Δημητρίου Μίχα, φιλολόγου
Ὑπάρχουν τόποι πού δέν στέκονται ἀπέναντι στόν ἄνθρωπο ὡς σκηνικό, ἀλλά εἰσχωροῦν μέσα του σάν δεύτερη φύσι τῆς μνήμης. Ἡ Ἤπειρος εἶναι ἕνας τέτοιος τόπος: πέτρα πού θυμᾶται, χιόνι πού ἠχεῖ, πηγάδι πού φυλάσσει οὐρανό, κλαρῖνο πού ἐπιστρέφει ἀπό τά βάθη τοῦ χρόνου. Ἐδῶ ἡ γῆ δέν εἶναι οὐδέτερη ὕλη, ἀλλά σῶμα πού ὑπομένει, πενθεῖ καί ἀνασαίνει μαζί μέ ὅσους τήν κατοίκησαν. Στήν ποίησι τοῦ Μιχάλη Γκανᾶ «Γυάλινα Γιάννενα» (1989) καί τοῦ Φώτη Μότση «Ηπειρώτικο(2006), ἡ ἠπειρωτική γῆ παύει νά εἶναι γεωγραφία καί μεταβάλλεται σέ μορφή συνείδησης: στόν πρῶτο ὡς χιονισμένη μνήμη τῆς ἀπουσίας, στόν δεύτερο ὡς χθόνιο βάθος πού γεννᾶ φωνή, ὄνειρο καί ἐπιστροφή.
Ἡ πέτρα, τό σπίτι, τό πηγάδι, ὁ ἄνεμος, ὁ λύκος καί τό κλαρῖνο δέν εἶναι πλέον ἀντικείμενα τοῦ τόπου, ἀλλά οἱ ἴδιες οἱ λέξεις μέ τίς ὁποῖες ὁ τόπος σκέπτεται τόν ἄνθρωπο. Μέ τήν σύλληψι αὐτή ἡ Ἤπειρος κατέχει ἰδιάζουσα θέσι στήν ποιητική τους φαντασία, καθώς δέν λειτουργεῖ ὡς ὁ πραγματικός χῶρος, ἀλλά ὡς σημασιολογικό καί ἀνθρωπολογικό πεδίο, ὅμως μέ εἰκονοποιητική διαδικασία γραφῆς νά διαφέρει οὐσιωδῶς. Ὁ Γκανᾶς μέσα ἀπό τήν μνημονική γεωγραφία τῆς ἀπουσίας τῆς πατρίδας, ἐνῶ ὁ Μότσης μέσα ἀπό τήν μυθοποιητική τοῦ ἐμψυχωμένου καί ἱεροῦ τοπίου.
Θά παρουσιάσουμε πρῶτα τόν Μιχάλη Γκανᾶ καί ὕστερα τόν Φώτη Μότση
Μέρος Α΄: Μιχάλης Γκανᾶς
Ἡ ποίησι τοῦ Μιχάλη Γκανᾶ ἀποτελεῖ μία ἀπό τίς πληρέστερες καί σημαντικότερες μεταπλάσεις τῆς ἠπειρωτικῆς ἐμπειρίας στήν νεοελληνική γραμματεία τῶν τελευταίωνδεκαετιῶν τῆς μεταπολίτευσης, ἰδίως κατά τήν ὥριμη φάσι τῆς δημιουργίας του[1]. Ἡ ὁμότιτλη συλλογή «Γυάλινα Γιάννενα» (1989) συνιστᾶ τό ἐμβληματικότερο ἴσως παράδειγμα αὐτῆς τῆς ποιητικῆς πρόσληψης. Ἐδῶ, τά ποιήματα ἀπηχοῦν βιώματα καί ἐμπειρίες τοῦ δημιουργοῦ ἀπό τόν γενέθλιο τόπο του[2], ἀπότήν πόλι τῶν Ἰωαννίνων καί γενικώτερα ἀπότήν Ἤπειρο. Τό τοπωνύμιο «Γιάννενα» ἀποδεσμεύεται ἀπό τήν αὐστηρή γεωγραφική του ἀναφορά καί λειτουργεῖ ὡς συμπυκνωμένη μορφή τοῦ ἠπειρωτικοῦ βιώματος. Ἡ πόλι μεταβάλλεται σέ ἕνα ἐσωτερικό ἀποθετήριο μνήμης, ὅπου ὁ χρόνος σταματᾶ νά ρέει καί «σταθμεύει», ἀφήνοντας ἀνεξίτηλα ἴχνη.
- Ἡ φύσι ὡς ὀντολογικό τοπίο
Γεννημένος στόν Τσαμαντᾶ Θεσπρωτίας, ὁ Γκανάς καταθέτει τήν ἠπειρωτική ἐμπειρία ὄχι ὡς ἕνα ἁπλό «λογοτεχνικό σκηνικό», ἀλλά ὡς «πρωταρχική» μνήμη. Ἡ φύσι τῆς Ἠπείρου παρουσιάζεται σκληρή, λιτή καί συχνά σιωπηλή, δέν ἐπιτελεῖ διακοσμητικό ἤ αἰσθητικό ρόλο. Ἡ πέτρα, τό βουνό καί ἡ ὁμίχλη δέν εἶναι ἁπλῶς φυσικά στοιχεῖα, εἶναι τρόποι ἀντίληψης τῆς πραγματικότητας. Ἡ πέτρα, γιά παράδειγμα, ἐκφράζει τήν ἀντοχή καί τήν χρονική διάρκεια, ἡ ὁμίχλη συμβολίζει τήν ἀβεβαιότητα τῆς γνώσης, ἐνῶ τό νερό ἐνσαρκώνει τήν ρευστότητα τῆς ἀνάμνησης και τήν ἀστάθεια τῆς ὕπαρξης, ἡ δέἀντανάκλασι τήν ἀπόστασι ἀνάμεσα στό “εἶναι καί στό φαίνεσθαι”. Ὑπό αὐτή τήν ἔννοια, ἡ φύσι μετατρέπεται σέ ἕνα μόρφημα ἄφωνης φιλοσοφίας, μέσα στό ὁποῖο τό ἀνθρώπινο ὄν καλεῖται νά ὑπάρξει ὑπό συνθῆκες τοποχρονικῆς λιτότητας.
Στήν συγκεκριμένη συλλογή, τά Γιάννενα καί τό περιβάλλον τοπίο ἀνάγονται σέ ἕναν σχεδόν μυθικό χῶρο τῆς παιδικῆς καί οἰκογενειακῆς ἡλικίας, ὅπως φανερώνουν οἱ στίχοι τῆς πρώτης στροφῆς:
«Θά ’ναι τά Γιάννενα, ψιθύρισα,
στό χιόνι καί στόν ἄγριο καιρό
γυάλινα καί μαλαματένια»
Τό «γυάλινο» στοιχεῖο τοῦ τίτλου ἀποτελεῖ τό ἑρμηνευτικό κλειδί αὐτῆς τῆς ποιητικῆς. Ὡς ὑλικό διαφανές, ἀλλά καί εὔθραυστο, τό γυαλί ἐπιτρέπει τήν θέασι, ἀλλά ταυτόχρονα δημιουργεῖ ἕναν διαχωρισμό. Τά «γυάλινα» Γιάννενα εἶναι ὁρατά, ἀλλά ἀπρόσιτα, παρόντα ἀλλά μη κατοικήσιμα· προβάλλονται ὡς μία εἰκόνα πού διαφεύγει διαρκῶς, ἀντανακλώντας τήν ἴδια τήν φύσι τῆς μνήμης. Ἡ πόλι δέν ἀποδίδεται ρεαλιστικά, ἀλλά ὡς μιά ἐσωτερική πατρίδα φωτισμένη ἀπό τήν νοσταλγία, ὅπου ἡ ποιητική λειτουργία τοῦ ὀνόματος ἀναδύεται μέσα ἀπό τήν εἰκόνα τῆς ἀντανάκλασης: «σάν τό βαπόρι σέ καλά νερά».
Συνεπῶς, τά Γιάννενα μετεξελίσσονται σέ ἕνα ἐσωτερικό τοπίο τῆς συνείδησης, χτισμένο ἀπό μνημονικά θραύσματα. Ἡ τόπος τους καθίσταται ἕνας ἀσταθής καθρέφτης, στόν ὁποῖο ὁ ποιητής ἀναζητεῖ τόν ἑαυτό του, καί ὑψώνεται ὡς ὁ συναισθηματικός «ὀμφαλός» τοῦ κόσμου του. Ἡ δέ λίμνη, ὡς κέντρο ὅρασης καί ψυχή τῆς πόλης, μεταβάλλεται σέ χῶρο «πνιγμοῦ - ἅλωσης» καί κάθαρσης:
«μιά λίμνη ὡς κόρην
ὀφθαλμοῦ καί κάστρα πατημένα» (Ι)
Μέ τήν ρευστή της ἐπιφάνεια, ἡ λίμνη λειτουργεῖ ὡς συμβολικό ἀνάλογο μίας κατάστασης ὅπου τό ἐμφανές εἶναι ταυτόχρονα παρόν καί ἀπόν. Ἡ ποιητική ἐμπειρία ταλαντεύεται ἔτσι ἀνάμεσα στήν ἀνάμνησι καί τήν ἀπώλεια. Το παρελθόν ἐπανέρχεται ὄχι ὡς συμπαγής εἰκόνα, ἀλλά ὡς σπαράγματα καί σκιές πού καθρεφτίζονται στό νερό της.
