adelfotita  Αδελφότητα Ζωτικιωτών Αθήνας”

Σύλλογος Ζωτικιωτών "Η ΒΡΥΤΖΑΧΑ"   

Σύνδεση / εγγραφή

Αρχείο φωτογραφιών

Η Αδελφότητα Ζωτικιωτών στο Facebook

zotiko 2

Ο Σύλλογος Ζωτικιωτών στο Facebook

vrytzacha

Διαδικτυυακές Δημ. Υπηρεσίες

Screenshot 2023 04 27 at 1.38.35 PM

Ελληνικό Κτηματολόγιο

Screenshot 2023 04 27 at 1.48.41 PM

Α.Α.Δ.Ε.

Screenshot 2023 04 27 at 10.27.29 PM

Screenshot 2023 04 28 at 12.10.11 AM

Ἡ Ζωὴ καὶ ὁ Θάνατος στὸ Ἔθιμο τοῦ Γηρομερίου: ἀπὸ τὰ ἀρχαία περίδειπνα στὴν Ἀνάστασι

Δημητρίου Μίχα, φιλολόγου

Ἀνάμεσα στὰ ἑλληνικὰ πασχαλινὰ ἔθιμα, ἐκεῖνο τοῦ Γηρομερίου Θεσπρωτίας κατέχει μία μοναδικὴ θέσι. Τὴν Δευτέρα τοῦ Πάσχα, οἱ κάτοικοι τοῦ χωριοῦ ἀμέσως μετὰ τὴν θεία λειτουργία στὸν ἱερὸ Ναὸ τῶν Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου, μεταβαίνουν στὸν κοιμητηριακό ναὸ τῆς Μεταμόρφωσης τοῦ Σωτῆρος τοῦ νεκροταφείου.

Οἱ κάτοικοι καὶ συγγενεῖς τῶν ἐνταφιασμένων νεκρῶν, πηγαίνουν μὲ ὀργανοπαῖχτες – ἔχοντας συνήθως κλαρῖνο, βιολὶ , λαοῦτο καὶ ντέφι- πάνω ἀπὸ τοὺς τάφους τῶν ἀγαπημένων τους. Ἐκεῖ, οἱ συγγενεῖς τοῦ νεκροῦ, ἀφοῦ τελέσουν τὸ τρισάγιο ἀπὸ τὸν ἱερέα, μετὰ παραγγέλνουν τὸ ἀγαπημένο τραγούδι του, ὅσο ἦταν στὴν ζωή, γιὰ νὰ ἀκουστῆ πάνω ἀπὸ τὸν τάφο του. Μὲ αὐτὸν τὸν παράδοξο καὶ συμβολικὸ τρόπο, συνδέουν τὴν ζωὴ καὶ τὸν θάνατο μὲ μιὰ ἰδιότυπη ἐπικοινωνία μεταξὺ νεκρῶν καὶ ζωντανῶν, μέσα ἀπὸ τὴν ὁποία «προσδοκᾶται» ἡ ἀναστάσιμη ἐλπίδα, ἡ ὁποία σύμφωνα μὲ τὴν ἀναστάσιμη ψαλμωδία ἡ ζωὴ νικάει τὸν θάνατο.

«Χριστὸς Ἀνέστη ἐκ νεκρῶν,/ θανάτῳ θάνατον πατήσας,/

καὶ τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι ζωὴν χαρισάμενος.» (Ἀπολυτίκιο τοῦ Πάσχα)

Ἐδῶ ἡ Ἀνάστασι δὲν παρουσιάζεται ὡς θεωρητικὴ ἰδέα· εἶναι θέασι, («Ἀνάστασιν Χριστοῦ θεασάμενοι) βίωσι, μετοχή. Εἶναι ἡ πρόσκλησι νὰ δεῖ ὁ ἄνθρωπος ὅτι τὸ σκοτάδι τοῦ Ἄδη δὲν ἔχει τὸν τελευταῖο λόγο. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ ὑμνογράφος τῆς πασχαλινῆς χαρᾶς συνεχίζει μὲ ἕναν λόγο ποὺ ἀντιστρέφει κάθε τραγικότητα τῆς ἀνθρώπινης μοίρας: «Ἀνέστη Χριστός, καὶ ζωὴ πολιτεύεται· ἀνέστη Χριστός, καὶ νεκρὸς οὐδεὶς ἐπὶ μνήματος.» (Ὠδὴ Α΄) Ὁ θάνατος, ποὺ ἄλλοτε ἦταν ἡ πιὸ βέβαιη πραγματικότητα, μεταβάλλεται πλέον σὲ ὕπνο [1] ποὺ προσδοκᾶ ἀφύπνισι. Ἡ φράσι «νεκρὸς οὐδεὶς ἐπὶ μνήματος» δὲν ἀρνεῖται τὴν θνητή βιολογικὴ πραγματικότητα, ὑπογραμμίζει ὅμως ὅτι ὁ θάνατος δὲν ἔχει ὑπαρξιακὴ κυριότητα. Ὁ ἄνθρωπος παύει νὰ ὁρίζεται ἀπὸ τὸ τέλος του, ὁρίζεται ἀπὸ τὸ κάλεσμα πρὸς τὴν αἰωνιότητα. Ἡ ζωὴ εἶναι αὐτὴ ποὺ «πολιτεύεται», δηλαδὴ ποὺ βασιλεύει, ἐπικρατεῖ, ἐξουσιάζει. Δὲν εἶναι πλέον ἡ φθορὰ τὸ θεμέλιο τῆς ὕπαρξης, ἀλλὰ ἡ ἐλπίδα τῆς Ἀνάστασης. Ἔτσι, σὲ ἕναν κόσμο ποὺ συχνὰ ὑπερισχύει ἡ τραυματικὴ ἐμπειρία τῆς ἀπώλειας τῶν ἀγαπημένων, αὐτὸς ὁ ὕμνος γίνεται κραυγὴ πνευματικῆς ἐλευθερίας: ἡ ζωὴ εἶναι ἰσχυρότερη ἀπὸ τὰ δεσμὰ τοῦ θανάτου.

Μὲ τὴν ἁπλουστευμένη αὐτὴ σκέψι μποροῦμε νὰ ἀντιληφθοῦμε καὶ τὸ ἀσυνήθιστο ἔθιμο στὸ Γηρομέρι. Ἡ ἰδιότυπη αὐτὴ «παρέα μὲ τοὺς νεκροὺς μας» δὲν ἀποτελεῖ ἁπλῶς μιὰ ἠπειρώτικη παράδοσι, ἀλλὰ βιωματική ἑρμηνεία τῆς Ἀνάστασης μέσα ἀπὸ τὴν μνήμη καὶ τὴν μουσική. Ἡ πρᾶξι τοῦ νὰ «ἐπιστρέφει» κανεὶς στὸ νεκροταφεῖο τὴν ἡμέρα τῆς Ἀνάστασης ἐνσωματώνει μιὰ βαθιὰ συμβολικὴ νοηματοδότησι. Ὁ νεκρὸς δὲν λησμονεῖται, οὔτε ἐξορίζεται ἀπὸ τὴν ζωή· παραμένει παρὼν στὴν κοινότητα, ὡς πρόσωπο ποὺ μετέχει τῆς συλλογικῆς μνήμης καὶ ὁ θάνατος δὲν ἀντιμετωπίζεται ὡς τελεσίδικο τέλος, ἀλλὰ ὡς μία διαρκὴς σχέσι μὲ τὴν αἰωνιότητα τοῦ οὐρανοῦ. Τὸ Φῶς της εἶναι ἕνας συνεχὴς δρομοδείκτης, ποὺ κάνει τὴν εἴσοδο τῆς ζωῆς στὸν κόσμο τοῦ θανάτου νικηφόρα.

