adelfotita  Αδελφότητα Ζωτικιωτών Αθήνας”

Σύλλογος Ζωτικιωτών "Η ΒΡΥΤΖΑΧΑ"   

Σύνδεση / εγγραφή

Αρχείο φωτογραφιών

Η Αδελφότητα Ζωτικιωτών στο Facebook

zotiko 2

Ο Σύλλογος Ζωτικιωτών στο Facebook

vrytzacha

Διαδικτυυακές Δημ. Υπηρεσίες

Screenshot 2023 04 27 at 1.38.35 PM

Ελληνικό Κτηματολόγιο

Screenshot 2023 04 27 at 1.48.41 PM

Α.Α.Δ.Ε.

Screenshot 2023 04 27 at 10.27.29 PM

Screenshot 2023 04 28 at 12.10.11 AM

Ἕλληνες ἐπώνυμοι τοῦ Δρομοκαϊτείου

Δημητρίου Μίχα

Συνέχεια προηγουμένου κειμένου

Πλεῖστοι κλυτοεργοὶ 

τοῦ φρονεῖν καίπερ ἐξιστάντες καὶ παιωνίων τυχόντες

τὸ μανικὸν φῶς  ἀναβαλλόμενοι, ὡς ἱμάτιον,

ποιηταὶ εἶτα τῶν καλλίστων κατέστησαν, 

καὶ προσκαμόντες,

ἑαυτὸν ἀνισταῖεν ἂν. 

νῦν, αἰωνίας μνήμης παρ’ ἡμῶν τιμῶνται. 

(L. Vicanus Vitali)

Πάρα πολλοὶ ἔνδοξοι Καλλιτέχνες (δημιουργοί)

ἂν καὶ ἔχασαν τὸ μυαλὸ τους καὶ βρέθηκαν σὲ ἱδρύματα,

ἐνδύθηκαν τὸ ποιητικό φῶς τῆς τρέλας

καὶ ἔγιναν δημιουργοὶ ἀριστουργηματικῶν ἔργων,

προσπαθώντας ἔτσι μὲ κόπο

νὰ μπορέσουν τὸν ἑαυτὸ τους νὰ ἀναστήσουν.

Τώρα, ἀπὸ μᾶς μὲ αἰώνια μνημόνευσι τιμῶνται.

 

 

Δημητρίου Μίχα, φιλολόγου

 

Γεώργιος Βιζυηνός (1849- 1896). Ἕνα ἀπὸ τὰ ἐκφραστικώτερα παραδείγματα gbiz.pngσυσχετισμοῦ ζωῆς καὶ ἔργου ἑνὸς καλλιτεχνικοῦ δημιουργοῦ εἶναι αὐτὸ τοῦ Γεωργίου Βιζυηνοῦ. Ὁ βίος του μὲ τὰ ἐπεισόδια ποὺ κυριάρχησαν καὶ προσδιόρισαν τὴν διαδρομὴ τῆς ζωῆς του, ἔγιναν συνειδητὰ οἱ προσωπικοὶ του μύθοι καὶ λειτούργησαν ὡς κινητήρια δύναμι τῆς συγγραφικῆς του παραγωγῆς, πρᾶγμα ποὺ φανερώνει ἀλληλεξάρτησι καὶ ἀλληλοπροσδιορισμό τῆς ζωῆς καὶ τοῦ ἔργου του, μοιάζοντας πράγματι ἡ ἴδια του ἡ ζωὴ μὲ ἕνα μυθιστόρημα[1]. Μιὰ ζωὴ ἐμβαπτισμένη στὴν δυστυχία, τὸν πόνο καὶ τὴν ἀπόρριψι μὲ λίγες ἀναλαμπὲς ἀλλὰ τόσο ἀνεπαρκεῖς ποὺ δὲν στάθηκαν ἱκανὲς νὰ τὸν γλυτώσουν ἀπὸ τὸ φρενοκομεῖο.

Ἦταν μόλις 5 ἐτῶν ὅταν πεθαίνει ὁ πατέρας του ἀπὸ τύφο (1854), ἐνῶ προηγουμένως εἶχαν θρηνήσει ἕνα κοριτσάκι ὅταν ἡ μητέρα του Δεσποινιὼ σκότωσε ἄθελά της τὸ μωρὸ, ὅταν τὴν πῆρε ὁ ὕπνος καὶ τὸ πλάκωσε μὲ τὸ σῶμα της καθὼς τὸ θήλαζε. Ἀργότερα περιέγραψε τὸ γεγονὸς στὸ αὐτοβιογραφικὸ διήγημα «Τὸ ἁμάρτημα τῆς μητρὸς μου» Ὁ μεγαλύτερος ἀδελφὸς του ὁ Χρηστάκης σκοτώθηκε δουλεύοντας ὡς ἀγροτικὸς ταχυδρόμος, φόνος ποὺ γίνεται θέμα στὸ «Ποῖος ἦτον ὁ φονεύς τοῦ ἀδελφοῦ μου»• ἡ ἀδελφὴ του Ἀννιώ, πέθανε κοριτσάκι ἀπὸ βαριὰ ἀρρώστεια καὶ ὁ ἄλλος του ἀδελφὸς ὁ Μιχαῆλος πέθανε ἀπὸ ἀποπληξία (βαρὺ ἐγκεφαλικὸ) στὰ 41 χρόνια του.

Ὁ Γ. Βιζυηνός ἀφοῦ μὲ πολλὲς διακοπὲς τελείωσε τὸ Δημοτικὸ Σχολεῖο, στέλνεται στὴν Πόλι σ’ένα ραφτάδικο γιὰ νὰ μάθει τὴν τέχνη, ἐκεῖ ὅμως βιώνει τὴν σκληρότητα ἀπὸ τὴν αὐταρχικότητα τοῦ ράφτη, αἰσθανόμενος «ἔγκλειστος σὲ φυλακή», χωρὶς ἀγάπη καὶ προστασία. Ὕστερα καὶ μὲ τὴν συμπαράστασι ἑνὸς Κύπριου ἐμπόρου βρίσκεται στὴν Κύπρο προστατευόμενος τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Κύπρου Σωφρονίου Β’. Μὲ ἀφορμὴ μιᾶς Συνόδου στὴν Κωνσταντινούπολι ἐπιστρέφει καὶ σπουδάζει στὴν Σχολὴ τῆς Χάλκης, ὅπου γνωρίζει καὶ τὸν ποιητὴ Ἠλία Τανταλίδη, προπάντων ὅμως τὸν πάμπλουτο μαικῆνα Γεώργιο Ζαρίφη ποὺ τοῦ προσφέρει προστασία καὶ πλούσια χορηγία γιὰ τὶς σπουδὲς του. Γιὰ μιὰ δεκαετία (1874-1884), μέχρι τὸν θάνατο δηλαδὴ τοῦ εὐεργέτη του, ὁ Γ. Βιζυηνός θὰ βιώσει τὴν χαρὰ καὶ τὴν ἱκανοποίησι ἐξ αἰτίας κάποιων ἐκδόσεων του, τὴν συμμετοχὴ καὶ τὴν πρωτιὰ σὲ δύο ποιητικοὺς διαγωνισμοὺς (Βουτσιναῖο), τὶς σπουδὲς του στὴν Γερμανία, τὴν ὑποβολὴ τῆς διατριβῆς του καὶ τὴν παμψηφεὶ ἀνακήρυξι του τὸ 1885 ὡς ὑφηγητής, ἐνῶ τοῦ δίνεται καὶ ἄδεια διδασκαλίας στὸ μάθημα τῆς Ἱστορίας τῆς Φιλοσοφίας στὸ Πανεπιστήμιο Ἀθηνῶν. 

Ἀπὸ τὸ 1886 ὅμως ἡ ζωὴ του ἀνατρέπεται ἀπὸ τὶς λάθος ἐπιλογὲς ἀποτέλεσμα ἐμμονῶν ποὺ τὸν ἀκολουθοῦσαν πάντα: ἡ ἀναγνώρισι καὶ ὁ πλουτισμός. Ἀποτυγχάνει οἰκτρὰ καὶ στὰ δύο. Ἡ διακαῶς ἐπιθυμία του γιὰ τὴν ἀξιοποίησι ἑνὸς ἐγκαταλελειμμένου μεταλλείου τὸν χρεοκοπεῖ καὶ αὐτὸν καὶ τὴν οἰκογένεια του ποὺ τὸν ἐμπιστεύτηκε ὡς «γραμματισμένον».

Μετὰ καὶ οἱ φιλολογικοὶ κύκλοι στὴν Ἀθήνα τὸν ἀγνοοῦν ἢ δείχνουν κάποια δυσμένεια γι’ αὐτὸν καὶ γιὰ τὸ ἔργο του. Τὸν ἀποφεύγουν καὶ δὲν ἐπιθυμοῦν ἐπικοινωνία μαζὶ του γιατὶ εἰσπράττουν κάτι τὸ «ἀλλόκοτο» καὶ «περίεργο» στὴν ἐμφάνισι καὶ στὴν συμπεριφορὰ του: φαίνεται ἕνας «Ἀνατολίτης μὲ περίεργο παρουσιαστικό, φυσιογνωμία καὶ ἐμφάνιση, ποὺ ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τοὺς εἶχε ξενίσει: ἦταν πολὺ μελαχρινός, τὰ μάτια του ἦταν λοξά, τὰ φρύδια του ἁψιδωτά, τὰ μῆλα του ἐξογκωμένα καὶ κόκκινα, πρόωρα φαλακρὸς καὶ μὲ μέτριο ἀνάστημα. Ἡ φωνὴ του, καθὼς καὶ ὁ τρόπος ποὺ ἀπήγγειλε τὰ ποιήματα του στὸν «Παρνασσὸ» τοὺς ξένιζαν ἢ καὶ τοὺς ἐνοχλοῦσαν, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ τὸν σχολιάζουν ἀρνητικά. Μερικὰ σατιρικὰ περιοδικὰ δημοσίευσαν γελοιογραφίες του»[2].

Κοντὰ σ’ αὐτὰ ἀπολύεται ἀπὸ καθηγητὴς [3] καὶ τὸ 1889 ἀποτυγχάνει στὸν Φιλαδέλφειο ποιητικὸ διαγωνισμό, ὅμως ἀπρόσμενα, τὸ 1890 διορίζεται καθηγητὴς δραματολογίας στὸ Ὠδεῖο Ἀθηνῶν καὶ συνεργάζεται μὲ διάφορα περιοδικά.

Παρὰ ταῦτα ἡ χρονιὰ ἔμελλε νὰ εἶναι μοιραῖα καὶ ἡ ἀρχὴ τῆς ψυχικῆς του διάλυσης. Παρουσιάζει μία ἀφύσικη ἐργασιομανία (διδασκαλία, συγγραφή, μεταφράσεις) μὲ ἔκδηλη τὴν «ὑπερβολικὴ νευρικότητα», ἀϋπνίες, μέσα σὲ μιὰ παραφορά, ὅπου σὲ ἕναν νευρικὸ κλονισμὸ καὶ  «μετὰ ἀπὸ ἕνα ὁλονύκτιο ξενύχτι ἐργασίας, τὰ χαράματα τὰ ’βάλε μὲ τοὺς πετεινοὺς ποὺ δὲν μποροῦσε νὰ ὑποφέρει τὶς φωνὲς τους· βγῆκε στὸ μπαλκόνι κι' ἔριχνε πέτρες στοὺς πετεινοὺς ἀναστατώνοντας τὴ γειτονιὰ»[4]…. Διάγνωσι: «νόσημα τοῦ μυελοῦ» … καὶ παρὰ τὴν «κάποια θεραπεία» στὰ λουτρὰ Gastein τῆς Αὐστρίας ποὺ τοῦ σύστησαν, ἡ κατάστασι του παραμένει ἀβελτίωτη.

Ἐξ ἄλλου ἀκολουθοῦν τὰ χειρότερα. Τὸ 1992 ἐνῶ ἦταν 40 ἐτῶν, ἐρωτεύεται παράφορα μία μαθήτρια του … 14 ἐτῶν (!) τὴν Μπετίνα Φραβασίλη ποὺ φοιτοῦσε στὸ Ὠδεῖο τῶν Ἀθηνῶν. Ὁ ἴδιος ἦταν φίλος τῆς οἰκογένειας καὶ ἡ ἀρχικὴ του ὑπερβολικὴ τρυφερότητα - ποὺ μετετράπη σὲ ἀσίγαστο φλογερὸ καὶ παράφορο αἴσθημα -, δὲν κίνησε ὑποψίες, ἀκόμη καὶ ὅταν στὶς ἐπισκέψεις του στὸ σπίτι τὴν στόλιζε ὑπερβαλλόντως μὲ τριαντάφυλλα, δῆθεν γιὰ νὰ … ἐμπνευσθῆ ποιητικά. Ὅταν ὅμως μιὰ ἡμέρα ἐξομολογήθηκε τὸν ἔρωτά του στὴν μητέρα της (ὁ πατέρας εἶχε πεθάνει) καὶ τὴν ζήτησε σὲ γάμο, καί, παρὰ τὰ παρακάλια του ἀποτυγχάνει νὰ τὴν πείσει, ὅπως ἦταν φυσικό, … σχεδιάζει καταρρακωμένος ἀπόπειρα ἀπαγωγῆς της!.

Στὸ ἀποτυχὸν ἐγχείρημα του ἐνημερώνεται ὁ Δ/ντής τοῦ Ὠδείου Γεώργιος Νάζος, ὁ ὁποῖος μαζὶ μὲ ἕνα νευρολόγο κι' ἕναν ἀστυνόμο πηγαίνουν στὸ σπίτι τοῦ Βιζυηνοῦ καὶ … βρίσκονται μπροστὰ σὲ ἕνα ἀπερίγραπτο θέαμα. «Ἡ εἴσοδος τοῦ σπιτιοῦ, τὰ σκαλιά, τὸ δάπεδο τοῦ δωματίου του, τὰ ἔπιπλα, ὅλα ἦταν ἐντελῶς σκεπασμένα μὲ λουλούδια, λουλούδια ποικίλων εἰδῶν, λουλούδια ἀκριβά, σπάνια, μὲ διαφορετικὰ ἀρώματα. Στὴ μέση τοῦ σκεπασμένου ἀπὸ λουλούδια δωματίου ἦταν ἕνα πολὺ λακαρισμένο τραπέζι• πάνω στὸ τραπέζι ὑπῆρχαν τρία πιάτα τοποθετημένα σὲ σειρὰ καὶ δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ ἀπὸ αὐτὰ τὰ πιάτα ἦταν δύο λαμπάδες ἀναμμένες. Στὸ πλάϊ τοῦ τραπεζιοῦ στέκεται ὄρθιος ὁ Βιζυηνός• δείχνει πολὺ ἀνήσυχος, εἶναι ντυμένος γαμπρὸς καὶ περιμένει τὴν ἀγαπημένη του, περιμένει τὴ νύφη του» [5].