Παράλληλα, στοιχεῖα ὅπως οἱ μιναρέδες καί τά μπακίρια δέν ἀναδεικνύουν μόνο τόν παραδοσιακό πολιτισμό, ἀλλά καί τήν ἐμπειρία τοῦ ἱστορικοῦ χρόνου:
«εἶδα καί μιναρέδες κ’ ἄκουσα
τά μπακίρια νά βελάζουν.» (Ι)
Τά χάλκινα σκεύη ἀποκτοῦν ἐδῶ ζωϊκή φωνή, μετουσιώνονται σέ κοπάδι καί μετατρέπουν τήν πόλι σέ ἕνα ἠχοῦν, λαϊκό σῶμα. Τά Γιάννενα τοῦ Γκανᾶ δέν ἀποτελοῦν ἀντικείμενο ρεαλιστικῆς περιγραφῆς, ἀλλά μία βιωμένη ἀποκάλυψι. Ὅταν, μάλιστα, ἡ ποιητική φωνή ἀνακαλεῖ ἕναν τόνο «σάν παλιό τραγούδι», τό ὄνομα τῆς πόλης ἐντάσσεται σέ ἕνα εὐρύτερο πολιτισμικό σύμπαν. Ἡ πόλι παύει νά εἶναι ἁπλῶς ἕνας γεωγραφικός χῶρος καί καθίσταται μέρος μίας συλλογικῆς ἀφήγησης, ἡ ὁποία γεφυρώνει δημιουργικά τό παρελθόν μέ τό παρόν.
- Ἡ ἱστορία ὡς βιωμένο τραῦμα
Αὐτό παραπέμπει στήν βιωμένη διαχρονικότητα, ὅπου ὁ χρόνος στά «Γυάλινα Γιάννενα» δέν ρέει ἁπλῶς ἀποτελώντας οὐδέτερο πλαίσιο τῶν γεγονότων, ἀλλά ἐνεργεῖ, κυρίως, ὡς διαβρωτική δύναμι φθορᾶς. Τά πρόσωπα πού ἐμφανίζονται στό ποιητικό σύμπαν εἶναι ἤδη σημαδεμένα ἀπό τήν ἀπουσία τους· ἀκόμη καί ὅταν εἶναι παρόντα, φέρουν μέσα τους τό ἴχνος τῆς ἀπώλειας. Ὁ χρόνος, ἑπομένως, δέν βιώνεται ὡς διάρκεια, ἀλλά ὡς ἀπώλεια διάρκειας.
Μέσα σέ αὐτό τό πλαίσιο, ἡ πόλι τῶν Ἰωαννίνων μετασχηματίζεται σέ ψυχικό τοπίο, κατεξοχήν ἐσωτερικευμένο. Το τοπίο, λιτό καί δωρικό, μακριά ἀπό κάθε εἰδυλλιακό ἤ ρωμαντικό τόνο, γίνεται φορέας στοχασμοῦ καί συνομιλεῖ μέ τά βουνά καί τά δέντρα ὡς ἔμψυχη ὀντότητα. Ὁ τόπος πονᾶ, θυμᾶται καί περιμένει:
Σ’ ἀκούω πού περνᾶς τά μεσημέρια
ἁλάτι κουβαλώντας νοτισμένο
κι' ὅπως χτυποῦν τά πέταλα στίς πέτρες,
μυρίζει θειάφι ὁ πικρός ἀέρας.
Σ’ ἀκούω πού περνᾶς τούς λαβωμένους
μέ τίς πληγές τους σταυρωτά στό στῆθος,
δεμένους μέ τριχιές κι' ἄλλους μέ σύρμα,
Σ' ἀκούω τόν ὄρθρο πού οἱ παπᾶδες ψέλνουν
κι' εἶναι βουβές στόν ὕπνο μου οἱ καμπάνες,
μ’ ἕνα ραβδί, τυφλός, νά ζητιανεύεις
κι' ἀχνίζει ἀπ’ τά μαλλιά σου μαῦρο αἷμα.
Στούς οὐρανούς δέν πάει σάν τό λιβάνι,
στά σύρματα κουρνιάζει, στίς κολόνες,
γκρίζο πουλί μέ κόκκινα ποδάρια,
πού κρυφακούει τά φοβερά μαντᾶτα. (V)
Ἡ Ἤπειρος κουβαλᾶ ἀνοιχτές πληγές τῆς Ἱστορίας πού περιφέρονται ἀκόμη ζωντανές μέσα στήν ἀνθρώπινη μνήμη. Τά βουνά συνιστοῦν τόν διαχρονικό χῶρο πού ἐμπεριέχει τόν πόνο, τίς πίκρες καί τά ἱστορικά παθήματα. Πάνω στό σῶμα τους προβάλλει τό ἀμετακίνητο βιωματικό ὅριο ὅπου ξεδιπλώθηκε ἡ σκληρότητα τῆς πατρίδας, ὁ πατημένος χῶρος τῆς πέτρας καί τοῦ χώματος, ὅπου ἡ παιδική ἡλικία διέγραψε τό «πρῶτο βλέμμα» της:
«Χάραζε ὁ τόπος μέ βουνά πολλά
κι' ἀνάτελλε τά ζωντανά του …
στό χιόνι καί στόν ἄγριο καιρό (Ι)
Νερόμυλοι ἀλέθουνε σιτάρι, καλαμπόκι
μαῦρο, ἡ μνήμη τοῦ χλοΐζει ὀνόματα
καί τόπους, μά δέν ἀκούει τόν ἄνεμο
κι' ἄς τρέμει, ἄς κυματίζει τό χορτάρι
κι' ὅταν μιλάει τά λόγια χάνονται
σέ χαραμάδες καί χαλίκια τοῦ κορμιοῦ του…(III)
Γιά τόν ποιητή, ὁ τόπος φαντάζει συχνά ὁριακός, τόσο γεωγραφικά ὅσο καί ὑπαρξιακά· ἀποτελεῖ τό μεταίχμιο ἀνάμεσα στό «ἐδῶ» τοῦ παρόντος τῆς πόλης καί στό «ἐκεῖ» τοῦ παρελθόντος τοῦ χωριοῦ. Ἐπιπλέον, παρόλο πού οἱ σύγχρονες ἐξελίξεις ἀλλοίωσαν τόν χαρακτήρα τοῦ τοπίου, προσδίδοντάς του μιά εἰκόνα ἐγκατάλειψης καί παρακμῆς λόγω τοῦ ἐμφυλίου, τῆς ξενιτιᾶς καίτῆς ἀπώλειας τοῦ παραδοσιακοῦ τρόπου ζωῆς, ἡ ποιητική φωνή ἀρνεῖται νά σβήσει τήν ἱστορία του:
Τόν ξέρω αὐτό τόν τόπο,
ξαναπέρασα παιδί μέ τό πουλάρι μου.
Ἔχουν ἀλλάξει ὅλα
κάτω ἀπ’ τόν ἴδιο οὐρανό…
Σ’ αὐτή τήν κιβωτό
εἶμαι τό εἶδος δίχως ταίρι (VII)
Ἡ τελευταία αὐτή φράσι, τυπική τῆς ποιητικῆς εἰκονοποιίας τοῦ Γκανᾶ, δέν δηλώνει ἁπλῶς μιά ὀπτική ἐντύπωσι, ἀλλά μία ὀντολογική συνθήκη. Τό εἴδωλο τοῦ τόπου δέν ταυτίζεται μέ τήν ὑλική πραγματικότητα, ἀλλά μέ τήν ἐμφάνισί της ὑπό συνθῆκες χρονικῆς καί πολιτιστικῆς ρευστότητας. Κατ’ αὐτόν τόν τρόπο, τά «Γιάννενα» —εἰδικά στά ποιήματα IV, V, VI καί στή «Χριστουγεννιάτικη ἱστορία»— δέν εἶναι ποτέ ἀπολύτως παρόντα· ἐκδιπλώνονται ὡς ἀντανάκλασι ἑνός κόσμου ἤδη ἀπολεσθέντος (βυζαντινοῦ, ὀθωμανικοῦ, λαϊκοῦ) καί ταυτόχρονα καθ’ ὅλα σύγχρονου.
Στή συλλογή αὐτή, ἡ Ἤπειρος φέρει ἔντονα τά σημάδια τῶν πολέμων, τῆς φτώχειας καί τῆς ξενιτιᾶς. Ἡ ἀνάκλησί τους δέν ἀποτελεῖ γνώρισμα μίας στενά ἀτομικῆς ἔκφρασης, ἀλλά λειτούργημα ἑνός συλλογικοῦ βιώματος, πού πασχίζει νά διασώσει ὅ,τι ἀπειλεῖται μέ ἀφανισμό: τούς ἀπόντες ξενιτεμένους, τούς νεκρούς, τά ἐρημωμένα χωριά καί τίς φωνές πού σβήνουν. Τά πάντα εἰκονίζονται ὄχι ὡς ἕνας ἁπλός ρυμοτομικός χῶρος, ἀλλά ὡς ἡ βιωμένη ἀποκάλυψι μίας Μνήμης γεμάτης θρύλους καί ἀνοιχτές συλλογικές πληγές. Μέσω αὐτῆς τῆς διαδικασίας, τό συλλογικό τραῦμα μετουσιώνεται σέ ἕναν τρόπο φθορᾶς καί ἀποξένωσης ἑνός κόσμου πού μοιάζει ἀσύμβατος μέ τό παρόν του ποιητοῦ:
Φτέρνα πού τά πατεῖ, βρυσούλα πού τά βρέχει
καί τό ντουφέκι ὕπουλο σάν ἑρπετό
τ’ ἀκοῦς ἐδῶ τ’ ἀκοῦς πιό πέρα,
κλείνουνε σπίτια μαυροφοροῦν γυναῖκες,
κατηφορίζουν τά χωριά γιά τό ποτάμι.