Τὸ τραγούδι μὲ τὸν λυγρό ἦχο τοῦ κλαρίνου, ἐπάνω ἀπὸ τὸν τάφο, λειτουργοῦν ὡς “ἀνακάλεμα” [2], ὡς ἐπίκλησι καὶ διάλογος ἀνάμεσα στοὺς δύο κόσμους: τῆς φθορᾶς καὶ τῆς ζωοδόχου Ἀνάστασης. Ἡ κατάλυσι τοῦ κράτους τοῦ θανάτου δὲν σημαίνει μόνο νίκη στὸν τάφο τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ νοηματοδοτεῖ τὴν μεταμόρφωσι τοῦ τρόπου ὕπαρξης. Ἡ ζωὴ ποὺ δίνεται στὸν κόσμο δὲν εἶναι ἡ ἴδια φθαρτὴ ζωή, εἶναι ἡ ζωὴ τοῦ Αναστάντος, μιὰ ζωὴ ἐλευθερίας ἀπὸ τὸ ἄγχος τοῦ τέλους, ἀπὸ τὴν σκλαβιὰ τῆς φθορᾶς, ἀπὸ τὸν φόβο τοῦ μηδενός, ἡ κραυγὴ τῆς σωτήριας πρόσκλησης καὶ ἐπικοινωνίας. «Σήμερον ἡ κτίσις ἀγαλλιᾶται καί κράζει· Χριστὸς Ἀνέστη (Ἐξαποστειλάριον Πάσχα) «Ἂναστάς Ἰησοῦςχαρά ἐβόησε τῷ κόσμῳ » (Στιχηρόν Δοξαστικὸ Κυριακῆς)

Ἔτσι , ὁ ἦχος τοῦ κλαρίνου διαπερνᾶ τὴν σιωπὴ τοῦ Ἄδη καὶ μεταφέρει τὸ μήνυμα τῆς ζωῆς. Τὸ ἔθιμο ἔτσι «σπάει» καὶ τὴν σιωπὴ τοῦ τάφου [3] μὲ μουσικὴ καὶ ἐνέργεια, καθὼς ἡ νεκρικὴ «σιγὴ» τοῦ χώρου μεταμορφώνεται σὲ μουσικὴ καὶ γλέντι, σὲ νόημα ζωῆς. Οἱ κάτοικοι τοῦ χωριοῦ βιώνουν τὸ Πάσχα μὲ μιὰ λαϊκότροπη παράδοσι, ἐνσωματώνοντας  στὴν ὀρθόδοξη παράδοσι τὸ πνεῦμα τῆς νίκης τῆς ζωῆς ἐπὶ τοῦ θανάτου, ποὺ εἶναι ἡ Ἀνάστασι τοῦ Χριστοῦ.

Σὲ αὐτὴ τὴν τοπικὴ μορφή, λοιπόν, ἡ χαρὰ τῆς Ἀνάστασης τοῦ Θεανθρώπου βιώνεται μαζὶ μὲ τὴν μνήμη τῶν ἀποθανόντων, πιστεύοντας στὴν «Ἀνάστασι νεκρῶν», ἀφοῦ καὶ ὁ Χριστὸς μὲ τὴν «εἰς Ἅδου κάθοδον» “ἀνακαλεῖ” τοὺς νεκροὺς στὴν (οὐράνιον αἰώνια) ζωή. Ἔτσι ἡ συνάντησι τῆς θλίψης : λόγω ἀπουσίας τῶν ἀγαπημένων, καὶ ἑορτασμοῦ, λόγω τῆς Ἀνάστασης, συνδυάζεται μὲ ἕνα βίωμα «χαρμολύπης»: «Τιμοῦν τοὺς νεκροὺς τους ποὺ παροδικὰ βρίσκονται στὸ «σκότος» τοῦ Ἄδη, καὶ ταυτόχρονα γιορτάζουν ὅτι ἡ ζωὴ συνεχίζεται» μὲ τὴν αἰσιοδοξία ποὺ διδάσκει τὸ ζωοποιούν Φῶς τῆς Ἀνάστασης διαλύοντας τὰ «σκότη» του.

Ἔτσι, οἱ μετέχοντες μὲ τὴν βαθιὰ εὐαισθησία καὶ στὴν τοπικὴ δημώδη μουσική, ἀποδίδουν τὸν σεβασμὸ καὶ τὴν πίστι στὴν θεολογία τῆς Ἀνάστασης ὄχι μὲ ψαλμωδία ὡς μυστήριο καὶ προσευχὴ ποὺ βίωσαν στὴν ἐκκλησία, ἀλλὰ μὲ τὴν ζῶσα δημοτικὴ μουσικὴ ἐπειδὴ ἐκφράζει ἔκδηλα συναισθηματικὰ καὶ συγκινησιακὰ τὸν πόνο τῆς «ἀπουσίας» τοῦ νεκροῦ, ἀπὸ τὴν γιορτινὴ χαρὰ τοῦ σπιτιοῦ. Ἡ χρῆσι τοῦ τραγουδιοῦ ἀντὶ τῆς ψαλμωδίας στὸ Γηρομέρι δὲν ἀποτελεῖ κοσμικὴ παρέκκλισι, ἀλλὰ ἡ πρᾶξι αὐτὴ εἶναι μιὰ μεταγραφὴ τῆς ἴδιας ὑπαρξιακῆς κραυγῆς καὶ φαινόμενο τῆς ἑλληνικῆς λαϊκῆς ψυχῆς. Ἐδῶ, ὅπως λέγει ὁ καθηγητὴς Γιῶργος Κοντογιώργης, τὸ δημοτικὸ τραγούδι κατὰ μία ἐκδοχὴ του ἀποτελεῖ διαλεκτικὴ καὶ λειτουργία τοῦ θρησκευτικοῦ βιώματος ποὺ «ἑστιάζεται στὴν εἰκόνα τῆς μεταθανάτιας κοινωνίας τοῦ Ἄδη» καὶ ἀλλοῦ γράφει ὅτι ἐκφράζεται μὲ μία λαϊκὴ θεολογία χωρὶς δογματισμὸ [4]

Ὁ λαός, στὴν συγκεκριμένη περίπτωσι, δὲν διαχωρίζει ἀπόλυτα τὸν ἱερὸ ἀπὸ τὸν κοσμικὸ ἦχο. Τὸ κλαρῖνο, τὸ τραγούδι καὶ ὁ ρυθμὸς τους, γίνονται μορφὲς προσευχῆς χωρὶς λόγια, ὅπως στὸν «ἀλάλητον στεναγμὸν» τοῦ ἀπ'. Παύλου, ὅπου οἱ ἐκ βαθέων στεναγμοὶ δὲν μποροῦν νὰ μεταφραστοῦν μὲ λέξεις (Ρωμ. 8, 26), ἀλλὰ «Χαρεῖτε, δίκαιοι, μὲ τὸ πνεῦμα τοῦ Κυρίου! Στοὺς τίμιους ταιριάζει ὁ ὕμνος. Ὑμνεῖτε τὸν Κύριο μὲ κιθάρα. Μὲ δεκάχορδο ψαλτήρι ψαλμωδήστε σὲ Αὐτόν. Ψάλλετε σὲ Αὐτὸν νέο τραγούδι. Νὰ παίζετε καλὰ τὰ μουσικὰ σας ὄργανα μὲ ἀλαλαγμὸ [5] (μὲ δυνατή, ἔντονη, ἐνθουσιαστικὴ κραυγή)…. Ἡ Μουσικὴ μετὰ συνεχίζεται μὲ γλέντι στὴν πλατεῖα, ὅπου ἡ κοινότητα μεταφέρει τὸ πένθος στὴν χαρά, τὴν σιωπὴ στὴν φωνή, τὸν θάνατο στὴν ζωή, ὡς ἡμέρα τῆς Λαμπρῆς.