Ὁ Γ. Νάζος προσποιεῖται τὸν κουμπάρο του ποὺ θὰ τὸν παντρέψει, ἔχοντας ἑτοιμάσει καὶ μία ἅμαξα γιὰ νὰ ἔλθει τάχα ἡ νύφη ἐπίσημα. Ὁ νευρολόγος καὶ ὁ ἀστυνόμος προσποιοῦνται τοὺς ἐπισήμους συνοδοὺς τῆς νύφης, προτείνοντας ὁ γάμος νὰ λάβει «δημόσιο χαρακτῆρα χαρᾶς» καὶ ὅτι «ἔπρεπε νὰ γίνει στὴν ἐξοχή»! Ὁ Βιζυηνός παρὰ τοὺς δισταγμοὺς του … πείθεται στὴν ἐπιθυμία ὑποτίθεται τῆς νύφης καὶ παραληρώντας, ἀναφέροντας ἀσταμάτητα τὸ ὄνομα τῆς ἀγαπημένης του Μπετίνας, … ὁδηγεῖται στὸ Δρομοκαΐτειο, ἀπὸ ὅπου δὲ θὰ βγῆ ποτέ. Σὲ κάποιες ἀναλαμπὲς του θὰ γράψει τὸν «Μοσκώφ Σελήμ, καὶ τὸ 1996 - ὕστερα ἀπὸ 4 μαρτυρικὰ χρόνια- πεθαίνει, «συνεπείᾳ μαρασμοῦ, καὶ προϊούσης γενικῆς παραλύσεως», στὸ Δρομοκαΐτειο. Κηδεύεται δέ, στὸ Α' Νεκροταφεῖο Ἀθηνῶν δημοσίᾳ δαπάνῃ .

Τὸ διασωθὲν ἔργο τοῦ Βιζυηνοῦ (γιατὶ πολλὰ χειρόγραφα χάθηκαν) εἶναι ποιητικὸ καὶ ἀφηγηματικό. Παράλληλα, ἔγραψε καὶ φιλοσοφικές, αἰσθητικές, ψυχολογικὲς καὶ ἄλλες μελέτες. Τὴν ὑστεροφημία του ὅμως τὴν κέρδισε ἀπὸ τὴν ὑψηλοῦ ἐπιπέδου, ἰδιοφυῆ διηγηματογραφία του, ἡ ὁποία - χωρὶς προηγούμενη παράδοσι- ἦταν πρωτοπόρος γιὰ τὴν ἐποχὴ καὶ ἐκτιμήθηκε ὅτι εἶναι αὐτὴ ποὺ ἔθεσε τὶς βάσεις καὶ ἔγινε ὁ δρομοδείκτης τῆς νεοελληνικῆς διηγηματογραφίας, εἰσάγοντας, ἐκτὸς τῶν ἄλλων, τὴν ἀλήθεια καὶ τὴ γνησιότητα τοῦ βιωματικοῦ στοιχείου.

Ὁ Βιζυηνός εἶναι ὁ πρῶτος ποὺ ἔγραψε νεοελληνικὸ διήγημα, στὸ ὁποῖο ἡ ἀφηγηματικὴ πλοκὴ ἑνὸς ἀνθρωπίνου δράματος συμπλέκει εἰκόνες ἀπὸ τὰ ἀτομικὰ βιωματικά του παθήματα καὶ ἀντίστοιχα ἄλλα δραματοποιημένα, ἀπὸ πρόσωπα τοῦ στενοῦ οἰκογενειακοῦ του περιβάλλοντος· δύο ἀπὸ αὐτὰ, κεντρικὴ ἡρωίδα ἔχουν τὴν μητέρα του, σὲ ἄλλο ὁ ἀδελφὸς του, ὁ παπποὺς του, κ.λπ.. Γίνεται ἠθογράφος καὶ ψυχογράφος μέσα ἀπὸ γνήσιο αὐτοβιογραφικὸ ὑλικό, ὅπου ὁ μύθος, ἡ πλοκὴ καὶ τὰ πρόσωπα κινοῦνται καὶ συμπλέκονται μὲ ὑποδειγματικὴ ἑνότητα ὡς πρὸς τὴν μορφή, ἀλλὰ καὶ μὲ μία νοηματικὴ ἐκφραστικότητα καὶ δύναμι διάπλασης τραγικῶν χαρακτήρων, ὥστε νὰ διαμορφώνουν ὑπόστασι πλήρους αἰσθημάτων ἀνθρωπιᾶς καὶ ἐπώδυνης τρυφερότητας. [6] Ἐπιλογικά , ὁ Βιζυηνός τὴν ζωὴ του, τὴν βιογραφία του τὴν ἐκθέτει σὲ ἔργο, καὶ στὸ ἔργο του δημιουργεῖ πάσχοντα πρόσωπα μὲ παθήματα, ἀδυναμίες ἀλλὰ καὶ μὲ αἰσθήματα ἁγνότητας, ἀφέλειας, καλωσύνης, στὴν οὐσία πρόσωπα σύμβολα τοῦ «τραγικοῦ» τῆς καθημερινῆς ζωῆς [7].

Μιχαήλ Μητσάκης (1863/8- 1916): Πεζογράφος, κριτικὸς καὶ δημοσιογράφος. Θεωρεῖται ἕνας ἀπὸ τοὺς πρωτοπόρους τοῦ ἀστικοῦ ρεαλισμοῦ στὴν Ἑλλάδα καὶ κατατάσσεται στὴ Νέα Ἀθηναϊκὴ Σχολή. Γεννήθηκε στὰ Μέγαρα, ὅπου ὁ πατέρας του ὑπηρετοῦσε ὡς δημόσιος ὑπάλληλος, ὅμως μεγάλωσε στὴν Σπάρτη καὶ ἀφοῦ τέλειωσε τὸ γυμνάσιο ἐκεῖ, ἦρθε στὴν Ἀθήνα, ὅπου παρακολούθησε μαθήματα στὴ Νομικὴ Σχολὴ μόνο γιὰ δύο χρόνια, ἐνῶ παράλληλα δημοσιογραφοῦσε στὴν ἐφημερίδα «Ἀσμοδαῖος» τῶν Ἐμμανουὴλ Ροΐδη καὶ Θέμου Ἄννινου, καθὼς στὴν πορεία συνεργάστηκε μὲ πολλὰ περιοδικὰ καὶ ἐφημερίδες.

Συνήθως, δημοσίευε τὰ λογοτεχνικὰ του κείμενα μὲ τὸ ὄνομα του, ἐνῶ ὑπέγραφε τὰ ἄρθρα, τὰ χρονογραφήματα καὶ τὶς κριτικὲς μὲ ψευδώνυμα: μὲ τὰ ἀρχικὰ Μ'., Μ.Μ., Μ'. Τσὰκ ἢ μὲ διάφορα ἄλλα ὅπως Κρατῆς, Κόθορνος, Ἠξίων, Κράκ, Πλανόδιος, Καιροσκόπος, Michelet, Στρεψιάδης. Εἶχε δημοσιογραφικὸ τάλαντο καὶ πάθος καὶ ἡ καρριέρα του σὲ αὐτὸ τὸν τομέα διαγράφονταν λαμπρή, ἀλλὰ ἤδη ἡ συμπεριφορὰ του παρουσίαζε ἔκρυθμα συμπτώματα πνευματικῆς ἀστάθειας μὲ κυκλοθυμικὲς ἐκρήξεις. Σύμφωνα μὲ τὸ ἀφιερωματικὸ ἄρθρο τῆς δημοσιογραφικῆς ἔρευνας «Μηχανῆς τοῦ χρόνου», ὁ Μ'. Μητσάκης «μέχρι νὰ κλείσει τὰ 30, ἀπὸ πολυπράγμων δημοσιογράφος εἶχε μετατραπεῖ σὲ ἕναν ὀξύθυμο, σκυθρωπὸ ἄντρα μὲ βίαια ξεσπάσματα καὶ ἀψυχολόγητες συμπεριφορές…. Ἄνθρωπος ἰδιαίτερα φιλόδοξος καὶ δυναμικός, ἀλλὰ συνάμα ἐγωϊστὴς καὶ ἀλαζόνας … κυκλοφοροῦσε ὑπεροπτικὰ μὲ κομψὴ ἐμφάνισι, καλοχτενισμένος καὶ μὲ καλο-γυμνασμένο σῶμα, περπατώντας ἀργὰ καὶ κρατώντας ἕνα ραβδὶ στὴν πλάτη»

Ἐκεῖ ποὺ κέρδιζε τὴν   συμπάθεια μὲ τὴν εὐγένεια, τὸ χιοῦμορ καὶ τὸν εὐφυῆ του λόγο, ἀναπάντεχα μπορεῖ νὰ γινόταν ἐριστικὸς καὶ μὲ ἐκρήξεις θυμοῦ. Εἶχε ἰδεοκαταναγκαστικές ἐμμονὲς ὅπως π.χ. πλενόταν καθημερινὰ πολύωρα γιὰ τὸν … καλλωπισμὸ του. Ταυτόχρονα ἐπιδεικνύοντας τὸ σῶμα του, ἦταν ἔνθερμος ὀπαδὸς τοῦ γυμνισμοῦ καὶ τὴν «θεώρησι» τοῦ κάλλους του… τὴν ὑπέστησαν κατὰ μία φήμη ὁ Κ. Κρυστάλλης καὶ ὁ Ἀλ. Παπαδιαμάντης, τοὺς ὁποίους ὑποδέχθηκε ὁλόγυμνος σκανδαλίζοντας τους μὲ τὸ «ἀδαμιαῖο» θέαμα [8]. Ὅλα τὰ ἀνωτέρω ἔγιναν αἰτία νὰ νοσηλευθῆ γιὰ μικρὸ χρονικὸ διάστημα στὸ ψυχιατρεῖο τῆς Κέρκυρας.

Βέβαια ὅπως ἐπισημαίνει καὶ ἡ Γεωργία Γκότση (σελ.266) «… πίσω ἀπὸ τὴν ἰδιοτροπία του διαφαινόταν ἡ μοναχικότητα, ἡ μελαγχολία καὶ ἡ πικρία ἑνὸς συγγραφέα ποὺ αἰσθανόταν παραγνωρισμένος ἀπὸ τοὺς ὁμοτέχνους του καί, παράλληλα, ἀγωνιζόταν νὰ ἐπιβιώσει. Ὅμως καὶ πάλι σοβαρώτερες κρίσεις νευρικῆς διαταραχῆς ἄρχισαν νὰ ἐμφανίζονται ἀπὸ τὸ 1894, οἱ ὁποῖες συνεχῶς ἐπιδείνωναν τὴν ψυχικὴ του ὑγεία, ὁδηγώντας τον σταδιακὰ στὴν παραφροσύνη. Ἕνα ἀκραῖο ἐπεισόδιο μὲ ἔκρηξι θυμοῦ ἐναντίον ἑνὸς συναδέλφου του (Στέφανος Στεφάνου τὸ ὄνομα του) ποὺ παραλίγο νὰ τὸν πνίξει, ἐπειδὴ ἔφερε ἀντίρρησι σὲ μιὰ κριτικὴ γιὰ τὸν Παλαμᾶ [9], ὁ ἀδελφὸς του εἰδοποιηθεὶς, ποὺ ἦταν στρατιωτικὸς γιατρός, ζήτησε βοήθεια ἀπὸ τὸ Δρομοκαΐτειο θεραπευτήριο. Ἦταν 33 ἐτῶν τό 1896 ὅταν εἰσήχθη [10], μὲ τὴν ἰατρικὴ γνωμάτευσι νὰ ἀναφέρει ὅτι «ἐπλήγη ἀπὸ ἐκφυλιστικὴ φρενοπάθεια ποὺ ἐκδηλώνεται μὲ μεγαλομανίες, κρίσεις παρορμητικῆς φοβίας καὶ ἀόριστες ἰδέες καταδίωξης», ἐνῶ στὶς παρατηρήσεις τοῦ δελτίου, εἶχε σημειωθῆ ὅτι «εἶναι εὐφυὴς πλὴν ὅμως ἀνισόρροπος»...

Ἐκεῖ παρέμεινε πέντε μῆνες, γιὰ νὰ εἰσαχθῆ ξανὰ μετὰ ἀπὸ πέντε χρόνια, ἀφοῦ τὸ 1910 πεθαίνει ἡ μητέρα του, γεγονὸς ποὺ τὸν βάρυνε πολύ. Ἐν τούτοις ἀφέθηκε ἐλεύθερος, ἀλλὰ ἡ διανοητικὴ του σύγχυσι συνεχιζόταν, μὲ ἐξαίρεσι κάποιες ἀναλαμπὲς διαύγειας, στὶς ὁποῖες ἔγραφε κιόλας. Δυστυχῶς τά ὑπόλοιπα χρόνια του τὰ ἔζησε ψυχικὰ καὶ πνευματικὰ ἀνάπηρος. «Εἶναι ἡ περίοδος τῆς ἔσχατης ἐξαθλίωσης, θλιβερὸς ἀλλόφρων, τριγυρίζει τοὺς δρόμους τῆς Ἀθήνας καὶ διανυκτερεύει στὰ γραφεῖα τῶν ἐφημερίδων, ποὺ κάποτε δούλευε. Τὸν Ἰούνιο τοῦ 1916 πέθανε ἀπὸ περιπνευμονία στὸ Δρομοκαΐτειο ὅπου εἶχε κλειστεῖ τὸ 1914»[11].

Σχετικὰ μὲ τὸ συγγραφικὸ του ἔργο, ὁ Μητσάκης ἀντλεῖ τὰ θέματα του ἀπὸ εἰκόνες καὶ ἀπὸ τὴν ζωὴ τῆς πόλης, προσπαθώντας νὰ τονίσει τὴν ἀλλοτρίωσι καὶ τὴν ἀποξένωσι ποὺ δημιουργεῖ τὸ σύγχρονο ἄστυ. Οἱ μελετητὲς του ὅμως δὲν τὸ κολακεύουν καθόλου. Τὸ κρίνουν ἄτεχνο, χωρὶς γνῶσι τῆς πλοκῆς -δομῆς τοῦ διηγήματος καὶ πρὸ πάντων χωρὶς νὰ προβάλλει κύριο στόχο καὶ στοχαστικὸ περιεχόμενο: «ἡ ἀπόπειρα γιὰ ψυχογράφηση παραμένει ἀβαθὴς καὶ μονοσήμαντη» (Γεωργία Γκότση, σελ.272), «τὰ ἀφηγήματα τοῦ Μητσάκη ἀκατάστατα, ἄτεχνα δὲν προβάλλουν παρὰ εἰκόνες, δὲν μεταδίνουν παρὰ μιὰ ἀόριστη καθαρὰ συναισθηματικὴ συμπάθεια γιὰ τοὺς ἀνθρώπους καὶ τὰ ζῶα ποὺ ὑποφέρουν» (Ἄλκης Θρύλος), «διηγήματα, ποὺ ἐκτυλίσσονται χωρὶς μῦθον» (Παλαμᾶς) «μέτριον μὲ ἐπίπλαστον ρεαλισμὸν» (Ξενόπουλος), φλύαρα περιγραφικό, καὶ χωρὶς νοηματικὸ βάθος, ἐντελῶς ἐπιφανειακό. (Κώστας Παρορίτης), «λεπτομέρειες, στὴν ὑπερβολικότητα τους, περιττὲς ἢ σχολαστικές, συχνὰ γίνεται αἰσθητὴ ἡ ἔλλειψη τῆς συνθετικῆς ἱκανότητας.» (Μιχάλης Περάνθης), «…ρητορικός καὶ πομπώδης, καθὼς ἐμφανίζεται στατικὰ περιγραφικός, γεμάτος ἐπίθετα, σχήματα λόγου κι' ἐντυπωσιακὰ φραστικὰ εὑρήματα …» (Κώστας Στεργιόπουλος) [12], κ.λπ.

