Δημητρίου Μίχα, φιλολόγου
Ι. Εἰσαγωγικά: Τὰ αἴτια τῆς μεγάλης κρίσεως τοῦ 1901
Τὰ «Εὐαγγελικὰ» τοῦ 1901 ἀποτελοῦν μία ἀπὸ τὶς πλέον μελανές, ἀλλὰ καὶ διδακτικὲς σελίδες τῆς νεώτερης ἑλληνικῆς ἱστορίας. Δὲν ἐπρόκειτο ἁπλῶς γιὰ μία γλωσσικὴ διαμάχη φιλολόγων οὔτε μόνο γιὰ μία ἐκκλησιαστικὴ ἀντίδρασι ἀπέναντι στὴν μετάφρασι ἑνὸς ἱεροῦ κειμένου. Ἡ κρίσι ἔλαβε γρήγορα κοινωνικὲς, πολιτικές, ἐκκλησιαστικὲς καὶ ἐθνικὲς διαστάσεις, συγκλόνισε τὴν Ἀθήνα τὸν Νοέμβριο τοῦ 1901 καὶ κατέληξε σὲ αἱματηρὲς συγκρούσεις, στὴν παραίτησι τοῦ Μητροπολίτου Ἀθηνῶν Προκοπίου Β΄ Οἰκονομίδη[1] καὶ στὴν πτώσι τῆς κυβέρνησης Γεωργίου Θεοτόκη.
Ἡ μετάφρασι τοῦ Εὐαγγελίου στὴν δημοτικὴ ἀπὸ τὸν Ἀλέξανδρο Πάλλη ἀποτέλεσε τὴν ἄμεση ἀφορμὴ τῆς ἔκρηξης , ὄχι ὅμως καὶ τὴν μοναδικὴ αἰτία της. Στὰ Εὐαγγελικὰ συναντήθηκαν καὶ συγκρούσθηκαν ζητήματα ποὺ ἤδη ἀπασχολοῦσαν ἐπὶ δεκαετίες τὴν νεοελληνικὴ κοινωνία: ἡ γλωσσικὴ ταυτότητα τοῦ ἔθνους, ἡ σχέσι τῆς νεώτερης Ἑλλάδος μὲ τὴν ἀρχαιότητα καὶ τὸ Βυζάντιο, ἡ θέσι τῆς Ἐκκλησίας στὸ δημόσιο βίο, ἡ αὐθεντία τοῦ ἱεροῦ κειμένου, ἡ ἐθνικὴ ἀνασφάλεια μετὰ τὴν ἥττα τοῦ 1897, ἀλλὰ καὶ ἡ ἀναδυόμενη ἀπαίτησι γιὰ κοινωνικὴ καὶ ἐκπαιδευτικὴἀνανέωσι.
Ἰδιαίτερη σημασία γιὰ τὴν κατανόησι τοῦ ἰδεολογικοῦ ὑποβάθρου τῆς κρίσης ἔχει τὸ Γλωσσικὸ Ζήτημα[2]. Οἱ ρίζες του εἶναι πολὺ παλαιότερες ἀπὸ τὰ Εὐαγγελικά, ἀλλὰ τὸ 1888, μὲ τὴν ἔκδοσι τοῦ Ταξιδιοῦ μου τοῦ Γιάννη Ψυχάρη, ἀποτελεῖ ἀποφασιστικὸσταθμὸ στὴν διαμόρφωσι τοῦ μαχητικοῦ δημοτικισμοῦ. Ὁ Ψυχάρης δὲν δημιούργησε τὸ Γλωσσικό· προσέδωσε ὅμως στὴν δημοτικὴ ἕνα περισσότερο συστηματικὸ καὶ ἀγωνιστικὸ πρόγραμμα, διεκδικώντας γιὰ τὴν ζωντανὴ γλώσσα τοῦ λαοῦ τὸ δικαίωμα νὰ ἀποτελέσει ὄχι μόνο γλώσσα τῆς λογοτεχνίας, ἀλλὰ εὐρύτερα γλώσσα τοῦ ἔθνους.
Ἡ ἀντίθεσι δὲν ἦταν ἁπλῶς γλωσσολογική. Στὴν Ἑλλάδα τοῦ τέλους τοῦ 19ου αἰῶνος ἡ γλῶσσα εἶχε ἀποκτήσει ἰσχυρὸ συμβολικὸ περιεχόμενο. Ἡ καθαρεύουσα καὶ γενικότερα ἡ λόγια γλωσσικὴ παράδοσι προβάλλονταν ἀπὸ τοὺς ὑποστηρικτές τους ὡς γέφυρα ποὺ συνέδεε τὸ νεώτερο ἔθνος μὲ τὴν ἀρχαιότητα καὶ ἐπιβεβαίωνε τὴν ἱστορικὴ συνέχειά του. Ἀντίθετα, ἡ ριζοσπαστικὴ δημοτικὴ τοῦ ψυχαρικοῦ κύκλου μποροῦσε νὰ ἐκληφθῆ ἀπὸ τοὺς πολεμίους της ὡς ἀπότομη ρήξι μὲ τὴν λόγια παράδοσι. Ἔτσι, ἕνα ζήτημα γλωσσικῆς μορφῆς μεταβαλλόταν εὔκολα σὲ ζήτημα ἐθνικῆς αὐτοσυνειδησίας.
Στὸ ἤδη φορτισμένο αὐτὸ κλίμα προστέθηκε τὸ τραῦμα τοῦ ἑλληνοτουρκικοῦ πολέμου τοῦ 1897. Ἡ ταπεινωτικὴ ἥττα ἔπληξε τὴν αὐτοπεποίθησι τῆς χώρας καὶ τὸ κῦρος τοῦ πολιτικοῦ συστήματος καὶ τῆς βασιλικῆς οἰκογένειας. Ὁ διάδοχος Κωνσταντῖνος, ὡς ἀρχιστράτηγος τοῦ στρατοῦ τῆς Θεσσαλίας, βρέθηκε στὸ ἐπίκεντρο τῆς δημόσιας κριτικῆς γιὰ τὴν ἀνεπιτυχῆ διεξαγωγὴ τῶν ἐπιχειρήσεων καὶ τὶς διαδοχικὲς ὑποχωρήσεις, οἱ ὁποῖες ἔγιναν ἀντικείμενο καὶ τῆς δηκτικῆς σάτιρας τοῦ Γεωργίου Σουρῆ. Μέσα στὸ κλίμα αὐτὸ ἀπέκτησε ἰδιαίτερη συμβολικὴ σημασία ἡ παρουσία τῆς βασίλισσας Ὄλγας στὰ στρατιωτικὰνοσοκομεῖα, ὅπου ἐπισκεπτόταν τραυματίες. Ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὶς προσωπικὲς φιλανθρωπικὲς καὶ θρησκευτικὲς προθέσεις της, ἡ δραστηριότητα αὐτὴ μποροῦσε νὰ λειτουργήσει κατευναστικὰ ἀπέναντι στὸ τρωθὲν κῦρος τῆς δυναστείας.
Κατὰ τὶς ἐπισκέψεις της ἡ Ὄλγα φέρεται νὰ διαπίστωσε ὅτι πολλοὶ τραυματίες δυσκολεύονταν νὰ κατανοήσουν τὸ πρωτότυπο εὐαγγελικὸ κείμενο. Ἡ ἐμπειρία αὐτὴ συνέβαλε στὴν πρωτοβουλία της γιὰ ἀπόδοσι τοῦ Εὐαγγελίου σὲ ἁπλούστερη
νεοελληνικὴ γλώσσα, ἔργο ποὺ ἀνέλαβε ἡ γραμματέας της ἸουλίαΣωμάκη, μὲ τὴν συνδρομὴ καὶ θεολόγων[3].
εικ. 2. Η βασίλισσα Όλγα, https://el.wikipedia.org/wiki.
Ἡ περίπτωσι τῆς βασίλισσας Ὄλγας δείχνει ἤδη ὅτι τὸ σχῆμα «προοδευτικοὶ δημοτικιστὲς ἐναντίον συντηρητικῶν καθαρευουσιάνων» δὲν ἐπαρκεῖ γιὰ τὴν ἑρμηνεία τῶν Εὐαγγελικῶν. Οὔτε ἡ Ὄλγα οὔτε τὸ Παλάτι μποροῦν νὰ ἐνταχθοῦν ἁπλῶς σὲ ἕνα νεωτερικὸδημοτικιστικὸ στρατόπεδο. Τὸ πραγματικὸ ἐρώτημα ἦταν πολὺ συνθετότερο: ποιός δικαιοῦται νὰ μεταφράζει τὸ ἱερὸ κείμενο, μὲ ποιά γλωσσικὴ μορφή, ὑπὸ ποιά ἐκκλησιαστικὴ αὐθεντία καὶ μέχρι ποιοῦ σημείου ἡ μετάφρασι μπορεῖ νὰ ὑποκαταστήσει τὸ πρωτότυπο.
Χαρακτηριστικὴ εἶναι ἡ προγενέστερη προσπάθεια τοῦ θρησκευτικοῦ Συλλόγου «Ἀνάπλασις», ὁ ὁποῖος κυκλοφόρησε τὸ 1900 τὸ Κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγέλιον μὲ σύντομη ἑρμηνευτικὴπαράφρασι σὲ ἁπλὴ καθαρεύουσα[4]. Τὸ πρωτότυπο κείμενο παρέμενε αὐτούσιο καὶ ἡ ἑρμηνεία τὸ συνόδευε. Ἐπιπλέον, ἡ προσπάθεια εἶχε κινηθῆ ἐντὸς ἐκκλησιαστικοῦ πλαισίου, μὲ ἐπικοινωνία καὶ ἔλεγχο ἀπὸ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο καὶ τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος. Ἡ ἀρχικὴ πατριαρχικὴ καθοδήγησι εἶχε δοθῆ ἤδη ἐπὶ Ἀνθίμου Ζ΄, ἐνῶ ἡ διαδικασία ἐλέγχου καὶ διορθώσεων συνεχίσθηκε μέχρι τὴν τελικὴ κυκλοφορία τῆς ἔκδοσης.
