adelfotita  Αδελφότητα Ζωτικιωτών Αθήνας”

Σύλλογος Ζωτικιωτών "Η ΒΡΥΤΖΑΧΑ"   

Σύνδεση / εγγραφή

Αρχείο φωτογραφιών

Η Αδελφότητα Ζωτικιωτών στο Facebook

zotiko 2

Ο Σύλλογος Ζωτικιωτών στο Facebook

vrytzacha

Διαδικτυυακές Δημ. Υπηρεσίες

Screenshot 2023 04 27 at 1.38.35 PM

Ελληνικό Κτηματολόγιο

Screenshot 2023 04 27 at 1.48.41 PM

Α.Α.Δ.Ε.

Screenshot 2023 04 27 at 10.27.29 PM

Screenshot 2023 04 28 at 12.10.11 AM

ἩἬπειρος ὡς ποιητική ὀντολογία στό «Ἠπειρώτικο» τοῦ Φώτη Μότση*

Μέρος Β΄

Δημητρίου Μίχα, φιλολόγου

Ἡ ποιητική συλλογή "Ἠπειρώτικο" τοῦ Φώτη Μότση συνιστᾶ μία ἀπό τίς πιό ἐνδιαφέρουσες καί λιγότερο προβεβλημένες σύγχρονες ἀπόπειρες νά ἀποδοθῆ ἡ Ἤπειρος ὄχι ὡς ἁπλός τόπος, ἀλλά ὡς ὀντολογική καί ἀνθρωπολογική ἐμπειρία.

Ὁ ἴδιος ὁ τίτλος τῆς συλλογῆς, Ἠπειρώτικο, ἴσως ἐμπεριέχει τό βαθύτερο ποιητικό της μυστικό. Ἡ λέξι λειτουργεῖ ὡς ἐπιθετικός προσδιορισμός ἑνός ἀποσιωπημένου οὐσιαστικοῦ πού ποτέ δέν κατονομάζεται πλήρως· κατ’ ἐκτίμησι ὑπονοεῖ: ἠπειρώτικο τραγούδι, μοιρολόι, βίωμα, ἄκουσμα, παράπονο, ἴσως ἀκόμη καί ἠπειρώτικο πεπρωμένο. Ἡ σιωπή αὐτοῦ τοῦ ἐννοουμένου ὑποκειμένου δέν εἶναι ἔλλειψι, ἀλλά ποιητική στρατηγική, γιατί ἐπιτρέπει στήν λέξι νά ἀποκτήσει χαρακτῆρα σχεδόν ὀντολογικό.

Τό Ἠπειρώτικο τοῦ Φώτη Μότση δέν περιγράφει ἁπλῶς τήν Ἤπειρο, ἀλλά γίνεται ἡ Ἴδια: ἡ φωνή τῆς γῆς της. Μέσα ἀπό πέτρες πού αἱμορραγοῦν, πηγάδια πού θηλάζουν οὐρανό, μάννες πού λείπουν, κόρες πού συνθλίβονται ἀπό τήν ντροπή, λύκους, βροχές, κλαρῖνα καί χθόνια βουνά, ἡ συλλογή συγκροτεῖ μιά ποιητική κοσμολογία, ὅπου ἡ Φύσι, ἡ μνήμη καί τό ἀνθρώπινο σῶμα συνυφαίνονται ἀξεδιάλυτα. Τό «Ἠπειρώτικο» ἀναδεικνύεται ἔτσι ὄχι ὡς τοπιογραφική ἀναφορά, ἀλλά ὡς τρόπος κατοίκησης τοῦ κόσμου μέσα ἀπό τόν καημό, τό μοιρολόι καί τήν βαθιά μεταφυσική τῆς γῆς.

Ἀπό τήν πρώτη αὐγή τοῦ ποιήματος ἕως τήν καταληκτική εὐλογία τοῦ τοπίου, ἡ συλλογή συγκροτεῖ ἕναν κόσμο ὅπου ἡ φύσι, ἡ μνήμη, ἡ οἰκογένεια, ὁ πόνος, τό μοιρολόι καί ἡ χθόνια παράδοσι συμπλέκονται λληλοεξαρτώμενα σέ μία ἑνιαία ποιητική κοσμολογία. Ἡ Ἤπειρος δέν περιγράφεται ὡς γεωγραφία· γεννᾶται μέσα ἀπό ἤχους, στεναγμούς, ὀδύνες, πέτρες, βουνά, σπίτια, γυναῖκες, ξενιτεμούς, λύκους καί ὄνειρα.

Στόν βαθύτερο πυρῆνα τῆς σύνθεσης βρίσκεται ὁ στεναγμός: ὡς ἀρχέγονος ἦχος τοῦ τόπου. Ἡ Ἤπειρος γεννιέται κάθε πρωί ἀπό τόν ἦχο τοῦ πόνου πού μετατρέπεται σέ φῶς. Ἡ ἐξαιρετική μετάβασι: "άϊ, άϊ, ούουου…", ἀφήνει χῶρο στόν ψιλό λυγμό στό μοιρολόι», δείχνει ὅτι ὁ ἀρχέγονος φθόγγος τῆς φύσης μεταβάλλεται σέ ἀνθρώπινη φωνή καί κατόπιν σέ πολιτισμική ἔκφρασι μέσα ἀπό τό μοιρολόϊ.

 

Θεός πελώριος ἀφήνει στό κατόπι δρόμο λάλο

διαβαίνει τούς λυγμούς τῆς νύχτας καβαλάρης

στήνει μέ κεραυνό μέ πάταγο

τήν καλυβούλα τοῦ φωτός ψηλά πίσω ἀπ' τόν ἥλιο

στά σκοτάδια

Δέν λογαριάζει σύμφωνα λαλεῖ λαλεῖ

καί δέν κοντανασαίνει

Παρά ἐκεῖ ὅπου ὁ ἀλαργινός ὁ φθόγγος

άϊ, άϊ, ούουου, ούουου

ἀφήνει τόπο στόν ψιλό λυγμό

στό μοιριολόϊ

ὁμολογεῖ τήν καλημέρα στό τοπίο

σέ ἄλλον θεό χαμογελᾶ / ἀγριεύει

 Ἤδη ἀπό τίς πρῶτες ἑνότητες ἡ αὐγή τῆς Ἠπείρου ἀναδύεται μέσα ἀπό ἕναν «ἦχο μέλανα», ἀπό τόν στεναγμό πού ἔρχεται «ἀπό τά βάθη τοῦ ἔρωτα» καί μετατρέπεται βαθμιαῖα σέ ψιλό λυγμό καί μοιρολόϊ. Ἐδῶ ὁ Φ. Μότσης ἀγγίζει τό βαθύτερο ἦθος τοῦ ἠπειρώτικου μοιρολογιοῦ: τόν μετασχηματισμό τῆς στέρησης σέ φωνή καί τῆς φωνῆς σέ συλλογική μνήμη. Ἡ πέτρα, ὁ σεισμός, ἀκόμη καί τό "αἷμα τῆς γῆς" συμμετέχουν στήν δημιουργία αὐτοῦ τοῦ πολιτισμικοῦ ἤχου, ὥστε τό τοπίο νά μετατρέπεται σέ ζωντανή ἠχητική μήτρα.

