία Σύντομος του Σουλίου και της Πάργας, τόμ. Α’, Εν Παρισσίοις 1803, σελ.68.

[7]ΒάσωΨιμούλη, σελ.414

[8]Πουκεβίλ,HISTOIREDELAREGENERATIONDELAGECE, 1824, τόμA' σελ. 174/ Χρ. Περραιβός, Αυτόθι, σελ.82-83/ Αραβαντινός Σπ., Ιστορία Αλή Πασά του Τεπελενλή, Αθήνα 1895, σελ.152-53

[9] Πουκεβίλ: Αυτόθι, σελ. 174/ Σπ. Π. Αραβαντινός, Αυτόθι, σελ.153/ Χρ. Περραιβός, Αυτόθι, σελ.114.

[10] Ι. Λαμπρίδης, Σύμμεικτα Ηπειρωτικάτόμ.Β’. «Περί των Σουλιωτών», Αθήνα, Τυπ/φείου Αδελφών Περρή, Αθήνα 1880, σελ.303.

[11] Σπ. Αραβαντινός, ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΛΗ ΠΑΣΑ ΤΟΥ ΤΕΠΕΛΕΝΛΗ,ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΕ, ΤΥΠ. ΣΠΥΡ. ΚΟΥΣΟΥΛΙΝΟΥ, 1895, σελ. 153/ Ο Πουκεβίλ στο: HISTOIREDELAREGENERATIONDELAGECE, 1824, τόμ A' γράφει : ο Φώτος ήταν «άνδρας πραΰς και ευφυής, φίλος της ειρήνης, που εζήτει να περισώσει το γένος του». σελ. 174/ Ο Δημ. Φωτιάδης, Ο Αλή Πασάς και η εποχή του, Αθήνα 1974, σελ.. 191, τον παρουσιάζει ως «τραγικό γέροντα, διχασμένο ανάμεσα στην παράδοση και την ανάγκη».

[12]Β. Ψιμούλη σελ.421, Χρ. Περραιβός, τύποις Φ. Καραμπίνη και Κ. Βάφα, Εν Αθήναις 1857, σελ. 93,127./Ἀλλὰ καὶ ἡ λαϊκὴ μοῦσα ἀναθεματίζει τὸ γεγονὸς αὐτὸ τῆς προδοσίας:

«Μπρέ, ν- ἀνάθεμά σε Μπότσαρη, καὶ ἐσένα Κουτσουνίκα, /

μὲ τὴν δουλειὰ ποὺ κάμεταν τοῦτο τὸ καλοκαίρι· /

ποὺ μπάσετε τὸ Βελ πασᾶ μέσα στὸ κακὸ -Σούλι»

καὶ ἀλλοῦ γιὰ τὸν Τζαβέλα: «Τί γύρευες, Φῶτο μ’, στὰ Γιάννενα,

στὴν πόρτα τοῦ Βεζύρη» : FaurielGlaude, Ελληνικά Δημοτικά Τραγούδια, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 1998, τόμος Α', σελ. 203