Ρῶμος Φιλύρας (1888- 1942). ποιητής καὶ δημοσιογράφος. Εἶναι τὸ λογοτεχνικὸ filyr.pngψευδώνυμο ποὺ υἱοθέτησε ἀπὸ τὸ 1903 ὁ Γιάννης Οἰκονομόπουλος. Γεννήθηκε στὸ Κιάτο Κορινθίας τὸ 1888 σύμφωνα μὲ τὸ ἐκεῖ ληξιαρχεῖο καὶ μὲ τὴν ἔρευνα ποὺ ἔκανε ὁ λογοτέχνης Κερκυραῖος Τάσος Κόρφης, λαμβάνοντας ἐκεῖ τὴν ἀρχικὴ κατ’ οἶκον μόρφωσιν ἀπὸ τὸν φιλόλογο πατέρα του. Τὸ 1902, σὲ ἡλικία 14 ἐτῶν, ἐγκαταστάθηκε μὲ τὴν οἰκογένεια του στὸν Πειραιᾶ, ὅπου ὁλοκλήρωσε τὶς ἐγκύκλιες σπουδὲς· Στὰ δεκαέξι του, θὰ δημοσιεύσει κιόλας στὸ περιοδικὸ Νουμᾶς, ἐνῶ θὰ συνεργασθῆ μὲ ἐφημερίδες καὶ περιοδικὰ τῆς ἐποχῆς (Νουμᾶς, Ἀκρόπολις, Οἰκογένεια, Πρόοδος, Νέα Ἑλλάς, Πατρὶς, κ.α.),.

Φαίνεται πὼς μετὰ ἀπὸ κάποιο διάστημα ἄρχισε νὰ ἐκδηλώνει συμπεριφορὰ μὲ ψυχικὲς διακυμάνσεις καὶ ἐνίοτε μὲ ἐντονώτερες διαταραχές, ὅπου σὲ κάποια ἀπὸ αὐτὲς ἔκανε καὶ ἀπόπειρα αὐτοκτονίας [13] Πάντως τό 1916 διορίστηκε ἀρχικὰ ἀρχειοφύλακας καὶ στὴ συνέχεια γραφέας στὸ Δικαστικὸ Σῶμα τοῦ Στρατοῦ. Μεγάλωσε μέσα στὸ κλίμα τῶν ἀλλεπάλληλων πολέμων ποὺ συγκλόνισαν τὴν ἑλληνικὴ κοινωνία καὶ ὁλόκληρο τὸ κόσμο (Βαλκανικοί, Α’ Παγκόσμιος) στὶς δύο πρῶτες δεκαετίες τοῦ 20ού αἰῶνα. Σὲ μάχη χάνει δύο δάχτυλα ἀπὸ τὸ πόδι του καὶ ἀστειευόμενος, στέλνει στὴν Ἀθήνα γράμμα πὼς…πέθανε(!). Τελευταία στιγμὴ προλαβαίνει τὶς … νεκρολογίες. Τὴν περίοδο αὐτὴ ἔγραψε τὸ «Ὁ θεατρίνος τῆς ζωῆς»  (1916). Καὶ ἐξέδωσε πέντε ποιητικὲς συλλογὲς: «Γυρισμοὶ 1912-1918» (1919), «Οἱ ἐρχόμενες» (1920), «Κλεψύδρα» (1921), «Πιερρότος»  (1922), «Θυσία» (1923).

Ὅμως τὸ 1920 παρουσιάζει συμπτώματα «τρέλας», προερχόμενα κατὰ μαρτυρίες ἀπὸ μεταδοτικὸ σεξουαλικὸ νόσημα (σύφιλη). Κάποια ἡμέρα μάλιστα ἐμφανίστηκε στὴν ὁδὸ Σταδίου ὡς βασιλιὰς Ρωμανός ὁ β’, χωρὶς ὅμως ἀκραῖες ἀντιδράσεις [14]. Ἀπὸ μεταγενέστερο ἰατρικὸ ἱστορικὸ τοῦ ἔτους 1927, πληροφορούμαστε γιὰ δείγματα τῆς ἀσθενειάς του, ἀφοῦ … περηφανεύεται ἄλλοτε πὼς εἶναι ἀδελφὸς τοῦ Κεμάλ Ἀτατούρκ καὶ ἄλλοτε … ὁ διάδοχος τοῦ Ἰταλικοῦ θρόνου [15] καὶ ἀρραβωνιαστικὸς τῆς πριγκιπέσσας Ἰολάνδης, ἄλλοτε καὶ ὁ διάδοχος τοῦ... Βυζαντινοῦ θρόνου.

Μὲ ὅλα τοῦτα, κατεβαίνει ὑποψήφιος βουλευτὴς καὶ ἱδρύει … τὸ «Φεμινιστικὸ κόμμα Ἑλλάδος»!! Ὑπογράφει ὡς Βιλλαρδουῖνος Δοὺξ τῆς Φλάνδρας,κόμης τοῦ Ξυλοκάστρου, Μαρκήσιος ντὲ Πατατράκ…καί …μέ ἐπεισόδια διάφορα. Π.χ. εὐάλωτος καὶ στὸν «δικὸ του κόσμο» καθὼς βρισκόταν, στὸ τότε καφενεῖο τοῦ «Ζαχαράτου» [16], ὑφίστατο προσβλητικὰ πειράγματα ἀπὸ «βέβηλον κύκλον κακομαθημένων παληόπαιδων τῆς ἀριστοκρατικῆς νεολαίας ποὺ γλεντοῦσαν μαζὶ μου» (γράφει ὁ ἴδιος πικραμένα), «κερνώντας τον μιὰ πάστα τοῦ φοροῦσαν παράσημα καὶ κορῶνες ἀπὸ χαρτόνι». Ἀλλοῦ: «Μιὰ μέρα τὰ παιδιὰ τῆς γειτονιᾶς μὲ πῆραν στὸ κατόπι καὶ ἄρχισαν νὰ μὲ γιουχάρουν».

Πιθανὸν ἡ συσσωρευμένη πίκρα σὲ ἕνα αὐτοβιογραφικὸ ποίημα ποὺ ἀναφέρει : πὼς ἡ χλεύη τοῦ «μαστροποῦ λαοῦ» σὲ στέλνει στὴν ἄβυσσο, νὰ περιλαμβάνει καὶ αὐτούς, ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς ἀγράμματους καὶ ἀκαλλιέργητους «μπακάληδες» ἐπικριτὲς τῆς ποίησής του, ποὺ ἀποτελοῦν τὴν «μάζα» καὶ τὸ ἀσήμαντο πλῆθος.

Σχετικὰ μὲ τὴν ψυχικὴ του κατάστασι, μᾶς ἐπιτρέπει νὰ τὴν ἀντιληφθοῦμε μέσα ἀπὸ ποιήματα καὶ συνεντεύξεις του, ἀλλὰ κυρίως μέσα ἀπὸ τὰ τρία αὐτοβιογραφικοῦ χαρακτῆρα πεζὰ κείμενα του: Ὁ θεατρῖνος τῆς ζωῆς (πεζό, 1916) στὸ ὁποῖο ἀναφέρει διαδοχικὰ ἐπεισόδια ἀπὸ τὴν παιδική, τὴν ἐφηβικὴ καὶ τὴν ἐνήλικη ζωή, ποὺ βίωσε ὁ κεντρικὸς του ἥρωας, ὁ Γαλαζς, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ εἰκόνα-προσωπεῖο τοῦ ἴδιου τοῦ συγγραφέα. Ἐπίσης ἀπὸ τὸ ἐκτενέστερο ἀφήγημα μὲ τίτλο Ἡ παράδοξη αὐτοβιογραφία μου (1927), ἔργο ποὺ γράφεται, ὅταν ἔχουν ἐκδηλωθῆ τὰ πρῶτα συμπτώματα τῆς ψυχικῆς ἀσθένειας του, καὶ κυρίως ἀπὸ τὸ Ἡ ζωὴ μου εἰς τὸ Δρομοκαΐτειον (1929). Σὲ αὐτὸ ἐνσωματώνει κείμενα ποὺ ἀναφέρεται κατὰ τὴν περίοδο τῆς παραμονῆς του στὸ φρενοκομεῖο καὶ συνιστᾶ τὴν ἐμπειρικὴ μαρτυρία του μέσα ἀπὸ τὸ ψυχιατρεῖο: θεᾶται ἕνα πάσχον ἄτομο μὲ συνείδησι γιὰ τὴν κατάστασι του. Ἀναλυτὲς δὲ τῆς ἐποχῆς, ποὺ ἀσχολοῦνται μὲ τὴν ἀντιφατικὴ συμπεριφορὰ τοῦ ποιητοῦ, συνδέουν τὴν «ὑπερευαισθησία» του μὲ τὴν ὑπὲρπροστατευτική συμπεριφορὰ τῶν γονιῶν του», ὑποστηρίζοντας συνάμα «ὅτι ἀνάμεσα στὶς «φυσιολογικὲς» – δηλαδή βιολογικές– διαφορὲς ποὺ διακρίνουν, βλέπουν ἕναν μεγαλοφυῆ καὶ ὄχι  ἕναν συνηθισμένο ἄνθρωπο, ὅμως μὲ ἀντίδρασι εὐαισθησίας «νοσηρῶς ἐξαιρετικὴ» [17].

Βέβαια τελικῶς, ἡ αἰτία ὅλων τῶν «σαλεμένων» φάσεων ἀποδίδεται στὴν ἀνίατη τότε ἀφροδίσια πάθησι, λόγω καὶ τῆς ὁποίας τὸ 1924 ἀποτάχθηκε ἀπὸ τὸν στρατό. Ἀσθενὴς ὀκτὼ χρόνια μὲ προχωρημένη πλέον τὴν σύφιλη λόγω καὶ ἐλλιποῦς ἴασης καὶ μὲ συμπτώματα νευρολογικῶν καὶ ψυχικῶν διαταραχῶν, ἀποφασίζει ἑκούσια τὸ 1927 νὰ εἰσαχθῆ στὸ Δρομοκαΐτειο, πρᾶγμα τὸ ὁποῖο ἀναφέρει ὁ ἴδιος: «Καὶ ἦλθα ἐδῶ στὸ Δρομοκαϊτειον μὲ ὅλη μου τὴ θέλησιν μου γιὰ νὰ γίνω καλά», «Στὸ διάστημα τῶν 26 μηνῶν τοῦ αὐτοεγκλεισμοῦ μου [...]» [18] «Ὅταν μπῆκα στὸ Δρομοκαΐτειο τὴν πρώτη βραδιά, αἰσθάνθηκα ἀμέσως τὴν συμφορὰ μου βαρύτερη, τὴν πλήξη μὲ τὰ μαῦρα της φτερὰ νὰ μὲ σκεπάζει ὁλόκληρο, σύγκορμο καὶ σύψυχο. Διασκέλισα τὸ κατώφλι του σά νεκρός, ὅπως θὰ διασκέλιζα μὲ ἀκέραιες τὶς αἰσθήσεις μου τὸ κατώφλι τοῦ Ἄδη. Οἱ νοσοκόμοι καὶ οἱ γιατροὶ μὲ τὶς λευκὲς καμιζόλες ποὺ κατέβαιναν στὴν ἐξώθυρα νὰ μὲ παραλάβουν καὶ μὲ ἐψαχούλευαν μὲ τὸ βλέμμα τους, ἕνα βλέμμα μέχρι ὀστέων ἐξεταστικὸ καὶ διασκεδαστικό… Καὶ ὅσον περνοῦσαν οἱ ἡμέρες, τόσο ἐγίνετο αἰσθητότερη καὶ δυνατότερη ἡ ἐντύπωσις τῆς ἀποξενώσεως ἀπὸ τὸν κόσμο τῶν ζωντανῶν».

Γράφοντας ἐπίσης, «Καλοπροαίρετοι γιατροὶ μου, ἂν ἐπιμένετε νὰ μὲ γιατρέψετε ἀπὸ κάτι, γιατρέψτε με ἀπὸ τὴν λογική». Ὁ Ἠλίας Μαγκλίνης ἀναφερόμενος στὴν φράσι τονίζει ὅτι: «Ἕνας ἄνθρωπος ποὺ παρακαλάει νὰ τὸν γιατρέψουν ἀπὸ τὴ λογική, ὅσο ἀντιφατικὸ κι' ἂν εἶναι τὸ αἴτημα του, δὲν εἶναι ἔτσι ἁπλὰ «τρελὸς» μὰ ἕνας πάσχων ποὺ βρίσκεται παράλληλα μέσα καὶ ἔξω ἀπὸ τὴν ἀσθένεια του…. ἦταν μιὰ περιπλανώμενη σκιὰ ποιητὴ ἀνάμεσα σὲ ἀνθρώπους ποὺ ἔχουν χαθεῖ στὸν δικὸ τους κόσμο. Δὲν ἀνήκει λοιπὸν οὔτε στοὺς ἔξω οὔτε στοὺς μέσα» [19]

Ἔτσι σὲ ἕνα ἄρθρο του ὁ Ρμος Φιλύρας τὸ 1929, στὶς λογικὲς του ἐκλάμψεις «ἔξω ἀπὸ τὴν ἀσθένεια του» ἔγραψε: «,τι χαρακτηρίζει τὴν τρέλα εἶναι ἕνας ἀπόλυτος καὶ ἀθῶος ἐγωισμὸς ποὺ αἰχμαλωτίζει ἀδιέξοδα τὴν ψυχὴ μέσα εἰς τὸν ἴλιγγον τῶν ὑποκειμενικῶν παραισθήσεων της. Πουθενὰ ἀλλοῦ δὲν αἰσθάνεται κανεὶς ζωηρότερα, τραγικώτερα, τὸ συναίσθημα τῆς ἀνθρώπινης μηδανινότητας» [20]. Ἡ φορὰ τῶν πραγμάτων ὅμως θὰ τὸν ἀναγκάσουν νὰ  παραμείνει στὸ «Δαφνὶ» μέχρι τὸ τέλος τῆς ζωῆς του (1942).

Ὁ Φιλύρας μετὰ τὸν ἐγκλεισμὸ του στὸ Δρομοκαΐτειο ἔγραψε περισσότερα ἀπὸ 350 ποιήματα, κάποια ἄρτια σὲ μορφὴ καὶ περιεχόμενο καὶ κάποια ὅμως μὲ σημάδια «τῆς σκοτεινῆς του φαντασίας». Ἐκεῖ γράφει καὶ δημοσιεύει σὲ ὀχτὼ συνέχειες στὴν ἑβδομαδιαία ἐφημερίδα «Οἰκογένεια», τὸ ἐκτενέστερο ἀφήγημα του, «Ἡ παράδοξη αὐτοβιογραφία μου». Ἐπίσης ἔγραψε καὶ τὸ Ἡμερολόγιο του, τὸ ὁποῖο δημοσιεύθηκε σὲ συνέχειες στὴν Καθημερινὴ τὸ 1929 μὲ τὸν τίτλο «Ἡ ζωὴ μου στὸ Δρομοκαΐτειον» [21]. Φαίνεται ὅτι τὰ πρῶτα χρόνια τῆς διαβίωσης στὸ ἵδρυμα, ὁ νοῦς του δὲν εἶχε διαταραχθῆ, σιγὰ σιγὰ ὅμως ἄρχισε νὰ βυθίζεται στὴν παράνοια. Ἀπὸ τὸ ἡμερολόγιο του γιὰ παράδειγμα διαβάζουμε, ὅτι θεωροῦσε τὸν ἑαυτὸ του μοναδικὸ καὶ σπάνιο γόνο Ἑλληνολατινικῆς γενεᾶς, συνθέμενος ἀπὸ 83 αἵματα αὐτοκρατορικῶν καὶ βασιλικῶν γεναρχῶν καὶ γόνων καὶ (ἔχων) χάρμα ποιότητος αἵματος καὶ θαῦμα γονιμότητος καὶ εὐγονίας, πατέρα βλαστῶν εὐκαρπίας ἀπὸ τὸν πρῶτο μῆνα τῆς γεννήσεως του! ἦταν γόνος Βυζαντινῶν αὐτοκρατόρων καὶ ὅτι ἦταν ἐρωτευμένη μαζὶ του μιὰ πριγκίπισσα τῆς Ρουμανίας…» [22].