Ἔτσι ἡ Ἤπειρος (διά)μορφώνεται ἀπό τήν «Χάριτα» ἑνός τοπίου, ὅπου ἡ αὐγή, ἡ ρυμοτομική φύσι καί ὁ ἀνθρώπινος στεναγμός - ὁ ἐν σιωπῇ ἐσωτερικός - καί ὁ ἐκδηλούμενος, συγκροτοῦν τό μοιρολογικό ἦθος αὐτοῦ τοῦ τόπου

Ἡ εἰκόνα: «νύχια ἀηδονιοῦ μπηγμένα στό λιθάρι», εἶναι συγκλονιστική: ὁ πόνος γίνεται νύχι πού γαντζώνεται στήν πέτρα, δηλαδή στήν ἴδια τήν γεωλογία τῆς Ἠπείρου. Στό ἐμφανές νόημα ὁ πόνος, ἀγκαλιάζει τά χωριά, γίνεται φωτιά, μετατρέπει τό σύμπαν σέ νεκρικό κερί, ὁδηγεῖ στήν γέννησι τοῦ θείου, καί τελικά γίνεται τραγούδι μέ κορύφωσι: «ὅταν γεννιέται ἕνας Χριστόςἤ ἕνα τραγούδι ἠπειρώτικο ὅταν λαλεῖ κλαρῖνο»

Στήν Ἤπειρο ὁ πόνος

νύχια ἀηδονιοῦ μπηγμένα στό Λιθάρι

ἀδράχνουν τό τοπίο ἀπ’ τόν λαιμό

πνίγουν στά πέριξ τά χωριά

ὡς πέεεερα μακρυά δύο ντέρτια δρόμο

άϊάϊ τό ντέφι ἄναψε φωτιά

τό σύμπαν ὅλο ἕνα κερί στό κοιμητήρι τῆς ζωῆς

φωτιά καί πυρκαγιά σ’όλον τόν τόπο

μέσα κι’ ἔξω

Χιόνι ἀπόψε

Καί στήν ἐξώθυρα θεούλης πεινασμένος

γιά ψωμί κι’ ἀγάπη

ἀνηφόρισε τό δύσκολο τῶν ἤχων

τῶν κραυγῶν τῆς μέρας

ὅταν γεννάει ἡ αὐγή

τό θεῖο

ὅταν γεννιέται ἕνας Χριστός ἤ ἕνα τραγούδι ἠπειρώτικο - ὅταν λαλεῖ κλαρῖνο (ΙΙ.α).

Ἐδῶ, ὁ ποιητής ἐξισώνει, σχεδόν, τήν θεία Γέννησι μέ τήν γέννησι τοῦ ἠπειρώτικου τραγουδιοῦ, πού σημαίνει ὅτι ὁ πόνος στήν Ἤπειρο δέν εἶναι "πτῶσι", καταστροφή, ἀλλά μήτρα ἱερότητας, μουσικῆς εὐφορίας καί ἀναγέννησης, ὅπου μέσα στήν χαρμολύπη "γίνεται" ὠδίνη τόκου πού νοηματοδοτεῖ ἐμπνευσμένα τήν ὀρίανθη ζωή. Ἡ Ἤπειρος ὁρίζεται ὡς:

ἑνός ἐλαχίστου          

καί τοῦ περπατημένου ἀπό μυρμήγκια σβώλου

ὁ βόγκος

καθώς γεννοβολάει

γιά νά στολίσει τό κορμί τῆς γῆς

ὅταν τό ταπεινό δημιουργεῖ τό μέγα, ΙΙ. β»,

δηλαδή ἕνα γέννημα πού ἡ μορφή της ἐκφράζει τό πιό ταπεινό, τό πιό μικρό, τό πιό γήϊνο. Ὅμως αὐτό τό ἐλάχιστο κρύβει μιά τιτανική δύναμι πού γεννᾶ βουνά, πλάθει δάση, κινεῖ τόν ποταμό, δημιουργεῖ τό μέγιστο μέγεθος.

Ἡ φράσι: «ὅταν τό ταπεινό δημιουργεῖ τό μέγα», προβάλλει ἐδῶ ὡς βασική ἰδέα. Ἡ Ἠπειρώτικη φύσι καί ἡ ἀνθρώπινη μοῖρα ἀναδύονται ἀπό τήν δημιουργική δύναμι τοῦ ἐλάχιστου καί ταπεινοῦ. Εἶναι μιά πολύ βαθιά ποιητική - ὀντολογική σύλληψι. Ἀκόμη καί τό γεωλογικό ἡφαίστειο (ΙΙγ) δέν προσλαμβάνεται ὡς φυσικό φαινόμενο ἀλλά ὡς ἱεροφάνεια τῆς γῆς, ὡς «πόνος εἰ / μεταλαβιά». Ὁ ποιητής τό ἀντιλαμβάνεται ὡς: σημάδι θεϊκῆς παρουσίας, μήνυμα ἀπό τά ἐπέκεινα, ὑπενθύμισι θανάτου καί ζωῆς, προειδοποίησι γιά τήν ἀνθρώπινη ἑτοιμότητα.

fm-1.pngἩ ἐκπληκτικήἀντιστροφή γίνεται στήν ἑπόμενη ἑνότητα (ΙΙΙα) ὅπου ἀκόμη καί «ὁ σεισμός ἡ ὀργή τῆς φύσης» γίνεται παράδοξη αἰτία: «γιορτῆς στό σπίτι», διότι ἡ πέτρα «χοροπηδάει» πάνω στήν ἄλλη «μέ τή χαρά τῆς γνωριμιᾶς τῆς καλημέρας». Τό φαινόμενο γίνεται διάλογος τῆς πέτρας μέ τήν πέτρα, δηλαδή τῆς ἴδιας τῆς ἠπειρωτικῆς ὕλης μέ τόν ἑαυτό της. Τό αἷμα τῆς πέτρας πού «στάζει» καί φτιάχνει «τό μοιρολόϊ» δείχνει ὅτι: ὁ πόνος τῆς φύσης γεννᾶ «τό τραγούδι (τῶν ἐγκάτων τῆς ψυχῆς) τοῦ χωριοῦ», σάν

(ὁ) Σεισμός γίγας στά θέμελα

ἀνασκουμπώθηκε 

ἡσύχασε

σάν χθεσινή ἡ μέρα

 