Οἱ κέδροι ψύχουν τόν ὁρίζοντα,
πέφτει χαλάζι, πέφτει βαρύς
ὁ οὐρανός στούς ὤμους,
πού ξαποσταίνει τό γαλάζιο, πού μοιράζεται; (VI).

Ἔτσι, ὁ Γκανᾶς ἀπομακρύνεται ἀπό τήν ἐξωτερική περιγραφή τοῦ τοπίου καί εἰσχωρεῖ στόν πυρήνα τῆς μνήμης, τοῦ γήρατος, τῆς πατρικῆς μορφῆς καί τῆς ἱστορικῆς φθορᾶς. Ἡ μετατόπισι αὐτή εἶναι καθοριστική: τό τοπωνύμιο παύει νά δηλώνει ἕναν ἀντικειμενικό χῶρο καί καθίσταται ὑποκειμενική ἐμπειρία. Ἡ πόλι δέν κατοικεῖται πλέον ἀπό τόν ποιητή, ἀλλά μετατοπίζεται καί κατοικεῖ ἡ ἴδια μέσα του, ὡς μορφή συνείδησης πού συγκροτεῖ τήν ταυτότητά του.
Ἐντός αὐτοῦ τοῦ πλαισίου, ἡ ἠπειρωτική διάστασι ἐντείνεται, καθώς τό ὄνομα τῆς πόλης λειτουργεῖ μετωνυμικά, συμπυκνώνοντας τήν σιωπή, τήν λιτότητα, τήν προσφυγιά καί τήν ξενιτιά. Οἱ στίχοι πού ἀνακαλοῦν τούς ἀπόντες δέν ἀναφέρονται σέ συγκεκριμένα ἄτομα, ἀλλά σέ μία καθολική ἐμπειρία ἀπουσίας, βαθιά ριζωμένη στόν ἠπειρωτικό κόσμο:
Εικ. Οθωναίος Νικόλαος-Ιωάννινα
«Κάθεται μόνος τοῦ δίπλα στό τζάκι,
καί στίς παλιές φωτογραφίες,
γνώριμα μάτια τῶν νεκρῶν,
πού τόν κοιτάζουν ἀπ’ τό μέλλον» (ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ)
…Λησμόνησα τούς ἴδιους τούς γονεῖς μοῦ,
πώς ἤτανε καί ποιοί καί πόσοι.
Κοιτάζω γράμματα, φωτογραφίες,
δέν ξεχωρίζω ζωντανούς καί πεθαμένους.
Γριές καί γέροι καί παιδιά,
μεσήλικες θλιμμένοι.
Μάτια θυμᾶμαι καί φωνές,
πρόσωπα πού δέ γνώρισα ποτέ μου. (ΑΜΝΗΣΙΑ)
Ἡ πόλι, ἔτσι, μετατρέπεται σέ τόπο, ὅπου συναντῶνται οἱ ζωντανοί καί οἱ νεκροί, οἱ παρόντες καί οἱ ἀπόντες. Στόν πυρῆνα αὐτῆς τῆς μνημονικῆς ποιητικῆς βρίσκεται ἡ παρουσία τῶν ἀπόντων. Ἡ Ἤπειρος τοῦ Γκανά εἶναι ὁ τόπος τῶν κεκοιμημένων, τῶν ξενιτεμένων, τῶν προσώπων πού ἔχουν ἀποσυρθῆ ἀπό τήν ἄμεση ἐμπειρία ἀλλά ἐξακολουθοῦν νά ὑπάρχουν μέσα στή γλῶσσα. Ἐδῶ ἡ ποίησι ἀγγίζει τό βαθύτερο ἦθος τοῦ ἠπειρώτικου μοιρολογιοῦ: δέν θρηνεῖ ἁπλῶς τήν ἀπώλεια, ἀλλά καθιστά τόν ἀπόντα παρόντα μέσω τῆς φωνῆς. Ἡ μνήμη δέν εἶναι μιά ἀναδρομική, παθητική λειτουργία, ἀλλά ὁ τρόπος ἐπιβίωσης τῆς κοινότητας μέσα στόν λόγο.
3. Ἡ μνήμη ὡς συλλογική ἐμπειρία
Ὡς προέκτασι αὐτῆς τῆς σκέψης, τά «Γυάλινα Γιάννενα» δύνανται νά ἰδωθοῦν ὡς μία ποιητική διερεύνησι τῆς ἀνθρώπινης κατάστασης. Ὁ ἄνθρωπος παρουσιάζεται ὡς ἕνα ὄν πού διάγει τόν βίο του ἐντός τοῦ χρόνου χωρίς ὡστόσο νά μπορεῖ νά τόν τιθασεύσει· ὡς μία ὕπαρξι πού θυμᾶται, ἀλλά ἀδυνατεῖ νά ἀνακτήσει πλήρως ὅ,τι ἔχει ἀπωλεσθῆ. Ἡ μνήμη μεταβάλλεται, συνεπῶς, ἀπό ἐργαλεῖο γνώσης σέ τρόπο ὕπαρξης. Μέσα ἀπό αὐτήν, τό παρελθόν δέν ἀποκαθίσταται ἀντικειμενικά, ἀλλά παραμένει ἐνεργό ὡς δραστική ἀπουσία.
Ἡ ποιητική γραφή τοῦ Γκανᾶ κατορθώνει νά μετουσιώσει αὐτή τήν ἐμπειρία σέ στέρεη στιχουργική μορφή. Δέν πρόκειται γιά μία στείρα ἐξομολόγησι, ἀλλά γιά μορφοποιημένο βίωμα πού ἀποκτᾶ καθολική ἰσχύ. Ὁ ἀναγνώστης δέν καλεῖται ἁπλῶς νά ἀναγνωρίσει ἕνα συγκεκριμένο γεωγραφικό τοπίο ἤ μιά ἐντοπισμένη ἱστορία, ἀλλά νά συμμετάσχει σέ μία κοινή μοίρα: στήν ἐμπειρία τῆς ἀπώλειας τῆς φυσιογνωμίας «τῶν παλαιῶν ἡμερῶν» καί στήν παράλληλη διάσωση τῆς μνήμης τους.
Ἡ σημασία τῆς συλλογῆς ἔγκειται ἀκριβῶς σέ αὐτή τή δυνατότητα μετατροπῆς τοῦ ἀτομικοῦ πόνου καί στοχασμοῦ σέ συλλογικό κραδασμό. Ὡς ἐκ τούτου, τά «Γυάλινα Γιάννενα» ὑπερβαίνουν τήν ἁπλή ποιητική ἀναπαράστασι ἑνός τόπου, συνιστώντας μιά στοχαστική καταγραφή τῆς σχέσης τοῦ ὑποκειμένου μέ τόν χρόνο καί τή φθορά. Μέσα ἀπό τήν ἁπλότητα τῆς μορφῆς καί τή διαφάνεια τῆς γλώσσας, ἀναδύεται μιά βαθιά φιλοσοφική διάστασι πού προσδίδει στό ἔργο διαχρονικό χαρακτῆρα.
Τελικά, ἡ συλλογή λειτουργεῖ ὡς ἕνα «γυάλινο τοπίο» τῆς συνείδησης: ἕνας χῶρος πού ἀντανακλᾶ χωρίς νά συγκρατεῖ, πού ἀποκαλύπτει χωρίς νά σταθεροποιεῖ. Ἡ ποίησι τοῦ Μιχάλη Γκανᾶ, μέσα ἀπό αὐτή τήν λεπτή ἰσορροπία ἀνάμεσα στήν ἀνάμνησι καί τήν ἀπώλεια, διαμορφώνει ἕναν λόγο λιτό ἀλλά ταυτόχρονα ἀβυσσαλέο· ἕναν λόγο πού δέν ἐπιδιώκει νά ἐπιβληθῆ θορυβωδῶς, ἀλλά νά παραμείνει ὡς ἥσυχη, ἐπίμονη παρουσία μέσα στόν χρόνο.
4. Ὁ λυρισμός τῆς ἐντοπιότητας
Ἡ συγκεκριμένη συλλογή ἀποτελεῖ ἀναμφίβολα ἕναν ἀπό τούς ὡριμότερους καί ἐσωτερικά συνεκτικώτερους σταθμούς τῆς ποιητικῆς πορείας τοῦ δημιουργοῦ. Ἡ κριτική ἀποτίμησι συγκλίνει στό ὅτι πρόκειται γιά ἔργο ὑψηλῆς λυρικῆς πυκνότητας, ὅπου ἡ ἐκφραστική ἁπλότητα συμπυκνώνει ἕναν βαρύ ὑπαρξιακό στοχασμό. Ὁ ποιητικός λόγος ἐδῶ δέν εἶναι «ἐκρηκτικός», ἀλλά χαμηλόφωνος· λειτουργεῖ σχεδόν ὑπόγεια, ἐπιτυγχάνοντας ὡστόσο μιά σπάνια συναισθηματική καί νοητική ἔντασι.
Εἶναι τό ἔργο πού καθιέρωσε τόν Γκανᾶ ὡς τόν «ποιητή τῆς ἐντοπιότητας»[3], , καθώς ὁ ἴδιος ἀποκλίνει ἀπό τόν ἔντονο ἱστορικοπολιτικό τόνο τῆς ἐποχῆς του καί στρέφεται πρός μία ἐσωτερική, ὑπαρξιακή ποίησι, ὅπου ἡ ἐμπειρία τοῦ χρόνου καί τῆς μνήμης ἀνάγεται σέ κεντρικό ἄξονα.