Ἡ πραγματικὴ ἔκρηξι ἦλθε τὸ φθινόπωρο τοῦ 1901, ὅταν ἡ Ἀκρόπολις τοῦ Βλάση Γαβριηλίδη ἄρχισε νὰ δημοσιεύει σὲ συνέχειες τὴ μετάφρασι τοῦ Ἀλεξάνδρου Πάλλη μὲ τὸν χαρακτηριστικὸ τίτλο «Τὸ Εὐαγγέλιον εἰς τὴν γλῶσσαν τοῦ λαοῦ». Ὁ Πάλλης, στενὰ συνδεδεμένος μὲ τὸ δημοτικιστικὸ κίνημα, δὲν ἐπέλεξε μία ἁπλουστευμένη καθαρεύουσα οὔτε μία παράφρασι ποὺ θὰ συνόδευε τὸ πρωτότυπο, ἀλλὰ μία αὐτοτελῆ μετάφρασι σὲ ἔντονα λαϊκὴ καὶ ψυχαρικὴ δημοτική.
Ἡ δημοσίευσι αὐτὴ λειτούργησε ὡς πυροκροτητής. Ἡ ἔντασι τροφοδοτήθηκε ἀπὸ τὴν μετατραυματικὴ ἐθνικὴ ἀνασφάλεια μετὰ τὸ 1897, ἀπὸ τὸν φόβο τοῦ πανσλαβισμοῦ καὶ τῆς ρωσικῆς ἐπιρροῆς στὰ Βαλκάνια, ἀπὸ τὶς ὑποψίες γιὰ προτεσταντικὲςἱεραποστολικὲςἐπιδράσεις, ἀπὸ τὴν ὀξύτητα τοῦ Γλωσσικοῦ καὶ ἀπὸ τὶς πολιτικὲς ἀντιθέσεις τῆς περιόδου. Ἡ ρωσικὴκαταγωγὴ τῆς βασίλισσας Ὄλγας προσέφερε μάλιστα εὔφορο ἔδαφος γιὰ ὑπερβολὲς καὶ συνωμοσιολογικὲςἑρμηνεῖες, μὲ τὴν μετάφρασι νὰ παρουσιάζεται ἀπὸ τοὺς ἀκραίους πολεμίους της ὡς μέρος ένός εὐρύτερου «σλαβικοῦ» σχεδίου.
Ἐξίσου σημαντικὴ ἦταν ἡ θρησκευτικὴ διάστασι. Στὴν ὀρθόδοξη παράδοσι τὸ Εὐαγγέλιο δὲν ἀποτελεῖ μόνο κείμενο πρὸς ἀνάγνωσι καὶ κατανόησι, ἀλλὰ καὶ λειτουργικὸ λόγο, ἐνταγμένο στὴν λατρευτικὴ ζωὴ καὶ στὴν συλλογικὴ μνήμη τῆς Ἐκκλησίας. Γιὰ σημαντικὸ μέρος τῶν ἀντιδρώντων, ἡ μεταφορὰ τοῦ εὐαγγελικοῦ λόγου σὲ ἕνα ἰδίωμα τῆς καθημερινῆς ὁμιλίας δὲν ἀποτελοῦσε ἁπλῶς ἀλλαγὴ γλωσσικοῦ κώδικος· ἐκινδύνευε νὰ ἐπιφέρει ὑφολογικὴ καὶ ἐνδεχομένως θεολογικὴ ἀλλοίωσι, ἀπομακρύνοντας τὸ κείμενο ἀπὸ τὴν παραδεδομένη λειτουργικὴ καὶ ἐκκλησιαστικὴ του πρόσληψι.
Παράλληλα, ὑπῆρχε ὁ φόβος ὅτι ἡ ἐλεύθερη κυκλοφορία μεταφράσεων θὰ ἐνίσχυεἀτομικὲς καὶ
ἀνεξέλεγκτεςἑρμηνεῖες τῆς Γραφῆς, ἀποδυναμώνοντας τὸν ἑρμηνευτικὸ καὶ κατηχητικὸ ρόλο τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ μνήμη τῆς Δυτικής Μεταρρύθμισης καὶ ἡ δραστηριότητα προτεσταντικῶνἱεραποστολῶν στὸν ἑλληνικὸ χῶρο, ἐνίσχυαν αὐτὴ τὴν καχυποψία. Έτσι, η πράξι του Ἀλ. Πάλλη ερμηνεύθηκε ως ὑπόγεια θεολογική ἀπειλή, ἀκόμη κι' ἄν ὁ ἴδιος δέν εἶχε τέτοια πρόθεσι[5].
εικ. 3. Ἀλέξανδρος Πάλλης
Ἔτσι, ἡ μετάφρασι τοῦ Ἀλ. Πάλλη ὑπῆρξε περισσότερο ἀφορμὴ παρὰ αὐτοτελὲς αἴτιο. Τὰ Εὐαγγελικὰκατανοοῦνται πληρέστερα ὄχι ὡς μία ἁπλὴ ἀναμέτρησι «προοδευτικῶν» καὶ «συντηρητικῶν», ἀλλὰ ὡς κρίσι ταυτότητας τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας στὸ μεταίχμιο «Παραδόσεως καὶ Νεωτερικότητας». Στὸ βάθος τῆς σύγκρουσης βρισκόταν τὸ ἐρώτημα: ποιά γλώσσα μπορεῖ νὰ ἐκφράζει συγχρόνως τὸ ἱερὸ καὶ τὸ ἐθνικό, χωρὶς ἡ κοινωνία νὰ αἰσθάνεται ὅτι ἀποκόπτεται ἀπὸ τὴν ἱστορικὴ της συνέχεια.

ΙΙ. Οἱ ἀντιδράσεις τῶν φορέων καὶ ἡ κορύφωσι τῆς κρίσης
Οἱ ἀντιδράσεις ὀργανώθηκαν γρήγορα καὶ προσέλαβαν διαστάσεις χιονοστιβάδας. Τὸ Πανεπιστήμιο Ἀθηνῶν, καθηγητὲς καὶ φοιτητές, ἀναδείχθηκε σὲ βασικὸ κέντρο τῆς ἀντίδρασης. Ἰδιαίτερα ἔντονη ὑπῆρξε ἡ παρουσία τοῦ καθηγητοῦ Γεωργίου Μιστριώτη, ἑνὸς ἀπὸ τοὺς μαχητικώτερουςὑπερασπιστὲς τῆς λόγιας γλωσσικῆς παράδοσης. Ἡ Θεολογικὴ Σχολὴ καταδίκασε τὴν μετάφρασι, θεωρώντας ὅτι ἡ δημοσίευσί της ἀποτελοῦσε προσβολὴ τοῦ θρησκευτικοῦ αἰσθήματος καὶ «γελοιοποίησιν τῶν τιμαλφεστέρων τοῦ Ἔθνους κειμηλίων».
Ἡ ἔντασι μεταφέρθηκε γρήγορα ἀπὸ τὶς αἴθουσες τοῦ Πανεπιστημίου στὸν δρόμο, ὅπου ἕνα ἀπό τά κυρίαρχα συνθήματα ἦταν: «Πυρπολήσατε τήν μετάφρασιν τῆς Σλαύας», «Κάτω τα ρούβλια![6]. Φοιτητὲς ὀργάνωσαν συγκεντρώσεις καὶ διαδηλώσεις, ἐνῶ ἡ ἐφημερίδαἈκρόπολις βρέθηκε στὸ ἐπίκεντρο τῶν ἐπιθέσεων. Ἡ ἀντιπαράθεσι δὲν ἀφοροῦσε πλέον μόνο τὸ μεταφραστικὸ ἐγχείρημα, ἀλλὰ καὶ τὴν ἴδια τὴν στάσι τῆς ἐφημερίδας, ἡ ὁποία ἀπαντοῦσε μὲ ὀξύτητα στοὺς πανεπιστημιακοὺς πολεμίους της. Ἡ δημοσίευσι τῆς μετάφρασης τελικὰ διεκόπη, χωρὶς ὅμως ἡ ὑποχώρησι αὐτὴ νὰ κατορθώσει νὰ ἀνακόψει τὴ δυναμικὴ τῶν γεγονότων.
εικ. 4 : Ο Μ
ητροπολίτης Αθηνών (αρχιεπίσκοπος) Προκόπιος
Ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καὶ ὁ Μητροπολίτης Ἀθηνῶν Προκόπιος Β΄ Οἰκονομίδης βρέθηκαν σὲ δυσχερῆ θέσι. Ἡ ἀρχικὴ τους στάσι ἦταν περισσότερο συγκρατημένη, γεγονὸς ποὺ ἀργότερα ἑρμηνεύθηκε ἀπὸ τοὺς ἀντιδρώντες ὡς ἀνεπίτρεπτηἀνοχὴ ἢ ὀλιγωρία. Ὁ Προκόπιος, ἄλλωστε, εἶχε ἐμπλακῆ καὶ στὴν προηγούμενη προσπάθεια τῆς βασίλισσας Ὄλγας, πράγμα ποὺ τὸν καθιστοῦσε περισσότερο εὐάλωτο στὶς κατηγορίες τῶν ἀντιπάλων τῆς μετάφρασης.
Ἀποφασιστικὴ ὑπῆρξε καὶ ἡ παρέμβασις τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Ὁ Ἰωακεὶμ Γ΄,[7] ὁ ὁποῖος εἶχε ἐπανεκλεγῆ στὸν Οἰκουμενικὸ Θρόνο τὸν Μάιο τοῦ 1901, διαδεχόμενος τὸν Κωνσταντῖνο Ε΄, ἀντιτάχθηκε στὴν μετάφρασι τοῦ Πάλλη και με Συνοδική Εγκύκλιο της 8ης Οκτωβρίου 1901, χαρακτηρίζει τήν γλῶσσα τοῦ Πάλλη «καινοφανές χυδαϊκόν γλωσσικόν σύστημα» καί τήν κρίνει ἀπρόσφορη γιά τήν ἀπόδοσι «τῶν εὐαγγελικῶν ρημάτων καί νοημάτων».
Ἡ διατύπωσι, μάλιστα, διπλωματικά στρεφόταν ὄχι μόνο κατά μεμονωμένων λαϊκῶν λέξεων, ἀλλά κατά τοῦ ἴδιου τοῦ ψυχαρικού γλωσσικοῦ συστήματος πού θεωροῦνταν τεχνητή καί ἀκραία ἐφαρμογή τῆς δημοτικῆς. Ἡ Πατριαρχική καί Συνοδική στάσι δέν πρέπει ὅμως νά ἑρμηνευθῆ ἁπλῶς ὡς ἄρνησι νά κατανοήσει ὁ λαός τό Εὐαγγέλιο. Ἡ προηγούμενη ἀποδοχή τῆς ἑρμηνευτικῆς παράφρασης τῆς «Ἀναπλάσεως» δείχνει ὅτι τό κρίσιμο ζήτημα ἦταν ὁ χαρακτῆρας τῆς μετάφρασης, ἡ γλωσσική μορφή της καί κυρίως ἡ ὑπαγωγή της ἤ μή σέ ἐκκλησιαστικό ἔλεγχο.