Σάν πάντα ἡ θλίψη

Σάν ἄγριος ἔρωτας

Ἰδιαίτερη σημασία ἔχει ἡ ἐμψύχωσι τοῦ φυσικοῦ τοπίου, πού ἀποτελεῖ ἴσως τό πιό χαρακτηριστικό ποιητολογικό γνώρισμα τῆς συλλογῆς. Στό Ἠπειρώτικο τά σπίτια δέν εἶναι κτίσματα ἀλλά «ἀδειανά κοχύλια σέ βουνό» (ΙΙΙ.γ.) πού ἀφουγκράζονται τό σαράκι τοῦ χρόνου. Μοιάζουν σάν νά κρατοῦν ἀκόμη μέσα τους τόν ἦχο τῆς ζωῆς πού πέρασε, ὅπως τό κοχύλι κρατᾶ τόν ἀπόηχο τῆς θάλασσας. Ἡ συγκλονιστική φράσι: «Ὅσα δέν χώραγε ἡ θάλασσα ἀντάρτεψαν», δίνει στήν Ἤπειρο σχεδόν μυθική γένεσι: ὅ,τι δέν μπόρεσε νά χωρέσει τό ὑγρό στοιχεῖο ἔγινε βουνό καί σπίτι. Τά σπίτια ἐδῶ ἀπό τόν γενέθλιο χρόνο τους, γνωρίζουν νά: ἀκοῦνε, νά ἀφουγκράζονται, νά ἀσπάζονται τό κλαρῖνο καί νά συνομιλοῦν και να συγκινούνται μέ τό σαράκι τοῦ χρόνου·

Ἀσπάζονται τόν χθόνιο ἦχο

τό ντέφι τό βιολί καί τό κλαρῖνο

καί τοῦ κλαριοῦ τούς ψιθύρους

Τοῦ ξύλου τόν τριγμό ἀφουγκράζονται

βαθιά μές στή δεσιά τους

καθώς ἁρμολογεῖ τά χρόνια του 

μέ τό σαράκι

Ἔτσι διαμορφώνονται σέ ζωντανό σῶμα πού ἀποθηκεύει ἦχο, χρόνο καί φθορά. Τό σπίτι ἀποκτᾶ μυθική διάστασι, ἀφοῦ γίνονται: «σταλιά οὐρανοῦ», «τράχηλος τοῦ ὁρίζοντα», «πελώριο τσιμπούκι»,μέ συνειρμό τόν καπνό τῆς ἑστίας, ὅλα ὡς φορεῖς κληρονομημένου καημοῦ. Ἡ εἰκόνα, δέ : «πάππου πρός πάππου νά καπνίζει τόν καημό», δηλώνει τήν διαγενεακή μεταβίβασι τῆς μνήμης καί τοῦ πόνου. Ἔτσι τό σπίτι στήν Ἤπειρο δέν εἶναι ἕνα ἁπλό κτίσμα διαμονῆς, ἀλλά χῶρος ἐπώασης τοῦ μοιρολογιοῦ καί τῆς ἀγάπης, γενεαλογικά δοχεῖα μνήμης, καημοῦ καί τελετουργικῆς συνέχειας.

Στήν Ἤπειρο ἐπίσης, οἱ δυνάμεις τῆς φύσης εἶναι διαρκῶς ἐνεργεῖς : τά βουνά ἀναπνέουν, ματώνουν, καπνίζουν καί θεραπεύουν· (IVα) τό χιόνι κατεβαίνει ὡς ὁρμητική κοσμογονική δύναμι, πού κουβαλᾶ βράχους, λιώνει ἄστρα, ξεδιψᾶ τόν διακονιάρη, «ἀνηφορίζει ἕνα σκασμένο χείλι», ἀφυπνίζοντας τό ἐρωτικό πάθος, ἔτσι ὥστε ἡ Ἤπειρος νά παρουσιάζεται ὡς ὁ τόπος ὅπου τό χιόνι καί ὁ ἔρωτας ἀνήκουν στήν ἴδια ζωτική ἐνέργεια. Τότε, ἡ φυσική ὁρμή τοῦ χιονιοῦ μετασχηματίζεται σέ ἐρωτική καί ὑπαρξιακή ἀναγέννησι. Καί αὐτό ἕως ὅτου, (ξανά) ἔλθει «λίβας πού καίει ὁλοῦθε», σέ μιά ἀέναη κυκλική κίνησι τῶν ἐποχῶν. Ἀλλά καί τότε ὁ πόθος δέν ἡσυχάζει· ἐπιστρέφει: ὡς «πυρκαγιά καί πάλι ἀπ’ τήν ἀρχή», ὡς σωματικό πάθος καί ἐπαναληπτική φλόγα μνήμης. Ἡ γεῦσι τῆς ἐλιᾶς στήν «παιδεμένη γλῶσσα» προσθέτει γήϊνη, σχεδόν λειτουργική αἴσθησι τῆς μνήμης.

… μιά ἀγκαλιά ξερόχορτα σκόρπια στό ἀλάνι

 πυρκαγιά στό νοῦ καί νά ξανά

τό στῆθος τό στητό

νεράντζι στήν τραχιά ἀπαλάμη

σάν ὄνειρο γλυκό

χείλη στό πάθος ζέοντα ἀρρώστεια ἀπό τόν ἀφαλό

καί κάτω

λίβας πού καίει ὁλοῦθε

ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον

πυρκαγιά καί πάλι ἀπ’ τήν ἀρχή

Ἴδια ἡ  γεύση τῆς ἐλιᾶς στήν παιδεμένη γλῶσσα

στή μιά μπουκιά καί στίς δεκάξι (IV.β)

… μιά ἀγκαλιά ξερόχορτα σκόρπια στό ἀλάνι

 πυρκαγιά στό νοῦ καί νά ξανά

τό στῆθος τό στητό

νεράντζι στήν τραχιά ἀπαλάμη

σάν ὄνειρο γλυκό

χείλη στό πάθος ζέοντα ἀρρώστεια ἀπό τόν ἀφαλό

καί κάτω

λίβας πού καίει ὁλοῦθε

ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον

πυρκαγιά καί πάλι ἀπ’ τήν ἀρχή

Ἴδια ἡ  γεύση τῆς ἐλιᾶς στήν παιδεμένη γλῶσσα

στή μιά μπουκιά καί στίς δεκάξι (IV.β)

Ὅμως ὑπάρχει καί ὁ δίσεκτος χρόνος πού προξενεῖ «μαυροφορεμένες σκέψεις» (IV. β), τότε πού ὁ τόπος ἐμφανίζεται ὡς: «σβησμένη ἀσβεσταριά», «ἄδεια φιδορούτια», «βαθύ χαντάκι», «ἄβυσσος», ἀπόγνωσι. Τότε, ἡ ἐμπειρία τῆς μαύρης ἐξουσίας: «ὁ  χωροφύλακας ὁ κράτος ὁ ἀφέντης» δείχνουν ἀσέβεια στήν ἱστορική μνήμη καί στό πνεῦμα ἐλευθερίας τοῦ τόπου, καί λειτουργοῦν ὡς πρόσθετη καταπίεσι μέ τραυματική ἐμπειρία στήν ἤδη ὑπάρχουσα «ἐξουσία» τῆς φτώχειας, τῆς πείνας καί στέρησης τῶν ἀναγκαίων πού ὅριζε ἡ ἀγροτική μοῖρα τῆς ὀρεινῆς δυσκολίας.