Ἡ ποιητική σύνθεσι «Γυάλινα Γιάννενα» ὑποδηλώνει ἐξαρχῆς τήν εὐθραυστότητα τῆς μνήμης, τήν διαφάνεια τῆς λίμνης Παμβώτιδας, ἀλλά καί την αἴσθησι ἑνός κόσμου πού «ραγίζει» ἀπότομα μπροστά στήν ἔλευσι τοῦ χρόνου. Τό ἔργο μετουσιώνει τό ἀρχικό βίωμα τοῦ χωριοῦ καί τῆς ξενιτιᾶς σέ μία καθολική ὑπαρξιακή ἀναζήτησι, ἡ ὁποία ἀγγίζει κάθε ἄνθρωπο πού αἰσθάνεται «ἀνέστιος» μέσα στό σύγχρονο ἀστικό περιβάλλον.
Ἡ Ἤπειρος δέν ἐμφανίζεται ὡς ἕνα ἁπλό γεωγραφικό σημεῖο ἀναφορᾶς, οὔτε ὡς προϊόν μίας ρωμαντικῆς νοσταλγίας γιά τήν γενέθλια γῆ· ἀναδεικνύεται, ἀντίθετα, σέ ποιητική μήτρα, δηλαδή σέ πρωτογενῆ πνευματική καί συναισθηματική πηγή εἰκόνων, ρυθμοῦ καί ὑπαρξιακῆς αὐτοσυνειδησίας. Εἶναι ὁ χῶρος ὅπου οἱ αἰσθήσεις πρωτολειτούργησαν. Ἡ μνήμη ἐδῶ δέν ἰσοδυναμεῖ μέ παθητική ἀναπόλησι, ἀλλά συνιστᾶ ἕνα διαρκές παρόν, καθώς ὁ ποιητής μεταφέρει αὐτό τό ἠπειρωτικό τοπίο ἀκέραιο μέσα στήν πραγματικότητα τῆς Ἀθήνας. Ἡ Ἤπειρος ἀποτελεῖ τό μέτρο σύγκρισης γιά κάθε μεταγενέστερο βίωμα, μιά «ἐσωτερική γεωγραφία», ὅπου τά βουνά καί τά ποτάμια ἔχουν πλέον μετατραπῆ σέ συναισθήματα.[4]
5. Ὁ νόστος καί ἡ ξενιτιά
Ἡ Ἤπειρος τῶν παιδικῶν χρόνων τοῦ Μιχάλη Γκανᾶ ἔχει προφανῶς μεταβληθῆ ὑπό τό βάρος τῆς ἱστορικῆς ἐξέλιξης καί τῆς προόδου. Ἐπιστρέφοντας, ὁ ἴδιος αἰσθάνεται ὑπό τά νέα δεδομένα ὡς «ξένος» καί «ταξιδιώτης», καθώς ἀδυνατεῖ νά ἀναγνωρίσει τόν γενέθλιο χῶρο, ἀλλά καί νά ἀναγνωρισθῆ ἀπό αὐτόν. Ὁ δρόμος τῆς ἐπιστροφῆς καί τά γεωγραφικά του γνωρίσματα δέν ἐγγράφονται στό ἐπίπεδο μίας περιγραφικῆς τοπογραφίας, ἀλλά σέ ἐκεῖνο τῆς ἀναμνηστικῆς ἀνασύνθεσης· ὁ τόπος δέν ἀναπαρίσταται ρεαλιστικά, ἀλλά ἀνακαλεῖται.
Ἰδιαίτερη βαρύτητα ἀποκτᾶ ἐδῶ ἡ ἀνθρωπολογία τῆς ξενιτιᾶς, πού ἀποτελεῖ ἴσως τό πιό αὐθεντικό ὑπόστρωμα τῆς ποίησής του. Ἡ ξενιτιά στόν Γκανᾶ δέν συνιστᾶ ἁπλῶς ἕνα ἱστορικό καί κοινωνικό γεγονός συνδεδεμένο μέ τήν μετανάστευσι, ἀλλά βιώνεται προπάντων ὡς ἐσωτερική προσφυγιά, ἡ ὁποία προκαλεῖ τήν διάρρηξι τῆς οἰκογενειακῆς καί κοινοτικῆς συνοχῆς.Ὁ ποιητής τήν ἀναδεικνύει σέ καθολική ὑπαρξιακή συνθήκη: ὁ ἄνθρωπος βρίσκεται σέ μιά διαρκή διαδρομή ἐκτός τόπου, ἀκόμη καί ὅταν ἐπιστρέφει. Το χωριό, ἡ πόλι, τό πατρικό σπίτι παραμένουν ἀντικείμενα πόθου, ὅμως ἡ ἐπάνοδος σέ αὐτά εἶναι πάντοτε μερική, ἀνολοκλήρωτη καί σχεδόν τραγική.
Στό σημεῖο αὐτό, ἡ ἠπειρωτική ἐμπειρία συναντᾶ τήν οἰκουμενική διάστασι τῆς ποιητικῆς του. Το τοπικό δέν περιορίζει, ἀλλά διευρύνει τό βίωμα. Ἡ Ἤπειρος γίνεται ὁ τρόπος γιά νά θιγῆ ἡ μοῖρα κάθε ἀνθρώπου πού φέρει μέσα του ἕναν ἀπολεσθέντα παράδεισο.
Εικ. Ο Μετανάστης: του γλύπτη Θεόδ. Παπαγιάννη
Κεντρικός πυλῶνας αὐτοῦ τοῦ νόστου εἶναι ἡ διαλεκτική ἀνάμεσα στήν φθορά τοῦ παλαιοῦ κόσμου καί στήν προσπάθεια ἐπιβίωσης μέσα στήν νέα πραγματικότητα. Ὁ ἐμφύλιος πόλεμος καί ἡ μετανάστευσι λανθάνουν πίσω ἀπό κάθε στίχο, συνιστώντας τό κατεξοχήν βιωματικό φορτίο. Ἡ συλλογή, ἀφουγκραζόμενη αὐτές τίς συνθῆκες, λειτουργεῖ ὡς ἕνα βαθύ «μνημόσυνο» γιά τήν παραδοσιακή ἀγροτική κοινωνία πού σβήνει, χωρίς ὡστόσο νά ἀρνεῖται τήν νομοτέλεια τῆς φθορᾶς:
«ΚΑΘΕ ΠΡΩΙ
Κάθε πρωί γύρω στίς δέκα
μιά λάμψη σκοτεινή τόν γονατίζει.
Θέλει νά τρέξει νά κρυφτεῖ,
θέλει σκοτάδι.
Γύρω τηλέφωνα, πελάτες
κι' ἕνας στά μαῦρα,
μέ σχοινί καί μέ κουβᾶ,
πού τόν ἀδειάζει ὡς τά γόνατα.
Ἀκούει μέσα τοῦ τ’ ἀνήμερο πηγάδι,
τ’ ἄπιαστο χέλι πού βιδώνεται στή λάσπη,
κι' ἀνάβει ἀργά τό δέκατο τσιγάρο.
ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΑΦΘΟΝΗ ΑΝΩΝΥΜΙΑ
...νεράκι,
τόση ἐνηλικίωσηποϋ πῆγε,
τόση φροντίδα νά φαίνεται ὅσο εἶναι,
ἀφήνοντας ρυτίδες, περιττά κιλά
νά ζώνουν τό κορμί τοῦ, ποϋ πῆγε
τόση φρόνηση καί τώρα
ὅ κόσμος περισσεύει γύρω τοῦ, τόν πνίγει,
άλλά κι' αὐτός αἰφνίδια φουσκώνει
καί ξεχειλίζει...
...ξεχασμένες,
κάθεται τώρα στήν ἴδια τή σκιά τοῦ
σάν ὀρφανό σέ ξένη πόρτα
μά ἡ ζωή ζητάει τό μερτικό τῆς,
δέν ξέρει ἀκόμη τί τόν περιμένει,
ἀργότερα θά καταλάβει,
πώς ἡ ζωή τόν προσπερνάει,
πώς τίποτε δέν ὀνομάζει, οὔτε νερό
οὔτε νεράκι λέει,
καί μές στήν ἄφθονηἀνωνυμία
μονάχα τοῦτα τά χαρτιά
κι' ο μαρκαδόρος τοῦ πού τελειώνει
Μέ αὐτό τό βίωμα τοῦ ἐσωτερικοῦ νόστου καί τοῦ ἄλγους, ὁ Γκανᾶς συνομιλεῖ ἄμεσα μέ τά ἠπειρώτικα δημοτικά τραγούδια καί κυρίως μέ ἐκεῖνα τῆς ξενιτιᾶς, ὅπου ἡ ἐπιστροφή λειτουργεῖ ὡς ὑπόσχεσι πού ἐξισορροπεῖ τόν ψυχισμό του. Πράγματι, ἡ ποίησί του ἀνακαλεῖ τήν δομή τῶν ἠπειρωτικῶν πολυφωνικῶν τραγουδιῶν, ἐνῶ καί ὁἴδιος ἔχει ὁμολογήσει τήν βαθιά ἐπίδρασι πού δέχτηκε ἀπό τήν δημοτική παράδοσι.[5]Αὐτό ἀποτυπώνεται στόν λιτό, δωρικό στίχο, στήν πυκνότητα τῶν εἰκόνων, στήν μοιρολογική μουσικότητα, στήν χρήσι τῆς λαϊκῆς λαλιᾶς καί στήν αἴσθησι μίας συλλογικῆς φωνῆς πού οἰκειώνεται τό ὕφος τοῦ θρήνου, τῆς παραλογῆς καί τῆς οἰκογενειακῆς ἀφήγησης (ὅπως παρατηρεῖται στό ποίημα «Χριστουγεννιάτικη ἱστορία» καί στό ἀφιερωμένο «στόν Χρῆστο Μπράβο» ).