giromeri-2.png 

Τὸ φαινόμενο ἔχει ἀπώτερες ρίζες στὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ ταφικὴ λατρεία [6]. Ἀπὸ τὴν κλασσική ἐποχὴ εἶναι γνωστὸ τὸ περίδειπνον ἢ νεκρόδειπνον, δηλαδὴ τὸ κοινὸ γεῦμα τῶν ζώντων καὶ τοῦ νεκροῦ, ποὺ τελοῦνταν ἐπὶ ἢ πλησίον τοῦ τάφου, ἀλλὰ κυρίως στὸν «οἶκο» τοῦ ἀμέσου συγγενοῦς τοῦ νεκροῦ. Οἱ συγγενεῖς ἔφερναν τροφές, κρασί, γλυκίσματα, ἀκόμη καὶ μουσικὰ ὄργανα, τελώντας μιὰ μορφὴ μνημονικῆς συντροφιᾶς [7]. Ἡ πρᾶξι αὐτὴ δὲν ἦταν ἁπλὴ προσφορά, ἀλλὰ κοινωνία δεσμῶν: τὸ φαγητὸ καὶ τὸ τραγούδι ἐσήμαιναν τὴν συμμετοχὴ τοῦ νεκροῦ στὴν ζωὴ τοῦ οἴκου. Τὸ πνεῦμα τῆς πράξης αὐτῆς – να μὴν μένει ὁ νεκρὸς μόνος – ἐπιβιώνει διαχρονικά, περνώντας στοὺς ἑλληνιστικοὺς καὶ ρωμαϊκοὺς χρόνους, καὶ ἀργότερα στὸ Βυζάντιο.

Στὸν Ὅμηρο ὁ Ἄδης παρουσιάζεται ὡς σκιὰ καὶ λήθη, χωρὶς χαρὰ ἢ ἀνάμνησι: «ψυχὴ καὶ εἴδωλον, ἀτάρ φρένες οὐκ ἑνὶ πάμπαν· (ψυχὴ καὶ διακαμός: δηλαδὴ ὡς καπνός, ὡς θαμπὴ σκιά, φάντασμα μὲ τὸ περίγραμμα στὸν ἄνθρωπο, κι' ὅμως ζωὴ καθόλου!) (Ἰλιάς, Ψ, 104),. Ἡ ὀρφικὴ καὶ διονυσιακὴ παράδοσι, ἀντιθέτως, εἰσάγει τὴν ἰδέα τῆς μετάστασης καὶ τῆς λύτρωσης τῆς ψυχῆς, ἡ ὁποία, ἂν ζήσει «δίκαια καὶ ἐν μέτρῳ», ἐπιστρέφει στὸ φῶς. Οἱ ὀρφικὲς πινακίδες μιλοῦν γιὰ τὴν μνήμη καὶ τὸ ποτὸ τῆς λήθης: ἡ ψυχὴ ζητᾶ νὰ πιεῖ ἀπὸ τὸ νερὸ τῆς Μνημοσύνης, γιὰ νὰ θυμηθῆ καὶ νὰ ἀναγεννηθῆ. [8] Αὐτὴ ἡ ἔννοια τῆς «μνήμης» ὡς σωτηρία θὰ ἐπιβιώσει μέσα στὸν χριστιανισμό, καὶ θὰ μεταμορφωθῆ σὲ εὐχὴ: «αἰωνία ἡ μνήμη».

Στὰ νεκρόδειπνα τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδας, ἡ μουσικὴ ἀποτελοῦσε ἀναπόσπαστο στοιχεῖο τῆς τελετουργικῆς μετάβασης ἀπὸ τὸν ὀξὺ θρῆνο στὴν ἤρεμη, συλλογικὴ ἀνάμνησι τοῦ νεκροῦ. Ἡ ὁμηρικὴ παράδοσι δείχνει καθαρὰ ὅτι ὁ θρῆνος, ὡς μουσικὸς λόγος, συνοδεύει τὸ πέρασμα ἀπὸ τὴν ταφὴ στὴν συγκέντρωσι τῶν συγγενῶν – «ἔνθα γόοι καὶ στεναγμοὶ» (Ιλ. Ω' 720) καὶ «ἡ δὲ θεὰ ἔντυε θρῆνον» (Οδ. δ 718). Στὶς σκηνὲς συμποσίου ὅπου τιμᾶται ἡ μνήμη τῶν πεσόντων, ὁ ἦχος τῆς λύρας δημιουργεῖ τὸν ἀναγκαῖο κατευνασμὸ στὴν κοινότητα («ἄειδε… τὰ κλέα ἀνδρῶν», Οδ. α' 150–155). Αὐτὸ τὸ μοτίβο συνεχίζεται κατὰ τὸ περίδειπνο (νεκρόδειπνο), ὅπου ἡ παρουσία αὐλητὴ ἢ ἡ ἀπαγγελία θρηνητικοῦ μέλους λειτουργοῦσαν ὡς τελετουργικὴ «ἐπαναρρύθμισι» τῆς κοινότητας.

Αὐτὰ τὰ ἔθιμα βασίζονταν στὴν πίστι ὅτι ὁ νεκρὸς διατηρεῖ συνείδησι καὶ λαμβάνει χαρὰ ἀπὸ τὴν ἐπίσκεψι καὶ τὴν θυσία ποὺ τελεῖ ὁ οἰκεῖος ζωντανός. Ὁ Πίνδαρος, γιὰ παράδειγμα, γράφει (Νεμεόνικος, VII, 20–22): «Οὐκ ἐν ἀφνεῇ γαῖα πᾶς ὁ θανὼν κατακρύπτεται· ὁ δ’ ἀγαθὸς ζῆ καὶ μετὰ θάνατον ἀοιδῇ τε καὶ μνήμη.» (Ὁ ἀγαθὸς δὲν σκεπάζεται στὴ γῆ· ζῆ μὲ τὸ τραγούδι καὶ τὴν μνήμη.) Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἡ μνήμη καὶ τὸ τραγούδι ἦταν μέσα ἐπιβίωσης τῆς ψυχῆς.