Τότε, πού ἡ Ἤπειρος χάνει τήν ὀμορφιά τῆς πέτρας καί τοῦ χιονιοῦ καί σέ κάποιο ἀπομονωμένο χωριό της, φέρει τήν μνήμη τῶν σωμάτων τριῶν αὐτοχείρων κορασίδων πού δέν ἄντεξαν τό βάρος τῆς πατριαρχικῆς ἠθικῆς καί «τιμῆς» τῆς κοινότητας. Οἱ «Τρεῖς κρεμασμένες στόν φτελιά καί μιά στόν πλάτανο» φέρουν τήν πυκνότητα ἀρχαίου χορικοῦ θρήνου. Τό τοπίο τοῦ χωριοῦ, ὁ φτελιᾶς καί ὁ πλάτανος, μεταβάλλεται σέ σκηνή δημόσιας τραγωδίας, ὅπου τό φυσικό δέντρο ἀναλαμβάνει τόν ρόλο τῆς συλλογικῆς μνήμης. Ἡ φύσι ἐδῶ δέν λειτουργεῖ ὡς οὐδέτερο σκηνικό, ἀλλά ὡς φορέας τοῦ κοινωνικοῦ βλέμματος, σάν νά ἀπορροφᾶ καί νά διατηρεῖ τό τραῦμα τῆς τραγωδίας.

fm-2.pngΤό τραγικό γεγονός ἐγγράφεται ὡς πρωταρχική μνήμη καί διαμορφώνει μιά τραυματική συνείδησι τοῦ τόπου. Ἐδῶ ἡ ποιητική τοῦ Μότση ἀποκτᾶ μιά διάστασι πού συνομιλεῖ μέ σεβασμό καί διακριτικότητα ὄχι μόνο μέ τήν χθόνια μυθοποιία, ἀλλά καί μέ τήν ἀρχαία τραγωδία τῆς «αἰδοῦς» καί «ὕβρεως» τοῦ «κοινωνικοῦ νόμου». Ἡ ντροπή γίνεται μορφή μοίρας, καί ὁ θάνατος τῶν κοριτσιῶν λειτουργεῖ ὡς σύγχρονο χορικό ἀνάλογο τῆς τραγικῆς ἡρωίδας πού συνθλίβεται ἀνάμεσα στόν ἔρωτα καί στόν «ἀναιδῆ» νόμο «τῆς γεγηρακυίας τῷ πνεύματι πόλεως».

Ὅμως μέσα καί ἀπό αὐτό, τό σχεδόν «ἐρειπωμένο» τοπίο, (ξανά)γεννιέται ὁ πόθος. Ἀκόμη καί μέσα στήν ὅποια πνευματική ἀποσύνθεσι, ἤ ἄβολη θλῖψι, στην Ἤπειρο ἀναδύεται ξανά ἀπό τά ἐρείπια τῆς ἀπελπισίας τό ἵμερον πάθος: «φθόγγος ἀπ’ τή σημερινή ἀπόγνωση …ανοίγει τριαντάφυλλο ἀνοίγει ὁ πόθος» (IV.δ)

 

Εικ. Του χαράκτη, Φώτη Βάρθη, www.lifo.gr/culture

Ἄρα ἀκόμη καί μέσα στήν παρακμή καί φθορά, ἡ Ἤπειρος παραμένει μήτρα ἔσχατου πόθου καί αἰσθητικῆς ἀνάδυσης. Τό πηγάδι εἶναι μία ἀπό τίς ἰσχυρότερες συμβολικές εἰκόνες ὅλης τῆς συλλογῆς. Συμβολίζει τό λαγούμι τῆς ψυχῆς, τόν καθρέφτη τοῦ οὐρανοῦ, εἶναι τόπος βουτιᾶς καί ἀνάστασης, θηλασμός τῆς γῆς, ἀρχή καί τέλος τῆς μνήμης. Ἡ φράσι: «Μέσα του (στό πηγάδι) ἀρχινᾶ καί χάνεται καί πάει ὁ οὐρανός», εἶναι ἀπό τίς πιό μεταφυσικές στιγμές τοῦ ἔργου. Τό πηγάδι λειτουργεῖ ὡς ἄξονας ἀνάμεσα σέ γῆ, ψυχή, οὐρανό καί ἀνάστασι τῆς μνήμης, πού γεννᾶ μορφή, μουσική καί ἐρωτική ἔξαρσι. 

Μέχρι ἐδῶ βλέπουμε μιά ποιητική φαινομενολογία[1]τῆς Ἠπείρου, μέ τήν σουρεαλιστική γραφή τοῦ Φ. Μότση[2]ὅπου: ὁ σεισμός γίνεται μοιρολόι, τά σπίτια: σώματα μνήμης, τό χιόνι: κοσμογονική ὁρμή, ὁ πόθος : πυρκαγιά, τό ἐρείπιο : ἐρωτικό τριαντάφυλλο. Ἡ μεγάλη του δύναμι εἶναι ὅτι δέν περιγράφει τό ἠπειρώτικο τοπίο, ἀλλά τό ἐμψυχώνει, ἀφοῦ ἡ πέτρα αἱμορραγεῖ, τό σπίτι ἀκούει, τό χιόνι ποθεῖ, καί ὁ τόπος ἀνοίγει ὡς ἐρωτική ὀμορφιά ἑνός ρόδου. Αὐτό τόν φέρνει πολύ κοντά σέ μιά φαντασιακή εἰκόνα τῆς Ἠπείρου πού ἀγγίζει τήν ὀρφική μυσταγωγία.

Ἡ Γυναῖκα, ἡ Μάννα

Στό «Ἠπειρώτικο» οὐσιαστική θέσι ἔχουν καί οἱ γυναῖκες. Παρουσιάζονται «ὄρθιες» καί ἕτοιμες «γιά θρῆνο καί γιά χαρά», λειτουργώντας ὡς στῦλοι τῆς ζωῆς καί τῆς τελετουργίας: πυροστιές, στηρίγματα τοῦ τόπου, φορεῖς γῆς καί χρόνου. Ἡ φράσι: «νά πάρουν γῆς νά δώκουν γῆς» τίς ἀναδεικνύει σέ μεσολαβήτριες ἀνάμεσα στή ζωή καί στόν θάνατο, σχεδόν ἱέρειες τῆς γονιμότητας ζωῆς καί τοῦ μοιρολογιοῦ ταυτόχρονα, μιά τιτανική μορφή ἀντοχῆς, ἔρωτος, καί τελετουργικῆς ἑτοιμότητας ἀπέναντι στήν χαρά καί στόν θρῆνο. Εἶναι τό σύμβολο τῆς ξενιτιᾶς, τῆς κοινωνικῆς καταπίεσης καί ἀξιοπρέπειας μέσα στήν χηρεία καί τήν φτώχεια. Καί ὅταν «λείπει» (πεθάνει ἡ γυναῖκα, ἡ Μάννα),… ἡ παιδική μνήμη ὀργανώνεται γύρω ἀπό τήν ὀδυνηρή ἐμπειρία τῆς μητρικῆς ἀπουσίας.