Ὑπὸ τὴν πίεσι τοῦ Πατριαρχείου, τοῦ Πανεπιστημίου, τοῦ Τύπου καὶ τῆς ὀγκούμενης λαϊκῆς ἀντίδρασης, και ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἔλαβε τελικὰ σαφέστερη καταδικαστικὴ θέσι. Ἡ σχετικὴ βραδύτητα τῆς Συνοδικῆς ἀντίδρασης ἐπιβάρυνε τὴν θέσι τοῦ Προκοπίου, ὁ ὁποῖος βρέθηκε σταδιακὰ μεταξὺ ἀλληλοσυγκρουόμενων πιέσεων: τοῦ Παλατιοῦ, τῆς κυβέρνησης, τοῦ Πατριαρχείου, τοῦ Πανεπιστημίου καὶ τῆς κοινῆς γνώμης.
Ἰδιαίτερο ρόλο στὴν ὄξυνσι τῆς κρίσης διαδραμάτισε ὁ Τύπος. Ἐφημερίδες ὅπως τὸ Σκριπ[8], οἱ Καιροί[9] καὶ τὸ Ἐμπρός[10] υἱοθέτησαν σφοδρὴ πολεμικὴ ἐναντίον τῆς μετάφρασης καὶ τῶν δημοτικιστῶν. Χαρακτηρισμοὶ ὅπως «μαλλιαροί»[11], «ἄθεοι» καὶ «ἐθνοφθόροι» ἀποκαλύπτουν ὅτι ἡ γλωσσικὴ διαφωνία εἶχε ἤδη μετατραπῆ σὲ σύγκρουσι πολιτισμικῶν καὶ ἐθνικῶν ταυτοτήτων. Ἡ «Ἀκρόπολις» παρέμεινε οὐσιαστικῶς ἀπομονωμένη, μὲ μόνη συμπαραστάτη τὴν ἐφημερίδα «Ἄστυ», ἡ ὁποία ὑπερασπίστηκε ἀρχικῶς τὸ δικαίωμα τοῦ λαοῦ νὰ κατανοῆ τὸν θεῖο λόγο στὴν γλῶσσα του.
Στὶς 5 καὶ 6 Νοεμβρίου, οἱ φοιτητές, ἐνισχυμένοι καὶ ἀπὸ τὴν πολιτικὴ κάλυψι τῆς «Δεληγιαννικῆς» ἀντιπολίτευσης, πραγματοποίησαν διαδηλώσεις στὸ κέντρο τῆς Ἀθήνας. Συγκρούστηκαν μὲ τὴν ἀστυνομία καὶ προέβησαν στον λιθοβολισμὸ τῶν γραφείων τῆς «Ἀκροπόλεως». Ἔτσι οἱ κινητοποιήσεις ἐντάθηκαν: Οἱ φοιτητικές διαδηλώσεις, οἱ συγκεντρώσεις πολιτῶν, ἡ πολιτικὴ ἐκμετάλλευσι τῆς κρίσης καὶ ἡ ὀξύτατη δημοσιογραφικὴ πολεμικὴ δημιούργησαν ἕνα περιβάλλον μέσα στὸ ὁποῖο ἡ ἀρχικὴ φιλολογικὴ καὶ θεολογικὴ διαφωνία εἶχε πλέον ὑποχωρήσει μπροστὰ στὴν δυναμικὴ τῆς μαζικῆς κινητοποίησης.
Ἡ κορύφωσι ἦλθε στὸ μεγάλο συλλαλητήριο στοὺς Στύλους τοῦ Ὀλυμπίου Διός. Ἡ συγκέντρωσι προσέλαβε μαζικὸ χαρακτῆρα (περιλαμβάνονταν φοιτητές, μέλη ἐπαγγελματικῶνσυντεχνιῶν, τα ὁποῖα αποφάσισαν «πάνδημονλαϊκόν συλλαλητήριον, μετά των κκ. Φοιτητῶν, εἰς τούς Στύλους τοῦ Ὀλυμπίου Διός») καὶ πλήθη πολιτῶν,[12]πού ἀπαιτούσαν τὸν ἀφορισμὸ τῶν μεταφραστῶν καὶ τῆς βασίλισσας.
ε
ικ.5: Ο Γεώργιος Ν. Θεοτόκης, έργο του Γ. Σαμαρτζή σε καρτ ποστάλ της εταιρείας Άσπιώτη, https://el.wikipedia.org/wik
Ὅταν ὅμως τό ἐξαγριωμένο πλῆθος κινήθηκε ἀπειλητικῶς πρὸς τὰ Ἀνάκτορα καὶ τὴν Ἀρχιεπισκοπή, ἡ Χωροφυλακὴ καὶ τμήματα τοῦ Στρατοῦ ἔχασαν τὸν ἔλεγχο. Ὁ επικεφαλῆς τοῦ ναυτικοῦἀγήματος διέταξε «πῦρ ὁμαδόν». Καθὼς ὁρισμένοιδιαδηλωτὲςὁπλοφοροῦσαν καὶ ἀνταπέδωσαν τοὺς πυροβολισμούς, ἡ διαδήλωσι μετατράπηκε σὲ αἱματηρὴ σύρραξι. Τὸ τίμημα ὑπῆρξε βαρύ: ἔντεκα νεκροί (φοιτητὲς καὶ πολῖτες) καὶ περισσότεροι ἀπὸ ὀγδόντα τραυματίες, ἐνῶ τὸ Πανεπιστήμιο τελοῦσε ὑπὸ κατάληψι γιὰ ἡμέρες. Οἱ νεκροὶ καὶ οἱ πολλοὶ τραυματίες μετέβαλαν τὰ Εὐαγγελικὰ ἀπὸ γλωσσικὴ καὶ ἐκκλησιαστικὴ κρίσι σὲ μεῖζον πολιτικὸ γεγονός.
Οἱ συνέπειες ὑπῆρξαν ἄμεσες. Ὁ Μητροπολίτης Προκόπιοςἐξαναγκάσθηκε σὲ παραίτησι, ἀφοῦ ἡ ἀρχικὴ διστακτικότητά του καὶ ἡ σχέσι του μὲ τὴν προηγούμενη μεταφραστικὴ πρωτοβουλία τῆς βασίλισσας Ὄλγας εἶχαν καταστῆ ἀντικείμενο σφοδρῆς κριτικῆς. Ἀκολούθησε ἡ πτῶσι τῆς κυβέρνησης τοῦ Γεωργίου Θεοτόκη, παρὰ τὴν κοινοβουλευτικὴ στήριξι ποὺ διέθετε. Ἡ αἱματοχυσία εἶχε πλέον καταστήσει πολιτικὰδυσχερῆ τὴν παραμονή της στὴν ἐξουσία.
Ἡ πολιτική κα
ί ἐκκλησιαστική ἀναστάτωσι πού προκάλεσαν τά Εὐαγγελικά τοῦ 1901 δέν ἐξαντλήθηκε μέ τίς ἀνωτέρω παραιτήσεις, ἀλλά ἄφησε βαθύτερο θεσμικό ἀποτύπωμα κατά τήν ἑπόμενη δεκαετία. Μετά τόν Θεοτόκη ἀκολούθησε περίοδος συχνῶν κυβερνητικῶν μεταβολῶν, μέ τήν ἐναλλαγή στήν πρωθυπουργία τῶν Ἀλεξάνδρου Ζαΐμη, Θεοδώρου Δηλιγιάννη, Δημητρίου Ράλλη καί ἐκ νέου Γεωργίου Θεοτόκη, ἐνῶ μετά τό Κίνημα στό Γουδί (1909) ἀνέλαβαν διαδοχικά ὁ Κυριακούλης Μαυρομιχάλης καί ὁ Στέφανος Δραγούμης, ἕως τήν ἄνοδο τοῦ Ἐλευθερίου Βενιζέλου στήν πρωθυπουργία τόν Ὀκτώβριο τοῦ 1910.
Ἡ μνήμη τῶν Εὐαγγελικῶν παρέμεινε ζωντανή καί ἐπανεμφανίσθηκε καί στίς μεταγενέστερες συζητήσεις γιά τήν γλῶσσα, τήν παιδεία καί τήν Ἁγία Γραφή. Χαρακτηριστική τῆς σύνδεσης τοῦ Γλωσσικοῦ μέ τήν ἐθνική καί τήν θρησκευτική ἰδεολογία ὑπῆρξε ἡ κοινοβουλευτική παρέμβασι τοῦ βουλευτοῦ Οἰτύλου Κυριακούλη Μαυρομιχάλη τήν 27η / Φεβρουαρίου 1907. Κατά τήν συζήτησι τοῦ νομοσχεδίου περί διδακτικῶν βιβλίων πρότεινε τροπολογία, σύμφωνα μέ τήν ὁποία αὐτά ἔπρεπε νά συντάσσονται «ἐν γλώσσῃἁπλῇ καί καθαρευούσῃ ἵνα μή εἰσβάλῃ ὁ χυδαϊσμός εἰς τό Σχολεῖον».Ὑπερασπιζόμενος τήν καθαρεύουσα, ἐπικαλέστηκε ἀφ' ἑνός τήν ἑλληνική γλῶσσα ὡς «θεμέλιον λίθον τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν ἑνότητος» καί ἀφ’ ἑτέρου τόν ἰδιαίτερο ἱερό χαρακτῆρα της, φθάνοντας στήν χαρακτηριστική διατύπωσι ὅτι οἱ Ἕλληνες καλοῦνταν νά ἐγκαταλείψουν «τήν γλῶσσαν, τήν ὁποίαν ὁ Θεός δίς ἐμφαντικώτατα μετεχειρίσθη (Π.Δ., Κ.Δ.)», καί ὅτι «ἡμεῖς παραινούμεθα νά παραιτηθῶμεν τῆς γλώσσης, τήν ὁποίαν ὡμίλησεν ὁ Θεός;".
εικ. 6 Κυριακούλης Μαυρομιχάλης
Ἡ τροπολογία δέν ἔγινε τελικά δεκτή, τό ἐπεισόδιο ὅμως ἀποκαλύπτει παραστατικά ὅτι στίς ἀρχές τοῦ 20οῦ αἰῶνα τό Γλωσσικό εἶχε ὑπερβῆ τά ὅρια μιᾶς φιλολογικῆς διαμάχης: ἡ καθαρεύουσα μποροῦσε νά νοηθῆ συγχρόνως ὡς θεματοφύλακας τῆς ἐθνικῆς συνέχειας, τῆς ὀρθόδοξης παράδοσης καί τῆς ἑλληνικῆς παιδείας[13].