Τὴν βαθύτερη λειτουργία μάλιστα, αὐτῆς τῆς μουσικότητας τὴν φωτίζει ὁ Πλάτων, ποὺ ἀποδίδει στὸ μέλος δύναμι ὡς «ἦθος κοσμοῦν» καὶ ἱκανὸ νὰ ὁδηγεῖ τὴν ψυχὴ ἀπὸ τὴν ταραχὴ σὲ ἐναρμόνισι (Νόμοι II, 665α [9]), στοιχεῖο πολύτιμο σὲ μιὰ στιγμὴ ὁριακὴ, ὅπως τὸ μετα -ταφικό δεῖπνο. Παράλληλα, οἱ προαναφερθεῖσες «Ὀρφικὲς πινακίδες» ὑποδηλώνουν ὅτι ἡ ψυχὴ πορεύεται σὲ ἕναν «ρυθμισμένο» μεταθανάτιο δρόμο. Ἡ ἴδια ἡ ἐπίκλησι «ἔριφθ’ εἰς γῆν καὶ οὐρανὸν» καὶ ἡ φράσι «ἔσθ’ ὁδὸς» (π.χ. Θούριοι Α΄–Γ΄) ὑπογραμμίζουν τὴν συμβολὴ τοῦ λόγου καὶ τοῦ ρυθμοῦ του στὴν μετάβασι της. Ἡ εἰκονογραφία, τέλος, ἐνισχύει τὴν ἴδια εἰκόνα: ἀττικὲς λήκυθοι τοῦ 5ου αἱ. π.Χ. παρουσιάζουν αὐλητὲς ἢ λυριστές σὲ ταφικὲς σκηνὲς καταδεικνύοντας ὅτι ὁ ἦχος συνοδεύει τὴν τελετὴ καὶ ὡς συμβολικὴ «φωνὴ» τοῦ νεκροῦ. Ἔτσι, στὰ νεκρόδειπνα ἡ μουσικὴ λειτουργεῖ ὡς ἤρεμη ψυχοπομπική γέφυρα: ἐπιτρέπει τὴν ἀξιοπρεπῆ μετάβασι τῆς ψυχῆς καὶ ταυτόχρονα: ἐπαναφέρει τὴν κοινότητα στὴ ρυθμισμένη συνοχὴ τοῦ βίου.

Στὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ θρησκευτικὴ ζωή, ἡ μουσικὴ εἶχε καθαρτήριο καὶ μεσολαβητικὸ χαρακτῆρα. Ὁ αὐλὸς καὶ ἡ λύρα συνοδεύουν τὶς τελετὲς καθόδου καὶ ἀνάκλησης τῶν ψυχῶν, ὅπως μαρτυροῦν τὰ Ἐλευσίνια Μυστήρια καὶ οἱ ἐπιτάφιοι ὕμνοι. Ὁ Πλάτων στοὺς Νόμους (800d) ἀναφερόμενος στὸν τρόπο τιμητικῶν προσφορῶν στοὺς βωμοὺς τῶν νεκρῶν, προτείνει νὰ θεσπιστοῦν καὶ ὠδὲς ποὺ θὰ «διεγείρουν τόσο μὲ λόγια ὅσο καὶ μὲ ρυθμοὺς καὶ μὲ γοερὲς μελωδίες (μοιρολόγια) τὶς ψυχὲς ἐκείνων (τῶν νεκρῶν) ποὺ τοὺς ἀκοῦν, καὶ αὐτὸς ὁ ὁποῖος τυχὸν θὰ κάνει ἀμέσως, περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλον, τὴν πόλι νὰ δακρύσει (γιὰ χάρι τῶν νεκρῶν), αὐτὸς νὰ παίρνει καὶ βραβεῖο νίκης. Προτείνει μάλιστα νὰ μισθώνονται χοροὶ τραγουδιστῶν καὶ ἀπὸ ἄλλη πόλι προκειμένου νὰ τυγχάνουν μελωδικῆς προπομπῆς οἱ ἄνθρωποι ποὺ πεθαίνουν…. και μάλιστα αὐτὸ θὰ ἦταν ταιριαστὸ χωρὶς ἄλλο ὡς στόλισμα στὶς ἐπικήδειες ὠδὲς καὶ ὄχι στεφάνια οὔτε ἐπίχρυσες διακοσμήσεις, (Πλάτωνος Νόμοι, Ζ΄800d,e) Ἐδῶ βρίσκεται ἡ ρίζα τοῦ σημερινοῦ τραγουδιοῦ στὸ Γηρομέρι: δὲν εἶναι θρῆνος, ἀλλὰ «εὔρυθμη φωνὴ μνήμης καὶ φιλίας» πρὸς τὸν νεκρό. Ἡ μελωδία λειτουργεῖ ὡς «πρᾶξι τιμῆς, ἀγάπης καὶ εἰρήνης», ἀνάμεσα στὴ ζωὴ καὶ στὸν θάνατο.

giromeri 3Μὲ τὸν ἐρχομὸ τοῦ χριστιανισμοῦ, ἡ στάσι ἀπέναντι στὸν θάνατο μεταβάλλεται: ὁ θάνατος δὲν εἶναι τελικός, ἀλλὰ πέρασμα πρὸς τὴν αἰώνια ζωή. Ὡστόσο, ἡ Ἐκκλησία τῶν πρώτων αἰώνων ἀντιμετώπισε μὲ ἐπιφυλακτικότητα τὰ λαϊκὰ περίδειπνα καὶ τὰ ἄσματα ἐπὶ τάφων, θεωρώντας τὰ εἰδωλολατρικὰ κατάλοιπα. Οἱ τοπικὲς σύνοδοι καὶ Πατέρες, ὅπως ὁ Ἰωάννης Χρυσόστομος καὶ ὁ Βασίλειος ὁ Μέγας, ἀπαγόρευσαν τὶς «χορεῖες καὶ τὰ γλέντια» στοὺς τάφους [10]. Παρὰ ταῦτα, ὁ λαὸς συνέχισε τὶς πρακτικὲς αὐτές, ποὺ σταδιακὰ ἐκχριστιανίσθηκαν: τὸ κοινὸ γεῦμα ἔγινε μνημόσυνο, (τριήμερο, ἐννιάμερα, σαρανταήμερο, ἐτήσιο) ἡ οἰνοχυσία εὐχὴ «ὑπὲρ ἀναπαύσεως», καὶ ἡ μνήμη τῶν νεκρῶν «προσδοκία Ἀναστάσεως».

Ἐπιπλέον στὸ Βυζάντιο, τὸ ἔθος τοῦ «τραπεζιοῦ ὑπὲρ τῶν νεκρῶν» ἐπιβιώνει μὲ νέα μορφὴ: οἱ πιστοὶ συγκεντρώνονται στὰ μνήματα τὰ Σάββατα τῶν Ψυχῶν ἢ μετὰ τὸ Πάσχα, φέρνοντας κόλλυβα, κρασὶ καὶ θυμίαμα. Ὁ Κωνσταντῖνος Πορφυρογέννητος μαρτυρεῖ ὅτι ἀκόμη καὶ στὶς βασιλικὲς αὐλὲς τελοῦνταν δεῖπνα ὑπὲρ τῶν ἀποθανόντων. Ἡ Ἐκκλησία ἀνέχθηκε αὐτὲς τὶς ἐκδηλώσεις, διότι διαπίστωσε ὅτι ἐκφράζουν τὴν μνήμη ὡς ἐλπίδα, ὄχι ὡς μαγεία. Ἔτσι, τὸ παλαιὸ «περίδειπνον» δὲν ἐξαλείφθηκε, ἀλλὰ μεταπλάστηκε σὲ θεολογικὸ γεγονὸς: ὁ ἄνθρωπος θυμᾶται τὸν νεκρὸ του, ὅπως ὁ Θεὸς θυμᾶται τὸν ἄνθρωπο.