Ἀναμφίβολα, ὅπως εἰπώθηκε, μέσα στὴν παράνοια τοῦ εἶχε κάποιες ἀναλαμπὲς λογικῆς, στὶς ὁποῖες συνειδητοποιεῖ τὴν κατάστασί του: «Βλέπετε διατηρῶ ἀκόμη κάποια λογικὴ καὶ αὐτὸ μὲ μειώνει [...] Καταραμένη λογικὴ ποὺ σ’ ἄφησε κάπου μέσα μου ἀτόφυα ὁ ἀνηλεὴς σπειροχαίτης (ἐννοεῖ τὴν σύφιλη), πότε θὰ τὴν πάρη καὶ αὐτὴν τελειωτικά. ναί θέλω νὰ ἀποτρελλαθῶ, νὰ μὴ νοιώθω πιά τίποτα, τίποτα» [23]. Ὑποφέρει καὶ ἀπὸ ἔντονες συναισθηματικὲς ἀλλαγὲς: «συγκινοῦμαι εὔκολα καὶ ὑποφέρω, εἶμαι πολὺ εὐαίσθητος, μὰ καὶ νευρικὸς ἢ ἐκνευρισμένος» [24]. Καὶ μεταξὺ τῶν ἄλλων ἤθελε ἀκόμη καὶ μέσα στὸ ψυχιατρεῖο νὰ εἶναι καλοντυμένος καὶ κομψὸς [25].

Εἶναι βέβαια, ἤδη γνωστὸς στὴ φιλολογικὴ Ἀθήνα τῆς ἐποχῆς, χαίρων ἰδιαίτερης ἐκτίμησης, πρὶν ἀκόμη μπῆ στὸ Δρομοκαΐτειο. Εἶχε συναναστροφὴ μὲ τὸν Παῦλο Νιρβάνα, τὸν Λάμπρο Πορφύρα, τὸν Ἄριστο Καμπάνη, τὸν Γεράσιμο Βῶκο, τὸν Κωστῆ Παλαμᾶ, τὸν Δημοσθένη Βουτυρᾶ, τὸν Παντελῆ Χόρν, τὸν Μιλτιάδη Μαλακάση, τὸν Κώστα Οὐράνη, τὸν Μᾶρκο ο Αὐγέρη καὶ μὲ πολλοὺς ἄλλους ἐπώνυμους. Ὁ Βάρναλης π.χ. τὸν εἶχε ἐπισκεφθῆ πολλὲς φορὲς στὸ ψυχιατρεῖο, καὶ ἐκτιμώντας τον ἰδιαίτερα τὸν χαρακτηρίζει «Ρεμπώ τῆς Ἑλλάδος» [26], ἀντίστοιχο χαρακτηρισμὸ κάνει καὶ ὁ ἐπίσης ξεχωριστὸς φίλος του Μιλτ. Μαλακάσης συσχετίζοντας τὴν ποίησί του μὲ τὸ «Μεθυσμένο Καράβι» τοῦ Ρεμπώ, ἐκτιμώντας τον ὡς «καταδικασμένο ὑπέρλαμπρο ποιητὴ». [27], ἐνῶ ὁ  Κώστας Καρυωτάκης ἔγραψε γιὰ τὸν Φιλύρα τὸ ποίημα μὲ τὸν τίτλο Ὑποθῆκαι [28].

Ὡς πρὸς τὴν τεχνοτροπία   τοποθετεῖται στὸν κύκλο τῶν λεγομένων νεορωμαντικών Ἑλλήνων ποιητῶν τοῦ Μεσοπολέμου, ἀνάμεσα στοὺς Ναπολ. Λαπαθιώτη, Κ. Ουράνη, Κ. Καρυωτάκη, Τ. Ἄγρα, Κλ. Παράσχο. Ὁ Κωνσταντίνος Μάντης θεωρεῖ τὸ ἔργο του «πρωτοποριακὸ γιὰ τὴν ἐποχὴ του· εἶναι ἀπὸ τοὺς πρώτους, μαζὶ μὲ τὸν Καρυωτάκη, ποὺ ἄνοιξαν τὸν δρόμο πρὸς τὸν Μοντερνισμὸ» [29]. Ἄλλοι τὸν ὀνομάζουν πρωτοπόρο τοῦ σουρρεαλισμοῦ, ἐπειδὴ «ὑπερρεαλιστικὲς εἰκόνες τῶν γραφομένων του, φανερώνουν ἕνα ἀποδεσμευμένο ποιητικὸ ὑποσυνείδητο μὲ χαλαρωμένους λογικοὺς συνειρμούς, ἀλλὰ καὶ μιὰ ρῆξι τῶν ὁρίων ἀνάμεσα στὸν διανοητικὸ καὶ στὸν φυσικὸ κόσμο του, χαρακτηριστικὸ καὶ τῆς ψυχικῆς του νόσου» [30] Ὁ καθηγητὴς Γ. Παπακώστας: ἕναν λυρικὸ τῆς ἀντισυμβατικότητας, κινούμενος στὸ πλαίσιο τῶν «φανταιζίστ» συγγραφέων [31], ἄλλοι ἕναν ἱερέα τοῦ ρωμαντισμοῦ ἐνσαρκώνοντας τὸ στερεότυπο τοῦ ρωμαντικοῦ καλλιτέχνη, ποὺ ἡ γυναῖκα καὶ ὁ ἔρωτας ἀποτελοῦν τὴν πηγὴ ἔμπνευσης· καὶ ἄλλοι πὼς «ἐπηρεάστηκε ἔντονα ἀπὸ τὸ ρεῦμα τοῦ συμβολισμοῦ» (users.sch.gr, β’ λυκείου).  

Μετὰ τὸν θάνατο του ἐκδόθηκαν ἑβδομήντα ποιήματα ποὺ ἔγραψε στὸ Δρομοκαΐτειο μὲ ἐπιμέλεια τοῦ Τάσου Κόρφη. Ἦταν ἕνα πηγαῖο λογοτεχνικὸ ταλέντο μὲ ἀξιοσημείωτη εὐχέρεια στὸν χειρισμὸ τῆς ἑλληνικῆς γλῶσσας καὶ μὲ φαντασιακό τρόπο σύλληψης νοημάτων, ὅ,τι ἀφοροῦσε ἀστικὲς ἢ ἐρωτικὲς εἰκόνες ἢ μὲ αὐτοαναφορικά θέματα σχετιζόμενα μὲ τὸν αὐτοπροσδιορισμό ποὺ ἔκανε γιὰ τὸν ἑαυτὸ του: μὲ τὰ προσωπεῖα τοῦ τρελοῦ, τοῦ Φασουλῆ, τοῦ παλιάτσου ἢ πιερότου, δηλώνοντας ἔτσι τὴν ἐνσυνείδητη περιθωριοποίησι του, ἀλλὰ καὶ μιὰ αὐτοσαρκαστική κριτικὴ μὲ ὅρους αἰσθητικῆς ἀλληγορικῆς φόρμας καὶ εἰκόνας. [32] Ἔτσι ζῶντας στὴν δικὴ του κοινωνικὴ πραγματικότητα πότε «κοσμικὸς» καὶ πότε «ἀπόκοσμος», διαφοροποιεῖται ὡς καλλιτέχνης ἀπὸ τὴν μεγάλη μάζα [33].

Ἡ Αἰκ. Ἀτσόγλου μὲ ἔμφασι τονίζει ὅτι σὲ ὅλο τὸ συγγραφικὸ ἔργο τοῦ Ρώμου Φιλύρα διακρίνονται ἴχνη τῆς ζωῆς τοῦ συγγραφέα, ὁ ὁποῖος ἐξιστορεῖ, ἀνασυνθέτοντας τὰ βιώματα του, τὴν μεγαλομανία του, τὰ ἐρωτικὰ του παραληρήματα, τὴν ἀπογοήτευσι του, τὶς φιλοσοφικὲς ἀναζητήσεις καὶ τὶς ἐνδόμυχες σκέψεις του· ὁ ἴδιος δηλαδὴ ὁ Φιλύρας εἶναι τὸ αὐτοβιογραφούμενο πρόσωπο, αὐτοπαρουσιαζόμενος ὡς μάρτυρας τοῦ βίου τοῦ ἥρωα ποὺ περιγράφει (π.χ. στὸν Γαλαζῆ), ἐνισχύοντας τελικὰ καὶ τεκμηριώνοντας τὴν σχέσι ἀφηγητὴ καὶ ἱστορίας [34], μὲ χαρακτηριστικὰ τοῦ «καταραμένου ποιητοῦ, σκιαγραφώντας γιὰ τὸν ἑαυτὸ του τὴν εἰκόνα τοῦ παρία καὶ τοῦ παραγνωρισμένου καλλιτέχνη.

Παντοῦ διακρίνεται μιὰ διάχυτη θλῖψι καὶ μελαγχολία μὲ σκιαγράφησι τοῦ τραγικοῦ ἀνθρώπου, πλέκοντας καὶ ἕνα ἐγκώμιο τῆς τρέλας μέσα ἀπὸ τὴν λογικὴ ὀπτικὴ του, ἀλλὰ φαντάζεται καὶ τὴν ὀνειρικὴ ἀτμόσφαιρα, τὴν καταφυγὴ στὴν ὀμορφιὰ καὶ τὴν ἁγνότητα τῆς φύσης, στιχουργεῖ τὴν ἐξιδανίκευσι τοῦ ἔρωτα καὶ τῆς γυναίκας, νοσταλγεῖ τὴν μουσικότητα καὶ μελωδικότητα στὶς γραμμὲς του, οἱ ὁποῖες τὶς περισσότερες φορὲς εἶναι «πάσχουσες ἐξομολογητικές». Εἶναι σὲ ὅλα ἕνας διχασμένος ἄνθρωπος.

Ὁ Παντελῆς Χόρν ποὺ εἶχε ἀναλάβει νὰ μιλήσει σὲ τιμητικὴ ἐκδήλωσι γιὰ τὸ Ρ. Φιλύρα, λίγο μετὰ τὴν εἰσαγωγὴ του στὸ ψυχιατρεῖο (τὴν 21 τοῦ Γενάρη τοῦ ἔτους 1927), στὴν ὁμιλία του μὲ τίτλο «Μοῖρα Ἄγει» μεταξὺ τῶν ἄλλων ἀναφέρει:

«Πῶς συμβαίνει ἄραγε αὐτὴ ἡ παρεξήγηση; Ὁ περισσότερος κόσμος νὰ θεωρῆ τὸν Φιλύρα ἀνισόρροπο κι' ἐμεῖς νὰ τὸν θεωροῦμε... νὰ τὸν θεωροῦμε ποιητὴ. Χρειάζεται νὰ πῶ τίποτε παραπάνω; Ὁ ποιητὴς εἶναι ἡ ἄρνησις κάθε ἀνισορροπίας γιατὶ εἶναι στοιχεῖο ἀπαραίτητο γιὰ τὴν ἰσορροπία τοῦ κόσμου τούτου μαζὶ μὲ τὸν ἥλιο, τὸν ἀέρα καὶ τὶς ὡραῖες γυναῖκες, ποὺ τόσο πολὺ θαυμάζει ὁ Φιλύρας μας [35].

 

ΓΙΑΝΝΟΥΛΗΣ ΧΑΛΕΠΑΣ (1851-1938), Γλύπτης. Εἶναι μία ἀπὸ τὶς κορυφαῖες προσωπικότητες τῆς ἑλληνικῆς τέχνης. Αὐτὸ μαρτυροῦν τὰ ἔργα του, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν ἀριστουργήματα τῆς νεοελληνικῆς γλυπτικῆς.chalepas

Γεννήθηκε στὶς 24 Αὐγούστου τοῦ 1851 στὸν Πύργο τῆς Τήνου. Ὁ πατέρας τοῦ Ἰωάννης ἦταν ἀπὸ τοὺς μεγαλύτερους μάρμαρο τεχνίτες τοῦ νησιοῦ, τόσο ἐπιτυχημένος ἐπαγγελματίας ποὺ ἡ ἐπιχειρηματικὴ δραστηριότητα ἔφθανε στὸ Ἅγιο Ὄρος, στὴν Σμύρνη καὶ Μικρὰ Ἀσία γενικώτερα, στὴν Ἀθήνα- Πειραιᾶ, μέχρις καὶ τὸ Βουκουρέστι. Ἔτσι καὶ ὁ μικρὸς Γιαννούλης μεγάλωσε σὲ ἕνα τέτοιο περιβάλλον καὶ μάλιστα ὁ ἴδιος ἔδειχνε ξεχωριστὴ κλίσι γιὰ τὴν γλυπτικὴ τέχνη. Συνάντησε ὅμως μιὰ ἐπιβλητική, αὐστηρή, καὶ καταπιεστικὴ μάννα (τὴν Εἰρήνη) ποὺ θεωροῦσε τὴν γλυπτικὴ παρακατιανὴ τέχνη καὶ χρησιμοποίησε κάθε μέσο ἄσκησης ἐπιρροῆς γιὰ νὰ τὸν ἐμποδίσει ἀπὸ τὸ μεράκι του, ἀκόμη καὶ μὲ βίαιους ξυλοδαρμούς.

Ἦταν βέβαια καὶ ὁ ἴδιος ὡς χαρακτῆρας μέσα στὴν εὐφυΐα του: εὐαίσθητος, εὔθικτος καὶ ἄτολμος, στὴν ὀνειροπόλο φαντασία, παράλληλα νευρικός, παρορμητικὸς καὶ ἰδιόρρυθμος: συνδυασμὸς τραγικός, ἐπιφέροντας ἀνεπούλωτα ψυχικὰ τραύματα ἀπὸ τὴν τρυφερὴ παιδικὴ τοῦ ἡλικία. Οἱ τιμωρίες καὶ ὁ φόβος τραυμάτισαν τὴν σχέσι γιοῦ καὶ μάννας, καὶ ἀπὸ τότε ὁ Χαλεπᾶς ἔνοιωθε ἕνα μίσος γιὰ ἐκείνη.  