[13] Ὁ  Περραιβός ἐκτιμᾶ πὼς ἡ αἰτία ποὺ συνέβαλε ἀποφασιστικὰ στὴν πτῶσι τοῦ Σουλίου ἦταν ἡ «ἀντιπατριωτικὴ» στάσι ἰσχυρῶν Σουλιωτῶν ἀρχηγῶν, οἱ ὁποῖοι μὲ τὶς μυστικὲς διαπραγματεύσεις καὶ μὲ τὸν Βελῆ, γιὸ τοῦ Ἀλῆ Πασᾶ καὶ μὲ τὸν ἴδιο βέβαια τον Ἀλῆ (ἀμέσως ἢ ἐμμέσως), συνήργησαν στὴν κατάληψι του: «(α’) Παλάσκας, αὐτὸς ἦτον πρῶτα εἰς τὴν δούλευσιν τοῦ Πασιᾶ…», «ἕως τότε μόνος ὁ Βότζαρης ἐγνωρίζετο φανερὸς τῆς πατρίδος ἐπίβουλος, ἤδη ὅμως ἀπεσπάσθησαν καὶ ἄλλοι δύο φύλαρχοι, ὁ τε Κουτζονίκας καὶ Πύλιος Γούσης ἐκ τῆς φυλῆς τῶν Μπουσμπάτων, ὁ δεύτερος παρουσιασθεὶς τὴν νύκτα εἰς τὸν στρατάρχην (Βελῆ) ἐζήτησε παρ’ αὐτοῦ πρῶτον τὴν ἀπελευθέρωσιν ἑνὸς γαμβροῦ του ἐν εἰρκτῇ ὑπάρχοντος μετὰ τῶν εἰκοσιτεσσάρων ὁμήρων, δεύτερον ἐννέα χιλιάδων γροσίων ἀνταμοιβὴν περὶ τῆς ἀπολαβῆς τοῦ Σουλλίου» Χρ. Περραιβός, Αὐτόθι, σελ.129, ιδέ και Β. Ψιμούλη σελ.420

[14] «Η μεταξύ Αλή και Σουλιωτών συνθήκη». Οι όροι της συνθήκης περιελάμβαναν: (α) την ελεύθερη αποχώρηση των Σουλιωτών από το Σούλι, με τα όπλα και την κινητή περιουσία τους καθώς και την άδεια εγκατάστασης σε τόπο της επιλογής τους· (β) τη δωρεάν προμήθεια ζώων για τη μεταφορά ανθρώπων και αποσκευών ώς τον τόπο μετεγκατάστασής τους· (γ) την απόδοση των κρατουμένων Σουλιωτών ομήρων (δ) την παροχή γης και την επικαρπία χωριών σε όσους προτιμούσαν να κατοικήσουν εντός της οθωμανικής επικράτειας»: Β. ΨΥΜΟΥΛΗ, σελ.432.

[15] Β.Ψιμούλη σελ.435

[16]Οἱ ἀμφισβητίες καὶ οἱ ὑποστηρίζοντες ὅτι τὸ θέμα εἶναι μιὰ διογκουμένη μυθοπλασία ποὺ ἐξυπηρετοῦσε «ἕναν ἀκόμη ἐθνικὸ μύθο», κρίνουν πὼς ἂν ἔγινε «αὐτοπυρπόλησι», προέκυψε ἀπὸ τὴν ἔκρυθμη ἔντασι τῆς στιγμῆς, λόγω τοῦ ἰδιόρρυθμου χαρακτῆρα τοῦ Σαμουήλ καὶ τὴν «ἀφόρητη» κωλυσιεργία του στὶς διαπραγματεύσεις, καὶ συνέβη ὅταν ἄκουσε μία προσβλητικὴ φράσι ἀπὸ ἕναν τοῦρκο διαπραγματευτή, καὶ ὄχι δῆθεν ἀπὸ «ἀγαθὰ φιλοπάτριδα κίνητρα»· καὶ ἄλλοι ποὺ θεωροῦν ὅτι ἔχει βάσι μιὰ «ἐνθύμησι» (δηλαδὴ μία πρόχειρη σημείωσι στὸ περιθώριο, συνήθως χειρογράφου, μὲ τὴν ὁποία ὁ συγγραφέας θέλει νὰ διατηρήσει τὴν ἀνάμνησι ἑνὸς ἀξιομνημόνευτου γεγονότος) ἐδῶ σὲ τοιχογραφία τῆς ἐκκλησίας τοῦ Ἁγίου Νικολάου Σέλιανης Σωπικῆς, ποὺ ἀναφέρει ὅτι ὁ πυρπολητὴς τοῦ Κουγκίου ἦταν ὁ Φῶτος Τζαβέλας.