Ἡ ἐθιμικὴ πρᾶξι τοῦ Γηρομερίου εἶναι ἡ τελευταία μορφὴ αὐτῆς τῆς ἀδιάκοπης συνέχειας. Ἐδῶ, ἡ μουσικὴ ἀντικαθιστᾶ τὸν ψαλμό, χωρὶς νὰ τὸν ἀναιρεῖ· τὸ τραγούδι γίνεται προσευχή, τὸ κλαρῖνο ἱερὸ ὄργανο, καὶ ἡ πλατεῖα προέκτασι τοῦ ναοῦ. Ἡ κοινότητα βιώνει τὴ θεολογία τῆς Ἀνάστασης ὄχι μέσα στὸ ἄδυτο, ἀλλὰ μέσα στὴν φύσι καὶ στὸ φῶς τοῦ τόπου της. Ὁ θάνατος δὲν ἀπωθεῖται, ἀλλὰ ἐνσωματώνεται στὴν χαρὰ τῆς ζωῆς, όπου ὁ νεκρὸς, στὴν λαϊκή πίστι, μετέχει ὡς πρόσωπο, ὄχι ὡς σκιά. Πρόκειται, οὐσιαστικά, γιὰ ἕνα λαϊκὸ Πάσχα τῶν ψυχῶν.

Ἡ ἠπειρώτικη μουσική, μὲ τὰ πεντάτονά της καὶ τὰ ἀργὰ μελισματικά μέλη, διασώζει τὸ πνεῦμα τῶν ἀρχαίων ἐπιτάφιων μελῶν καὶ τῶν ὀρφικῶν θρήνων. Τὸ «ἀνακάλεμα» τῶν νεκρῶν - ἡ πρόσκλησι τοῦ νεκροῦ νὰ συμμετάσχει ἔστω γιὰ λίγο στὴν κοινὴ χαρὰ - ἀπηχεῖ τὴν ἀρχαία πρακτικὴ ἐπίκλησης τῆς ψυχῆς. Στὰ δημοτικὰ τραγούδια τοῦ Ἄδη, ὁ ζωντανὸς καλεῖ τὸν νεκρὸ νὰ ξαναμιλήσει, νὰ ξαναχορέψει. Στὸ Γηρομέρι ὁ ζωντανὸς καλεῖ τὸν νεκρὸ νὰ ξανακούσει τὴν μουσικὴ του, συνδέοντας την Ανάστασι με τον ήχο του τραγουδιού, διότι εκεί βλέπει την πιο απτή μορφή της ζωής. Σὰν τὸ ἆσμα νὰ παρηγορεῖ διότι δὲν ἀφήνει τὸν θάνατο ἄφωνο στὴν σιωπὴ τῆς ἥττας του, τοῦ δίνει φωνὴ ἀναστάσιμης νίκης προσδοκώντας τὰ μέλλοντα. Εἶναι τὸ ἴδιο πνεῦμα, ἡ ἴδια ψυχὴ ποὺ διαπερνᾶ αἰῶνες: ἡ ἑλληνικὴ πεποίθησι δηλ. ὅτι ἡ μνήμη ἔχει δύναμι (ἀνά)δημιουργίας.

giromeri-4.jpgἊν ἡ ἐπίσημη θεολογία τῆς Ἐκκλησίας ἑστιάζει στὴν ἀτομικὴ σωτηρία, ἡ λαϊκὴ πίστι τοῦ Γηρομερίου ἐκφράζει τὴν σωτηρία τῆς κοινότητας. Ὅλοι - ζῶντες καὶ τεθνεώτες- ἀνήκουν στὸν ἴδιο κύκλο, στὸ ἴδιο «σῶμα» Χριστοῦ. Ἡ κοινὴ τράπεζα, εἴτε στὸ νεκροταφεῖο εἴτε στὴν πλατεῖα, εἶναι εἰκόνα τῆς Ἐκκλησίας: δὲν ὑπάρχει διαχωρισμὸς μεταξὺ κόσμου καὶ μετα-κόσμου. Ἡ Ἀνάστασι δὲν βιώνεται μόνο ὡς δόγμα, ἀλλὰ ὡς πρᾶξι κοινωνίας, ὡς ἐμπειρία συμμετοχῆς στὴν αἰώνια ζωὴ ποὺ ἤδη ἀρχίζει μέσα στὸ παρόν.

Ἡ βαθύτερη σημασία τοῦ ἐθίμου δὲν εἶναι ἡ νοσταλγία, ἀλλὰ ἡ ὀντολογία τῆς μνήμης: νὰ θυμᾶσαι σημαίνει νὰ συν-υπάρχεις. Ὅπως ἡ ὀρφικὴ ψυχὴ πίνει ἀπὸ τὴν Μνημοσύνη γιὰ νὰ σωθῆ, ἔτσι καὶ ἡ κοινότητα τοῦ Γηρομερίου «πίνει» ἀπὸ τὴ μουσικὴ τῆς μνήμης, γιὰ νὰ διατηρήσει τὸ πρόσωπο τοῦ ἄλλου. Τὸ τραγούδι γίνεται ὁ τρόπος νὰ νικήσει ἡ λήθη, νὰ μεταμορφωθῆ ἡ θλῖψι σὲ εὐχαριστία, καὶ ἡ ἀπώλεια σὲ παρουσία. Εἶναι ἡ ἴδια λογικὴ ποὺ διαπνέει τὸ ὀρθόδοξο μνημόσυνο: «ν μνήμ Θεο ζ νθρωπος». 

Τὸ ἔθιμο τοῦ Γηρομερίου ἀποκαλύπτει, μέσα ἀπὸ τὴν μουσικὴ γλῶσσα του, μία ἀδιάκοπη ἑλληνικὴ πορεία κατανόησης τοῦ θανάτου: ἀπὸ τὸ ἀρχαῖο περίδειπνο, στὸ βυζαντινὸ μνημόσυνο, καὶ ἀπὸ τὸ μοιρολόι στὸ πασχαλινὸ τραγούδι. Ἡ ζωὴ καὶ ὁ θάνατος δὲν διαχωρίζονται· συναντῶνται στὸ τραγούδι, στὸ γλέντι, στὴν μνήμη. Ὁ λαός, χωρὶς νὰ τὸ γνωρίζει ἴσως, συνεχίζει μιὰ θεολογία ποὺ εἶναι ταυτόχρονα ὀρφική, χριστιανικὴ καὶ ἑλληνικὴ: ὅτι ὁ θάνατος δὲν εἶναι τὸ τέλος, ἀλλὰ ἡ αεί προσμένουσα σιωπὴ του γίνεται τὴν Ἀνάστασι μελωδία. Καὶ ἡ μελωδία αὐτὴ εἶναι ἡ φωνὴ τῆς κοινότητας, ἡ φωνὴ τῆς ζωῆς ποὺ ἀνασταίνεται μέσα ἀπὸ τὴν μνήμη τῶν ἀγαπημένων της.

Σημειώσεις:

[1] Εἶναι γνωστὴ ἡ κατ’ εὐφημισμὸ φράσι ὅτι ὁ νεκρὸς «ἐκοιμήθη»

[2] Τὸ "ἀνακάλεμα" στὸ δημοτικὸ τραγούδι εἶναι ἕνας θρῆνος πάνω ἀπὸ τὸν τάφο ἑνὸς νεκροῦ, ὅπου οἱ ζωντανοὶ τὸν καλοῦν μὲ τὸ ὄνομα του γιὰ νὰ σηκωθῆ καὶ νὰ τοὺς βοηθήσει σὲ μιὰ δύσκολη κατάστασι. Εἶναι ἡ πρᾶξι, τοῦ νὰ "ξανακαλοῦν" τὸν νεκρὸ ἀπὸ τὸν τάφο γιὰ νὰ συνδράμει τοὺς ζωντανούς. Εἶναι γνωστὸ τὸ "ἀνακάλεμα" ἀπὸ τὴν παραλογὴ «τοῦ νεκροῦ ἀδελφοῦ» ὅπου ἡ Μάννα «ἀνακαλεῖ» τὸν πεθαμένο γιὸ της, Κωνσταντῆ, νὰ «ἀναστηθῆ» καὶ νὰ ἐκπληρώσει τὸν ὅρκο του.