Παρὰ ταῦτα, μὲ ἐπιμονὴ του τὸ 1869, ἀφοῦ ἔχει τελειώσει τὸ Δημοτικὸ Σχολεῖο τοῦ Πύργου καὶ τὸ Σχολαρχεῖο στὴ γειτονικὴ Σύρο, στὰ 19 τοῦ χρόνια, ὅλη ἡ οἰκογένεια ἐγκαθίσταται στὴν Ἀθήνα γιὰ νὰ παρακολουθήσει ὁ Γιαννούλης μαθήματα γλυπτικῆς στὸ «Σχολεῖον τῶν Τεχνῶν» τοῦ Πολυτεχνείου (1869-1872), ἔχοντας ὡς δάσκαλο τὸν Ἑλληνοβαυαρό Λεωνίδα Δρόση. Ἀποφοίτησε μὲ ἄριστα τὸ 1872 καὶ ἕνα χρόνο μετὰ μὲ ὑποτροφία τοῦ Ἱδρύματος Εὐαγγελιστρίας τῆς Τήνου, πῆγε στὸ Μόναχο, ὅπου σπούδασε στὴν ἐκεῖ «Βασιλικὴ Ἀκαδημία τοῦ Μονάχου» (1872-1875) ἔχοντας καὶ ἐδῶ ὡς δάσκαλο, ἕναν διάσημο γλύπτη, τὸν Μαξ φὸν Βίντμαν. Ἐκείνη τὴν περίοδο στὴν τέχνη ἐπικρατοῦσε ὁ κλασικισμός τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδος καὶ οἱ Ἕλληνες εἰκαστικοὶ προσπαθοῦσαν νὰ διαμορφώσουν ἕνα πνεῦμα τῆς εθνοκεντρικῆς-ἐξευρωπαϊστικῆς αἰσθητικῆς ἰδεολογίας. Ἔτσι καὶ ὁ Χαλεπᾶς στὸ Μόναχο ἐξέθεσε τὰ ἔργα του μὲ τέτοιο ὕφος ἄρτιας νατουραλιστικῆς ἀπόδοσης (ἀκαδημαϊσμοῦ [36]), ποὺ «ἐξυπηρετοῦσαν τὴν ἰδεολογία τοῦ Ρωμαντικοῦ Ἐθνικισμοῦ» [37] ὅπως τὴν «Μήδεια», «Τὸ παραμύθι τῆς Πεντάμορφης» καὶ «Ὁ Σάτυρος ποὺ παίζει μὲ τὸν Ἔρωτα», γιὰ τὸ ὁποῖο ἡ κριτικὴ ἐπιτροπὴ τῶν τρίτων «Ὀλυμπίων», τὸν τίμησε τὸ 1875 μὲ τὸ «Ἀργυροῦν βραβεῖο Α΄ τάξης».

Τὸ τελευταῖο ἔργο μαζὶ μὲ τὸ ἀνάγλυφο τῆς «Φιλοστοργίας» παρουσιάτηκαν σὲ ἔκθεσι στὸ Ζάππειο, ἀλλὰ δὲν ἔτυχαν ἀποδοχῆς ποὺ θὰ περίμενε καὶ ἀπογοητεύτηκε πολύ. Ἐν τῷ μεταξὺ οἱ σπουδὲς στὸ Μόναχο δυσκόλεψαν πολύ, λόγω διακοπῆς τῆς ὑποτροφίας του, καὶ ὑποχρεώνεται νὰ ἐπιστρέψει στὴν Ἑλλάδα, ὅπου τὸ 1876 ἄνοιξε στὴν Ἀθήνα τὸ δικὸ του ἐργαστήριο.

Μονήρης τύπος χωρὶς φιλίες, εἶχε ἐρωτευθῆ μιὰ συγχωριανὴ του τὴν Μαριγὼ Χριστοδούλου. Ἦταν ἕνας ἀσίγαστος ἀπὸ τὰ νεανικὰ του χρόνια ἔρωτας καὶ θέλησε πηγαίνοντας στὸ νησὶ νὰ τὸν ἐκφράσει, ζητώντας τὸ χέρι της ἀπὸ τοὺς δικοὺς της. Ἐκεῖνοι ὅμως τὸν ἀπέρριψαν καὶ οἱ ψυχικὲς ἀντοχὲς του εὐαίσθητες τὰ μάλα, τὸν ὁδήγησαν σὲ κατάθλιψι καὶ στὴν οὐσία στὴν κατάρευσί του. Χαρακτηρίστηκε ὡς ἡ πυροδοτικὴ αἰτία τῆς τρέλας του. 

Πάντως μετὰ ἀπὸ δύο χρόνια, τὸ 1878, ὁ Γιαννούλης Χαλεπᾶς δημιουργεῖ ὕστερα ἀπὸ παραγγελία τῆς οἰκογένειας Ἀφεντάκη, ἕνα ταφικὸ μνημεῖο μὲ τὸ ἄγαλμα τῆς κόρης τους Σοφίας, ἡ ὁποία εἶχε πεθάνει ἀπὸ φυματίωσι 18 ἐτῶν· τὸ ἀποτέλεσμα θεωρήθηκε τὸ ἀριστούργημα τῆς νεοελληνικῆς γλυπτικῆς καὶ καταγράφηκε ὡς τὸ ἀξεπέραστο, κορυφαῖο ἔργο του. Βρίσκεται ἀκόμη στὸ Α' Νεκροταφεῖο τῆς Ἀθήνας. Ὅμως αὐτὸ τὸ καλλιτεχνικὸ μεγαλούργημα ποὺ δίνει τὴν αἴσθησι «κοιμωμένης ζωντανῆς», «ἕνα ποίημα ρωμαντικοῦ ρεαλισμοῦ», προκάλεσε τὴν ζηλοφθονία τῶν ὁμοτέχνων του καὶ ὁ θαυμασμὸς καὶ ὁ θρίαμβος τῆς «Κοιμωμένης», ἀποσιωπήθηκε σκόπιμα, ἐντελῶς, Εἶναι τὸ γεγονὸς ποὺ τὸν ἀναστάτωσε παντελῶς καὶ τοῦ διατάραξε πλέον ἔκδηλα τὸ μυαλὸ του καὶ ὅπως γράφει ὁ συγγραφέας καὶ διδάκτορας τῆς λαογραφίας, Χρῆστος Σαμουηλίδης: «τὸν ἐξόντωσε» [38].

Ἀπὸ τὸ 1880, τὰ συμπτώματα τοῦ ψυχικοῦ του κλονισμοῦ εἶχαν ἀρχίσει νὰ ἐμφανίζονται καὶ διαπιστωνόταν, καθὼς κάθε ἔργο ποὺ δημιουργοῦσε, τὸ κατέστρεφε. Ἡ κατάστασι του δὲν βελτιωνόταν καὶ ἔτσι μετὰ ἀπὸ δέκα χρόνια στὴν Ἀθήνα ἐπιστρέφει στὴν Τῆνο. Ἕνα ἐνδιάμεσο ταξίδι στὴν Ἰταλία δὲν στάθηκε ἱκανὸ νὰ τὸν βοηθήσει. Καὶ ὄχι μόνο αὐτό, ἀλλὰ στὴν γενέτειρα «συναντᾶ» ξανὰ τὴν μητέρα του, ἡ ὁποία «ἐμμονικά καὶ μετὰ πάθους», τὸν ἀποτρέπει ἀπὸ τὴν γλυπτικὴ κρύβοντας τὰ ἐργαλεῖα καὶ καταστρέφοντας τὰ ἔργα του, μὲ ἐπιπλέον τώρα λόγο, … ὅτι αὐτὴ ἔγινε ἡ αἰτία τῆς ψυχιατρικῆς του νόσου. Ἡ κατάστασι τῆς ὑγείας του ἐπιβαρύνεται, καὶ – ὕστερα ἀπὸ νευρολογικὲς κρίσεις καὶ ὅταν μάλιστα ἐπιχείρησε νὰ αὐτοκτονήσει -, τὸ 1888 κλείνεται στὸ Δημόσιο Ψυχιατρεῖο τῆς Κέρκυρας-, μὲ τὴ διάγνωσι: «πάσχων ἀπὸ ἄνοιαν». (σχιζοφρένεια).   

Πολλοὶ μελετητὲς του ἀναρωτήθηκαν γιὰ τὰ αἴτια τῆς ἐμφάνισης τῶν ἰσχυρῶν ψυχωτικῶν ἐπεισοδίων ποὺ τὸν ὁδήγησαν στὴν φρενοβλάβεια. Ἔτσι, ἀρχικὰ διαπιστώθηκε ὅτι ὑπῆρχε ἕνα ἰατρικὸ ἱστορικὸ μὲ κληρονομικὴ προδιάθεσι, ποὺ πιθανὸν νὰ ἐπιβάρυνε ἕναν εὐαίσθητο ἄνθρωπο. Συγκεκριμένα ἡ ἀδελφὴ Κατερίνα ἔπασχε ἀπὸ σοβαρὴ ψυχικὴ διαταραχή, ἐνῶ ὁ ἀδελφὸς του Ἀριστοκλῆς εἶχε αὐτοκτονήσει. Ἡ παράλογη ἀπὸ «ἀγάπη» καὶ ἀπὸ ἄγνοια στάσι ὑπερπροστασίας καὶ παρεμβατικότητας τῆς μητέρας του, ποὺ βάλθηκε νὰ τοῦ καταπνίξει τὸ χάρισμα καὶ τὴν δεξιότητα του γιὰ τὴν γλυπτική, γιὰ νὰ τον… σώσει, λειτουργώντας ἐντελῶς ἀντίθετα ἀπὸ τὴν δημιουργικὴ διέξοδο τῆς θεραπευτικῆς ἐπενέργειας τῆς τέχνης, ἦταν μιὰ βάσιμη αἰτία. Ἐπιπλέον, ὁ ἀνεκπλήρωτος ἔρωτας του ἴσως νὰ κορύφωσε μὲ τὴν ἀπόρριψι καὶ τὴν ἐπακόλουθη κατάθλιψι τὴν νευρικὴ του κατάρευσι, συνυπολογίζοντας μάλιστα τὴν φθοροποιὸ μοναξιὰ καὶ τὴν σωματικὴ ὑπερκόπωσι ποὺ ὑπέβαλε τὸν ἑαυτὸ του ἐκεῖνο τὸ διάστημα, ὅπου κυνηγώντας τὴν τελειότητα δούλευε νηστικὸς εἴκοσι ὧρες στὸ ἐργαστήριο του. Συνολικά, ἢ κάποιο ὑπέρτερα, «ἐξαφάνισαν μονομιᾶς τὴ λεπτὴ γραμμὴ ποὺ διαχωρίζει τὴν ἰδιοφυΐα ἀπὸ τὴν τρέλα» [39] καὶ τὸν ὁδήγησαν στὴν Κέρκυρα.chalep agal

Οἱ κακὲς συνθῆκες κράτησης στὸ Ἄσυλο Φρενοβλαβῶν τῆς Κέρκυρας, ὅπου θὰ ζήσει γιὰ σχεδὸν δεκατέσσερα ὁλόκληρα χρόνια, (παρὰ τὴν ἐφαρμογὴ μιᾶς «ἠθικῆς» θεραπείας σεβασμοῦ τῶν ἀσθενῶν, ὅπως ὀνομάστηκε, μὲ συνεχῆ παρακολούθησι καὶ φροντίδα, ποὺ ἐφάρμοζε ὁ διευθυντὴς τοῦ ψυχιατρείου Χρῆστος Τσιριγώτης), ἔγκλειστος «ἀπομονωμένος καὶ ἐν θλίψει», χωρὶς νὰ τὸν ἐπισκεφθῆ κανεὶς ἀπὸ τοὺς οἰκείους του, ἐπιβαρύνουν τὴν ψυχικὴ καὶ τὴ σωματικὴ του ὑγεία, ἐνῶ ὅλα τὰ ἔργα ποὺ δημιουργεῖ ἐκεῖ μέσα, καταστρέφονται. Τελικῶς τὸ 1902 βγῆκε ἀπὸ τὸ ψυχιατρεῖο, ὡς «ἥσυχος».

Ὅμως ἡ συμπεριφορὰ τῆς μητέρας του ἦταν ἀπαράλλαχτα ἐχθρική, συνδέοντας τὴν τέχνη μὲ τὴν τρέλα του, καὶ γιὰ τοὺς συγχωριανοὺς του ἦταν ὁ «τρελὸς τοῦ χωριοῦ». Βιώνοντας τὴν ἀπόρριψι, τὴν ἀπογοήτευσι, τὰ ὑποτιμητικὰ βλέμματα, τὴν ἀπαξίωσι καὶ τὴν περιθωριοποίησι, στράφηκε στὴ βοσκὴ αἰγοπροβάτων καὶ σὲ ἀγροτικὲς ἐργασίες. Ὁ ἴδιος ἔγινε μιὰ ἀπόκοσμη μορφή, σκιὰ τοῦ ἑαυτοῦ του. Εἶχε πλέον ἀποκοπεῖ ἀπὸ τὴν τέχνη ποὺ ἀγαποῦσε, τὴν γλυπτική. Ἦταν τότε ποὺ ὁ ποιητὴς Κωστῆς Παλαμᾶς, τὸ 1915, στὴν ἐφημερίδα «Ἐμπρός», θὰ γράψει γιὰ τὸν Χαλεπᾶ  πὼς «τὸ φῶς τῆς τέχνης ἔπαυσεν νὰ φωτίζει τὸν δρόμο του καὶ ἀπέμεινε ζωντανόνεκρος νὰ βόσκει γίδια στὸν γενέθλιο τόπο του».

Ἡ σταδιακὴ ἐπαναφορὰ τοῦ κορυφαίου γλύπτη τῆς σύγχρονης Ἑλληνικῆς ἱστορίας στὴν πραγματικὴ ζωὴ καὶ στὴν καλλιτεχνικὴ δημιουργία γίνεται μόνο μετὰ τὸ θάνατο τῆς μητέρας του, ποὺ συνέβη τὸ 1916. Στὴν κηδεία της ὁ Γιαννούλης στεκόταν ἀδιάφορα, ὑποτονικά, ἄλυπος καὶ μὲ ἀπάθεια. Ὁ ἴδιος ὁ γλύπτης, μιλώντας γιὰ τὴ σχέσι μὲ τὴ μητέρα του καὶ τοὺς δαίμονες ποὺ τὸν ἀκολουθοῦσαν, θὰ πεῖ χαρακτηριστικὰ:

«Μιὰ ὁλόκληρη ζωή, εἶχα μιὰ Μήδεια, μοῖρα, μάνα νὰ μὲ καταδυναστεύει, νὰ μὲ καταστρέφει, νὰ μοῦ τσαλαπατάει τὴ ζωή. Ἦταν μιὰ σχέση ἀγάπης, μίσους, ζήλιας ἢ στοργῆς -μᾶς ἕνωνε καὶ μᾶς χώριζε -, πιλάτευε τὰ ὄνειρα μου. Πειθήνιο ὄργανο, ἄβουλος, ἕνα πιόνι ἤμουν στὰ χέρια της καὶ χόρευα 'σ’ ὅποιο σκοπὸ μοῦ ὅριζε, ἔπαιζα τὸ παιχνίδι τοῦ τρελοῦ, τοῦ ἀφιονισμένου, τοῦ μωροῦ ποὺ δὲν μεγάλωσε κι' ὁλόγυρα μοῦ χόρευαν Σάτυροι, Μήδειες καὶ ξωθιές, σακατεμένα ὅλα τὰ πλάσματα μου, κολυμποῦσαν στὸν ἱδρώτα ποὺ εἶχα χύσει νὰ τὰ πλάσω, νὰ τὰ καλουπώσω καὶ νὰ τὰ σμιλέψω».