Ὁ  Περραιβός γράφει: «Τὴν τραγικὴν ταύτην πρᾶξιν ἀπέδωκαν τινὲς ὡς ἐνέργειαν τοῦ Βεζύρη, ἄλλοι δέ, τῶν Σουλλιωτῶν ἀλλὰ καὶ αἱ δύο φῆμαι δὲν ἔχονται ἀληθείας…» σελ. 153-54./.

Στὴν δὲ «ἐνθύμησι ἀναφέρεται: «… τότες ἔβαλε φωτιὰ στὸ μπαρούτη ὁ φότο τζαβέλας ἐκεῖ ὀποῦ ἐκουβέντιαζε ὁ ζσος (ὁ Ζῆσος ἦταν γιὸς τοῦ παπᾶ Γιάννη Οἰκονόμου ἀπεσταλμένος τοῦ Βελῆ μαζὶ μὲ τὸν Πασόμπεη) μὲ τὸν καλόγερον καὶ τὸν ἔκαψε μέσα τοῦ κὺρ ζήσου μαζή μὲ τὸν καλόγερον ἦταν καὶ ὁ Χρίστος τοῦ κυρίτζη Θανάση μὲ τὸν ζῆσον καὶ ἐκάηκε καὶ αὐτὸς μέσα μαζή μὲ τὸν ἀφέντη του…».

Ἄλλοι μὲ βάσι πάλι τὴν «ἐνθύμησι» θεωροῦν ὄντως τὸν Φ. Τζαβέλα ὑπεύθυνο, ὡς ἐντολοδόχο ὅμως τοῦ Βελῆ γιὰ νὰ ἱκανοποιήσει τὸν Ἀλῆ– ποὺ ἔτρεφε ἄσβεστο μίσος γιὰ τὸν «Καλόγερο» - καὶ γιὰ νὰ μὴ θεωρηθῆ ἀναίμακτη ἡ παράδοσι τοῦ Σουλίου.

Ἐπίσης καὶ ἡ «Αληπασιάδα» τοῦ Χατζῆ Σεχρέτη (ἕνα ἐπικὸ ποίημα τῶν ἀρχῶν τοῦ 19ου αἰῶνα γραμμένο στὰ ἑλληνικὰ ἀπὸ τὸν μουσουλμάνο Ἀλβανὸ HaxhiShehreti, περιγράφοντας ἁπλοϊκά, μὲ ἡρωικὸ ὕφος, τὴν ζωὴ καὶ τὶς στρατιωτικὲς ἐκστρατεῖες τοῦ Ἀλῆ-πασᾶ) ἀναφερόμενη στὸ γεγονός, τὸ θεωρεῖ περίπου ὡς ὀργίλη πρᾶξι τοῦ Φώτου Τζαβέλα, ἐπειδὴ δὲν μποροῦσε νὰ πείσει τὸν Σαμουήλ γιὰ συνθηκολόγησι. Τὸ πὼς σκοτώθηκαν ὅμως ὅλοι καὶ διασώθηκε μόνο ὁ Φ. Τζαβέλας γιὰ νὰ φύγει τὸ ἄλλο πρωὶ στὴν Πάργα εἶναι ἕνα ἐρώτημα. Ἐπίσης ἂν ἀσπασθοῦμε τὴν ἄποψι τῆς πυρπόλησης τοῦ Κουγκίου ἀπὸ τὸν Φ. Τζαβέλα, τότε πρέπει νὰ τὸν κατατάξουμε στοὺς προδότες καὶ ἀδελφοκτόνους τῶν Ἑλλήνων .Ἰδὲ για το θέμα καὶ Β. Ψιμούλη, σελ.435-437