Ἡ σημαντικώτερη θεσμική συνέπεια ἐμφανίσθηκε κατά τήν συνταγματική ἀναθεώρησι τοῦ 1911, ὅταν κατοχυρώθηκε συνταγματικά τό ἀναλλοίωτο τοῦ κειμένου τῶν Ἁγίων Γραφῶν στό ἄρθρο 2.2 τοῦ ἀναθεωρημένου Συντάγματος καί ὁρίστηκε ὅτι ἡ ἀπόδοσι του σέ ἄλλον γλωσσικό τύπο δεν ἐπιτρέπεται χωρίς προηγούμενη ἐκκλησιαστική ἔγκρισι. Ἡ διάταξι μπορεῖ δικαιολογημένα νά θεωρηθῆ θεσμικός ἀπόηχος τῶν Εὐαγγελικῶν: μία κρίσι πού εἶχε ἀρχίσει ἀπό τήν μετάφρασι ἑνός κειμένου καὶ εἶχε τελικά ἀποκτήσει (ἀναλλοίωτη) συνταγματική διάστασι πού δέσμευσε πολιτεία καί κοινωνία γιά δεκαετίες. Ἄλλαξε "ἄκομψα και ἀπαράσκευα" ἐπί πρωθυπουργίας τοῦ Γεωργίου Ράλλη τό 1976.
ΙΙΙ. Ἀλήθεια καὶ μυθοπλασία σχετικὰ μὲ τὴν γλώσσα τῆς μετάφρασης
Ἡ κρίσι τῶν Εὐαγγελικῶν ἔδειξε μέ δραματικό τρόπο πῶς ἕνα πνευματικό καί γλωσσικό ζήτημα μπορεῖ νά ἐργαλειοποιηθῆ πολιτικά, νά φορτισθῆ μέ ἐθνικούς φόβους καί νά μεταφερθῆ ἀπό τό πεδίο τῶν ἰδεῶν στό πεδίο τῆς βίας. Μόλις δύο χρόνια ἀργότερα, τό 1903, ἡ Ἀθήνα γνώρισε τά λεγόμενα «Ὀρεστειακά», αὐτή τήν φορά μέ ἀφορμή τήν μετάφρασι τῆς τραγωδίας τοῦ Αἰσχύλου στήν δημοτική.[14]
Οἱ ἀντιδρῶντες στήν μετάφρασι τοῦ Πάλλη (Ἐκκλησία, Τύπος, Πανεπιστήμιο, πολῖτες) τήν χαρακτήριζαν «βέβηλη» καί «χυδαία». Ὁ χαρακτηρισμός «χυδαία γλῶσσα», ὁ ὁποῖος χρησιμοποιήθηκε πολεμικά γιά τήν δημοτική τοῦ Ἀλ.Πάλλη, πρέπει νά κατανοηθῆ μέ βάσι τήν ἱστορική σημασιολογία τοῦ ἐπιθέτουχυδαῖος. Ἡ λέξι, συνδεόμενη ἐτυμολογικῶς μέ τό ἀρχαῖο ἐπίρρημαχύδην («σωρηδόν, ἀδιακρίτως»), δήλωνε ἤδη ἀπό παλαιότερες περιόδους τό κοινό, τό ἀνῆκον στό πλῆθος καί, κατ’ ἐπέκτασι, τό ἀγοραῖο ἤ μή πεπαιδευμένο. Ἀπό τήν κοινωνική αὐτή σημασία ἀναπτύχθηκαν βαθμιαῖα οἱ ἀπαξιωτικές σημασίες «εὐτελής», «ἄξεστος», «πρόστυχος».
Ἔτσι, ὅταν οἱ ἀντίπαλοι τοῦ Πάλλη χαρακτήριζαν τήν «γλῶσσα» του «χυδαία», δέν τήν κατηγοροῦσαν κατ’ ἀνάγκην ὡς ἄσεμνη· χαρακτήριζαν τήν δημώδη, καθημερινή γλῶσσα τοῦ κοινοῦ λαοῦ ὡς γλωσσικῶς κατώτερη καί ὑφολογικῶς ἀνάξια τοῦ ἱεροῦ κειμένου. Ὁ ὅρος λειτούργησε ἑπομένως διττῶς: περιγραφικῶς παρέπεμπε στήν λαϊκή γλωσσική χρῆσι, ἐνῶ ἀξιολογικῶς τήν μετέτρεπε σέ «ἀγοραία» καί «εὐτελῆ» μορφή λόγου. Στήν πολεμική τῶν «Εὐαγγελικῶν», συνεπῶς, ἡ λέξι «χυδαία» ὑπῆρξε ὄχι ἁπλῶς γλωσσικός χαρακτηρισμός ἀλλά ἰδεολογικό ὅπλο ἀπαξίωσης τοῦ δημοτικισμοῦ.
Τό πραγματικό «σκάνδαλο», ἑπομένως, γιά σημαντικό μέρος τῶν ἀντιδρώντων δέν ἦταν ὅτι ὁ Ἀλ.Πάλλης χρησιμοποιοῦσε μερικές «ἄσχημες» λέξεις, ἀλλά ὅτι καταργοῦσε τήν νοητή ἀπόστασι ἀνάμεσα στήν γλῶσσα τῆς καθημερινότητας καί στήν γλῶσσα τοῦ ἱεροῦ. Ἐκκλησιαστικοί κύκλοι ὑποστήριζαν μάλιστα ὅτι ἡ δημοτική ἀδυνατοῦσε νά ἀποδώσει ὑψηλές δογματικές ἔννοιες, ὅπως τήν Τριαδικότητα, τήν Ἐνανθρώπησι, τήν Θεία Χάρι κ.λπ, μέ ἀποτέλεσμα ἡ ἁπλοποίησι τους νά ἀγγίζη τά ὅρια τῆς αἵρεσης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα θεωροῦνταν τό ἐνδεχόμενο παραφθορᾶς τοῦ θεολογικοῦ βάθους τοῦ κατά Ἰωάννη Εὐαγγελίου (Ιωαν.1,1:) Ἐν ἀρχή ἦν ὁ Λόγος, καί ὁ Λόγος ἦν πρός τόν Θεόν, καί Θεός ἦν ὁ Λόγος.) Εἶναι ἀδύνατο νά διανοηθῆ κανείς μία ἀπόδοσι τοῦ τύπου: Στήν ἀρχή ἦταν ἡ κουβέντα, ἤ ὁ λόγος (ὁμιλία, ἤ φιλοσοφικός λόγος) καί ὁ λόγος ἦταν κοντά στόν θεό καί ὁ θεός ἦταν ὁ λόγος,θά ἀκύρωνε πλήρως τήν δογματική ἑρμηνεία τοῦ «Λόγου» ὡς δευτέρου προσώπου τῆς ἁγίας Τριάδος.
Πράγματι, ἡ μετάφρασι τοῦ Πάλλη περιλαμβάνει ἀποδόσεις πού μποροῦσαν νά ἀκούγονται ἰδιαίτερα οἰκεῖες δηλ. τῆς καθομιλουμένης στό ἀναγνωστικό κοινό τοῦ 1901. Γιά παράδειγμα, τό «Πάτερ ἡμῶν» ἀπό τό 6ο κεφάλαιο τοῦ Κατά Ματθαῖον, τό μεταφράζει ὡς ἑξῆς:
Πατέρα μας ἐσύ μέσ’ στά οὐράνια, ἅγιο ἄς εἶναι τ’ ὄνομα σου, ἄς ἔρθει ἡ βασιλεία σου, ἄς γίνει τό θέλημα σου, ὅπως στόν οὐρανό ἔτσι καί στή γῆ· τό ψωμί μας ὅσο μᾶς πέφτει δῶσε μας σήμερα, καί χάρισε μας τά χρέη μας, ὅπως κι' ἐμεῖς χαρίσαμε σ’ ὅσους μᾶς χρωστοῦν καί μή μᾶς βάλεις σέ πειρασμό, μόνε γλύτωσε μας ἀπό τόν Κακό.
Ἀντίστοιχα, στήν ἀφήγησι τῆς Σταύρωσης τά «ἱμάτια» γίνονται «φορέματα», ὁ «χιτών» «πουκάμισο», τό «ὑφαντός δι’ ὅλου» «φασμένο ἀπό τά πάνου ὡς τήν ἄκρη», ἐνῶ γιά τόν κλῆρο οἱ στρατιῶτες λέγουν «ἄς βάλουμε λαχνό ποιός νάν τό πάρει».[15]
Ἐπίσης μέσα στό πνεῦμα τῆς σκληρῆς ἐπίκρισης, διακωμώδησης - γενικῶς ἐναντίον τῶν δημοτικιστῶν (μαλλιαρῶν) - πλάστηκε μιά «πολεμική» φρασεολογία ἀποδιδόμενη στήν μετάφρασι τοῦ Ἀλ. Πάλλη. Μερικά παραδείγματα αὐτῆς τῆς μυθοπλασίας, - ἐκ τῶν ὁποίων μάλιστα κάποια ὄντως προξενοῦν θυμηδία -εἶναι καί τά κάτωθι:
ü «Μυστικὸς Δεῖπνος» →«Κρυφὸ τσιμπούσι»: Ἡ φράσι «Μυστικὸς Δεῖπνος» δὲν ὑπάρχει κἂν ὡς αὐτοτελὴς ἔκφρασι στὸ κείμενο τῆς Καινῆς Διαθήκης. Ὡστόσο, ὁ Γεώργιος Σουρῆς, τέσσερα χρόνια ἀργότερα (1905), χολωμένος ἀπὸ μιὰ ἀρνητικὴ κριτικὴ τοῦ Ψυχάρη, ἐπιτέθηκε στοὺς δημοτικιστὲς ἐνσωματώνοντας τὴν δηκτικὴ αὐτὴ φράσι στὸν Ρωμηό του:
«Σοῦ ’πα: τοὺς ῥυθμοὺς παράτα τῶν πεζῶν τῶν ἀναπαίστων
καὶ τὸν Μυστικὸ τὸν Δεῖπνο, Μυστικὸ Τσιμπούσι πές τον»(Ρωμηός, τ. 877, 29.1.1905).