Ἡ ὑγεία του φαίνεται νὰ ἀποκαθίσταται καὶ ὅταν ὁ Διευθυντὴς τῆς Ἐθνικῆς Πινακοθήκης Ζαχαρίας Παπαντωνίου καὶ ὁ γλύπτης καὶ ἀκαδημαϊκὸς Θωμᾶς Θωμόπουλος πῆγαν στὴν Τῆνο, ὁ τελευταῖος ὡς ἀπεσταλμένος τῆς Σχολῆς Καλῶν Τεχνῶν, ἐπέστρεψε ἐνθουσιασμένος μὲ τὰ ἔργα τοῦ «μεταλογικοῦ» Χαλεπᾶ , τὰ ὁποῖα ἐξυμνεῖ γιὰ τὴν ἐκσυγχρονιστικὴ ὑφολογία τους, πρωτοποριακά, ἀπαλλαγμένα καὶ ἐλεύθερα ἀπὸ τὴν μιμητικὴ ἀντιγραφὴ τῆς ἀρχαιοελληνικῆς γραμμῆς. Πράγματι τὰ νέα ἔργα του ἐκφράζουν νεωτερικές, μοντέρνες ἀντιλήψεις, τὰ ὁποῖα σύμφωνα καὶ μὲ τὸν γλύπτη Ἡρακλῆ Αρμακόλα «θὰ δώσουν μιὰ δυνατὴ ὤθησι πρὸς νέαν ἐξελικτικὴν πρόοδο τῆς γλυπτικῆς»» [40]vhalep 2

Τὸ 1927 στὰ 76 του χρόνια πλέον, τὸν τίμησε ἡ Ἀκαδημία Ἀθηνῶν μὲ τὸ Ἀριστεῖο Γραμμάτων καὶ Τεχνῶν καὶ ὁ σπουδαῖος καλλιτέχνης θὰ ἀναγνωρισθῆ δημοσίως καὶ θὰ καταφέρει νὰ γίνει ἀποδεκτὸς ἀπὸ τὸν πνευματικὸ κόσμο. Τὸ 1930 , ἡ ἀνιψιὰ του Εἰρήνη Χαλεπᾶ  τὸν προτρέπει νὰ ἐγκατασταθῆ στὸ σπίτι της μόνιμα, στὴν Ἀθήνα καὶ νὰ δημιουργεῖ ἐλεύθερα, πρότασι ποὺ ἀσμένως ἀποδέχθηκε. Ἐκεῖ πράγματι ἔμεινε τὰ τελευταῖα ὀκτὼ χρόνια τῆς ζωῆς του, στὰ ὁποῖα δὲν ἔπαψε νὰ δημιουργεῖ ὡς τὸ τέλος της, ἔχοντας ὡς ἀγαπημένα θέματα του τὴν «Μήδεια» [41], τὸν «Σάτυρο καὶ Ἔρωτα» καὶ τὸ «Παραμύθι τῆς Πεντάμορφης». Ἦταν πλέον μιὰ ἀναγνωρισμένη προσωπικότητα τῶν τεχνῶν. Πεθαίνει τὸ 1938, ἀφήνοντας συνολικά, 150 ἔργα ποὺ σώζονται μέχρι σήμερα, στὰ ὁποῖα περιλαμβάνονται γλυπτά, πολλὰ σχέδια καὶ σκίτσα.

Μὲ γενικὴ ἐκτίμησι ἡ ἱστορικὸς τέχνης Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα γιὰ τὸ συνολικὸ ἔργο τοῦ Γ. Χαλεπᾶ θὰ τονίσει: «Στὰ ἔργα αὐτά, ὁ παγανιστικὸς κόσμος τῆς Ἀρχαιότητας συνυπάρχει εἰρηνικὰ μὲ τὸν χριστιανικό. Κλίμακες καὶ ἱεραρχίες παραβιάζονται, ἐπιτρέποντας τὴν συγκατοίκηση τοῦ μικροῦ μὲ τὸ μεγάλο, τοῦ κατὰ συνθήκην σημαντικοῦ μὲ τὸ ἀσήμαντο γιὰ τὴν κοινὴ λογική. Ὄνειρο, φαντασία καὶ πραγματικότητα δὲν ἔχουν σύνορα στὰ μεταλογικά ἔργα τοῦ Χαλεπ. Λειτουργοῦν σὰν συγκοινωνοῦντα δοχεῖα. Ἡ ἑνότητα τοῦ χρόνου καὶ τοῦ τόπου καταλύεται» … Καταλήγοντας: « Ἡ φρενοβλάβεια, ἡ μοναξιά, ἡ σιωπή, «ὁ πόνος ποὺ εἶναι ἄντρας», ὅπως ὁ ἴδιος ἔλεγε, λειτούργησαν σὰν μυστικὸ ἐργαστήρι ἀπ’ ὅπου ἀναδύθηκε ἕνας ἀναγεννημένος, ἕνας ἄλλος Χαλεπς» [42].

Ἀπὸ ἀφιερωματικὸ κείμενο τοῦ δημοσιογράφου Μιχάλη Στούκα γιὰ τὸ Δρομοκαΐτειο [1][43] καὶ ἀπὸ τὴν ἑνότητα: Ἐπιφανεῖς τρόφιμοι τοῦ «Δρομοκαΐτειου», καὶ ἀπὸ τὴν ἀφιερωματικὴ ἔκθεσι ζωγράφων στὸ «ΣΤΟΑart» (1919)[2][44], ποὺ ἦταν τρόφιμοι τοῦ Ψυχιατρικοῦ Νοσοκομείου Ἀττικῆς «Δρομοκαΐτειο» μαθαίνουμε ὅτι «… ξεχωρίζει ἕνας μεγάλος ἀριθμὸς ἰδιαίτερα ἀξιόλογων ἔργων ζωγραφικῆς, ἀπὸ ζωγράφους ποὺ εἰσήχθησαν γιὰ νοσηλεία. Μεταξὺ τῶν ὀνομάτων ποὺ ἀναφέρονται εἶναι καὶ τὰ κάτωθι.:

Ø  Ὁ λογοτέχνης καὶ ζωγράφος Γεράσιμος Βῶκος (1868-1927), λόγιος καὶ αὐτοδίδακτος ζωγράφος, νοσηλευόταν περιστασιακὰ ἀπὸ ἡλικίας 40 ἐτῶν καὶ ἕως τὸν θάνατο του. Ἄφησε στὸ Δρομοκαΐτειο προσωπογραφίες του.

Ø  Ὁ ζωγράφος Ἀνδρέας Κρυστάλλης, ἀδελφὸς τοῦ Ἠπειρώτου ποιητοῦ Κώστα Κρυστάλλη. Ἔπασχε ἀπὸ νευρικοὺς κλονισμοὺς λόγω ὑπερευαισθησίας. Μὴ μπορώντας νὰ ἀντέξει καὶ νὰ προσαρμοστεῖ στὴν θέα νεκρῶν παιδιῶν στὰ πεζοδρόμια, ἀπὸ τὸν μεγάλο λιμὸ τοῦ 1941-1942 καὶ ἀπὸ τοὺς βομβαρδισμούς, νοσηλεύτηκε ἀμέσως μετὰ τὴν λῆξι  τοῦ Β’ Παγκόσμιου πολέμου, σὲ μιὰ προσπάθεια νὰ ξαναβρῆ τὴν "ἰσορροπία" του. Ἔμεινε ἐκεῖ  ἕως τὸν θάνατο του (1951). Καλλιτεχνικὴ φύσι, ζωγράφιζε κατὰ προτίμησι θεσσαλικὰ τοπία, ὅμως τὸ πλέον διάσημο τὸ ἔργο τοῦ  εἶναι ὁ «Βομβαρδισμὸς τοῦ Πειραιᾶ».

Ø  Ὁ ζωγράφος Βαλεντίνος Ἴλβες, γεννημένος στὴ Ρωσία τὸ 1900), ὁ ὁποῖος τὴν δεκαετία τοῦ ’30 βρέθηκε στὴν Ἀθήνα νὰ ζωγραφίζει προσόψεις κινηματογράφων καὶ ἀπὸ τὸ 1949 καὶ γιὰ μιὰ εἰκοσαετία νοσηλεύτηκε στὸ Δρομοκαΐτειο μὲ «φοβίες καὶ ἀκουστικὲς παραισθήσεις». Δραπέτευσε καὶ χάθηκαν τὰ ἴχνη του ἀφήνοντας στὸ νοσοκομεῖο πολλὰ ἔργα καὶ σχέδια του. 

Ø  Ὁ ζωγράφος Ἀριστείδης Λάβδας, ἔγκλειστος γιὰ μιὰ εἰκοσιπενταετία μὲ γνωμάτευσι «ἀλκοολικὴ ψύχωσις, σοβαρὲς διαταραχὲς μνήμης», ἐπιδιδόταν στὴν ἁγιογραφία. Ἔργα του στολίζουν τὸ μουσεῖο τοῦ Δρομοκαϊτείου, τὸ ὁποῖο ἱδρύθηκε τὸ 1995.

Ø  Ἀναφέρονται ἐπίσης: ὁ Τήνιος ζωγράφος, Ἐμμανουὴλ Λαμπάκης, ὁ ζωγράφος Νικόλαος Δραγούμης, ἀδελφὸς τοῦ Ἴωνα Δραγούμη, χαρακτηρίστηκε ὁ «Ὁ Βὰν Γκονγκ τῆς Ἑλλάδος» καὶ

Ø  ὁ Ἀλέξης Ἀκριθάκης, ὁ ὁποῖος κατέπληττε μὲ τὴν δεξιοτεχνία του στὸ σχέδιο,

Ø  ὁ ζωγράφος Νικόλαος Τράγκας,

Ø  ὁ ζωγράφος Μιχαὴλ Οἰκονόμου, ὁ ὁποῖος ἔπασχε ἀπὸ ἐγκεφαλικὴ παράλυσι ἐξ αἰτίας σύφιλης,

Ø  ὁ ζωγράφος Δημήτρης Βιτσώρης, ὁ ὁποῖος αὐτοκτόνησε μέσα στὸ ψυχιατρεῖο τὸ 1945.

Ø  Ὁ Ἄριστος Καμπάνης, ἦταν δημοσιογράφος, φιλόλογος μὲ πολύπλευρη λογοτεχνικὴ δραστηριότητα. Εἰσήχθη στὶς 19 Αὐγούστου 1955, στιγματισμένος ὡς δωσίλογος τῶν Γερμανῶν καὶ πέθανε τὸν ἑπόμενο χρόνο ἐκεῖ, πάμφτωχος καὶ ξεχασμένος. κ.ά

Διαπιστώνουμε πὼς κάποια ἀπὸ τὰ πάσχοντα καὶ μὲ βιωμένη ψυχιατρικὴ ἐμπειρία «ἔγκλειστα» ἄτομα, ξεπερνώντας ἢ κινούμενα στὸ ὅριο μεταξὺ παραφροσύνης (τρέλας) καὶ λογικῆς, βρίσκουν δύναμι ἀντίστασης καὶ φωνὴ ὕπαρξης μέσα ἀπὸ τὸ δημιουργικὸ τους τάλαντο. Μὲ ἐπίγνωσι ἢ μὲ θεραπεία διεξόδου, προσπαθοῦν νὰ μιλήσουν γιὰ τὸν ἑαυτὸ τους ἢ νὰ ὁρίσουν τὴν δικὴ τους ταυτότητα καὶ νὰ βροῦν «χῶρο» καταφυγῆς μὲ δημιουργικὰ ἔργα, πολεμώντας τὴν μοναξιὰ καὶ τὴν κοινωνικὴ ἀπομόνωσι. Νὰ βροῦν, μέσα ἀπὸ τὸ ἔργο τους, τὸ ἀνάστημα ἀποδοχῆς καὶ τὸ ἀφήγημα τοῦ «κανονικοῦ» ἀνθρώπου, δείχνοντας τὴν ἱκανότητα περιγραφῆς τοῦ «ἔξω νοήμονος κόσμου» μὲ τὴν εἰκόνα εὐαισθησίας τοῦ δικοῦ τους πραγματικοῦ «ἔσω» καὶ ἐν πολλοῖς «εὐφάνταστου κόσμου» γιὰ νὰ μοιραστοῦν τὶς ἀγωνίες, τὶς φοβίες, τὰ δυναστικὰ πάθη, τὶς συναισθηματικὲς ταραχὲς τους καὶ νὰ ἀναζητήσουν τὴν χαμένη «φυσιολογικὴ» κοινωνικὴ τους ὑπόστασι.

Τὸ εὐτυχὲς εἶναι ὅτι ἡ ἀντίληψι καὶ ἡ θεραπευτικὴ ἀντιμετώπισι σήμερα ἔχει ἀλλάξει πολὺ πρὸς τὸν τρόπο καὶ τὴν ποιοτικὰ ἀνθρώπινη φροντίδα. Ἀπαιτεῖται , ὅπως τονίζει ἡ ἐπιστημονικὴ ψυχιατρικὴ κοινότητα, ἡ ἀνθρωπιστικὴ παρέμβασι τῶν εἰδικῶν γιὰ νὰ κατανοήσουν τὸ «ἄ-λογο» ἢ «παράδοξο τοῦ νοῦ» μὲ σεβασμὸ καὶ ἀξιοπρέπεια στὸ «πρόσωπο» τοῦ ἀσθενοῦς καὶ φυσικὰ μὲ ἐξατομικευμένη διαχείρησι, ἀφοῦ ἡ κάθε περίπτωσι ἔχει τὴν διαφορετικότητα της στὸ «ψυχικὸ τραῦμα». Τὸ ἵδρυμα ἀπὸ «δομὴ ἀναγκαστικῆς φυλακῆς» καὶ «ἄσυλο καταδίκων τρελῶν», διαμορφώνεται σὲ νοσοκομεῖο θεραπευτικῆς προσέγγισης, ὅπου ἡ τρέλα ὡς «ψυχικὴ ἀσθένεια» ἀντιμετωπίζεται ἐξειδικευμένα καὶ μὲ «ἐργασιοθεραπεία» κατὰ περίπτωσι, μὲ σκοπὸ τὴν κατὰ τὸ δυνατὸν θεραπεία μιᾶς πάσχουσας ὕπαρξης, καὶ ὄχι μὲ «ἐξουσιαστικὸ σωματικὸ περιορισμό», ἢ «τὴν συμμόρφωσι καὶ τιμωρία», σὲ ἕναν «μὴ φυσιολογικὸ» ἀσθενῆ, ὑπολογίζοντας φυσικὰ τὴν πιθανότητα ἰσόβιας διαμονῆς σὲ ἕνα ψυχιατρικὸ θεραπευτήριο.