Ἡ μουσικότητα αὐτή δέν ἀποτελεῖ ἁπλό αἰσθητικό γνώρισμα, ἀλλά φορέα ἀνθρωπολογικοῦ βάθους. Ἡ Ἤπειρος, ὡς πολιτισμική μήτρα, ἔχει ἱστορικά συνδέσει τόν λόγο μέ τό τραγούδι καί τόν θρῆνο μέ τήν μνήμη. Ὁ Γκανᾶς συνεχίζει δημιουργικά αὐτή την παράδοσι· ὁ ποιητικός του λόγος μοιάζει νά πηγάζει ἀπό μιά ζωντανή κοινότητα πού θυμᾶται, πενθεῖ καί διασώζει.[6]
6. Ὁ Ἔρωτας στόν Μιχάλη Γκανᾶ
Αὐτή ἡ ἠπειρωτική λιτότητα καί ἡ αἴσθησι τῆς παροδικότητας διαμορφώνουν ἀνάλογα καί τόν ἐρωτικό του λόγο. Ὁ ἔρωτας στόν Γκανᾶ δέν εἶναι ἐξιδανικευμένος οὔτε ἐκρηκτικός· ἐμφανίζεται στενά δεμένος μέ τόν γενέθλιο χῶρο. Δέν ἐκδιπλώνεται ὡς θυελλῶδες πάθος, ἀλλά ὑπαινικτικά, σχεδόν ψιθυριστά. Ἐκλαμβάνεται ὄχι ὡς πλήρης ἐμπειρία τοῦ παρόντος, ἀλλά ὡς ἀνάμνησι καί ἴχνος μίας σχέσης πού ἔχει ἤδη διαρραγῆ, ἐντασσόμενος ὀργανικά στό εὐρύτερο πλέγμα τῆς φθορᾶς:
Χώρισαν καί χαθήκανε
στήν ἴδια γειτονιά, στούς ἴδιους δρόμους.
Ἐκείνη γύριζε καί γύρευε
σ’ ἄλλα κορμιά τή μουσική του.
Ἀπελπίστηκε, παντρεύτηκε μιά μέρα.
Τόν ξέχασε κι' αὐτόν καί τό κορμί της,
ἔγινε σύζυγος, μητέρα,
πρώτη ξαδέλφη ὅλων τῶν ἀπελπισμένων.
Τούς βλέπει κάθε βράδυ στήν TV.
’Ἀδύνατον νά πάει στό κρεβάτι
ὥσπου νά πέσουν χιόνια στήν ὀθόνη.
Τή γαληνεύει αὐτό τό ἄσπρο -ἕνα τίποτε-
κι' ἔτσι τήν παίρνει ὅ ὕπνος. (ΔΙΠΤΥΧΟ ΙΙ.)
Ἡ ἐρωτική ἀπώλεια προστίθεται ὡς βιογραφική ἧττα στήν καθημερινή ἐπιβίωσι τῆς γυναίκας, ἡ ὁποία χάνει τόν ἔρωτα καί μαζί, σταδιακά, καί τό σῶμα της. Μεταβάλλεται σέ «σύζυγο καί μητέρα», προσπαθώντας νά ὑπερβῆ τήν ἀπομόνωσι τῆς καθημερινότητας, μακριά ἀπό κάθε αἴσθησι πληρότητας.
Εἶναι σαφές ὅτι ἡ ἠπειρωτική καταγωγή τοῦ ποιητικοῦ κόσμου ἐπηρεάζει βαθιά καί τήν ἀναπαράστασι τοῦ ἐρωτικοῦ στοιχείου. Στόν Γκανᾶ δέν συναντοῦμε ἐξομολογητικό αἰσθησιασμό ἤ τήν ρητορική ἑνός πληθωρικοῦ πάθους. Ἡ ἠπειρωτική λιτότητα διαμορφώνει ἕναν ἔρωτα συγκρατημένο, σχεδόν σιωπηλό, ὅπου τό συναίσθημα ὑπονοεῖται καί τό ἀνείπωτο καθίσταται δραστικότερο ἀπό τή διατύπωσι. Ἡ σιωπή ανάμεσα στίς λέξεις λειτουργεῖ ὡς ὁ κατεξοχήν ἐρωτικός χῶρος, προσδίδοντας στό ἔργο μιά βαθιά ὑπαρξιακή διάστασι:
Ἀλλοῦβλασταίνουν σώματα καινούργια,
δίνουνε ὅρκους κι' ἐπιμένουν στήν ἀγάπη.
Τήν ἀπελπίζει τόση ἐλπίδα.(ΔΙΠΤΥΧΟ ΙΙ.)
Ὁ ἔρωτας παρουσιάζεται ὡς μιά ἀγωνιώδης ἀνθρώπινη προσπάθεια ὑπέρβασης τῆς μοναξιᾶς, χωρίς ὡστόσο νά κατορθώνει νά ἀκυρώσει τή φθορά. Τό ἀγαπημένο πρόσωπο μετατρέπεται σέ φορέα μνήμης, μέσῳ τοῦ ὁποίου τό παρελθόν ἐπιβιώνει στό παρόν.
Ἔτσι, τό ἐρωτικό στοιχεῖο συνδέεται ἄμεσα μέ τόν νόστο: ὅπως ὁ ποιητής ἐπιστρέφει νοερά στόν γενέθλιο τόπο, ἔτσι ἐπιστρέφει καί στά πρόσωπα πού ἀπομακρύνθηκαν:
«Ἡ φύση, μπόλικη καί χύμα, τῆς διδάσκει
πώς δέν πεθαίνουνε τά μῆλα ἀπό λύπη.
Καί ἀναβάλλει μέχρι τ’ ἄλλο Σάββατο.» (ΔΙΠΤΥΧΟ II)
Παρότι ἡ ἐρωτική ἐμπειρία ἐκκινεῖ ἀπό τό ἀτομικό βίωμα, ἀποκτᾶ τελικά συλλογικές διαστάσεις. Οἱ ἐρωτικές μορφές λειτουργοῦν ὡς σύμβολα τῆς καθολικῆς ἀνθρώπινης ἀνάγκης γιά ἐγγύτητα. Ὁ ἀναγνώστης δέν παρακολουθεῖ ἁπλῶς μιά ξένη ἱστορία, ἀλλά ἀναγνωρίζει μέσα της μιά κοινή μοῖρα ἐπιθυμίας καί ἀπώλειας.
Σέ βαθύτερο φιλοσοφικό ἐπίπεδο, ὁ ἔρωτας στά «Γυάλινα Γιάννενα» σχετίζεται μέ τήν ἐμπειρία τῆς παροδικότητας. Τό ἀγαπημένο πρόσωπο δέν διασώζει το πάθος ἀπό τόν πανδαμάτορα χρόνο, ἀλλά καθιστά τήν διάρκεια της αγάπης σε εγρήγορσι. Ἡ δε ἀνάμνησι, ἀκόμη καί ὅταν συνοδεύεται ἀπό ἄλγος, λειτουργεῖ ὡς ἀντίστασι στήν λήθη, ἐξασφαλίζοντας τήν ὑπαρξιακή συνέχεια.Θά μπορούσαμε, ἑπομένως, νά μιλήσουμε γιά ἕναν «γυάλινο ἔρωτα»: διάφανο ἀλλά εὔθραυστο, παρόντα ἀλλά ἤδη ἀπομακρυσμένο, βαθύ ἀλλά χαμηλόφωνο. Δέν ἐπιδιώκει τήν θριαμβευτική ἐπιβεβαίωσι τοῦ ἐγώ, ἀλλά ἀποκαλύπτει τήν λεπτή ὀμορφιά τῆς ἀνθρώπινης εὐαλωτότητας, φωτίζοντας τό παρόν ἀκόμη καί ὅταν ἡ πηγή τοῦ φωτός ἔχει πλέον χαθῆ:
«Ἔπεφτε τό κορμάκι σου καί τό ’χτιζα μέ χάδια
τήν ὥρα πού ’σβησε τό φῶς
κι ἀνάψαν τά σκοτάδια.
Εἶδα τό μαῦρο πού ’κρυβες
μέ σάρκα καί μέ δέρμα
κι ἀνάμεσα στά δόντια σου τό «σ’ ἀγαπῶ» σάν κέρμα.
Τρόμαξα κι ἄναψες τό φῶς, ἡ νύχτα ἔκανε πίσω
σά φίδι πού δέν πρόλαβα
καλά νά τό χτυπήσω.
Κι ἄφησε στό σεντόνι μας
τό μαῦρο της τό ντύμα,
ὅλο τό βράδυ πάσχιζα νά κόψω αὐτό τό νῆμα.» (FLASHBACK, Βρέχει σέ ὅλες τίς γυναῖκες πού ἀγάπησα, Γιάννης Εὐσταθιάδης)
Ἐδῶ ὁ ἔρωτας γίνεται μιά κατάδυσι στό σκοτεινό βάθος τοῦ ἄλλου. Ξεκινᾶ ὡς τρυφερό χάδι, ἀλλά ἀποκαλύπτει μιά νυχτερινή, τραυματική διάστασι, φέροντας τό ὑποκείμενο ἀντιμέτωπο μέ τό αἰνιγματικό κέντρο τῆς ἑτερότητας καί τοῦ ἑαυτοῦ του.