ü «Τὰς κεφαλὰς ἡμῶν τῷ Κυρίῳκλίνωμεν» →«Κάτωτὶς κοῦτρες σας»:Εὐχὴ τῆς Θείας Λειτουργίας (ὄχι τῆς Κ.Δ.) ποὺ χρεώθηκε σκωπτικῶς στὸν Πάλλη.
ü «Οὐαὶ ὑμῖν Γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι» →«Φωτιὰ στὰ μπατζάκια σας γραμματισμένοι Φαρισαῖοι »: Ὁ Πάλλης ἔγραφε: «Ἀλίμονό σας, διαβασμένοι καὶ Φαρισαῖοι, ὑποκριτάδες» (Ματθ. 23, 13).
ü «ἆρονἆρον, σταύρωσον αὐτόν» →«Γλήγορασήκωσέτονκαὶ κάρφωσέ τον»: Ὁ Πάλλης ἔγραψε: «Κράξανε λοιπὸν ἐκεῖνοι: πάρτον, πάρτον, σταύρωσέ τον» (Ἰωάν. 19, 15).
ü «Μνήσθητι μου, Κύριε ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου...» →«Θυμήσουμε, ἀφέντη, ὅταν ἔρθῃς στὰ πράματα!»:
Ὁ Πάλλης ἔγραφε: «Ἰησοῦ, θυμήσου με, ὅταν πᾷς στὴ βασιλεία σου» (Λουκ. 23, 42).
ü «Μή μου ἅπτου» →«Μαγδαληνή, μὴ μοῦ βάζῃς χέρι! »: Διαστρέβλωσι τῆς ἁπλῆς ἀπόδοσης τῆς δημοτικῆς.
ü «Χριστὸς Ἀνέστη» →«Ὁ Χριστὸς ἀνεστάθη, σκώθκε»: Σατιρικὴ παραποίησι.
ü «Χαῖρε Νύμφη ἀνύμφευτε» →«Γιὰ χαρά σου, νύφη ἀπάντρευτη»: Ὕμνος τοῦ Ἀκαθίστου (ὄχι τῆς Κ.Δ.) ποὺ ἐπίσης ἐπιστρατεύθηκε στὴν διακωμώδησι.
ü Ὑπηρέτες ἀρχιερέων→«Χωροφύλακες»: Ὁ Πάλλης χρησιμοποίησε τὴν ἐπίσης λόγια λέξι «κλητῆρες». Ἡ φήμη γιὰ «χωροφύλακες» διαδόθηκε γιὰ νὰ προκαλέσει τὴν ὀργὴ τοῦ κοινοῦ ἀπέναντι σὲ ἕναν ἀναχρονιστικό, κρατικὸ συσχετισμό.
ü «Πρὶν ἀλέκτωρ φωνῆσαι τρίς» →«Κράξιμοτοῦ κόκκορα»: Κατηγορήθηκε ὅτι μετέτρεψε τὸ εὐαγγελικὸ ὕφος σὲ «γλῶσσα τοῦ κοτετσιοῦ», ἐνῶ ὁ Πάλλης ἔγραψε: «πρὶν λαλήσῃ πετεινός».
ü «Χιτών» →«Κελεμπία» ἢ «Καφτάνι»: Ψευδὴς ἐπιγραφὴ ἀνατολίτικων ὅρων, γιὰ νὰ θιγοῦν τὰ ἐθνικὰαἰσθήματα. Ὁ Πάλλης ἀπέδωσε τὸν χιτῶνα ὡς «πουκάμισο».
Οἱ ψίθυροι λοιπόν οἱ ἀναφορές καὶ οἱ σκωπτικοὶ διάλογοι στὸν Τύπο καὶ στὰ καφενεῖα διαμόρφωσαν ἕνα ἀκραῖο φανατικὸ κλῖμα εἰς βάρος τοῦ λογοτέχνη, τῆς Βασίλισσας, τοῦ Ἀρχιεπισκόπου καὶ τῆς Κυβέρνησης.
Γιά νά ἔχουμε δε, μιά πληρέστερη εἰκόνα τῆς μετάφρασης τοῦ Ἀλ. Πάλλη παρατίθενται κάποια «ἐπίμαχα» χωρία κυρίως ἀπό τό Κατά Ματθαίον Εὐαγγέλιο, κεφάλαια τοῦ ὁποίου εἶχε δημοσιεύσει ἡ ἐφημερίδα "Ἀκρόπολις:
v Ματθ. 2, 7:«Τότε Ἡρῴδης λάθρα καλέσας τοὺς μάγους ἠκρίβωσεπαρ᾿ αὐτῶν τὸν χρόνον τοῦ φαινομένου ἀστέρος»
→Πάλλης:«Τότες ὁ Ἡρώδηςἔκραξε κρυφὰ τοὺς μάγους καὶ ξακρίβωσε τὸν καιρὸ τ’ ἄστρου ποὺ φαίνουνταν. »
(Τὸ ῥῆμακαλῶ τὸ ἀποδίδει ὡς κράζω).
v Ματθ. 2, 15:«ἐξ Αἰγύπτουἐκάλεσα τὸν υἱόν μου»
→Πάλλης:«Ἀπὸ τὴν Αἴγυφτοἔκραξα τὸ γιό μου.»
v Ματθ. 2, 23:«καὶ ἐλθὼν κατῴκησεν εἰς πόλιν λεγομένην Ναζαρέτ...»
→Πάλλης:«ἔφυγε στὰ μέρη τῆς Γαλιλαίας καὶ πῆγε καὶ κατοίκησε χώρα ποὺ λέγεται Ναζαρέτ, γιὰ ν’ ἀληθέψῃ τὸ εἰπωμένο μέσο τῶν Προφητῶν, πὼς Ναζωραῖοθάν τον κράζουν.»
v Ματθ. 3, 2:«καὶ λέγων· μετανοεῖτε· ἤγγικε γὰρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν»
→Πάλλης:«Μετανιώσετε, γιατί σίμωσε ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν.»
v Ματθ. 3, 12:«οὗ τὸ πτύον ἐν τῇ χειρὶ αὐτοῦ καὶ διακαθαριεῖ τὴν ἅλωνα αὐτοῦ...»
→Πάλλης:«Ποὺ τὸ φτιάρι ’ναι στὸ χέρι του καὶ θὰ παστρέψῃ πέρα ὡς πέρα τ’ αλώνι του, καὶ θὰ μαζέψῃ τὸ στάρι του στὴν ἀποθήκη του, καὶ τ’ ἄχερο θὰ κάψῃ μ’ ἄσβυστη φωτιά.»
v Ματθ. 6, 2:«Ὅταν οὖν ποιῇςἐλεημοσύνην, μὴ σαλπίσῃςἔμπροσθέν σου...»
→Πάλλης:«Ὅταν λοιπὸν ἐλεεῖς, μὴ σαλπίζῃς μπροστά σου, ὅπως κάνουν οἱ ὑποκριτάδες μέσα στὰ συναγώγια καὶ στενὰ γιὰ νὰ παινεθοῦν ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους.»
v Ματθ. 7, 6:«Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσὶ μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων...»
→Πάλλης:«Μὴ δῶστετίποτ’ ἁγιασμένο στὰ σκυλιά, μήτε νὰ ῥίξετε τὰ μαργαριτάρια σας μπροστὰ στοὺς χοίρους, μήπως τὰ καταπατήσουνε μὲ τὰ πόδια τους καὶ γυρνώντας σᾶς ξεσκίσουν.»
v Ματθ. 11, 12:«ἀπὸ δὲ τῶν ἡμερῶν Ἰωάννου τοῦ βαπτιστοῦ ἕως ἄρτι ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν βιάζεται, καὶ βιασταὶ ἁρπάζουσιν αὐτήν»
ü →Πάλλης:«Μόνε ἀπὸ τὶς μέρες τοῦ Ἰωάννη τοῦ βαφτιστῆ ὡς τώρα ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶνῥημάζεται καὶ ῥημάχτες τὴν ἁρπάζουν.»
v Ματθ. 23, 14:«Οὐαὶ ὑμῖν, γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοιὑποκριταί...»
ü →Πάλλης:«Κι’ ἀλίμονό σας, διαβασμένοι καὶ Φαρισαῖοι, ὑποκριτάδες, γιατί κλείνετε τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν στὴν ὄψη τῶν ἀνθρώπων· γιατί ἐσεῖς δὲ μπαίνετε, μὰ κι’ ὅσους μπαίνουν δὲν ἀφήνετε νὰ μπτοῦν.»
v Ματθ. 24, 3:«καθημένου δὲ αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ ὄρους τῶν ἐλαιῶν...»
ü →Πάλλης:«Κι’ ἐνῷ καθότανε στὸ Ἐλιοβούνιἀπάνου, πῆγαν κοντά του οἱ μαθητάδεςχωριστὰ καὶ λέν...»
v Ματθ. 26, 3:«τότε συνήχθησαν οἱ ἀρχιερεῖς... εἰς τὴν αὐλὴν τοῦ ἀρχιερέως τοῦ λεγομένου Καϊάφα»
ü →Πάλλης:«Τότες μαζευτήκανε οἱ πρωτοπαπάδες κι’ οἱ δημογερόντοι στὸ παλάτι τοῦ ἀρχιπαπᾶ ποὺ λέγουνταν Καϊάφας.»
Ἐπίλογος
Τὰ Εὐαγγελικὰ τοῦ 1901 ὑπῆρξαν πολὺ περισσότερα ἀπὸ μία σύγκρουσι γύρω ἀπὸ τὴν μετάφρασι ἑνὸς ἱεροῦ κειμένου. Στὴν γλωσσικὴ μορφὴ τοῦ Εὐαγγελίου συναντήθηκαν καὶ συγκρούσθηκαν οἱ μεγάλες ἀγωνίες τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας στὸ μεταίχμιο τοῦ 19ου καὶ τοῦ 20οῦ αἰῶνος: ἡ ἀναζήτησι τῆς γλωσσικῆς της ταυτότητας, ἡ αἴσθησι τῆς ἱστορικῆς συνέχειας τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἡ ὑπεράσπισι τῆς ἐκκλησιαστικῆς παράδοσης, ἀλλὰ καὶ ἡ ἀπαίτησι νὰ καταστῆ ὁ λόγος τῆς Γραφῆς κατανοητὸς στὸν ἁπλὸ ἄνθρωπο.