Σημειώσεις

  1. Β. ΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΣ, Ν. ΚΟΚΚΙΝΑΚΗ, Θ. ΜΕΡΤΙΚΑ, Σ. ΣΑΒΒΑΝΗ, Νεοελληνική Λογοτεχνία,τόμ.2ος, Πεζογραφία, Υ' Ενιαίου Λυκείου, ΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗ ΘΕΤΙΚΗ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗ (ΕΠΙΛΟΓΗΣ), ΕΚΔ. ΠΑΤΑΚΗ, Γεώργιος Βιζυηνός (1849-1896), σελ.10 / ΚΩΣΤΑ ΣΤΕΡΓΙΟΠΟΥΛΟΥ, Γεώργιος Βιζυηνός, Παρουσίαση-Ανθολόγηση, Η ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ ΜΑΣ, Τόμ. ΣΤ’ 1800-1900, εκδ. ΣΟΚΟΛΗ, σελ.34-58

 

2.   Β. ΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΣ, Ν. ΚΟΚΚΙΝΑΚΗ, Θ. ΜΕΡΤΙΚΑ, Σ. ΣΑΒΒΑΝΗ: Αυτόθι, σελ.20

 

3.   Εἶχε διορισθῆ σὲ Γυμνάσιο στὴν Πλάκα καὶ παρ’ ὅτι ἦταν καλὸς στὶς παραδόσεις, ἀπολύθηκε. Ὁ Κώστας Στεριόπουλος ἀφήνει αἰχμὴ ὅτι ἡ ἀπόλυσι του εἶχε καὶ πολιτικὰ κριτήρια καὶ δὲν ἦταν μόνο ἡ ὅλη κοινωνικὴ του ἐμφάνισι καὶ συμπεριφορὰ. «… ενώ παράλληλα διορίζεται καθηγητής σε Γυμνάσιο. Μόλις πέφτει όμως η κυβέρνηση Τρικούπη, χάνει τη θέση του. Τότε ίσως του γίνεται πιο έμμονη η ιδέα του μεταλλείου…» ΚΩΣΤΑ ΣΤΕΡΓΙΟΠΟΥΛΟΥ, Η ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ ΜΑΣ, Τόμ. ΣΤ’ 1880-1900, εκδ. ΣΟΚΟΛΗ, Γεώργιος Βιζυηνός, σελ.39

 

4.   Αυτόθι, σελ.21

 

5.   ΚΩΣΤΑ ΣΤΕΡΓΙΟΠΟΥΛΟΥ, Η ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ ΜΑΣ … Αυτόθι: σελ.22-23

 

6.   ΚΩΣΤΑ ΣΤΕΡΓΙΟΠΟΥΛΟΥ, Η ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ ΜΑΣ, Τόμ. ΣΤ’ 1880-1900, εκδ. ΣΟΚΟΛΗ, Γεώργιος Βιζυηνός, σελ.50

 

7.   Αυτόθι, σελ.53

 

8.   www.sansimera.gr/biographies// Κώστας Ξ. Γιαννόπουλος, Ο Μητσάκης στο ψυχιατρείο, «… λένε πως εμφανιζόταν ενώπιον καλεσμένων στο σπίτι του γυμνός μετά το μπάνιο του», epohi.gr/articles/o-mitsakis-

 

9.   «Χολωμένος με αφορμή και τη διάκριση μεταξύ φιλοσόφων και ζωγράφων ποιητών που κάνει ο Παλαμάς στο κείμενό του «Το έργον του Κρυστάλλη» (1894), θα γράψει εξήντα σελίδες έναν λίβελο εναντίον του με τίτλο “Ολίγα λόγια”… Ο Παλαμάς δεν θα απαντήσει». Κώστας Ξ. Γιαννόπουλος, Ο Μητσάκης στο ψυχιατρείο.

 

10. Όπως και ο Βιζυηνός, «νόμισε πως πήγαινε να παντρευτεί περνώντας τους λευκοφορεμένους γιατρούς για υποψήφιους γαμπρούς…» Κώστας Ξ. Γιαννόπουλος, Αυτόθι

11. ΓΕΩΡΓΙΑ ΓΚΟΤΣΗ, Η ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ ΜΑΣ, Τόμ. ΣΤ’ 1880-1900, εκδ. ΣΟΚΟΛΗ, Μιχαήλ Μητσάκης (1863/8- 1916), Παρουσίαση-Ανθολόγηση, σελ.266// www.sansimera.gr/biographies

 

12. Η πηγή των ανωτέρω από: ΓΕΩΡΓΙΑ ΓΚΟΤΣΗ, Η ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ ΜΑΣ, Τόμ. ΣΤ’ 1880-1900, εκδ. ΣΟΚΟΛΗ, Μιχαήλ Μητσάκης (1863/8- 1916), Παρουσίαση — Ανθολόγηση, (Κρίσεις για τo έργο του), σελ.281-283

 

13. Ρώμος Φιλύρας, (Ηχητικές επιλογές και αποσπάσματα) www.YouTube.com

 

14. Αυτόθι

 

15. Εφημερίδα «Ελευθεροτυπία», Σάββατο 10 Ιουλίου 2010, Ανέκδοτες επιστολές ενός τραγικού ποιητή// www. Katiousa . gr/ logotechnia/poiisi/romos-filyras

16. «Το θρυλικό καφενείο «Ζαχαράτου» στην Πλατεία Συντάγματος. Ήταν ένα καφενείο που αποτέλεσε ίσως το διασημότερο στέκι πολιτικών, στρατιωτικών και δημοσιογράφων, εξαιτίας της γειτνίασής του με το Παλάτι και τη Βουλή. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Γεώργιος Παπανδρέου το αποκαλούσε «το δεύτερο και ίσως πιο ελεύθερο κοινοβούλιο από το πραγματικό», λόγω των έντονων πολιτικών συζητήσεων που γίνονταν εκεί». www.enikos.gr/society/kafeneio zacharatou, Κυριακή 21 Μαΐου 2023

 

17. Δέσποινα Μπισχινιώτη, Η εικόνα του Ποιητή Ρώμου Φιλύρα μέσα από τα αυτοβιογραφικά κείμενά του, ΠΡΑΚΤΙΚΑ 6ης Συνάντησης Εργασίας Μεταπτυχιακών Φοιτητών του Τμήματος Φιλολογίας Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών 13-15 Μαΐου 2011, σελ.235

 

18. Pῶμος Φιλύρας, Ἡ ζωὴ μου εἰς τὸ Δρομοκαΐτειον καὶ ἄλλα αὐτοβιογραφικά, Ἐκδόσεις Καστανιώτη, 2007, σελ. 87

 

19. Ἠλίας Μαγκλίνης, Ὁ παραλογισμὸς τῶν λογικῶν καὶ ὁ ποιητὴς Ρῶμος Φιλύρας, www.kathimerini.gr, 04.10.2009

 

20. Γιάννης Πανταζόπουλος Μνήμες από το Δρομοκαΐτειο: Ξενάγηση στο μουσείο του ψυχιατρικού νοσοκομείου https://www.lifo.gr/

 

21. Τὸ «Ἡ ζωὴ μου εἰς τὸ Δρομοκαΐτειον» δημοσιεύθηκε γιὰ πρώτη φορὰ σὲ συνέχειες στὴν «Καθημερινὴ» μὲ πρωτοβουλία τοῦ Δ/ντοῦ τῆς Αἰμιλίου Χουρμουζίου, ὁ ὁποῖος εἶχε ἐπισκεφθῆ τὸν ποιητὴ στὸ ψυχιατρεῖο· ἡ «Καθημερινὴ» δημοσίευσε τὸ αὐτοβιογραφικὸ αὐτὸ κείμενο ἀπὸ τὶς 23 ἕως τὶς 29 Ἰουνίου τοῦ 1929, συνοδεύοντας τὶς πρῶτες δύο δημοσιεύσεις μὲ φωτογραφίες τοῦ ποιητοῦ μέσα ἀπὸ τὸ Δρομοκαΐτειο.

 

22. Pώμος Φιλύρας, Η ζωή μου εις το Δρομοκαΐτειον και άλλα αυτοβιογραφικά, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2007, σελ. 52

 

23. Αυτόθι, σελ.86

 

24. Αυτόθι, σελ. 61

 

25. Γιάννης Ἀναστασάκης, «Να μου στείλετε μια ρεπούμπλικα!», (συνέντευξι για την ομώνυμη θεατρική παράστασι 2009)

 

  1. Γιάννης Δάλλας, Ανθολογία κρίσεων, https: //lexeismousikis.blogspot.com. Αξίζει να καταθέσουμε ένα σχόλιο – απόσπασμα από το συγκεκριμένο κείμενο: «Ο Βάρναλης είναι ο μόνος ίσως απ' τους ποιητές της εποχής, που ενώ συγκαταλέγεται στους μείζονες, συγκλίνει και επικοινωνεί εν μέρει και με τους ελάσσονες της δεύτερης δεκαετίας του μεσοπολέμου… Ο μόνος που έγραψε για τη ζωή και την ψυχολογία των περιθωρίων. Έτσι τους χαρακτηρίζει και τους μελετά. Είναι, απόβλητοι μαζί και "απελεύθεροι": οι τύποι του φρενοκομείου, οι άνθρωποι με τα λυμένα πάθη, τη λυμένη γλώσσα, οι άνθρωποι της φαντασίωσης. Είναι οι χασικλήδες της λογοτεχνίας, πολύ κάτω απ' την επιπόλαιη ασφάλεια του Λαπαθιώτη, οι πιστοί της ουτοπίας και της μεγαλομανίας, όπως ο λησμονημένος άδικα Mητσάκης, οι δραπέτες της ζωής και οι χιμαιροκυνηγοί της τρέλας και του οίστρου, όπως ο Φιλύρας: ο "Ρεμπώ της Ελλάδας", όπως, υπερβολικά, τον αποκάλεσε….Ο τρελός και ο Πιερότος του Φιλύρα επαναλαμβάνονται, βαρναλικά, στην ποίησή του. λ.χ. όπως συμβαίνει με τη μαϊμού του, με τα σπαστικά χοροπηδήματά της και την μπασμαδένια της στολή, σκηνοθετημένη κατ' εικόνα και ομοίωση ακόμη και των επιθεωρήσεων της εποχής:

Χρυσή κορώνα στο κεφάλι,

και κόκκινη στον πισινό,

πράσινη ομπρέλα στη μασχάλη,

Αφέντρα μου, σε προσκυνώ».

 

27. Σὲ ἀφιερωματικὸ ποίημα γιὰ τὸν Ρ. Φιλύρα ὁ Μαλακάσης τονίζει: «ἁδρομερῶς θεματικὰ στοιχεῖα τῆς ποίησης τοῦ Φιλύρα, ὅπως τὸ προβάδισμα τοῦ φαντασιακοῦ ἔναντι τοῦ ρεαλιστικοῦ, ἡ συνύπαρξη τῆς πραγματικότητας μὲ τὸ ὄνειρο, τοῦ ὁρατοῦ μὲ τὸ ἀόρατο». Γιάννης Παπακώστας, Ενας λυρικός της αντισυμβατικότητας, www. tovima. gr/ 2008 / 11/ 25

 

28. Ὁ σκηνοθέτη Γιάννης Ἀναστασάκης, ποὺ δραματοποίησε τὸ 2009 τὸν βίο τοῦ ποιητοῦ μὲ τὴν θεατρικὴ παράστασι «Να μου στείλετε μια ρεπούμπλικα!», βασισμένη στὸ αὐτοβιογραφικὸ κείμενο τοῦ Φιλύρα «Η ζωή μου εις το Δρομοκαΐτειον» (1929), σχολιάζει: «Ο Καρυωτάκης τον επισκέφθηκε στο Δρομοκαΐτειο και μετά έγραψε το ποίημα. Λέγεται ότι και ο Καρυωτάκης έπασχε από σύφιλη και δεν ήθελε να έχει την ίδια κατάληξη με τον Φιλύρα, πιθανώς αυτός να ήταν και ο βασικός λόγος της αυτοκτονίας του». Το 1927 εισήχθη ο Φιλύρας στο Δρομοκαΐτειο, ο Κώστας Καρυωτάκης αυτοκτόνησε το 1928., πηγή: Γεωργία Μυλωνάκη, Ρώμος Φιλύρας (1888 Κιάτο – 1942 Δρομοκαΐτειο) , geomylo.wordpress.com/2014/10/25

 

  1. Κωνσταντίνος Μάντης, Ρώμος Φιλύρας , https://latistor.blogspot.com/2010/07/blog-

 

30. Δέσποινα Μπισχινιώτη, Η εικόνα του Ποιητή Ρώμου Φιλύρα μέσα από τα αυτοβιογραφικά…, σελ.214

 

31. Γιάννης Παπακώστας, Ενας λυρικός της αντισυμβατικότητας, www.tovima.gr/2008/11/25

 

32.  Γιὰ τὴν ἀνάδειξι τοῦ ρόλου ποὺ διαδραμάτισαν στὴν ποίησί του οἱ κλοουνίστικες μορφὲς, :Ιδέ και Δεδιλιάρη Αλέξανδρο, Ο τραγικός παλιάτσος, πλέρια κάσκα. Η χρήση των παραδοσιακών στιχουργικών σχημάτων και η λειτουργία των κλοουνίστικων μορφών στον Ρώμο Φιλύρα , ΑΘΗΝΑ, 2024// Χαρακτηριστικοί και κάποιοι στίχοι από το ποίημα του Μιλτ. Μαλακάση, Ρώμος Φιλύρας:

Ήρωας και θύμα είσαι μονάχος σου, τα ινδάλματα

Της φαντασίας σου παίρνουν άπιαστες μορφές….

Ω πώς ταράζονται άξαφνα τα φρένα μας,

Στον καταρράχτη στίχο σου, που αντιβοεί!.....

Βασιλοπούλες, γαλαζοαίματες, ωραίες, αβρές,

Κι’ απ’ την αδιάφορη ζωή των ανυψώνονται

Κι’ αυτές σε σύμβολα, λαχτάρες και χαρές.

Ο θεατρίνος της ζωής σου κι’ ο πιερρότος σου,

Τι σαρκασμός, μα και τι σάτιρα φαρμακερή!....

 

33. Δέσποινα Μπισχινιώτη, Η εικόνα του Ποιητή Ρώμου Φιλύρα μέσα από τα αυτοβιογραφικά κείμενά του…,σελ.244

 

  1. Αικατερίνη Ατσόγλου, «Το αυτοβιογραφικό στοιχείο και ο αυτοαναφορικός λόγος στο λογοτεχνικό έργο του Ρώμου Φιλύρα», Κιάτο, 2023, σελ.2,7 και εξής.

 

35. Είναι κάποιες γραμμές της ομιλίας. Ολόκληρη την ομιλία στο άρθρο του Σαμψών Ρακά, Ρώμος Φιλύρας: ο θεματοφύλακας της ποιητικής παράκρουσης, https://1-2.gr/2017/09/09/romos-filyras, 9 Σεπτεμβρίου 2017

 

36. Στὴν τέχνη, ὁ ἀκαδημαϊσμὸς εἶναι ἡ προσήλωσι σὲ παραδοσιακὲς τεχνικὲς καὶ στὺλ συντηρητισμοῦ, ποὺ διδάσκονταν στὶς ἀκαδημίες τεχνῶν, συχνὰ μὲ ἔμφασι στὴν αἰσθητικὴ τοῦ νεοκλασσικισμοῦ καὶ τοῦ ρωμαντισμοῦ.Wikipedia.

 

  1. ΧΡΥΣΟΒΑΛΑΝΤΗΣ Γ. ΣΤΕΙΑΚΑΚΗΣ, ΣΚΙΑΓΡΑΦΗΣΗ ΤΟΥ ΕΙΚΑΣΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΟΥ ΤΟΠΙΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ, 1870-2007, Η ΥΠΟΔΟΧΗ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΟΥΛΗ ΧΑΛΕΠΑ (1851-1938), ΛΕΥΚΩΣΙΑ 2018, σελ.25, 69 και εξής.