Τό τραπέζι εἶναι ταπεινά στρωμένο: δύο μῆλα, ψωμί, μία ἐλιά, τά ροῦχα γιά τό σχολεῖο, τό καυσόξυλο γιά τήν σόμπα του. (Vγ). Ὅμως ὅλα περιστρέφονται γύρω ἀπό μία ἔλλειψι: «Μά λείπει ἡ μάνα » Ἡ κορδέλα πού «πνίγει» τό παιδί γίνεται σύμβολο τοῦ κενοῦ τῆς μητρικῆς φροντίδας καί ὁ θάνατος της («Ἡ μάνα στό κρεββάτι / δέν παίρνει ἀνάσα») μετασχηματίζει τόν προσωπικό πόνο, τήν ξέχειλη ἀπό τήν «ἐξώθυρα ὡς πέρα στόν γκρεμό» θλῖψι, σέ τοπιογραφία μέγιστης ὀδύνης.

Δυό μῆλα δύο μπουκιές ψωμί

πού εἶχε ἀφήσει ἡ μάνα πάνω στό τραπέζι

μέ μιάν ἐλιά

Τά φουστανάκια μας καλά στεγνά

στήν ἄκρη γιά τό σχολειό

καί τό καυσόξυλο γιά τή δασκάλα ἕτοιμα

Μά λείπει ἡ μάνα

Ἄ, τί νά τήν κάνω τήν κορδέλα

σάν μέ πνίγει

Τή μάνα θέλω

Τή μάνα θέλω νά τή λύσει

Ὅμως ἄλλη μιά μέρα, «συμπυκνωμένη» («ἦταν ἡ μέρα ὅλη μιά στιγμή» V.ε) ἀπό: βροχή, «κοπάδι προβάτων», «πολιορκημένα σιτηρά στ’ ἀμπάρια», ἡ «ὡραία Ἑρμιόνη στά κατάλευκα της» (ἁγνότητα, ἀθωότητα, θῦμα ἄδικου θανάτου), «χίλια ἄλογα» (φυσική ὁρμή, σάν νά τρέχουν σέ γκρεμό μέ ἀχαλίνωτη ἐλευθερία: στόν θάνατο)…. «πού πῆραν τόν πατέρα πεθαμένο / γιά νά τόν πᾶν' στά Γιάννενα». Ἔτσι καί ὁ πατέρας γίνεται μορφή σχεδόν ἡρωική, ὁ δέ, θάνατος του ἀνυψώνεται σέ οἰκογενειακό ἔπος, μνήμης καί τιμῆς.

Συνεπῶς, ἡ μάνα, ὁ πατέρας, τό παιδί, ἡ χήρα, ἡ αὐτόχειρα κοπέλλα, ὁ ξενιτεμένος ἄνδρας, οἱ γενιές πού παραδίδουν τόν καημό ἀπό σπίτι σέ σπίτι καί ἀπό στόμα σέ στόμα, συγκροτοῦν μιά βαθιά συγκινητική ποιητική : τῆς οἰκογενειακῆς συνέχειας. Ἰδίως οἱ ἑνότητες γύρω ἀπό τήν μητέρα καί τόν πατέρα ἀποκαλύπτουν ὅτι ἡ Ἤπειρος στόν Μότση εἶναι, πρωτίστως, καί ὁ τόπος τοῦ συναισθηματικοῦ δεσμοῦ τῆς οἰκογενειακῆς μνήμης καί βιωμένου πένθους.

Σέ αὐτό τό σημεῖο ἡ συλλογή συνομιλεῖ οὐσιαστικά μέ τήν εὐρύτερη ἠπειρωτική παράδοσι τοῦ μοιρολογιοῦ καί τῆς ξενιτιᾶς, ἀλλά καί μέ τήν νεώτερη ποιητική γραφή τοῦ Μιχάλη Γκανᾶ , ὅπου ἐπίσης ἡ Ἤπειρος λειτουργεῖ ὡς ἐσωτερική πατρίδα τῆς ἀπουσίας καί τῆς μνήμης. Ὡστόσο, ὁ Μότσης διαφοροποιεῖται μέσα ἀπό μιά πιό ἐκστατική, ὑπερρεαλιστική καί μυθοποιητική ἔντασι, καθώς ἡ γλῶσσα του δέν μένει στή λιτότητα τοῦ μνημονικοῦ λυρισμοῦ, ἀλλά ἐκρήγνυται σέ εἰκόνες κοσμογονίας, χθόνιων μεταβάσεων καί αἰσθησιακῆς συμφιλίωσης σώματος καί τοπίου.

Στήν μεγάλη μυθολογία τοῦ τόπου συνυπάρχουν: ὁ παπᾶ Κοσμᾶς τοῦ χωριοῦ, οἱ λύκοι τοῦ βουνοῦ καί λόγγων, τό ποτάμι τῶν νεκρῶν, τά παραμύθια, ὁ ξενιτεμένος, ἡ «ντροπιασμένη κόρη», ἡ ἄοκνη γυναῖκα, σέ κοινό τόπο, ὅπου οἱ ζωντανοί, οἱ νεκροί καί τά θηρία ἀνήκουν στήν ἴδια κοσμική τάξι, τῆς παράδοσης, τοῦ θρύλου καί τοῦ θανάτου. Σέ αὐτό τό πλαίσιο καί οἱ ἄνεμοι: ὁ βοριᾶς καί ὁ νότος, ἐδῶ γίνονται φορεῖς ψυχῶν. Ὁ πεθαμένος πασχίζει: «νά βρεῖ τόν δρόμο γιά τήν πεθαμένη μάνα καί γιά τήν κορασίδα» Ὁ ἀέρας μεταφέρει τήν ἀδυναμία τῆς ψυχῆς νά ἡσυχάσει καί ἐκφράζει τήν ἀέναη ἀναζήτησι τῶν νεκρῶν καί τῶν ξενιτεμένων γιά ἐπιστροφή.