Ἡ μετάφρασι τοῦ Πάλλη δὲν δημιούργησε αὐτὲς τὶς ἀντιθέσεις· τὶς ἔφερε ὅμως μὲ ἐξαιρετικὴ ἔντασι στὴν ἐπιφάνεια. Ἡ δημοτική του προσέκρουσε ὄχι μόνο σὲ αἰσθητικὲς ἢ φιλολογικὲς ἀντιλήψεις, ἀλλὰ σὲ μία βαθύτερη πεποίθησι ὅτι ἡ γλώσσα τῆς Καινῆς Διαθήκης ἀποτελοῦσε φορέα ἱερότητας καὶ συγχρόνως τεκμήριο τῆς ἀδιάσπαστης ἱστορικῆς συνέχειας τοῦ ἔθνους.
Ἀπὸ τὴν ἱστορικὴ ἀπόστασι τοῦ σήμερα, ὡστόσο, ἡ κρίσι ἀποκαλύπτει καὶ ἕνα βαθύτερο παράδοξο. Καὶ οἱ δύο πλευρές, παρὰ τὴ βιαιότητα τῆς ἀντιπαραθεσής τους, διεκδικοῦσαν μὲ διαφορετικὸ τρόπο τὴν σχέσι τους μὲ τὴν ἴδια κληρονομιά: οἱ μὲν ζητοῦσαν νὰ διαφυλάξουν τὸν εὐαγγελικὸ λόγο μέσα στὴν παραδεδομένη γλωσσικὴ καὶ ἐκκλησιαστικὴ μορφή του, οἱ δὲ νὰ τὸν καταστήσουν προσιτὸ στὴν ζωντανὴ γλώσσα τοῦ λαοῦ. Ἀνάμεσα στὴν διαφύλαξι καὶ τὴν κατανόησι, στὴν παράδοσι καὶ τὴν νεωτερικότητα, ἐκδηλώθηκε ἔτσι μία ἀπὸ τὶς βαθύτερες κρίσεις αὐτογνωσίας τοῦ νεώτερου Ἑλληνισμοῦ.
Τὰ Εὐαγγελικὰ ὑπενθυμίζουν τελικὰ ὅτι ἡ γλῶσσα δὲν εἶναι ἁπλῶς ὄργανο ἐπικοινωνίας. Ὅταν συνδέεται μὲ τὴν θρησκευτικὴ πίστι, τὴν συλλογικὴ μνήμη καὶ τὴν ἱστορικὴ ταυτότητα ἑνὸς λαοῦ, κάθε ἀπόπειρα μεταβολῆς της μπορεῖ νὰ βιωθῆ ὡς μεταβολὴ τοῦ ἴδιου τοῦ τρόπου μὲ τὸν ὁποῖο αὐτὸς ὁ λαὸς ἀναγνωρίζει τὸν ἑαυτό του μέσα στὸν χρόνο.
Σημειώσεις:
[1] Κατά τα «Ευαγγελικά» του 1901 ο Προκόπιος Β΄ Οικονομίδης έφερε ακόμη τον τίτλο του Μητροπολίτου Αθηνών και όχι του Αρχιεπισκόπου. Εως το 1922 που έγινε αναδιάταξι της Εκκλησιαστικής διοίκησης με τον Ν. 2891/1922, οι έως τότε Επισκοπές της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ελλάδος ανυψώθηκαν σε Μητροπόλεις και οι οικείοι Επίσκοποι έλαβαν τον τίτλο του Μητροπολίτου, ενώ με τον Καταστατικό Χάρτη του 1923 η Μητρόπολι Αθηνών ανυψώθηκε σε Αρχιεπισκοπή και ο προκαθήμενος της Εκκλησίας της Ελλάδος έλαβε τον τίτλο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος. Ο Προκόπιος Β΄ Οικονομίδης (†1902), Μητροπολίτης Αθηνών (1896–1901), καταγόταν από τα Δουμενά Καλαβρύτων και διακρινόταν για την ευρεία θεολογική και φιλοσοφική του παιδεία. Σπούδασε στην Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, στην Θεολογική Ακαδημία της Μόσχας, καθώς και στην Γενεύη και την Χαϊδελβέργη, και υπηρέτησε ως καθηγητής και κοσμήτορας της Θεολογικής Σχολής Αθηνών, καθώς και ως Α΄ Γραμματέας της Ιεράς Συνόδου, ενώ χρημάτισε και καθηγητής του διαδόχου Κωνσταντίνου. Εξελέγη Μητροπολίτης Αθηνών στις 11 Οκτωβρίου 1896 και ανέπτυξε αξιόλογη εκκλησιαστική και συγγραφική δράσι. Κατά την κρίσι των Ευαγγελικών του 1901, βρέθηκε στο επίκεντρο ισχυρών πολιτικών και εκκλησιαστικών πιέσεων γι΄ αυτό έδειχνε διστακτικότητα στην λήψι αποφάσεων. Μετά τις αιματηρές ταραχές των Ευαγγελικών, αναγκάστηκε να παραιτηθή στις 3 Νοεμβρίου 1901. Αποσύρθηκε στη Μονή Φανερωμένης Σαλαμίνας και, αφού ασθένησε, μεταφέρθηκε στην Αθήνα, όπου απεβίωσε στις 4 Ιουλίου 1902.Θεωρείται από τους πλέον καλλιεργημένους Αρχιεπισκόπους www.iaath.gr /index.php/istoria/istoria-ekklisias
[2]Γλωσσικό Ζήτημα ὀνομάζεται ἡ μακρόχρονη διαμάχη, πού διήρκεσε κυρίως ἀπό τά τέλη τοῦ 18ου ἕως καί τόν 20ό αἰῶνα, σχετικά μέ τό ποιά μορφή τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας ἔπρεπε νά χρησιμοποιεῖται στήν ἐκπαίδευσι, στήν διοίκησι, στή λογοτεχνία καί γενικώτερα στόν δημόσιο γραπτό λόγο. Ἡ διαμάχη δέν ἀφοροῦσε ἁπλῶς τήν ἐπιλογή μεταξύ καθαρεύουσας καί δημοτικῆς, ἀλλά συνδεόταν μέ βαθύτερες ἀντιλήψεις γιά τήν ἱστορική συνέχεια τοῦ Ἑλληνισμοῦ, τήν σχέσι τῆς νεώτερης Ἑλλάδος μέ τήν ἀρχαία καί βυζαντινή κληρονομιά, τήν ἐθνική ταυτότητα καί τόν προσανατολισμό τῆς παιδείας. Ἡ καθαρεύουσα ἐπιδίωκε, μέ ποικίλους βαθμούς ἀρχαϊσμοῦ, νά γεφυρώσει τήν ὁμιλουμένη γλῶσσα μέ τήν λόγια παράδοσι, ἐνῶ ὁ δημοτικισμός ὑποστήριζε τήν καθιέρωσι τῆς ζωντανῆς γλώσσας τοῦ λαοῦ ὡς πλήρους ὀργάνου παιδείας καί πολιτισμοῦ. Ἀποφασιστικό σταθμό ἀποτέλεσε ἡ δημοσίευσις τοῦ Ταξιδιοῦ μου τοῦ Γιάννη Ψυχάρη (1888), ἡ ὁποία προσέδωσε στόν δημοτικισμό συστηματικώτερο καί μαχητικώτερο χαρακτῆρα. Ἔτσι, στήν περίοδο τῶν Εὐαγγελικῶν (1901) ἡ γλωσσική διαμάχη εἶχε ἤδη προσλάβει ἰσχυρές ἐθνικές, κοινωνικές, πολιτικές καί ἰδεολογικές διαστάσεις· ἡ μετάφρασι τοῦ Εὐαγγελίου στήν δημοτική μποροῦσε, συνεπῶς, νά ἐκληφθῆ ὄχι ὡς μία ἁπλή γλωσσική μεταβολή, ἀλλά ὡς παρέμβασι στήν ἴδια τήν ἱστορική καί πνευματική ταυτότητα τοῦ ἔθνους. Βλ. Κ. Θ'. Δημαρά, Ἱστορία τῆς Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας· Ρένα Σταυρίδη-Πατρικίου, «Τό Γλωσσικό ζήτημα», Ἡ Καθημερινή — Ἑπτά Ἡμέρες, 17.10.1999.
[3] Για το θέμα, ο Γιάννης Κορδάτος έγραφε με τον τρόπο του: «… Οι συγχρονισμένοι αστοί ήθελαν να ζωντανέψουν το θρησκευτικό συναίσθημα, για να κάμουν τους Έλληνες χωριάτες καλούς χριστιανούς. Η βασίλισσα Όλγα, θρησκόληπτη ώς το κόκαλο, ζητούσε κάτι παραπάνω. Όχι μόνο να περιορίσει την "αδιαφορίαν προς τα θεία", που άρχισε τότες να εκδηλώνεται στην πρωτεύουσα και στις επαρχίες, μα και να τονώσει τη θρησκοληψία. Από τα 1898, ως πρώτο βήμα της τέτοιας της δράσης, σκέφτηκε να μεταφράσει το Ευαγγέλιο. Για το ζήτημα αυτό συνεννοήθηκε με τον καθηγητή Πανταζίδη και με την Ιουλία Σωμάκη, καθώς και με τον μητροπολίτη Προκόπιο. Η Σωμάκη μάλιστα ανάλαβε να κάνει τη μετάφραση, που τελειωτικά τη διόρθωσε ο τότε καθηγητής στη ΡιζάρειοΦιλ. Παπαδόπουλος. Η μετάφραση αυτή τυπώθηκε σε 1.000 αντίτυπα και μοιράστηκε στα νοσοκομεία και στα σχολεία».Γιάννης Κορδάτος, Ιστορία του γλωσσικού μας ζητήματος, Αθήνα 1973, σ.142-145], από: www.komvos.edu.gr /endoglwssiki/historiko/episkopisi // Κώστας Παλούκης, Τα Ευαγγελικά, η έκρηξη που συντάραξε την Αθήνα του 1901- αφορμή για μια συνολικότερη αποτίμησης της συγκυρίας, Ζωγράφου Φλεβάρης 2003, σελ.18
[4] Πρίν από την μετάφρασι του Αλ. Πάλλη είχε προηγηθή μια άλλη, χωρίς μαζικές αντιδράσεις, παρά μόνο από κάποιες χαλαρές μεμονωμένες φωνές. Συγκεκριμένα, ο θρησκευτικός Σύλλογος «Ανάπλασις» ανέλαβε το 1900 την έκδοσι του Κατά Ματθαίον Ευαγγελίου με σύντομη ερμηνεία σε απλούστερη γλώσσα. Κεντρικό πρόσωπο της προσπάθειας ήταν ο Κωνσταντίνος Διαλησμάς, αντιπρόεδρος του Συλλόγου και ιεροκήρυκας. Μάλιστα, η «Ανάπλασις» δεν ενήργησε αυθαίρετα: είχε προηγουμένως απευθυνθή τόσο στο Οικουμενικό Πατριαρχείο όσο και στην Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος, ζητώντας εκκλησιαστική καθοδήγησι και έγκρισι. Εδώ όμως βρίσκεται και η ουσιώδης λεπτομέρεια. Η ίδια η προσπάθεια χαρακτηριζόταν περισσότερο ως «ερμηνευτική παράφρασις» παρά ως κατά λέξι απόδοσι. Το πρωτότυπο ευαγγελικό κείμενο διατηρούνταν και συνοδευόταν από σύντομη ερμηνεία σε απλή καθαρεύουσα, δηλαδή σε γλώσσα σαφώς προσιτώτερη στον λαό, αλλά όχι στην ριζοσπαστική δημοτική που λίγο αργότερα χρησιμοποίησε ο Αλ.Πάλλης. Η έκδοσι παρουσιάστηκε επισήμως στις 25 Μαΐου 1900: «..Εν Αθήναις δαπάνη Μελετίου ΒαγιανέλληΑρχιμανδρίτου», και φαίνεται ότι τυπώθηκε σε περίπου 10.000 αντίτυπα. Έχει ιδιαίτερη σημασία ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο (πατριαρχεύοντος του εξ Ηπείρου Ανθίμου Ζ’ Τσάτσου) εξέτασε το κείμενο, ζήτησε διορθώσεις και, αφού αυτές πραγματοποιήθηκαν, επέτρεψε την κυκλοφορία του στις επαρχίες του Οικουμενικού Θρόνου. Γι' αυτό και στην προμετωπίδα της εκδόσεως γινόταν ρητή μνεία στην πατριαρχική σύστασι για την «ακώλυτονκυκλοφορίαν» της. Το κρίσιμο ζήτημα, επομένως, ήταν ποιος μεταφράζει, με ποια εκκλησιαστική έγκρισι, με ποια γλωσσική μορφή και μέχρι ποιο σημείο η απόδοσι υποκαθιστά ή συνοδεύει το πρωτότυπο. Βλ. Κώστας Παλούκης, Τα Ευαγγελικά…, σελ.16.