 

  1. Γιαννούλης Χαλεπάς – Το τίμημα της μεγαλοφυΐας, www.olympia.gr/,giannoylis-chalepas, 15/09/2022

 

  1. Γεώργιος Παντελεάκος, Έφη Πουλάκου-Ρεμπελάκου, Κώστας Τσιάμης, Δημήχρης Πλουμπίδης, Η ψυχασθένεια του Γιαννούλη Χαλεπά, Σύνοψις 52 / 2019 - τόμος 15, σελ.28

 

40. ΧΡΥΣΟΒΑΛΑΝΤΗΣ Γ. ΣΤΕΙΑΚΑΚΗΣ, ΣΚΙΑΓΡΑΦΗΣΗ ΤΟΥ ΕΙΚΑΣΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΟΥ ΤΟΠΙΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ…, σελ.76

 

41. Χαλεπάς χειρίστηκε πλαστικά το θέμα Μήδεια που σκοτώνει τα παιδιά της τέσσερις φορές, ενώ υπάρχουν και σπουδές με κάρβουνο. Ισως να τον «συγκινούσε» το θέμα και λόγω απωθημένων αισθημάτων για την μητέρα του.

 

42. Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα, ΕΘΝΙΚΗ ΓΛΥΠΤΟΘΗΚΗ ΔΙΑΔΡΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΣΕ ΠΕΡΙΟΔΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

 

43. Μιχάλης Στούκας: Το Δρομοκαΐτειο και οι «διάσημοι» τρόφιμοί του, www. protothema. gr/blogs/ mihalis-stoukas // Επίσης από κείμενο του Γιάννη Πανταζόπουλου, Εφημερίδα LIFO. «Μνήμες από το Δρομοκαΐτειο, 21/4/2019

44. Σε κείμενο των: Νίκου Τζαβάρα, Ψυχιάτρου-Ψυχαναλυτού και Στέλιου Κρασανάκη, Ψυχίατρου-Δραματοθεραπευτού -Σκηνοθέτου-Διδάσκων ΕΚΠΑ, μέλος ΔΣ της ΕΨΕ.

 

 Επιλεγμένη Βιβλιογραφία

 

1.     Αικατερίνη Ατσόγλου, «Το αυτοβιογραφικό στοιχείο και ο αυτοαναφορικός λόγος στο λογοτεχνικό έργο του Ρώμου Φιλύρα», Κιάτο, Ιούνιος, 2023

2.         Αμπατζοπούλου, Φ. 2007. Ρ. Φιλύρας, “H ζωή μου εις το Δρομοκαΐτειον” και άλλα αυτοβιογραφικά. Τα Νέα, 1 Σεπτεμβρίου

3.     ΓΕΩΡΓΙΑ ΓΚΟΤΣΗ, Μητσάκης (1863/8- 1916), Παρουσίαση — Ανθολόγηση , Η ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ ΜΑΣ, Τόμ. ΣΤ’ 1880-1900, εκδ. ΣΟΚΟΛΗ, ΑΘΗΝΑ 1997

4.     ΓΕΩΡΓΙΑ ΓΚΟΤΣΗ, Ο flâneur: θεωρητικές μεταμορφώσεις μιας παρισινής φιγούρας, ejournals. epublishing .ekt.gr

5.     Γεωργία Μυλωνάκη, Ρώμος Φιλύρας (1888 Κιάτο – 1942 Δρομοκαΐτειο) , geomylo. wordpress. com/ 2014 / 10 / 25

6.     Γιάννης Δάλλας, Ανθολογία κρίσεων, https: //lexeismousikis.blogspot.com

7.     Γιάννης Θ. Διαμαντής, Γιαννούλης Χαλεπάς: Ο ταραχώδης βίος ενός εμβληματικού καλλιτέχνη, www.in.gr/2023/09/15/istoriko-arxeio

8.     Γιάννης Καιροφύλας ,«Αυτοί οι ωραίοι τρελοί» , εκδ. Φιλιππότη, 2002

9.     Γιάννης Πανταζόπουλος Μνήμες από το Δρομοκαΐτειο: Ξενάγηση στο μουσείο του ψυχιατρικού νοσοκομείου https://www.lifo.gr/

10. Γιάννης Πανταζόπουλος, Γιαννούλης Χαλεπάς: Η τραγική ζωή του μεγαλύτερου Έλληνα γλύπτη

11. Γιάννης Παπακώστας, Pώμος Φιλύρας, Η ζωή μου εις το Δρομοκαΐτειον και άλλα αυτοβιογραφικά, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2007

12. Γεώργιος Παντελεάκος, Έφη Πουλάκου-Ρεμπελάκου, Κώστας Τσιάμης, Δημήχρης Πλουμπίδης, Η ψυχασθένεια του Γιαννούλη Χαλεπά, Σύνοψις 52 / 2019 - τόμος 15

13. Γιαννόπουλος, Ο Μητσάκης στο ψυχιατρείο, epohi.gr/articles/o-mitsakis-sto-psychiatreio

14. Γιώργος Πετρής, Τρέλα και ποίηση, Εγκλεισμός και απόπειρες επανοικειοποίησης του εαυτού μέσω της ποίησης, Αθήνα, 2024

15. Δεδιλιάρης Αλέξανδρος, Ο τραγικός παλιάτσος, πλέρια κάσκα. Η χρήση των παραδοσιακών στιχουργικών σχημάτων και η λειτουργία των κλοουνίστικων μορφών στον Ρώμο Φιλύρα , ΑΘΗΝΑ, 2024

16. Δάλλας, Γ. 1999. Ρώμος Φιλύρας. Μια παρουσίαση από τον Γιάννη Δάλλα. Αθήνα: Γαβριηλίδης

17. Δεδιλιάρης Αλέξανδρος, Ο τραγικός παλιάτσος, πλέρια κάσκα. Η χρήση των παραδοσιακών στιχουργικών σχημάτων και η λειτουργία των κλοουνίστικων μορφών στον Ρώμο Φιλύρα , ΑΘΗΝΑ, 2024

18. Δέσποινα Μπισχινιώτη, Η εικόνα του Ποιητή Ρώμου Φιλύρα μέσα από τα αυτοβιογραφικά κείμενά του, ΠΡΑΚΤΙΚΑ 6ης Συνάντησης Εργασίας Μεταπτυχιακών Φοιτητών του Τμήματος Φιλολογίας Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, TOMOΣ B’, 13-15 Μαΐου 2011

19. Δήμητρα Διδαγγέλου, Ιστορίες Τρέλας από την Ελληνική Λογοτεχνία, ΜΕΡΟΣ Α’, ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ & ΤΕΧΝΗ, Εκδ. Αιγόκερως, 2024

20. Εποχές και Συγγραφείς: Μιχαήλ Μητσάκης, ertflix.gr

21. Ηλία Μαγκλίνη, Ο παραλογισμός των λογικών και ο ποιητής Ρώμος Φιλύρας, www. kathimerini. gr/ culture -paralogismos, 04.10.2009

22. Κόρφης, ΡΩΜΟΣ ΦΙΛΥΡΑΣ, ΣΥΜΒΟΛΗ ΣΤΗ ΜΕΛΕΤΗ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ, 1973 Κωνσταντίνος Μάντης | Ρώμος Φιλύρας, https://latistor.blogspot.com/2010/07/blog-post

23. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΠΟΡΔΟΚΑΣ kbordokas@e-typos.com Από την έντυπη έκδοση του Ελεύθερου Τύπου της Κυριακής, 08/01/2017

24. ΚΩΣΤΑ ΣΤΕΡΓΙΟΠΟΥΛΟΥ, , Γεώργιος Βιζυηνός, Η ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ ΜΑΣ, Τόμ. ΣΤ’

25. Κώστας Ξ. Γιαννόπουλος, Ο Μητσάκης στο ψυχιατρείο, epohi.gr/articles/o-mitsakis-sto-psychiatreio

26. ΚΩΣΤΑ ΣΤΕΡΓΙΟΠΟΥΛΟΥ, , Γεώργιος Βιζυηνός, Η ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ ΜΑΣ, Τόμ. ΣΤ’ 1880-1900, εκδ. ΣΟΚΟΛΗ, ΑΘΗΝΑ 1997

27. Pieter Borghart, Η νατουραλιστική διάσταση στο έργο του Μιχαήλ Μητσάκη, www. eens. org/ eens-congress-access

28. Χ. Λ. ΚΑΡΑΟΓΛΟΥ, Ρώμος Φιλύρας, Εντυπώσεις από το Δρομοκαΐτειον (Δελτίον καταστάσεώς μου) ΚΟΝΔΥΛΟΦΟΡΟΣ, ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗ ΝΕΟΤΕΡΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΦΙΛΟΛΟΓΙΑΣ, ΠΕΡΙΟΔΟΣ Β΄, ΤΟΜΟΣ 18 , 2020

29. Μαρίας Γυπαράκη , ΓΙΑΝΝΟΎΛΗΣ ΧΑΛΕΠΆΣ Ο τραγικός της γλυπτικής

30. ΜΑΡΙΑΝΝΑ ΚΟΥΜΑΡΙΑΝΟΥ, ΓΙΑΝΝΟΥΛΗΣ ΧΑΛΕΠΑΣ, Παραμύθι από μάρμαρο

31. Μαρία Φαφαλιού, «ΙΕΡΑ ΟΔΟΣ 343» Μαρτυρίες από το Δρομοκαΐτειο», εκδ. Αλεξάνδρεια, 2018

32. Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα, ΕΘΝΙΚΗ ΓΛΥΠΤΟΘΗΚΗ ΔΙΑΔΡΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΣΕ ΠΕΡΙΟΔΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

33. Νίκος Τζαβάρας, Στέλιος Κρασανάκης, «Τέχνη και Ψυχιατρική – Έργα τέχνης από το μουσείο του Δρομοκαϊτείου Νοσοκομείου», https://www.naturefriends.gr, 3 Δεκεμβρίου – 31 Δεκεμβρίου 2019

34. ΟΜΙΛΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΧΑΛΕΠΑ: ΕΛΛΗΝΟΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗ ΕΝΩΣIΣ, ΕΚΘΕΣΗ ΕΡΓΩΝ Γ1ΑΝΝΟΥΛΗ XAΛΕΠA, 17 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 1964

35. Παντελής Λιάκας , Οι αδυναμίες γνωστών λογοτεχνών (Α΄ μέρος), https://www.literature.gr/i-adinamies-gnoston-logotechnon

36. ΤΡΆΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ, Κέντρο Πολιτισμού, Έρευνας και Τεκμηρίωσης: ΓΙΑΝΝΟΥΛΗΣ ΧΑΛΕ-ΠΑΣ, Σημειώσεις για τη ζωή και το έργο του, Πρακτικά της ημερίδας που πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα στις 14.10.2021 με αφορμή τη συμπλήρωση 170 χρόνων από τη γέννηση του γλύπτη, Επιστημονική επιμέλεια: Χάρις Κανελλοπούλου

37. Χιόνα Οικονομάκη, Η «κινηματογραφική ζωή» του σπουδαίου Μιχαήλ Μητσάκη και η έννοια του flâneur, https://www.offlinepost.gr/2023/06/06/

38. Χ. Λ. ΚΑΡΑΟΓΛΟΥ, Ρώμος Φιλύρας, Εντυπώσεις από το Δρομοκαΐτειον (Δελτίον καταστάσεώς μου) ΚΟΝΔΥΛΟΦΟΡΟΣ, ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗ ΝΕΟΤΕΡΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΦΙΛΟΛΟΓΙΑΣ, ΠΕΡΙΟΔΟΣ Β΄, ΤΟΜΟΣ 18 , 2020

39. ΧΡΥΣΟΒΑΛΑΝΤΗΣ Γ. ΣΤΕΙΑΚΑΚΗΣ, ΣΚΙΑΓΡΑΦΗΣΗ ΤΟΥ ΕΙΚΑΣΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΟΥ ΤΟΠΙΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ, 1870-2007, Η ΥΠΟΔΟΧΗ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΟΥΛΗ ΧΑΛΕΠΑ (1851-1938), ΛΕΥΚΩΣΙΑ 2018www.sansimera.gr/biographies

40. www.mixanitouxronou.gr/o-kinimatografikos-vios-toy-dimosiografoy-michail-mitsaki

41. 1880-1900, εκδ. ΣΟΚΟΛΗ, ΑΘΗΝΑ 1997

42. Pieter Borghart, Η νατουραλιστική διάσταση στο έργο του Μιχαήλ Μητσάκη, www. eens. org/ eens-congress-access

43. Χιόνα Οικονομάκη, Η «κινηματογραφική ζωή» του σπουδαίου Μιχαήλ Μητσάκη και η έννοια του flâneur, https://www.offlinepost.gr/2023/06/06/

44. www.sansimera.gr/biographies

45. www.mixanitouxronou.gr/o-kinimatografikos-vios-toy-dimosiografoy-michail-mitsaki

 

42.  Μιχάλης Στούκας: Το Δρομοκαΐτειο και οι «διάσημοι» τρόφιμοί του, www.protothema.gr/blogs/mihalis-stoukas // Επίσης από κείμενο του Γιάννη Πανταζόπουλου, Εφημερίδα LIFO. «Μνήμες από το Δρομοκαΐτειο, 21/4/2019

43.  Σε κείμενο των: Νίκου Τζαβάρα, Ψυχιάτρου-Ψυχαναλυτού και Στέλιου Κρασανάκη, Ψυχίατρου-Δραματοθεραπευτού -Σκηνοθέτου-Διδάσκων ΕΚΠΑ, μέλος ΔΣ της ΕΨΕ.

Τοπολαλιά

 

Οι γειτονιές μας

ΒΡΥΤΖΑΧΑ web tv

Μουσεία και αρχαιολογικοί χώροι

dd

Μετεωρολογικός σταθμός Ζωτικού

Screenshot 2023 04 27 at 5.14.24 PM

Screenshot 2023 04 27 at 10.43.18 PM

Ellinomatheia1

Screenshot 2023 04 27 at 11.18.15 PM

Λογοτεχνία

Γιώργος Σεφέρης

ΤΑΣΣΟΣ ΜΟΥΖΑΚΗΣ

Γιώργος Σεφέρης

Κώστας Βάρναλης

Ενα παραμύθι

Η ιστορία του Ζωτικού

Η εξέλιξη του πληθυσμού του Ζωτικού από την απελευθέρωσή του από τους Τούρκους έως σήμερα

Μύθος και Λόγος - Μέρος 2.

ΖΩΤΙΚΟ (ΛΙΒΙΚΙΣΤΑ) ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ

Συμβόλαιο αγοροπωλησίας Ζωτικού

Έρευνες

ΤΟ ΜΑΝΤΗΛΙ ΣΤΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ και την λογοτεχνία - Μέρος 1.

Το Μαντήλι στην λογοτεχνία - ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Γραμματικοί και Συντακτικοί Κανόνες του Ιδιώματος

Στα χρόνια που πέρασαν

Ζωτικό Ιωαννίνων | Ο τόπος και οι άνθρωποι μέσα από τις μνήμες του Προκόπη Παπαφώτη

Το Ζωτικο στις τέχνες - Φρειδερίκη Παπαζήκου

Το Ζωτικο στις τέχνες - Φώτης Μότσης

Αφηγήσεις

Αφιερώματα

Περιηγήσεις

periigiseis

Γιορτές

giortes

Δημιουργίες

dimiourgies

Παρουσιάσεις

parousiaseis