7. Ἡ Γυναῖκα καί ἡ Μάννα στόν Μ'. Γκανά
Αὐτή ἡ ἀνάγκη τοῦ ἀνθρώπου νά διασώσει δεσμούς μέσα στήν φθορά, ἰσορροπεῖ τελικά στήν ποίησι τοῦ Γκανᾶ μέσα ἀπό τήν μορφή τῆς γυναῖκας καί τῆς μάννας, ἡ ὁποία προβάλλει ὡς ὁ ἀπόλυτος συνεκτικός ἱστός πού συγκρατεῖ τά θραύσματα τῆς μνήμης. Ἡ μάννα στόν Γκανᾶ δέν συνιστᾶ μιά ἁπλή ἠθογραφική φιγούρα, ἀλλά τήν προσωποποίησι τῆς ἴδιας τῆς ἠπειρωτικῆς γῆς (ἡ Μάννα Γῆ): ἀνθεκτική, πενθοῦσα καί σιωπηλή. Ὡς τροφός καί σύμβολο προσμονῆς, ἡ μητρική μορφή ταυτίζεται ἀπόλυτα μέ τήν Ἤπειρο καί συνδέει τόν ποιητή μέ τό «χῶμα» τῶν προγόνων του:
Νερόμυλοι ἀλέθουνε σιτάρι, καλαμπόκι
μαῦρο, ἤ μνήμη τοῦ χλοΐζει ὀνόματα
καί τόπους, μά δέν ἀκούει τόν ἄνεμο
κι' ἄς τρέμει, ἄς κυματίζει τό χορτάρι
κι' ὅταν μιλάει τά λόγια χάνονται
σέ χαραμάδες καί χαλίκια τοῦ κορμιοῦ τοῦ,
μά νάτη μιά γυναῖκα τώρα,
πού λέει τ’ ὄνομα του δυό καί τρεῖς φορές
μ’ άνθρωπινήλαλίτσα.
Ἡ γυναῖκα ἐδῶ ἐπαναφέρει τό ὑποκείμενο στόν κόσμο, τό ξαναονομάζει, καί ἡ πρᾶξι αὐτή τῆς κατονομασίας λειτουργεῖ ὡς σωτηρία. Συχνά ἐμφανίζεται ὡς μιά φιγούρα ντυμένη στά μαῦρα, ἐνσαρκώνοντας τήν διαχρονική ἠπειρωτική ἀξιοπρέπεια ἀπέναντι στό πένθος.
Παράλληλα, ἡ γυναῖκα-σύντροφος ἤ ἡ γυναῖκα-ἀνάμνησι προβάλλει ὡς τό εὔθραυστο στοιχεῖο μέσα στήν σκληρότητα τῆς πέτρας. Στό ποίημα «Προσωπικό», ἡ συζυγική σχέσι δέν παρουσιάζεται ὡς ρωμαντική ἐξιδανίκευσι, ἀλλά ὡς μιά μακρά καί ἐπίπονη κοινή συμπόρευσι μέσα στόν χρόνο, τήν φθορά καί τήν καθημερινότητα. Ἡ ἀγάπη κουράζεται «σάν καθετί πού ἀνασαίνει», χωρίς ὅμως νά πεθαίνει· δοκιμάζεται μέσα ἀπό χρέη, παιδιά, ἀσθένειες καί σιωπές, ἀλλά ἐξακολουθεῖ νά λειτουργεῖ ὡς δεσμόςἀντοχῆς.[7]
Ὁ ἕνας καλεῖται νά γίνει γιά τόν ἄλλον «γεφύρι καί δέντρο καί πηγή», δηλαδή τόπος προστασίας, σκιᾶς καί ζωῆς. Ἔτσι, ὁ γάμος ἀναδεικνύεται σέ μορφή ὥριμης ἀνθρώπινης συντροφικότητας, ὅπου ἡ φθορά δέν ἀκυρώνει τήν ἀγάπη ἀλλά τήν βαθαίνει καί τήν μεταμορφώνει σέ κοινή μοῖρα.
«…Ἐπειδή σ’ ἀγάπησα καί σ’ ἀγαπῶ ἀκόμη
κι' ἄς μήν εἶναι ὅπως παλιά,
δέ θά πεῖ πώς πέθανε ἡ ἀγάπη,
κουράστηκε ἴσως σάν καθετί πού ἀνασαίνει.
νά 'ναι ὁ ἄλλος γεφύρι καί δέντρο
καί πηγή, κατά τίς περιστάσεις
ἤ καί ὅλα μαζί στήν ἀνάγκη,
δέ θά πεῖ πώς ἐγώ δέν μπορῶ
νά γίνω κάτι ἀπ’ αὐτά ἤ καί ὅλα μαζί,
κι' ἄν εἶναι νά περάσω
μιά ζωή στή σκλαβιά -ἔτσι κι' ἀλλιῶς-
ἄς εἶμαι, λέω, σκλάβος τῆς ἀγάπης.
Οἱ γυναῖκες στόν Γκανᾶ (μάννες, γιαγιάδες) εἶναι παράλληλα οἱ θεματοφύλακες τῆς προφορικῆς παράδοσης καί τοῦ μοιρολογιοῦ, συμβολίζοντας τό πνεῦμα τῆς Μοίρας. Εἶναι ἐκεῖνες πού «ὑφαίνουν» τήν μνήμη καί κρατοῦν ζωντανή τήν διαγενεακή συνέχεια:
Μέ τά γυμνά τῆς πόδια στίς βατιές,
ἄσπρα λαγωνικά,
καί τοῦφεςτοῦφες τά μαλλιά
νά τά ξασπρίζει ὁ χρόνος ἤ μήπως
ἦταν ὁ αέρας….
Ἐκεῖ στό βράχο κι' ἡ καλή τῆς ἠλακάτη
τουλοῦπεςἔγνεθε καί φονικά,
ἔζωσε μοναστήρια μέ τό νῆμα τῆς,
ἔδεσε σπίτια κι' ἔσυρε καράβια,
ὥσπου κουράστηκαν τ’ ἀρθριτικά τῆς χέρια.( ΔΙΠΤΥΧΟ Ι.)
Ἡ ἠπειρώτισσα μάννα εἰκονίζεται νά φέρνει μέσα της ὁλόκληρη τήν ἱστορική ἐμπειρία τῆς Ἠπείρου: τήν φτώχεια, τήν σιωπηλή ἀντοχή, τήν ξενιτιά, τήν ἀπώλεια τῶν ἀγαπημένων προσώπων. Δέν παρουσιάζεται μέ δραματικούς τόνους· ἀντιθέτως, ἡ δύναμι της βρίσκεται ἀκριβῶς στήν σιωπηλή της παρουσία. Εἶναι μορφή σχεδόν ἀρχέγονη, συνδεδεμένη μέ τήν γῆ, μέ τό σπίτι, μέ τήν μνήμη τῶν νεκρῶν. Στόν κόσμο τοῦ Γκανᾶ , ἡ μάννα μοιάζει νά κρατᾶ ἑνωμένο τόν διαρρηγμένο χρόνο.
Ἡ μορφή αὐτή ἔχει καί μιά εὐρύτερη συμβολική διάστασι. Ἡ Μάννα γίνεται συχνά μεταφορά τῆς ἴδιας τῆς πατρίδας ἤ τῆς «χαμένης ἑστίας». Ὅπως ἡ Ἤπειρος λειτουργεῖ ὡς ἐσωτερική πατρίδα, ἔτσι καί ἡ μητρική μορφή λειτουργεῖ ὡς ἐσωτερικό καταφύγιο. Ὅμως οὔτε αὐτή ἡ παρουσία σώζεται ἀπό τήν φθορά, βρίσκεται πάντοτε ὑπό τήν σκιά τῆς ἀπώλειας. Ἡ μνήμη τῆς μάννας εἶναι τρυφερή ἀλλά καί ἐπώδυνη, γιατί φέρει μέσα της τήν συνείδησι τοῦ πεπερασμένου.
Εἶναι ἀξιοσημείωτο ὅτι ἡ μητρική μορφή στόν Γκανᾶ ἀποφεύγει κάθε ἰδεολογική ἤ ἠθικολογικήἐξιδανίκευσι. Δέν μετατρέπεται σέ σύμβολο «ἐθνικό» ἤ ρητορικό· παραμένει ἀνθρώπινη, καθημερινή καί σιωπηλή. Μέσα ἀπό αὐτή τήν ἁπλότητα ἀποκτᾶ τήν ποιητική της ἰσχύ. Ἡ συγκίνησι προκύπτει ἀπό την αἴσθησι ὅτι ἡ μορφή αὐτή ἀνήκει ἤδη, δικαιωματικά, στόν χῶρο τῆς μνήμης.
Εικ. Ηπειρώτισσα μάνα του Κώστα Μπαλάφαopyrros.Wordpress.com
Στήν βαθύτερη λειτουργία τῆς συλλογῆς, ἡ γυναῖκα καί ἡ μάνα συγκροτοῦν δύο συμπληρωματικούς ἄξονες τῆς ἀνθρώπινης ἐμπειρίας: ἡ γυναῖκα ἐκφράζει τήν ἐπιθυμία καί τήν ἀπώλεια, ἐνῶ ἡ μάνα τήν ρίζα καί τήν συνέχεια. Καί οἱ δύο, ὡστόσο, ἐντάσσονται στήν ἴδια ποιητική τῆς ἀπουσίας. Ὁ ποιητής δέν κατέχει αὐτές τίς μορφές, ἀλλά τίς ἀνακαλεῖ. Ὑπάρχουν μέσα στήν μνήμη ὅπως ἀκριβῶς καί τά «γυάλινα» Γιάννενα: διάφανες, εὔθραυστες καί μισοφωτισμένες ἀπό τόν χρόνο, ἐπιμένοντας σιωπηλά καί ἀντλώντας ἀπό αὐτήν τήν ἐπιμονή τήν συγκινητική τους δύναμι.
8. Επίλογος
Ἀπό φιλολογική ἄποψι, θά μπορούσαμε νά ποῦμε ὅτι ὁ Γκανάς ἐπιτυγχάνει μιά νεωτερική ἀναβίωσι τοῦ δημοτικοῦ ἤθους, χωρίς λαογραφισμό καί χωρίς ἐπιφανειακή ἀναπαραγωγή τῆς παράδοσης. Ἡ παράδοσι στόν Γκανά δέν εἶναι ὑλικό πρός χρήσι, ἀλλά τρόπος ὕπαρξης τῆς γλώσσας. Ὁ στίχος του κρατᾶ τήν σοβαρότητα, τήν λιτότητα καί τήν συναισθηματική ἐγκράτεια τοῦ δημοτικοῦ τραγουδιοῦ, ἐνῶ ταυτόχρονα συνομιλεῖ μέ τίς ἀπαιτήσεις τῆς σύγχρονης ποίησης.