[3] Τὸ σπάσιμο τῆς σιωπῆς τοῦ Ἄδη μὲ θορύβους καθισμάτων καὶ βαρελότων μὲ ἔντονο κρότο εἶναι συμβολικὴ ἀναπαράστασι τοῦ «σχίσματος τοῦ καταπετάσματος»: τὸ φράγμα ἀνάμεσα στὸν Θεὸ καὶ τὴν ἀνθρωπότητα (Ἑβραίους ἐπιστολὴ (9:1-9), τοῦ «σπασίματος τῶν θυρῶν τοῦ Ἄδη», καὶ τῆς κατάργησης τῆς ἐξουσίας τοῦ θανάτου. Ἡ Ἀνάστασι εἶναι τὸ «κοσμογονικὸ γεγονός», τὸ ὁποῖο στὴν ὑμνογραφία ἐκφράζεται ὡς: σεισμός, «Σεισμὸς γὰρ μέγας ἐγένετο, ὁ γὰρ Ἄγγελος Κυρίου κατέβη…» (Ὠδὴ Θ΄) «Συνεσείσθησαν (σείστηκαν, κλονίστηκαν) αἱ ἅδου πύλαι…» Πασχάλιος Κανὼν (Ὠδὴ Ζ΄), ἄνοιγμα, διάρρηξι, «Συνέτριψας δυνάμεις Ἅδου, Χριστέ· καὶ πύλας χαλκᾶς συνέκοψας.» (Ἀναστάσιμος ὕμνος) «Ἔσπασε τὰ δεσμά, συνέτριψε τὰς πύλας τοῦ θανάτου.» (Ἐγκώμια Μεγ. Σαββάτου), φῶς ποὺ εἰσβάλλει στὸ σκοτάδι. «Φωτί λάμψας ἀρίστῳ· τάφον ἐν σκότει καταλιπὼν.» Ὅλα εἶναι ἕνας λαϊκὸς τρόπος ἔκφρασης ὅπου ὁ δυνατὸς ἦχος, πέρασε στὴν λαϊκὴ πίστι, ὡς τὸ ἀναπάντεχο ἄγγελμα νίκης. Στὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ καὶ χριστιανικὴ παράδοσι, ἤδη ἡ νίκη, καὶ τοῦ αὐτοκράτορα ἀκόμη, συνοδευόταν ἀπὸ ἤχους: σάλπιγγες, τύμπανα καὶ κρότους. Ἡ Ἀνάστασι πάντα ἑορτάζονταν ὡς "ἡ νίκη τῶν νικῶν". Ἔτσι, καὶ τὰ βαρελότα σήμερα λειτουργοῦν ὡς: λαϊκὴ σάλπιγγα νίκης, ἔκρηξι ἐνθουσιασμοῦ, ἑορταστικὴ κραυγή. Ὁ κρότος δέ, γενικὰ συνοδεύεται ἀπὸ λάμψι, θέλοντας νὰ συμβολίσει τὸν αἰφνιδιασμὸ τῆς Ἀνάστασης, τὸ «ξαφνικὸ» φῶς Της ποὺ «οὐδεὶς προσέμενεν».

[4] Γιῶργος Κοντογιώργης, Οἱ ἀνθρωποκεντρικὲς σταθερὲς τοῦ Δημοτικοῦ Τραγουδιοῦ, σελ.1, cosmosysteme.com/οι-ανθρωποκεντρικές-σταθερές-του-δημ.τραγ.

[5] .«Ἀγαλλιᾶσθε, δίκαιοι, ἐν Κυρίῳ· τοῖς εὐθέσι πρέπει αἴνεσις. Ἐξομολογεῖσθε τῷ Κυρίῳ ἐν κινύρᾳ, (δεκάχορδο μουσικο ὄργανο) ἐν ψαλτηρίῳ δεκαχόρδῳ ψάλατε αὐτῷ. Ἄσατε αὐτῷ ἆσμα καινόν, καλῶς ψάλατε αὐτῷ ἐν ἀλαλαγμῷ.» (Ψαλμὸς 32 (33): 1-3,

[6] Σύμφωνα βέβαια μὲ τὸ site: ellinismos.gr/istoria-ellinismoy/topikes-istories/giromeri-thesprotias :Τὸ συγκεκριμένο ταφικὸ ἔθιμο «ποὺ ἔχει τὶς ρίζες του στὴν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας ξεκινᾶ μὲ τοὺς κατοίκους τοῦ χωριοῦ νὰ μεταβαίνουν μαζὶ μὲ μουσικοὺς στὸ νεκροταφεῖο ὅπου τραγουδοῦν ὅλοι μαζὶ στὴ μνήμη τῶν νεκρῶν τους. Ἡ ζυγιά, δηλαδὴ ἡ ὀρχήστρα, προχωρεῖ ἀπὸ τάφο σὲ τάφο καὶ οἱ συγγενεῖς τραγουδοῦν τὸ ἀγαπημένο ἠπειρώτικο τοῦ προσφιλοῦς προσώπου τους». Στὴν ΠΑΝΗΠΕΙΡΩΤΙΚΗ Μάιος 2020, Αρ. φύλλου 5, διαβάζουμε ὅτι «Τὸ μοναδικὸ σ’ ὅλη τὴν ἐπικράτεια αὐτὸ ἔθιμο ἔχει τὶς ρίζες τοῦ στὶς ἀρχὲς τοῦ 18ου αἰῶνα, κατὰ τὰ χρόνια τῆς Τουρκοκρατίας. Ὅταν πέθανε μιὰ ἡλικιωμένη γυναῖκα ἡ ὁποία εἶχε βοηθήσει πολὺ τοὺς χωριανοὺς της, προκειμένου νὰ τὴν τιμήσουν ἔκαναν τὸν θάνατο της πανηγύρι. Οὐσιαστικὰ ἦταν μέσον ἐμψύχωσης τῶν ραγιάδων.

[7] Γιὰ τὰ Περίδειπνα μεταξὺ τῶν ἄλλων ἀναφέρονται καὶ στοὺς: ΛΟΥΚΙΑΝΟΣ, Περὶ πένθους, 24, Ἐπὶ πᾶσι τούτοις τὸ περίδειπνον, καὶ πάρεισιν οἱ προσήκοντες καὶ τοὺς γονέας παραμυθοῦνται τοῦ τετελευτηκότος καὶ πείθουσι γεύσασθαι, οὐκ ἀηδῶς μὰ Δία οὐδ᾽ αὐτοὺς ἀναγκαζομένους, ἀλλὰ ἤδη ὑπὸ λιμοῦ τριῶν ἑξῆς ἡμερῶν ἀπηυδηκότας.., μετάφρασι: Δ. Χρηστίδης, Λουκιανός. Σάτιρα θανάτου καὶ κάτω κόσμου. Εἰσαγωγή, Σχόλια, Θες/κη, εκδ. Ζήτρος 2002.https://www.greek-language.gr/ Πολυδεύκης, Ὀνομαστικὸν 3.43–44: Καταγράφει νεκρικὲς τελετὲς καὶ ἀναφέρει εἰδικὰ τὰ τραπέζια πρὸς τιμὴν τῶν νεκρῶν. Τὸ Λεξικὸν τῆς Σούδας καὶ τὸ Ἐτυμολογικὸν Μέγα: τὸ πρῶτο παραπέμπει στὸν Ησύχιο καὶ τὸ δεύτερον παρέχει τὴν ἐτυμολογία (περὶ + δεῖπνον, γύρω ἀπὸ τὴν ἑστίασιν)/ Ἡσύχιος Α΄ "περίδειπνα: τὰ τοῖς νεκροῖς προσφερόμενα δεῖπνα./Μένανδρος ἀπ'. 270 Κ.-A, Ἀνάξιππος ἀπ'. 1.41-2 Κ.-A., Ἰδὲ καὶ ΕΛΕΝΗ ΜΑΝΑΚΙΔΟΥ, ΦΛΩΡΑ ΜΑΝΑΚΙΔΟΥ, Ἐν οἴκῳ καὶ ἐν δήμῳ. Ὄψεις τοῦ ἰδιωτικοῦ καὶ τοῦ δημόσιου βίου μέσα ἀπὸ γραμματειακὲς καὶ εἰκονογραφικὲς μαρτυρίες στὴν ἀρχαϊκὴ καὶ κλασική ἐποχή, ΣΕΑΒ, 2015.σελ. 47, 154-155