Οἱ ζωντανοί ὅμως ζοῦν πάντα μέ συνοδεία τά ὄνειρα τους. Σέ μιά ἐκπληκτική ποιητική σύλληψι, τά ὄνειρα πέφτουν ἀπό τόν οὐρανό ὡς βροχή, ἀπό τά σύννεφα πού στάζουν, καί ὕστερα αὐτά κολλοῦν στήν γῆ, ἐκρήγνυνται, φτάνουν στήν Πρέβεζα καί στόν Ἀχέροντα καί βρίσκουν φωλιά στά βουνά καί στά ποτάμια, γενόμενα ἡ δημιουργός ὑδάτινη οὐσία πού ἐνσωματώνεται στήν γῆ τῆς Ἠπείρου. Εἶναι αὐτά πού δένονται, κρεμιοῦνται στό σύννεφο, ἀφήνονται ἀπό τά ὄρη, γίνονται μηνύματα στόν ἄλλο κόσμο καί συγχρόνως, φτιάχνουν τό «μονοπάτι γιά τοῦ λύκου τή φωνή (ὡς ἡ κραυγή τῆς Φύσης καί ὁ θυμός της), χωρίς νά ἐμποδίζεται ποτέ ὁ ἐλπιδοφόρος δρόμος (ἀπ’ τά λαγούμια τῆς Ἀπαντοχῆς, (VII.α) πρός ἕναν τόπο σιωπηλῆς ἀνταπόκρισης εὐχῶν, ὅπως εἶναι τό φεγγάρι. Πανέμορφη εἰκόνα, βγαλμένη ἀπό Ὀρφικό ὕμνο, πού συμπυκνώνει τήν χθόνια καί μεταφυσική ποιητική τοῦ Φ. Μότση.

fm-3.pngὉ λύκος δέν λειτουργεῖ ὡς φυσιογραφικό στοιχεῖο ἀλλά ὡς ἀρχέγονη φωνή τῆς ἄγριας ἠπειρωτικῆς γῆς, ἐνῶ τό φεγγάρι ἀποκτᾶ χαρακτῆρα ὑπερβατικοῦἀποδέκτη, ὁρίου ἀνάμεσα στόν κόσμο καί στό ἐπέκεινα. Τό «μονοπάτι» δηλώνει δυνατότητα ἐπικοινωνίας ἀνάμεσα στήν γῆ καί στό νυχτερινό ἄπειρο. Ἔτσι, ὁ στίχος μετατρέπει τό οὐρλιαχτό τοῦ λύκου σέ κοσμικό μοιρολόι, σέ πρωτογενῆ κραυγή τῆς φύσης πού ἀναζητεῖ ἀνταπόκρισι μέσα στήν σιωπή τοῦ σύμπαντος. Αὐτή ἡ Χθόνια διάστασι τῆς Ἠπείρου στήν συλλογή εἶναι ἐξαιρετικά ἐνδιαφέρουσα. Οἱ Μολοσσοί, οἱ λύκοι, οἱ ἄνεμοι πού μεταφέρουν τούς νεκρούς, τό νερό τοῦ Ἀχέροντα, τό πηγάδι ὡς ἄβυσσος καί ὁ διάλογος ἀνάμεσα στόν «ἐπάνω» καί τόν «ἄλλο» κόσμο συνδέουν τό ποίημα μέ τήν βαθιά ἀρχαία μνήμη τῆς ἠπειρωτικῆς γῆς. Ἡ Ἤπειρος ἐμφανίζεται ὡς φυσική καί μεταφυσική μεθόριος, ὅπου οἱ νεκροί δέν παύουν νά συνομιλοῦν μέ τούς ζωντανούς.... καί ὅπου τά ὄνειρα λειτουργοῦν ὡς μηνύματα ἀνάμεσα στούς «κόσμους», πού βοηθοῦν τό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου νά πλαγιάζει ἡδονικά μέ τό βουνό καί τήν ψυχή νά εἰσπνέει ἁρμονία θεραπείας στήν Φύσι. Στίχοι εὐαισθησίας πού προξενοῦν θαυμασμό:

Τά ὄνειρα στήν Ἤπειρο

τά δένουνε γερά μέ ἀγράμπελη

ἀπ’ τό κότσι

καί τά κρεμᾶνεἀψηλά στό σύννεφο

νά μήν τά πιάνει πυρετός καί μύγα

 

τά δένουν μέ ἀλογότριχες καί μέ γερή θηλιά

τό ἕνα στό κατόπι τοῦ ἄλλου

fm-4.pngκαί τ’ ἀμολᾶνε ἀπ’ τά ψηλά τά ὄρη

μηνύματα στόν ἄλλο κόσμο

τόν χρόνους δρόμο μακρινό

 

μιά κούνια γιά τό λίκνισμα τοῦ ἀγέρα

καί μονοπάτι γιά τοῦ λύκου τή φωνή

πρός τό φεγγάρι (VII. β)

 

Ἐπανερχόμαστε ξανά στήν κοσμολογική ποιητική τοῦ πηγαδιοῦ,τῆς δίψας καί τῆς μνήμης, ἀλλά προπάντων ἐδῶ: ὁ συμβολισμός τοῦ κοσμικοῦ καί μητρικοῦ βάθους τῆς γῆς, (ὁἀνεστραμμένοςοὐρανός), καθώς καί ἡ μύχια βαθύνοιατοῦ ὑποσυνειδήτου, - τόπος γέννησης καί ἀπώλειας τοῦ ἑαυτοῦ - , ὁ "χῶρος" ὅπου ἡ παιδική μνήμη, ἡ φωνή τῆς κοινότητας καί οἱ μορφές τῶν ἀνθρώπων ἀναμοχλεύονται. Τό πηγάδι λειτουργεῖ ὡς πέρασμα ἀνάμεσα στόν οὐρανό καί στό ὑπόγειο σκοτάδι, ὡς τόπος γέννησης, ἀπώλειας καί μεταμόρφωσης.

Τά «ρακοπότηρα» καί τό «φιλί στήν ἄνοιξη» δηλώνουν τόνπαληόβιωματικό κόσμο τῆς κοινότητας πού φθίνει, (τά γλέντια τέλειωσαν, τό τραγούδι σώπασε, τό κλαρῖνο ἔσβησε, ἡ κοινότητα σιώπησε), ἐνῶ στό τελικό βάθος τοῦ πηγαδιοῦ ἡ ἴδια ἡ γλῶσσα ὁδηγεῖται σέ σιωπή, ἐκεῖ «ὅπου ἡ  λέξη ἀρνεῖται νά διψάσει», γιατί ἡ ἀνάγκη ἔκφρασης ἔχει φθάσει στήν πληρότητά της.

Ἡ καταληκτική ἑνότητα, μέ τήν εἰκόνα τοῦ ἀηδονιοῦ, τῶν οἰωνῶν, τῆς γυναῖκας ἕτοιμης νά καρπίσει καί τοῦ Θεοῦ πού ἀκουμπᾶ τό «πελώριο κορμί» του πάνω στά ὄρη, προσδίδει στήν συλλογή χαρακτῆρα σχεδόν δοξολογικό. Μετά τήν ὀδύνη, τήν φτώχεια, τήν χηρεία, τήν μνήμη καί τόν θάνατο, ἡ Ἤπειρος ἀναδεικνύεται ὡς τόπος εὐλογίας καί ἱερότητας, ὅπου ἀκόμη καί ἡ ἀδικία τοῦ βίου μεταμορφώνεται σέ βαθύτερη αἴσθησι κοσμικῆς παρουσίας.