[5] Όταν σε συνεδρίασι της Βουλής ο Ι. Κουντουργιώτης σε αγόρευσί του κατηγόρησε τον Πάλλη ότι «επιδιώκει καταχθονίους σκοπούς», ο τότε υπουργός Εκκλησιαστικών και Δημόσιας εκπαίδευσης, Αθ. Ευταξίας, αφού βεβαίωσε το κοινοβούλιο ότι ο ίδιος δεν είχε καμία ενημέρωσι για τις πρωτοβουλίες της Βασίλισσας γύρω από την μετάφρασι, υπεράσπισε τον συγγραφέα λέγοντας: «Όχι, κύριε συνάδελφε. Δύναμαι να σας διαβεβαιώσω, ότι αυτός είναι ανήρ χρηστός και φιλόπατρις, όστις από χρηστού του συνειδότος και ευσεβούς του πόθου προέβη εις την μετάφρασιν του Ευαγγελίου». Κώστας Παλούκης, Τα Ευαγγελικά…, σελ.46
[6]Ν. Βαρμάζης - Τ. Γιάννου, Ευαγγελικά, www.greek-language.gr/greekLang/ancient_ greek/education//Κωνσταντίνος Δημαράς, «Η διακόσμηση της ελληνικής ιδεολογίας», στον τόμο Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών: Αθήνα 1977, τ.ΙΔ΄, σ.408 // Βλ. Γρηγόριος Ζ. Στεφάνου, Ευαγγελικά (1901): Αφορμή εκδήλωσης πολιτικοκοινωνικών αντιθέσεων και παράγοντας διαμόρφωσης γλωσσικής ιδεολογίας στην Ελλάδα στις αρχές του 20ου αιώνα., ΑΡΓΟΣ ΟΡΕΣΤΙΚΟ ΚΑΣΤΟΡΙΑΣ 2020, σελ.18
[7] Ο Ιωακείμ Γ΄ (1834–1912), κατά κόσμον Χρήστος Δεβετζής ή Δημητριάδης, Οικουμενικός Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως και μία από τις σημαντικώτερες εκκλησιαστικές φυσιογνωμίες της ύστερης οθωμανικής περιόδου. Γεννήθηκε στο Βαφεοχώρι του Βοσπόρου, διετέλεσε Μητροπολίτης Βάρνας (1864–1874) και Θεσσαλονίκης (1874–1878) και ανήλθε δύο φορές στον Οικουμενικό Θρόνο, κατά τα έτη 1878–1884 και 1901–1912. Είχε ευρύτατες σπουδές σε Πανεπιστήμια Ελλάδος, Ρουμανίας και Γερμανίας. Η πατριαρχία του συνδέθηκε με προσπάθειες διοικητικής και εκπαιδευτικής αναδιοργάνωσης του Πατριαρχείου και με την προάσπισι της εκκλησιαστικής και κοινοτικής συνοχής του ορθόδοξου Γένους. Ηρθε σε ρήξι με την τουρκική διοίκησι και παραιτήθη κατά την πρώτη θητεία του. Κατά την δεύτερη πατριαρχία του, η οποία άρχισε λίγους μήνες πριν από τα Ευαγγελικά, αντιτάχθηκε στην μετάφρασι του Ευαγγελίου από τον Αλέξανδρο Πάλλη, θεωρώντας ότι η απόδοσι του ιερού κειμένου στο ψυχαρικό γλωσσικό ιδίωμα, έθετε σοβαρό ζήτημα εκκλησιαστικής ευθύνης και προστασίας του βιβλικού λόγου. Απεβίωσε το 1912. Θεωρείται από τις αξιολογότερες πατριαρχικές μορφές που υπηρέτησαν τον Οικουμενικό θρόνο.
[8]Απόσπασμα από κύριο άρθρο της Εφημερίδας «Σκριπ» (Φύλλο 10 Σεπτεμβρίου 1901, άρθρο γνώμης): «Ὑπὸ τὸ πρόσχημα τοῦ ἐκλαϊκευτικοῦ ζήλου, ἄθεοι καὶ ἐθνοφθόροιἐπιχειροῦσι τὴν κατεδάφισιν τῆς γλώσσης καὶ τῆς πίστεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.»: Οι δημοτικιστές ταυτίζονται με «ἀθέους» και «ἐθνοφθόρους», ενώ η μετάφρασι παρουσιάζεται ως σχέδιο αποδόμησης του έθνους.
[9]Απόσπασμα από κύριο άρθρο της Εφημερίδας «Καιροί» (Φύλλο 11 Σεπτεμβρίου 1901 : «Οὐχὶ μετάφρασις, ἀλλὰ βεβήλωσις τοῦ θείου λόγου ἐπιχειρεῖται· καὶ ὁ λαὸς ὀφείλει νὰ ἀντιδράσῃ πρὸς τὴν ἀσέβειαν ταύτην.»
[10]Απόσπασμα ανταπόκρισης της εφημερίδας «Εμπρός» από διαδήλωσι για την μετάφρασι: «Οἱ φοιτηταὶ καὶ ὁ λαὸς ἐξεδήλωσαν τὴν ἱερὰν αὐτῶν ἀγανάκτησιν, ἀπαιτοῦντες τὴν παύσιν τῆς βλασφήμου δημοσιεύσεως καὶ τὴν τιμωρίαν τῶν ὑπευθύνων.»