[8] Οἱ Ὀρφικὲς Χρυσὲς Πινακίδες (Orphic Gold Tablets) — κυρίως ἀπὸ τὴ Νότια Ἰταλία καὶ τὴν Θεσσαλία), ἀποτελοῦν μοναδικὸ σῶμα κειμένων, ὅπου ἡ μεταθανάτια μοῖρα τῆς ψυχῆς περιγράφεται μὲ ἀκρίβεια τελετουργικὴ καὶ ποιητική. Στὸν πυρῆνα τῆς διδασκαλίας τους βρίσκεται ἡ διάκρισι δύο πηγῶν —τῆς Λήθης καὶ τῆς Μνημοσύνης— οἱ ὁποῖες δὲν λειτουργοῦν ὡς φυσικὰ σημεῖα, ἀλλὰ ὡς συμβολικὲς πύλες ὀντολογικῆς κατεύθυνσης. Ἡ ψυχή, κατὰ τὴν ὀρφικὴ διδασκαλία, βρίσκεται ἐνώπιον κρίσιμης ἐπιλογῆς: εἴτε νὰ παραδοθῆ στὴν Λήθη καὶ νὰ ἐπιστρέψει στὸν κύκλο τῆς γήινης περιπλάνησης, εἴτε νὰ προσφύγει στὴν Μνήμη καὶ νὰ ἀνακτήσει τὴν θεϊκὴ της καταγωγή. Ἡ ἐπιλογὴ αὐτὴ καθορίζει ὄχι μόνο τὴν εσχατολογική μοῖρα, ἀλλὰ καὶ τὸ βαθύτερο ἀνθρωπολογικὸ νόημα τῆς ὕπαρξης. The Orphic' Gold Tablets and Greek Religion, https://books.google.gr/books.

[9] Νόμοι II, 665: «..ἡ δὲ ἀνθρώπου φύσις ἔχοι μόνη τοῦτο• τῇ δὴ τῆς κινήσεως τάξει ρυθμὸς ὄνομα εἴη, τῇ δὲ αὖ τῆς φωνῆς, τοῦ τε ὀξέος ἅμα καὶ βαρέος συγκεραννυμένων, ἁρμονία ὄνομα προσαγορεύοιτο, χορεία δὲ τὸ συναμφότερον κληθείη. Μετφ. «… ἡ ἀνθρώπινη φύσι θὰ κατεῖχε τοῦτο. ὅτι τὸ ὄνομα, ἐξ ἄλλου, γιὰ τὴν τάξι τῆς κίνησης θὰ ἦταν ρυθμὸς καὶ προκειμένου πάλι γιὰ ἐκείνης τῆς φωνῆς, ὅπου βρίσκονται ἀναμεμειγμένοι ὁ ὀξὺς καὶ ὁ βαρὺς τόνος, θὰ ἀποδιδόταν τὸ ὄνομα ἁρμονία...»

[10] ἱερὸς Χρυσόστομος, ἐπειδὴ εἶχε παρατηρήσει στὰ «περίδειπνα», ἀκραία φαινόμενα εἰδωλολατρικῶν καταλοίπων: θρήνων καὶ θλίψεων μὲ μέθη, ὑπερβολὲς σὲ θορυβώδεις συμπεριφορὲς καὶ ἀναίτιες σπατάλες ποὺ ξεπερνοῦσαν τὰ εὐπρεπῆ καὶ εὐσεβῆ ὅρια, στοὺς λόγους του «Εἰς τοὺς κοιμηθέντας» «Εἰς τοὺς ἐν πίστει τελειωθέντας», τὰ ἐπικρίνει καὶ καλεῖ τοὺς πιστοὺς νὰ ἀλλάξουν τὸν τρόπο τέλεσης τοῦ νεκρικοῦ γεύματος. Ὑποστήριζε ὅτι τὰ χρήματα ποὺ δαπανῶνται γιὰ ἄχρηστες πολυτέλειες καὶ ὑπερβολικὴ κατανάλωσι κρασιοῦ, πρέπει νὰ δίνονται στοὺς φτωχούς, ὡς πραγματικὴ προσφορὰ ὑπὲρ τοῦ νεκροῦ. Αὐτὴ ἡ πρᾶξι (τῆς ἐλεημοσύνης) ἦταν ἡ μόνη χριστιανικὴ «περίδειπνος», κατ’ αὐτόν, ποὺ εἶχε νόημα.: «Οὐ γὰρ μνήμη τοῦτο τῶν τετελευτηκότων, ἀλλὰ μέθη καὶ ἀσέλγεια...» (Δὲν εἶναι μνήμη τῶν τεθνεώτων αὐτό, ἀλλὰ μέθη καὶ ἀκολασία)./ Μέγας Βασίλειος, ἐπίσης ἀσχολήθηκε μὲ τὰ ταφικὰ ἔθιμα, τονίζοντας ὅτι ἡ χριστιανικὴ πρακτικὴ πρέπει νὰ διαφέρει ἀπὸ τὴν εἰδωλολατρική. Ἔτσι καταδικάζει τὴν θορυβώδη θλῖψι, ἑστιάζοντας κυρίως στὰ ὑπερβολικὰ μοιρολόγια καὶ τὶς θρηνωδίες, καταδικάζοντας ἐμμέσως κάθε ἐκδήλωσι ποὺ ξεφεύγει ἀπὸ τὸ χριστιανικὸ ἦθος, συμπεριλαμβανομένων τῶν θορυβωδῶν συγκεντρώσεων ποὺ συνόδευαν τὰ περίδειπνα. / Ἐπίσης, Σύνοδος τῆς Λαοδικείας (4ος αἱ.): Κανὼν 28, ἀπαγορεύει ρητὰ στοὺς χριστιανοὺς νὰ φέρνουν τροφὲς στοὺς χώρους τῶν μαρτυρίων (στοὺς τάφους) καὶ νὰ γευματίζουν ἐκεῖ: «Ὅτι οὐ δεῖ ἐν τοῖς μαρτυρίοις ἤτοι ἐν τοῖς κοιμητηρίοις γίνεσθαι δεῖπνα, οὐδὲ κατακλίνεσθαι (Δὲν ἐπιτρέπεται στὰ μαρτύρια, δηλαδὴ στὰ κοιμητήρια, νὰ γίνονται δεῖπνα, οὔτε νὰ κοιμοῦνται ἐκεῖ). Τὸ αὐτὸ καὶ Σύνοδος τῆς Καρθαγένης (397 μ.Χ.): Καὶ αὐτὴ ἡ Σύνοδος ἐπιβεβαίωσε τὴν ἀπαγόρευσι τῶν νεκρικῶν δείπνων στοὺς χώρους τῶν μαρτυρίων, καθὼς οἱ πρακτικὲς αὐτὲς θεωροῦνταν κατάλοιπα τῆς ειδωλολατρείας.