Στήν Ἤπειρο

εἶναι τ’ ἀηδόνι

καί τά σημάδια πού διαβάζονται

στοῦ ἀρνιοῦ τήν πλάτη

καί ἤ κυρά μέ τά φουστάνια καταγῆς

σάν ἕτοιμα καρπό νά δώσουν

εἶναι

 

Δές 

Ἡ εὐλογία ἑνός Θεοῦ πού δέν λογάριασε

τό δίκιο

ὅταν ἀκούμπησε στά ὄρη αὐτοῦ τοῦ τόπου

ἕνα πελώριο κορμί

για νά τό ξαποστάσει. (IX β.)

Οἱ δύο τελευταῖες ἑνότητεςτῆς συλλογῆς λειτουργοῦν ὡς συμφιλιωτικό καί σχεδόν εὐλογιακό κλείσιμο μετά τήν τραγικότητα πού ἔχει προηγηθῆ. Τό κόκκινο μῆλο, τό οὐράνιο τόξο καί τόἀηδόνι ἀποτελοῦν εἰκόνες ζωῆς, καρποφορίας καί συνέχειας, ἐνῶ ἡ γυναῖκα μέ τά φουστάνια «σάν ἕτοιμα καρπό νά δώσουν»ἐπανασυνδέειτήν γῆ μέ τήν γονιμότητα καί τήν μητρική δύναμι. Ἡ Ἤπειρος παραμένει τόπος στεναγμοῦ καί καημοῦ, ὅμως ταυτόχρονα ἀναδεικνύεται ὡς τόπος πού ἀκόμη κρατᾶ χῶρο γιά τό τραγούδι, τήν μνήμη, τήν φύσι καί τήν ἀνθρώπινη παρουσία. Τόἀηδόνι ἔρχεται ἔτσι νά ἀπαντήσει στόν λύκο τῶν προηγούμενων ἑνοτήτων: ἡ χθόνια κραυγή τῆς νύχτας μεταμορφώνεται τελικά σέ τραγούδι ζωῆς. Τό γενεσιουργό ἐρωτικό μῆλο γίνεται οὐράνιο τόξο καί γεφυρώνει τίς γειτονιές, δηλώνοντας τήν πνευματική γέφυρα σύνδεσης κοινότητας καί συνύπαρξης, σέ κοινό ἐρωτικό τόπο τῶν ἴδιων κόπων καί στεναγμῶν.Τό τοπίο ἐνεργεῖ ὡς πρόσωπο καί γίνεται πολιτισμική εὐλογημένη μήτρα μέ ἀνθρωπολογική διάστασι ἀλλά καί τόπος θεϊκῆς κατάθεσης σώματος καί εὐλογίας.

fm-7.pngἈπό φιλολογική ἄποψι, μποροῦμε νά ὑποστηρίξουμε ὅτι τόἨπειρώτικοτοῦ Φώτη Μότση συγκροτεῖ μία ποιητική ὀντολογία τῆς "ἠπειρωτικότητας", στήν ὁποία συμπλέκονται τέσσερις βασικοί ἄξονες: τόμοιρολογικό ἠχόχρωμα, ἡοἰκογενειακή μνήμη, ἡ χθόνια μυθολογία καί ἡ ἐμψύχωσι τῆς φύσης. Ἡ συλλογή δέν ἀποσκοπεῖ στήν ἀναπαράστασι ἑνός τοπίου, ἀλλά στήν δημιουργία ἑνός τρόπου ὕπαρξης, ὅπου ἡ Ἤπειρος γίνεται παγκόσμιο σύμβολο πόνου, ἀντοχῆς, ὀνείρου καί ἱερῆς μνήμης.

Ἔτσι, ἡ ποίησι τοῦ Φώτο-Μότση ἐγγράφεται δημιουργικά στήν μεγάλη γραμμή τῆς ἠπειρωτικῆς ποιητικῆς εὐαισθησίας, συνομιλώντας μέ τό δημοτικό τραγούδι, τό μοιρολόι, τήνἀρχαία χθόνια παράδοσι καί τήν σύγχρονη λυρική γραφή. Τό ἀποτέλεσμα εἶναι ἕνα ἔργο, ὅπου ἡ ἰδιαίτερη γῆ τῆς Ἠπείρου ἀνυψώνεται σέ οἰκουμενικό τόπο μνήμης καί ἀνθρώπινης μοίρας.

Σημειώσεις

1.      Ἡ φαινομενολογία, ὡς φιλοσοφική μέθοδος, πού θεμελιώθηκε κυρίως ἀπό τόν EdmundHusserl, ἐπιδιώκει τήν περιγραφή τῶν φαινομένων ὅπως αὐτά βιώνονται ἄμεσα ἀπό τήν συνείδησι, πρίν ἀπό κάθε θεωρητική ἤ ἐπιστημονική ἑρμηνεία. Στήν ποίησι τοῦ Φώτη Μότση, ἡ ἠπειρωτική φύσι, ἡ μνήμη καί ὁ ἀνθρώπινος πόνος δέν λειτουργοῦν ὡς ἁπλές ἐξωτερικές ἀναπαραστάσεις, ἀλλά ὡς βιωμένες ἐμπειρίες τῆς συνείδησης, γεγονός πού προσδίδει στό ἔργο του ἔντονη φαινομενολογική διάστασι.

2.     Ἡ «σουρεαλιστική» γραφή στόν Φώτη Μότση δέν ἐκδηλώνεται ὡς καθαρός ὑπερρεαλιστικόςαὐτοματισμός, ἀλλά ὡς χρῆσι ὀνειρικῶν εἰκόνων, ἀπροσδόκητωνσυνειρμῶν καί συμβολικῶν μετατοπίσεων, μέσω τῶν ὁποίων τό ἠπειρωτικό τοπίο καί ἡ μνήμη ἀποκτοῦν ἐσωτερική, σχεδόν μεταφυσική διάστασι. Ὁ ὑπερρεαλιστικός τόνος λειτουργεῖ κυρίως ὡς μέσον βαθύτερης ψυχικῆς καί βιωματικῆς ἀποκάλυψης.