Γι’ αὐτό ἡ Ἤπειρος στήν ποίησί του δέν εἶναι ποτέ ἁπλό τοπίο. Εἶναι ὀντολογία τοῦ τόπου: ὁ χῶρος ὅπου ὁ ἄνθρωπος μετρᾶ τήν ἀπώλεια, συνομιλεῖ μέ τούς νεκρούς καί ἀναζητεῖ τήν ταυτότητα του μέσα στήν μνήμη. Τά βουνά, τό χιόνι, τά κλαρῖνα, οἱ φωνές μέσα στή νύχτα, οἱ γυναῖκες πού θρηνοῦν, οἱ δρόμοι τῆς ἐπιστροφῆς, ὅλα αὐτά συγκροτοῦν ὄχι μόνο ποιητικές εἰκόνες ἀλλά μιά ὁλόκληρη κοσμοθεωρία.
Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι ἡ συλλογή ὁλοκληρώνεται μέ «Τό κοτσύφι». Τό μικρό, «σκοτεινό, μαῦρο» πουλί τῆς Ἄνοιξης, λειτουργεῖ ὡς τελικό σύμβολο τῆς ποιητικῆς τοῦ Γκανᾶ : μιᾶς φωνῆς μελωδικῆς μέ ποικιλόμορφο ἠχόχρωμα σέ κλίμακα μέ ἔντονες ὑψηλές καί χαμηλές ἐναλλαγές, ψέλνοντας τήν χαραυγή γιά τό ταίρι του τήν ζωηδώρητη ἐποχή. Ὅπως ἡ Ἤπειρος τῶν Γυάλινων Γιαννίνων παραμένει ὡς μνήμη καί ἀντανάκλασι, ἔτσι καί τό κοτσύφι διατηρεῖ μέσα στόν Ἀνοιξιάτικο κόσμο τῆς «ἀναγέννησης» μιά ἀνεπαίσθητη ἀλλά οὐσιαστική παρουσία ζωῆς. Ἡ συλλογή δέν κλείνει μέ λύτρωσι, ἀλλά μέ μιά εὔθραυστη ἐπιμονή τοῦ εἶναι, μέ μιά φωνή πού, ἀκόμη καί ὅταν σιωπᾶ, ἐξακολουθεῖ νά ὑπάρχει.
Ἐπιπλέον τό «Κοτσύφι» μπορεῖ νά ἰδωθῆ ὄχι μόνο ὡς φυσικό ἤ ὑπαρξιακό σύμβολο, ἀλλά καί ὡς ἀλληγορία τῆς ἴδιας τῆς ποιητικῆς φωνῆς τοῦ Γκανᾶ. Τό μικρό, χαμηλόφωνο πουλί τῆς Ἄνοιξης ἀνακαλεῖ τήν μουσικότητα τοῦ ἠπειρώτικου δημοτικοῦ τραγουδιοῦ καί ἰδιαίτερα τήν δωρική ἐσωτερικότητα τοῦ μοιρολογιοῦ. Ἡ φωνή του δέν θριαμβεύει· ἐπιμένει σιωπηλά, ὅπως ἀκριβῶς καί ἡ ποίησι τοῦ Γκανᾶ, ἡ ὁποία διατηρεῖ ἀκόμη καί στόν ἐλεύθερο στίχο μιά ὑπόγεια «ἔμμετρη ρυθμική» ἀναπνοή. Ἔτσι, τό κοτσύφι μετατρέπεται σέ σύμβολο τῆς ἴδιας τῆς ποιητικῆς ἔμπνευσης: μιᾶς εὔθραυστης ἀλλά ἀνθεκτικῆς φωνῆς πού συνεχίζει νά τραγουδᾶ μέσα στην Ἄνοιξι τῆς μνήμης καί τῆς ἀπώλειας, το ξαναζωντάνεμα, τόξανάνιωμά της.
Κλείνοντας, ἡ ποίησι τοῦ Μιχάλη Γκανᾶ ἀποτελεῖ μία ἀπό τίς σημαντικότερες σύγχρονες ἐκφράσεις τῆς ἠπειρωτικῆς μνήμης ὡς ποιητικῆς μορφῆς. Ἡ Ἤπειρος γίνεται στόν λόγο του μνήμη, ἦχος, μοιρολόγι, ξενιτιά, πατρίδα καί τραῦμα μαζί. Πρόκειται γιά μιά ποίησι πού κατορθώνει νά ἀναδείξει τό τοπικό ὡς οἰκουμενικό καί νά μετατρέψει τήν ἰδιαίτερη πατρίδα σέ ἐσωτερικό τόπο ὅλων μας.
Σημειώσεις
1. Ευριπίδης Γαραντούδης, Μ. Γκανάς (εκδήλωση 20/3), Η λογιότητα του ποιητή Μιχάλη Γκανά, www.oanagnostis.gr/
2. Ἡ Γενέτειρα: εἶναι ὁ Τσαμαντᾶς ἡ ὀρεινή Θεσπρωτία, τά χωρία τῆς Μουργκάνας καί τά σύνορα· εἶναι ὁ χῶρος τῆς παιδικῆς ἡλικίας. Εἶναι ὁ τόπος τοῦ «πρώτου βλέμματος», ἐκεῖ ὅπου γεννήθηκαν οἱ λέξεις καί τά τραύματα μέ τόν Ἐμφύλιο καί τήν ἀναγκαστική ἀπομάκρυνσι. Ὁ Θανάσης Μαρκόπουλος τονίζει γιά τήν Γενέτειρα τοῦ Γκανᾶ: «Άλλωστε οι τρόποι αυτοί (οι εκφραστικοί) έρχονται από τα βουνά της Ηπείρου, από τα διάσπαρτα οστά των σκοτωμένων του Εμφυλίου, από τους ανθρώπους και τα ζωντανά του γενέθλιου τόπου του». Θανάσης Μαρκόπουλος, Μιχάλης Γκανάς, Ο Ηπειρώτης ποιητής, Ομιλία 18 Δεκεμβρίου 2009, Παλαιά Βουλή.// Και ο Θανάσης Β. Κούγκουλος, γράφει: «… ένας κύκλος μεταπολεμικών και μεταπολιτευτικών λογοτεχνών (γενιάς του 70) που παρομοίως εμπνέονται από την Ήπειρο, καθώς αποτελεί τον τόπο καταγωγής τους, και τα γραπτά τους συμπυκνώνουν την τραγική ιστορική περιπέτεια της Ελλάδας στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα, συμπλέκοντας το τοπικό με το εθνικό, το ατομικό βίωμα με την καθολική Ιστορία στην γενέθλια γη τους» πηγή: Για τον Μιχάλη Γκανά ,blogs.sch. gr/ 2013/05.