Σχετικὴ βιβλιογραφία

  1. Ἀποστόλου Γαρυφαλλόπουλου , Εἰκόνες τοῦ νεκροῦ στὶς ἀττικὲς λευκὲς ληκύθους «κυρίου» τύπου, Θεσσαλονίκη 2008
  2. Βάσω Γκόρου, Γηρομέρι Θεσπρωτίας: Ἐκεῖ ποὺ τὸ πένθος μετατρέπεται σὲ τραγούδι, ertnews.gr/oi-idiseon/ giromeri-thesprotias
  3. Γιῶργος Κοντογιώργης, Οἱ ἀνθρωποκεντρικὲς σταθερὲς τοῦ Δημοτικοῦ Τραγουδιοῦ, cosmosysteme.com/οι-ανθρωποκεντρικές-σταθερές-του-δημ.τραγ.
  4. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΤΟΥΚΗΣ, ΛΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΚΑΙ ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΑΓΙΟΥΣ ΣΤΗ ΒΟΙΩΤΙΑ, Κομοτηνή, Φεβρουάριος 2024
  5. ΕΛΕΝΗ ΜΑΝΑΚΙΔΟΥ, ΦΛΩΡΑ ΜΑΝΑΚΙΔΟΥ, Ἐν οἴκῳ καὶ ἐν δήμῳ. Ὄψεις τοῦ ἰδιωτικοῦ καὶ τοῦ δημόσιου βίου μέσα ἀπὸ γραμματειακὲς καὶ εἰκονογραφικὲς μαρτυρίες στὴν ἀρχαϊκὴ καὶ κλασική ἐποχή, ΣΕΑΒ, 2015
  6. Ἰωάννης Λυμπέρης, Μουσικὴ Λαογραφία καὶ Εθνομουσικολογία στὴν Ἑλλάδα: Λαογραφικές, Μουσικολογικὲς καὶ Ἀνθρωπολογικὲς διαστάσεις. Μία Ἱστορικὴ Ἐπισκόπηση γιὰ τὴ μελέτη τοῦ δημοτικοῦ τραγουδιοῦ, Ἀθήνα, Νοέμβριος 2019.
  7. Κώστας Ρωμαῖος, Κοντὰ στὶς Ρίζες (Τὸ «ανακάλεμα» τῶν νεκρῶν), εκδ. Ἑστίας, Ἀθήνα 1980
  8. Κώστας Ρωμαῖος, ΛΑΒΥΡΙΝΘΟΣ, ΤΟΜΟΣ ΠΡΩΤΟΣ, ΑΘΗΝΑ 1973-74
  9. Όλγα Χαραμή, Πάσχα στὸ Γηρομέρι Θεσπρωτίας, γιὰ μιὰ ἰδιότυπη πομπὴ στὸ νεκροταφεῖο μὲ κλαρῖνο, kathimerini.gr/k/travel/561820771/pascha-sto-giromeri-thesprotias 20.04.2022
  10. πατὴρ Ἠλίας Μάκος, ΘΕΣΠΡΩΤΙΑ: «Τρισάγια» μὲ κλαρῖνο στοὺς τάφους τῶν νεκρῶν τὴ Δευτέρα τοῦ Πάσχα! Τοῦ π. Ἠλία Μάκου. Τὸ ταφικὸ ἔθιμο στὸ Γηρομέρι Φιλιατών… www.ekklisiaonline.gr/ellada/thesprotia-trisagia,
  11. πατὴρ Ἠλίας Μάκος, Γηρομέρι Θεσπρωτίας: Γιορτάσι γιὰ τοὺς νεκροὺς μὲ κλαρῖνα καὶ τραγούδια στοὺς τάφους, https://www.ekklisiaonline.gr, 25 Ἀπριλίου 2022
  12. https://epirusgate.gr/thesprotia-to-idiaitero-tafiko-ethim,Θεσπρωτία: Τὸ ἰδιαίτερο ταφικὸ ἔθιμο στὸ Γηρομέρι Φιλιατών, τὴ Δευτέρα τοῦ Πάσχα, Μάιος 3, 2021
  13. https://www.epirus-tv-news.gr/2022/04/blog.Με κλαρῖνα στὸ νεκροταφεῖο Τὸ συγκινητικὸ ἔθιμο στὸ Γηρομέρι Θεσπρωτίας
  14. panepirotiki.com/images/Efimerida/PANHPEIROTIKH Μάιος 2020, Αρ. φύλλου 5, Τὸ ταφικὸ ἔθιμο στὸ Γηρομέρι Θεσπρωτίας
  15. https://periodikostep.gr/to-tafiko-ethimo-sto-giromeri-thesprotias, Τὸ ταφικὸ ἔθιμο στὸ Γηρομέρι Θεσπρωτίας (βίντεο +φωτό)
  16. The 'Orphic' Gold Tablets and Greek Religion, https://books.google.gr/books
  17. To Φωτογραφικὸ ὑλικὸ, ἀπὸ τὸ ἄρθρο τοῦ π. Ἠλία Μάκου, https://www>. ekklisiaonline.gr / ellada/ thesprotia-trisagia , καὶ ἀπὸ Epirus Tv News

 

Τοπολαλιά

 

Οι γειτονιές μας

ΒΡΥΤΖΑΧΑ web tv

Μουσεία και αρχαιολογικοί χώροι

dd

Μετεωρολογικός σταθμός Ζωτικού

Screenshot 2023 04 27 at 5.14.24 PM

Screenshot 2023 04 27 at 10.43.18 PM

Ellinomatheia1

Screenshot 2023 04 27 at 11.18.15 PM

Λογοτεχνία

Γιώργος Σεφέρης

Η φλογερή καρδιά του Ντάνκο

Κώστας Βάρναλης

Χὰνς Κρίστιαν Ἄντερσεν - Τὸ κοριτσάκι μὲ τὰ σπίρτα

Μηνολόγιο ή στο στημόνι του χρόνου

Η ιστορία του Ζωτικού

Η εξέλιξη του πληθυσμού του Ζωτικού από την απελευθέρωσή του από τους Τούρκους έως σήμερα

Μύθος και Λόγος - Μέρος 2.

ΖΩΤΙΚΟ (ΛΙΒΙΚΙΣΤΑ) ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ

Συμβόλαιο αγοροπωλησίας Ζωτικού

Έρευνες

Στα χρόνια που πέρασαν - Μέρος 3.

Στα χρόνια που πέρασαν - Μέρος 4

Ἡ Παναγία ἡ Λαμποβήτρα, ἢ Ἡ Παναγία ἡ «Ποιμαίνουσα!»

Το Μαντήλι στην λογοτεχνία - ΞΕΝΟΠΟΥΛΟΣ

Το Ζωτικό στην ιστορία

Το Ζωτικο στις τέχνες - Φρειδερίκη Παπαζήκου

Το Ζωτικο στις τέχνες - Φώτης Μότσης

Αφηγήσεις

Αφιερώματα

Περιηγήσεις

periigiseis

Γιορτές

giortes

Δημιουργίες

dimiourgies

Παρουσιάσεις

parousiaseis