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

  1. ΑΡΓΟΛΙΚΗ ΑΡΧΕΙΑΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ, Μότσης Φώτης
  2. Βαμβουνάκη Μάρω, Ο πόνος και ο θάνατος στη λογοτεχνία, εισήγηση στην επιτροπή βιοηθικής, Αρχ/σκοπής Αθηνών, https://bioethics.org.gr
  3. Γιώργου Κόνδη, (από την παρουσίαση του ΦωτοΜότση στον πολυχώρο ‘Αίτιον’, στην Αθήνα)
  4. Δημήτριος Μίχας, τροχόεις μόλυβδος, ιχνηλατώντας τη γραφή του ΦωτοΜότση, εκδ. Προοιμίου, 2020
  5. Ελένη Καρασαββίδου, ΑΦΙΕΡΩΜΑ, Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΦΩΤΗΣ ΜΟΤΣΗΣ blogspot. com/ 2007/ 08/blog
  6. Κρίστοφερ Κινγκ, Ηπειρώτικο μοιρολόι, Οδοιπορικό στην αρχαιότερη ζωντανή δημώδη μουσική της Ευρώπης, Μετάφραση: Αριστείδης Μαλλιαρός, εκδ. ΔΩΜΑ, 2018
  7. Μάκης Αποστολάτος, ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΠΟΔΟΜΗΣΗ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΙΚΟΥ ΛΟΓΟΥΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΠΕΖΩΝ ΤΟΥ Φ. ΜΟΤΣΗ
  8. Μέντη Δώρα, Μεταπολεμική πολιτική ποίηση. Ιδεολογία και ποιητική, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1995
  9. Μηνάς Δημάκης, «Στο σύνορο της ζωής και του θανάτου», Η Λέξη, τχ.105,, 9-10-1991
  10. Τίτσα Διαμαντοπούλου, ΩΣ "ΤΟ ΜΙΚΡΟ ΑΠΕΡΑΝΤΟ" ΛΟΓΟΣ "ΡΕΩΝ" ΤΟΥ ΦΩΤΗ ΜΟΤΣΗ, motsis.blogspot.com/2007/08/blog
  11. Ψάχου Μαρία, Η ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΓΕΝΙΑ ΤΟΥ 70, ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΗ ΚΑΙ ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ ΔΙΕΡΕΥΝΗΣΗ, Ιωάννινα, 2011
  12. https://motsis.blogspot.com/2007/08/blog
  13. https://el.wikipedia.org/wiki

fm-6.png*Ὁ Φώτης Μότσης γεννήθηκε τό 1955 στό Ζωτικό Ἰωαννίνων καί ἀνήκει στίς πλέον ἰδιότυπες καί ἐσωτερικές φωνές τῆς νεώτερης Ἠπειρωτικῆς ποίησης. Σπούδασε γερμανική φιλολογία στήν Ζυρίχη καί ὑπῆρξε ἱδρυτικό μέλος τῆς Ἑνωτικῆς Πορείας Συγγραφέων (ΕΠΟΣ). Παρά τήν χαμηλόφωνη παρουσία του —μέ δική του ἐπιλογή— στά ἑλληνικά γράμματα καί τήν δυσκολία ἐντοπισμοῦ τῶν ποιητικῶν του συλλογῶν, τό ἔργο του διακρίνεται γιά τήν γλωσσική καί νοηματική του πυκνότητα, τήν βαθιά βιωματική σχέσι μέ τήν Ἤπειρο καί μιά σπάνια ποιητική ἐνόρασι καί εὐαισθησία. Ἐδῶ, ὁ ἔρωτας, ἡ φύσι, τό μοιρολόι, ἡ πολιτική (συν)μετοχή καί ἡ μνήμη: μετασχηματίζονται σέ προσωπική κοσμολογία καί ὑπαρξιακή φιλοσοφία. Ὅσοι τόν γνώρισαν ἀπό κοντά διαπιστώνουν ὄχι μόνο τήν εὐρύτητα τῆς παιδείας του, ἀλλά καί μιά σπάνια σεμνότητα καί ἐσωτερική ἀρχοντιά. Μιά στάσι ζωῆς πού κράτησε τήν προσωπική του προβολή στό ἐλάχιστο, σέ πλήρη ἀντίθεσι μέ τήν ἐξαιρετική ποιητική ἀξία τοῦ ἔργου του. Ζῆ σήμερα στά Ἰωάννινα. Τό μέχρι τώρα ἔργο του εἶναι:

1.   Κραυγές (Σείριος, 1973) / 2. Ἀπολογία τῶν δρόμων (Ἐλεύθερος Τύπος), 1983) 3. Τό μικρό ἀπέραντο(Ἑλλέβορος, 1999) / 4. Ὑδράργυρος ρέων (Ἑλλέβορος, 2001) / 5. Ὁ Ἰούδας τῆς νύχτας (Ἑλλέβορος, 2003) / 6. Ἀμαρυλλίδος καί Ἱππεάστρου(Ἑλλέβορος, 2005) / 7. Ἠπειρώτικο (Ἑλλέβορος, 2006) / 8. Νυχτερινό γαίας ἀπείρου (Ἑλλέβορος, 2007) 9. Σκιᾶςὄναρ ἔρως (Ἑλλέβορος, 2013) 10. Ἠπειρώτικο (ἐπανέκδοση 2013) 11. Νυχτερινό γαίας ἀπείρου (ἐπανέκδοση 2013) 12. Ἐν χορδαῖς καί λίθοις(Φίλντισι, 2017) 13. Ἡ ἁλμυρή βροχή (Κῦμα,2021) 14. Ὑδράργυρος ρέων (ἐπανέκδοση, Κῦμα 2022)

Τοπολαλιά

 

Οι γειτονιές μας

ΒΡΥΤΖΑΧΑ web tv

Μουσεία και αρχαιολογικοί χώροι

dd

Μετεωρολογικός σταθμός Ζωτικού

Screenshot 2023 04 27 at 5.14.24 PM

Screenshot 2023 04 27 at 10.43.18 PM

Ellinomatheia1

Screenshot 2023 04 27 at 11.18.15 PM

Λογοτεχνία

Κώστας Βάρναλης

Ελεύθεροι Πολιορκημένοι

Σαπφώ: η δέκατη μούσα, ο θηλυκός Όμηρος

Γιώργος Σεφέρης

Η ιστορία του Ζωτικού

ΖΩΤΙΚΟ (ΛΙΒΙΚΙΣΤΑ) ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ

Μύθος και Λόγος - Μέρος 2.

Συμβόλαιο αγοροπωλησίας Ζωτικού

Η εξέλιξη του πληθυσμού του Ζωτικού από την απελευθέρωσή του από τους Τούρκους έως σήμερα

Έρευνες

Η ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΣΤΟ ΖΩΤΙΚΟ - ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ

Ὕστερη Παλαιολιθικὴ (35.000-12.000 χρόνια πρὶν ἀπὸ σήμερα)

Παλαιολιθική Εποχή στην Ηπειρωτικη Ελλάδα και η ανθρώπινη εγκατάστασι στην Ηπειρο και στις πλησιέστερες με αυτήν περιοχές

Στα χρόνια που πέρασαν

Το Ζωτικό στην ιστορία

Το Ζωτικο στις τέχνες - Φρειδερίκη Παπαζήκου

Το Ζωτικο στις τέχνες - Φώτης Μότσης

Αφηγήσεις

Αφιερώματα

Περιηγήσεις

periigiseis

Γιορτές

giortes

Δημιουργίες

dimiourgies

Παρουσιάσεις

parousiaseis