[11]Ὁ ὅρος «μαλλιαρὸς» χρησιμοποιεῖται –συχνά εἰρωνικὰ ἢ υποτιμητικά– γιὰ νὰ δηλώσει τοὺς ριζοσπαστικοὺςὑποστηρικτὲς τῆς δημοτικῆς γλώσσας στὰ τέλη τοῦ 19ου καὶ τὶς ἀρχὲς τοῦ 20οῦ αἰῶνα, οἱ ὁποῖοι ἀξίωναν τὴν ἀποκλειστικὴ καὶ καθολικὴ χρῆσι της στὴ λογοτεχνία, στὴν παιδεία καὶ στὴν δημόσια διοίκησι. Ἡ ὀνομασία, ποὺ ὑποδηλώνει συμβολικὰ τὴν ἀπόρριψι τῆς «καθωσπρέπει» λόγιας ἐμφάνισης καὶ τῆς καθαρευουσιάνικης παράδοσης, συνδέθηκε κυρίως μὲ τὸν κύκλο τοῦ Ἰωάννη Ψυχάρη καὶ τὴν δημοτικιστικὴ ἰδεολογία ποὺ διατυπώθηκε μὲ τὸ "Τὸ Ταξίδι μου" (1888). Στὸν δημόσιο λόγο τῆς ἐποχῆς, ὁ χαρακτηρισμὸς «μαλλιαρὸς» δὲν δηλώνει ἁπλῶς γλωσσικὴ προτίμησι, ἀλλὰ συνολικὸπολιτισμικὸ καὶ ἰδεολογικὸ πρόγραμμα, τὸ ὁποῖο ἀντιμετωπίστηκε μὲ ἔντονη ἀντίδρασι ἀπὸ συγγραφεῖς, ὅπως ὁ Γεώργιος Σουρῆς μὲ τὴν πέννα του καὶ μὲ τὴν σατιρικὴἐπιφύλαξι, κυρίως λόγω τοῦ δογματικοῦ καὶ κανονιστικοῦ χαρακτῆρα του. βλ. Κ. Θ. Δημαράς, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Αθήνα: Ίκαρος, κεφ. για το γλωσσικό ζήτημα και τον δημοτικισμό του ύστερου 19ου αιώνα.//βλ. Ναταλία Αργυροπούλου, Τα Ευαγγελικά: Η μετάφραση που συντάραξε τη χώρα, maxmag.gr/ politismos/ta-eyaggelika
[12] Κώστας Παλούκης, Τα Ευαγγελικά…, σελ.27
[13]Ν. Βαρμάζης - Τ. Γιάννου (επιμ), Ευαγγελικά, www.greek-language.gr /greekLang//, βλ.Ρένα Σταυρίδη-Πατρικίου, «Το Γλωσσικό ζήτημα», εφ. Η Καθημερινή, Επτά Ημέρες, 17-10-99, σελ.20// Να σημειωθή παρεμπιπτόντως ότι ο Κυριακούλης Μαυρομιχάλης, ο οποίος το 1907 εμφανίζεται ως τόσο ένθερμος κοινοβουλευτικός υπερασπιστής της καθαρεύουσας, θα γίνει δύο χρόνια αργότερα, μετά το κίνημα στο Γουδί, πρωθυπουργός της Ελλάδας (1909–1910).// Λαμπρινή ΣΚΟΥΡΑ, Γλωσσικό ζήτημα και εκπαίδευση κατά τo πρώτο μισό του 20ού αιώνα, Πρακτικά του Ελληνικού Ινστιτούτου Εφαρμοσμένης Παιδαγωγικής και Εκπαίδευσης (ΕΛΛ.Ι.Ε.Π.ΕΚ.), 6ο Πανελλήνιο Συνέδριο, 5-7 Οκτωβρίου 2012
[14]«Το 1903 ανέβηκε στο Βασιλικό Θέατρο, η «Ορέστεια» του Αισχύλου στη Δημοτική. Το αξιοσημείωτο ήταν, ότι η νεωτερική πρωτοβουλία για τη χρηματοδότηση και μετάφραση του έργου, ανήκε στον Βασιλιά Γεώργιο Α΄, αλλά θεωρήθηκε καταστρεπτική για τη συνέχεια της ελληνικής γλώσσας και ιστορίας. Το Πανεπιστήμιο Αθηνών αντέδρασε και προκλήθηκε μεγάλη συζήτηση στον Τύπο. Το ακαδημαϊκό προσωπικό, οι φοιτητές και η πλειονότητα των εφημερίδων υποστήριζαν, ότι η Καθαρεύουσα είναι η επίσημη γλώσσα του έθνους και διαμαρτύρονταν έντονα κατά των μεταφράσεων των έργων της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας και των Ιερών Βιβλίων στη δημοτική. Στις 16 Νοεμβρίου 1903 φοιτητές και πολίτες προσπάθησαν να σταματήσουν την παράσταση, ακολούθησαν συμπλοκές με την Αστυνομία και το αποτέλεσμα ήταν ένας νεκρός, αρκετοί τραυματίες και η διακοπή της «Ορέστειας», αν και εκείνο το βράδυ παίχτηκε κανονικά.»: Αικατερίνη Κοντεκάκη, Πολιτική Αντιπαράθεση και Γλωσσικό Ζήτημα στις αρχές του 20ου αιώνα: Η περίπτωση των «Ορεστειακών», Αθήνα, 2023, σελ.5 // βλ. και Κωνσταντίνο Δημαρά, «Η διακόσμηση της ελληνικής ιδεολογίας», τόμ ΙΔ΄ ΙΕΕ (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους), Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1977, σελ.408
[1][15] Πολλά στοιχεῖα γιά τίς δῆθεν ἀκρότητες τοῦ Ἀλ. Πάλλη ἔχουν ληφθῆ ἀπό μιά ὁμιλία τοῦ Νίκου Σαραντάκου στήν «Λαμπηδόνα», στό Κοινωνικό Πολιτιστικό Κέντρο Βύρωνα, πού πραγματοποιήθηκε τήν Τετάρτη 19ἡ Δεκεμβρίου 2018. μέ θέμα: «Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία. Μύθοι και αλήθειες για τη γλώσσα». sarantakos. wordpress. com /2018/ 12/
Σχετική Βιβλιογραφία
- Αικατερίνη Κοντεκάκη, Πολιτική Αντιπαράθεση και Γλωσσικό Ζήτημα στις αρχές του 20ου αιώνα: Η περίπτωση των «Ορεστειακών», Αθήνα, 2023
- Αλεξίας Κυριαζοπούλου,Το «γλωσσικό ζήτημα» και τα «Ευαγγελικά» του 1901: Η κρίση της εθνικής γλώσσας, https://www.offlinepost.gr/2025/10/19/
- Άλκης Ευστρατίου, Τα αιματηρά γεγονότα, τα γνωστά ως “Ευαγγελικά” (8 Νοεμβρίου 1901), www.orp.gr /wordpress/?p=9047
- Αντώνης Λιάκος, Πώς το παρελθόν γίνεται ιστορία. Αθήνα: Πόλις, 2007.
- Βασιλική Γ. Κάλφογλου-Καλοτεράκη, Πολιτικές και ιστορικές παράμετροι των «Εὐαγγελικῶν» του έτους 1901, www.epimithion.gr/kalfoglou-evagelikoi-1901, 10 Ιανουαρίου 2026
- Γιάννης Κορδάτος, Ιστορία του γλωσσικού μας ζητήματος, Αθήνα 1973, σ.142-145], από: komvos.edu.gr/endoglwssiki/historiko/episkopisi
- Γρηγόριος Ζ. Στεφάνου, Ευαγγελικά (1901): Αφορμή εκδήλωσης πολιτικοκοινωνικών αντιθέσεων και παράγοντας διαμόρφωσης γλωσσικής ιδεολογίας στην Ελλάδα στις αρχές του 20ου αιώνα., ΑΡΓΟΣ ΟΡΕΣΤΙΚΟ ΚΑΣΤΟΡΙΑΣ 2020
- Δημαράς, Κ. Θ.Ἱστορία τῆς Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας. Ἀθήνα: Ἴκαρος.4η έκδοση,1968
- Δημήτριος Σταματόπουλος, Τα όρια της «μέσης οδού»: Οικουμενικό Πατριαρχείο και Γλωσσικό Ζήτημα στις αρχές του 20ου αιώνα, https://www.eens.org/eens-congress-
- Εμμανουήλ Ι. Κωνσταντινιδου, Τα Ευαγγελικά - Το πρόβλημα της μεταφράσεως της Αγίας Γραφής εις την νεοελληνικήν και τα αιματηρά γεγονότα του 1901, (Εκδ. Ιδιωτική), 1976
- Ευάγγελος Τόλης, «Γλωσσικό ζήτημα, γλωσσικές ιδεολογίες και γλωσσική πολιτική. Η περίπτωση της συνταγματικής αναθεώρησης του 1911», Αθήνα, Ιούλιος 2020
- Κιτρομηλίδης, Π. Μ. Νεοελληνικός Διαφωτισμός. Αθήνα: ΜΙΕΤ, 1996
- Κώστας Παλούκης, Τα Ευαγγελικά, η έκρηξη που συντάραξε την Αθήνα του 1901- αφορμή για μια συνολικότερη αποτίμησης της συγκυρίας, Ζωγράφου Φλεβάρης 2003
- Κωνσταντίνος Θ. Δημαράς, Η Μεταρρύθμιση που δεν έγινε. Αθήνα: Ερμής, 1973
- Λαμπρινή ΣΚΟΥΡΑ, Γλωσσικό ζήτημα και εκπαίδευση κατά τo πρώτο μισό του 20ού αιώνα, Πρακτικά του Ελληνικού Ινστιτούτου Εφαρμοσμένης Παιδαγωγικής και Εκπαίδευσης (ΕΛΛ.Ι.Ε.Π.ΕΚ.), 6ο Πανελλήνιο Συνέδριο, 5-7 Οκτωβρίου 2012
- ΛΙΝΑ ΒΕΝΤΟΥΡΑ, Η ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΠΕΡΙ ΔΙΔΑΚΤΙΚΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ. ΜΙΑ ΕΣΤΙΑ ΣΥΓΚΡΟΥΣΕΩΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΥ ΔΗΜΟΤΙΚΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΑΝΤΙΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΤΩΝ, (1907-1937), Μνήμων Τόμ. 14 (1992)
- Μυρτώ Κατσίγερα, Βασίλης Μηνακάκης, Αντιγόνη-Δέσποινα Ποιμενίδου, Αθανάσιος Συροπλάκης Σαν σήμερα: 8 Νοεμβρίου 1901 – Τα Ευαγγελικά, www.kathimerini.gr /istoria/ 562714396 sansimera
- Ναταλία Αργυροπούλου, Τα Ευαγγελικά: Η μετάφραση που συντάραξε τη χώρα, https:// maxmag.gr/ politismos/ta-eyaggelika
- Ν. Βαρμάζης - Τ. Γιάννου (επιμ), Ευαγγελικά, greek-language.gr /greek Lang
- Πάλλης, Αλέξανδρος.Η Νέα Διαθήκη κατά το Βατικανό χειρόγραφο. Μεταφρασμένη από τον Αλέξ. Πάλλη. Λίβερπουλ: The Liverpool Booksellers’ Co., Ltd., 1902
- Πασχάλης Μ. Κιτρομηλίδης, Νεοελληνικός Διαφωτισμός. Οι πολιτικές και κοινωνικές ιδέες, Αθήνα: ΜΙΕΤ, 1996
- Πέτρος Διατσέντος: Το γλωσσικό ζήτημα, Δημοτικισμός και εξουσία: Το χρονικό μιας καταστολής, greek-language.gr/greekLang/studies/history
- Σκούρα, Λαμπρινή. «Γλωσσικό ζήτημα και εκπαίδευση κατά το πρώτο μισό του 20ού αιώνα». Στὰ Πρακτικὰ τοῦ 6ου Πανελληνίου Συνεδρίου τοῦ Ἑλληνικοῦ ἸνστιτούτουἘφαρμοσμένης Παιδαγωγικῆς καὶ Ἐκπαίδευσης (ΕΛΛ.Ι.Ε.Π.ΕΚ.), 5–7 Ὀκτωβρίου 2012.
- Ρ. Σταυρίδη-Πατρικίου, «Παλαιές ιδέες και νέοι φόβοι», στο Ευαγγελικά (1901) – Ορεστειακά (1903). Νεωτερικές πιέσεις και κοινωνικές αντιστάσεις , Αθήνα 2005
- Σταυρίδη-Πατρικίου, Ρένα. «Το Γλωσσικό ζήτημα». Η Καθημερινή — Επτά Ημέρες, 17 Ὀκτωβρίου 1999
- ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΑΡΒΟΥΝΗΣ, ΤΟ ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΛ. ΠΑΛΛΗ, Ζητήματα μετάφρασης της Αγίας Γραφής» ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΡΗΤΗΣ, cup.gr/book/kata-matthaion-eyaggelio / 2022/04/
- Χρυσούλα Στριφτάρα, «Το γλωσσικό ζήτημα στην Ελλάδα τον αρχόμενο 20ο αιώνα.
- Τα Ευαγγελικά (1901)», Πάτρα, Ιανουάριος 2024
Αδελφότητα Ζωτικιωτών Αθήνας”






