[17] Ο Fr. Pouqueville π.χ. γράφει:Histoire de la régénération de la Grèce, Paris: Firmin Didot, 1824, tom. I, σελ. 166–167: «Ali-Pacha, cherchant à affaiblir les Souliotes, leur proposa une trêve; plusieurs familles sortirent alors de leurs montagnes, sous la foi de ses promesses. Parmi elles, celle de Georgaki Botzi, qui alla se fixer à Riniassa, près de Prévéza. Là, elles furent tolérées quelque temps, jusqu’à la rupture définitive en 1803. »«Ο Αλή Πασάς, επιδιώκοντας να αποδυναμώσει τους Σουλιώτες, τους πρόσφερε ανακωχή. Αρκετές οικογένειες εγκατέλειψαν τα βουνά τους, πιστεύοντας στις υποσχέσεις του. Μεταξύ αυτών ήταν και αυτή του Γεωργάκη Μπότζη, ο οποίος πήγε να εγκατασταθεί στη Ρινιάσσα, κοντά στην Πρέβεζα. Εκεί, έγιναν ανεκτοί για ένα διάστημα, μέχρι την τελική ρήξη το 1803.»/ Χρ. Περραιβός, Αὐτόθι: σελ.113-14 , Σπ. Αραβαντινός, ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΛΗ ΠΑΣΑ ΤΟΥ ΤΕΠΕΛΕΝΛΗ: σελ.167

[18] Η αναφορά γίνεται απ’ όλους τους γνωστούς ιστορικούς: Περραιβός, Αραβαντινός, Πουκεβίλ κ.λπ

[19] Ὁ πατέρας τοῦ Γεώρ. Μπότσαρης εἶχε αὐτοκτονήσει μὲ δηλητήριο, εἴτε ἀπὸ τύψεις μετανοιωμένος, γιατὶ «οἱ ἐπαίσχυντες πράξεις του κηλίδωσαν γιὰ πάντα τὴ μνήμη του» (Β. Κραψίτης, Ἡ ἀληθινὴ ἱστορία τοῦ Σουλίου (1600-1803), Ἀθήνα 1982, σ'. 103-105), εἴτε γιατὶ δὲν ἤθελε νὰ συμμετάσχει ὡς ἀρματολὸς στὸ πλευρὸ τοῦ Ἀλῆ Πασᾶ ἐναντίον τῶν συμπατριωτῶν του, πρᾶγμα ποὺ ἡ ἄρνησι του θὰ ἐπέφερε καὶ τὴν ὀργὴ του.

[20] . Χρ. Περραιβός , Ιστορία του Σουλλίου και Πάργας, τύποις Φ. Καραμπίνη και Κ.Βάφα, Εν Αθήναις 1857, σελ. 157. Στην α’ έκδοσι «Βενετίας» αναφέρει πώς πρίν την αυτοθυσία τους προηγείτο χορός. Με το θέμα του «χορού Ζαλόγγου», θα ασχοληθούμε αυτόνομα.

[21] Απόστολος Βακαλόπουλος, Επαναστατικές κινήσεις και ζυμώσεις, ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ, ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ, τόμ. ΙΑ’ σελ. 406

[22] Μ. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗ, Η Δέσπω Μπότση και ο πύργος του Δημουλά, ΠΡΕΒΕΖΙΑΝΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ, Οκτώβριος- Δεκέμβριος 1978, ΧΡΟΝΙΑ Α’ , σελ.14. Η άλλη παρανόησι που γίνεται είναι με το όνομά της• μερικοί την αναφέρουν ως Δέσπω Μπότσαρη ενώ το επώνυμό της είναι Μπότση.