3. Ὁ ποιητής τῆς «ἐντοποιότητας» εἶναι ἕνας λογοτεχνικός ὅρος πού χρησιμοποιεῖται κυρίως γιά νά περιγράψει τόν δημιουργό ἐκεῖνον τοῦ ὁποίου τό ἔργο εἶναι βαθιά ριζωμένο σέ ἕναν συγκεκριμένο γεωγραφικό, πολιτισμικό καί τοπικό χῶρο. Ὁ ποιητής αὐτός δέν περιγράφει ἁπλῶς ἕνα τοπίο, ἀλλά «κατοικεῖ» μέσα του. Τά ποιήματα τοῦ ἀναδύουν τήν αἴσθησι τοῦ ἀνήκειν, χρησιμοποιώντας τοπικά ἰδιώματα, μύθους, παραδόσεις, τήν ἱστορία καί τήν καθημερινότητα μιᾶς συγκεκριμένης περιοχῆς (π.χ. τῆς γενέτειράς του, τῆς ἐπαρχίας του, ἤ μιᾶς πόλης πού νοηματοδοτεῖ τήν ὅλη περιοχή). Πρόκειται γιά τήν ποίησι πού ἐκφράζει τήν ἰδιότητα τοῦ αὐτόχθονα, τήν σύνδεσι μέ τίς προηγούμενες γενιές καί τό ἄμεσο φυσικό περιβάλλον. Ἄν καί πολλοί ποιητές ἐμπνέονται ἀπό τόν τόπο τους, στήν ἑλληνική γραμματεία, ὁ ποιητής πού χαρακτηρίζεται κατεξοχήν ἀπό τήν ἐντοποιότητα καί τήν σύνδεσι μέ τό ἑλληνικό τοπίο τοῦ βιώματος του εἶναι ὁ Ἀριστοτέλης Βαλαωρίτης (Λευκάδα) θεωρεῖται ποιητής πού ἐνσωμάτωσε τήν ἐντοπιότητα στό ἔργο του καί στήν πεζογραφία, χαρακτηριστικό παράδειγμα «ἐντοποιότητας» εἶναι ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ὁ ὁποῖος σκιαγραφεῖ τόν κόσμο τῆς Σκιάθου. Ἄλλοι ἀναγνωρίζουν καί τόν Δ. Σολωμό, ὡς ποιητή τῆς Ζακύνθου, τόν Οδ. Ελύτη, ὡς ποιητή πού ἐνσωμάτωσε τό φῶς καί τήν ἑλληνική φύσι τοῦ Αἰγαίου, κλ.π. Ὁ ἴδιος βέβαια δέν συμφωνεῖ μέ τόν χαρακτηρισμό πού τοῦ ἀποδίδουν λέγοντας: ««Μερικοί κριτικοί με έχουν χαρακτηρίσει ποιητή της εντοπιότητας, του γενέθλιου τόπου. Θέλω να πιστεύω πως δεν είμαι μόνο αυτό. Ό,τι με βασανίζει κατά βάθος είναι η οριστική απώλεια ανθρώπων, τόπων και τρόπων και το ανέφικτο της επιστροφής. Πού; Στην παιδική ηλικία, ίσως την πραγματική πατρίδα όλων μας», Τίνα Μανδηλαρά, Μιχάλης Γκανάς (1944-2024): Ο ποιητής της συλλογικής μας μνήμης, www.lifo.gr/culture/mihalis-gkanas12.11.2024
4. Ὅπως εἶχε σημειώσει ὁ ἴδιος σέ συνέντευξί του, στήν ἱστοσελίδα tameteora.gr (27/12/2013): «όντως (η ποίησί του) αποτυπώνει τα προσωπικά του βιώματα, «αλλά δεν αυτοβιογραφούμαι ακριβώς. Είναι δύσκολο να το πω χωρίς να παρεξηγηθώ, αλλά αισθάνομαι σαν να γράφω μία ομαδική αυτοβιογραφία της φάρας μου, της φυλής μου, των ανθρώπων, σαν να χάνω σταδιακά τη δική μου μνήμη και να καταδύομαι στη συλλογική μνήμη του είδους»
5. «Το 2012 όταν κυκλοφόρησε η συλλογή “Άψινθος” σε συνέντευξή του σχετικά με τη συλλογή, τον τρόπο γραφής του και την άποψη ότι είναι παλιομοδίτης ο Μιχάλης Γκανάς απαντά : «Ναι, αν σκεφτείς ότι είμαι επηρεασμένος ακόμα από το δημοτικό τραγούδι. Όλα τα θέματά μου θα μπορούσαν να τα πουν παλιομοδίτικα. Όταν έβγαλα το ’78 το πρώτο μου βιβλίο με θεώρησαν παλιό, ερχόμουν από έναν κόσμο μακρινό. Και σήμερα ακόμα νιώθω ότι συνεχίζω αυτόν τον κόσμο. Αυτοί σταμάτησαν να τραγουδούν, εγώ συνεχίζω. Το δημοτικό τραγούδι ήταν η κιβωτός μου, η σωτηρία μου. Ένας οικείος λόγος που βρίσκεται μέσα στην αναπνοή του Έλληνα. Επίσης, πέρα από το δημοτικό τραγούδι, υπάρχει και η ίδια η γλώσσα η ομιλούμενη, που έχει μουσικότητα και ακρίβεια στην έκφραση, παρρησία και αυτάρκεια. Το βλέπεις αν βρεθεί κάποιος λαϊκός να μιλήσει στην τηλεόραση, αντίθετα με τους σπουδαγμένους δημάρχους και υπουργούς… Αν τελικά κατάφερα κάτι, ήταν με τον τρόπο που τα είπα, και αυτό είναι το πιο σημαντικό στη λογοτεχνία». Πηγή: www.paratiritis-news.gr/politismos/o-michalis-gkanas-
- Σύμφωνα μέ τόν πεζογράφο Ἀχιλλέα Κυριακίδη ὁ Μιχάλης Γκανᾶς ἦταν ὁ«πλέον επώνυμος δημιουργός του δημοτικού τραγουδιού», Δημήτρης Κοσμόπουλος, Μιχάλης Γκανάς (1944-2024), Χάρτης 72, ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2024, hartismag. gr /hartis-72/afierwmata/mikhalis-ghkanas/ και ο Ευρ. Γαραντούδης, τον θεωρεί: «ως δημιουργικό, τρόπον τινά άμεσο ή φυσικό, συνεχιστή του δημοτικού τραγουδιού.», Η λογιότητα του ποιητή Μιχάλη Γκανά.
7. «… ο ποιητής, μας μιλάει όχι μόνο για την απώλεια αλλά και για την αγάπη. Άλλοτε θερμότερη κι άλλοτε ψυχρότερη στην επιφάνειά της, άλλοτε αφημένη στην εξομολόγηση των πιο μύχιων αισθημάτων και άλλοτε συστρεφόμενη στον εαυτό της, σαν το φοβισμένο αγρίμι που κρύβεται στη μονιά του,…" Ευριπίδης Γαραντούδης, Μ. Γκανάς (εκδήλωση 20/3), Η λογιότητα του ποιητή Μιχάλη Γκανά, www.oanagnostis.gr/.
Ενδεικτική Βιβλιογραφία
- Γιώργος Σκίντσας, Μιχάλης Γκανάς (1944-2024): Ένας ποιητής μέσα από τα τραγούδια του, tovima.gr/2024/11/12
- Δημήτρης Κοσμόπουλος, Μιχάλης Γκανάς (1944-2024), Χάρτης 72, ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2024, hartismag. gr /hartis-72/afierwmata/mikhalis-ghkanas
- Διώνη Δημητριάδου, «Η εύφορη λύπη του Μ. Γκανά», frear.gr (κριτικό δοκίμιο)
- Ευριπίδης Γαραντούδης, Μ. Γκανάς (εκδήλωση 20/3), Η λογιότητα του ποιητή Μιχάλη Γκανά, oanagnostis.gr/
- Ζουμπουλάκης, Σ., Ο καθαρός λόγος του Μιχάλη Γκανά. Η Καθημερινή(2024).
- ΗΛΙΑΣ ΚΑΝΕΛΛΗΣ, (ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ), Ο ΜΙΧΑΛΗΣ ΓΚΑΝΑΣ, Η διαδρομή και ο κόσμος του, The books’ Journal, Μηνιαία Επιθεώρηση Έτος 11ο / τεύχος 121/ Ιούλιος-Αύγουστος 2021, εκδ. Ηλίας Κανέλης
- Ηλίας Μαγκλίνης , Μιχάλης Γκανάς (1944-2024): «Υπνε που παίρνεις τα παιδιά…», www.kathimerini.gr
- Θανάσης Β. Κούγκουλος, Για τον Μιχάλη Γκανά ,blogs.sch. gr/ 2013/05
- Θανάσης Μαρκόπουλος, Μιχάλης Γκανάς, Ο Ηπειρώτης ποιητής, Ομιλία 18 Δεκεμβρίου 2009 Παλαιά Βουλή
- Θανάσης Μαρκόπουλος, Η εύφορη λύπη του Μιχάλη Γκανά, Δοκιμιακές ανιχνεύσεις εκδ. Μελάνι, 2020
- Κ.Β. Κατσουλάρη, Μιχάλης Γκανάς: «Η αγάπη είναι το ευγενέστερο ανθρώπινο συναίσθημα» (συνέντευξι), bookpress.gr/sinenteuxeis/ellines/21475-mixalis-ganas- 15 Νοεμβρίου 2024
- ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, ΕΤΟΣ 97ον, ΤΟΜΟΣ 188ος , ΤΕΥΧΟΣ 1895, ΙΟΥΝΙΟΣ 2023, ΑΦΙΕΡΩΜΑ: Μιχάλης Γκανάς
- Τίνα Μανδηλαρά, Μιχάλης Γκανάς (1944-2024): Ο ποιητής της συλλογικής μας μνήμης, lifo.gr
- Χαρίκλεια Αποστολοπούλου, Η βιωμένη ιστορία και το ποιεῖν στον Μιχάλη Γκανά, Πάτρα, Ιούνιος 2019
- Χρήστος Δανιήλ, γυάλινα και μαλαματένια..., Τα Γιάννενα στη νεοελληνική πεζογραφία, (Ανθολογία κειμένων 1898 – 1997), Εισαγωγή-ανθολόγηση-επιμέλεια: Χρήστος Δανιήλ, εκδ. Ιερά Μητρόττολις Ιωαννίνων Ίδρυμα: Κωνσταντίνου Κατσάρη, Γιάννενα
Σύντομο βιογραφικό
Μιχάλης Γκανάς γεννήθηκε το 1944 στον Τσαμαντά Θεσπρωτίας και ανήκει στους σημαντικότερους ποιητές της λεγόμενης «γενιάς του ’70». Τα παιδικά του χρόνια σφραγίσθηκαν από τις περιπέτειες του Εμφυλίου· μαζί με την οικογένειά του βρέθηκε ως πολιτικός πρόσφυγας στην Αλβανία και κατόπιν στην Ουγγαρία, πριν επιστρέψει στην Ελλάδα στα μέσα της δεκαετίας του 1950. Από το 1962 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου εργάστηκε κυρίως στον χώρο του βιβλίου και των εκδόσεων. Η ποίησή του, βαθιά επηρεασμένη από την ηπειρωτική μνήμη, το δημοτικό τραγούδι και το βίωμα της απώλειας και της ξενιτιάς, διακρίνεται για τη λιτότητα, τη μουσικότητα και τον χαμηλόφωνο λυρισμό της. Ανάμεσα στα σημαντικότερα έργα του συγκαταλέγονται οι συλλογές Γυάλινα Γιάννενα (1989), Παραλογή (1993) και Άψινθος (2012). Τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης, το Βραβείο Καβάφη και διακρίσεις της Ακαδημίας Αθηνών, ενώ πολλά ποιήματά του μελοποιήθηκαν από σημαντικούς Έλληνες συνθέτες. Απεβίωσε το 2024, αφήνοντας ένα από τα πλέον ουσιαστικά και αναγνωρίσιμα ποιητικά έργα της σύγχρονης ελληνικής γραμματείας.
Αδελφότητα Ζωτικιωτών Αθήνας”





