[23] «Οἱ αἰχμάλωτοι Σουλιῶτες ἀπὸ τὴ Ρινιάσα, τὸ Ζάλογγο καὶ τὸ Σέλτσο θὰ μεταφερθοῦν στὰ Ἰωάννινα … Πολλοὶ ἀπ’ αὐτοὺς θὰ μεταφερθοῦν σὲ τσιφλίκια τοῦ Ἀλῆ, κοντὰ στὸ Τεπελένι. Ὁ Pouqueville θὰ τοὺς δεῖ, τὸ 1805, στὸ τσιφλίκι τῆς Γκρούτσα, περιοχὴ μεταξὺ τοῦ ὄρους Νεμέρτσικα καὶ τῆς Τρεμπεσίνας, κοντὰ στὴν Κλεισούρα. Ἐκεῖ, ὁ Ἀλῆς εἶχε ἐκτοπίσει τοὺς κατοίκους καὶ τῆς Γκλαβίστας (Γλαβίτσα= Αὐλὸτοπος), χωριοῦ σὲ πολὺ μικρὴ ἀπόστασι ἀπὸ τὸ Σούλι…. Ὁ Pouqueville τοὺς βρῆκε ὠχροὺς καὶ ἐξασθενημένους, νὰ καταριώνται τὸν Ἀλῆ καὶ νὰ διαμαρτύρονται ἐναντίον τοῦ ἐπισκόπου Δρυϊνουπόλεως, ποὺ τοὺς παρότρυνε νὰ ὑπομένουν καρτερικὰ τὰ δεινὰ τους. Ὅταν ὁ Pouqueville, φθάνοντας στὰ Ἰωάννινα, θὰ ἀναφέρει στὸν Ἀλῆ τὴν ἄθλια κατάσταση τῶν Σουλιωτῶν τῆς Γκρούτσα, αὐτὸς θὰ τοῦ ἀπαντήσει: «Ἂς ψοφήσουν, δὲν τοὺς πῆγα ἐκεῖ γιὰ νὰ ζήσουν».  Β. Ψιμούλη σελ. 442

[24] Επίλεκτοι στρατιωτικοί, αξιωματικοί ντυμένοι επίσημα με τσόχα.

[25] Πολὺ σημαντικὸ βιβλίο 600 σελίδων γιὰ τὸ θέμα εἶναι τοῦ Νίκου Ασημακόπουλου: «Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΩΝ ΣΟΥΛΙΩΤΩΝ ΣΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 21. Ιστορική καταγραφή των αγώνων των Σουλιωτών, από τις 6-12-1820 έως τις 2-5-1829,βάσει των ιστορικών πηγών, εκδ. ΒΕΡΓΙΝΑ, 2η έκδ. 2022

Γιορτή Αδελφότητας 2025

Τοπολαλιά

 

Οι γειτονιές μας

ΒΡΥΤΖΑΧΑ web tv

Μουσεία και αρχαιολογικοί χώροι

dd

Μετεωρολογικός σταθμός Ζωτικού

Screenshot 2023 04 27 at 5.14.24 PM

Screenshot 2023 04 27 at 10.43.18 PM

Ellinomatheia1

Screenshot 2023 04 27 at 11.18.15 PM

Λογοτεχνία

Ἀθανάσης Διάκος

Ἡ γενέτειρα : τό Ζωτικό στην ποίησι του Φώτο – Μότση (από το βιβλίο του Δημητρίου Μίχα: «τροχόεις μόλυβδος»

Σαπφώ: η δέκατη μούσα, ο θηλυκός Όμηρος

Μανώλης Αναγνωστάκης

Η ιστορία του Ζωτικού

Η εξέλιξη του πληθυσμού του Ζωτικού από την απελευθέρωσή του από τους Τούρκους έως σήμερα

Συμβόλαιο αγοροπωλησίας Ζωτικού

ΖΩΤΙΚΟ (ΛΙΒΙΚΙΣΤΑ) ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ

Μύθος και Λόγος - Μέρος 2.

Έρευνες

Στα χρόνια που πέρασαν

Στα χρόνια που πέρασαν - Μέρος 3.

Η ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΣΤΟ ΖΩΤΙΚΟ - ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ

Το Μαντήλι στην λογοτεχνία - ΞΕΝΟΠΟΥΛΟΣ

Ὕστερη Παλαιολιθικὴ (35.000-12.000 χρόνια πρὶν ἀπὸ σήμερα)

Το Ζωτικο στις τέχνες - Φρειδερίκη Παπαζήκου

Το Ζωτικο στις τέχνες - Φώτης Μότσης

Αφηγήσεις

Αφιερώματα

Περιηγήσεις

periigiseis

Γιορτές

giortes

Δημιουργίες

dimiourgies

Παρουσιάσεις

parousiaseis