Δημητρίου Μίχα, φιλολόγου
Ἡ 1η Ὀκτωβρίου, ἔχει καθιερωθῆ ἀπό τόν ΟΗΕ ὡς Διεθνής Ἡμέρα Ἡλικιωμένων, γιά νά ἀποτίσει τόν ὀφειλόμενο φόρο τιμῆς στούς ἡλικιωμένους, ἀλλά καί νά ἐπισημάνει τά προβλήματα, πού ἀντιμετωπίζουν. Μπορεῖ ὅμως νά ἑρμηνευθῆ πολύ βαθύτερα ἀπό μιά ἐπετειακή ἀναφορά στήν «τρίτη ἡλικία».
Ἡ ἀφιέρωσι μιᾶς διεθνοῦς ἡμέρας στούς ἡλικιωμένους ἀποκτᾶ οὐσιαστικό περιεχόμενο μόνο ὅταν ὑπερβῆ τήν συμβατική μορφή τῆς ἐπετειακῆς εὐαισθητοποίησης. Ἡ τρίτη ἡλικία[1] δέν εἶναι ἁπλῶς μιά κοινωνική κατηγορία πού χρειάζεται προστασία, οὔτε ἕνα τελευταῖο στάδιο τοῦ ἀνθρώπινου βίου πού χαρακτηρίζεται μόνο ἀπό ἀπώλειες, ἐξάρτησι ἤ σωματική φθορά. Εἶναι ἕνα προνομιακό πεδίο μέσα στό ὁποῖο φωτίζονται μέ ἰδιαίτερη ἔντασι θεμελιώδη ἐρωτήματα γιά τόν ἴδιο τόν ἄνθρωπο, ὅπως: τί εἶναι αὐτό πού θεμελιώνει τήν ἀξία του, πώς σχετίζεται μέ τόν χρόνο, τί σημαίνει νά ἔχει κανείς ζήσει, τί ρόλο παίζει ἡ μνήμη στήν συγκρότησι τῆς ταυτότητας καί μέ ποιόν τρόπο μιά κοινωνία ἀναγνωρίζει ἤ ἀποσύρει τήν ἀναγνώρισι της ἀπό ἐκείνους πού δέν βρίσκονται πλέον στό κέντρο τῆς παραγωγικῆς ζωῆς.
Τό γῆρας λειτουργεῖ, μέ αὐτή τήν ἔννοια, ὡς ἀνθρωπολογικός καθρέφτης. Μέσα σέ αὐτό διακρίνουμε εὐκρινέστεραἀλήθειες πού ἀφοροῦν ὅλες τίς ἡλικίες, ἀλλά πού στήν νεότητα συχνά παραμένουν καλυμμένες ἀπό τήν αἴσθησι τῆς δύναμης, τῆς αὐτάρκειας καί τοῦ ἀνοικτοῦ μέλλοντος. Ἡ ἀνθρώπινη ὕπαρξι εἶναι χρονική, πεπερασμένη, εὐάλωτη καί σχεσιακή. Τό σῶμα μεταβάλλεται, οἱ δυνατότητες ἀλλάζουν, ἡ αὐτονομία δέν εἶναι ποτέ ἀπόλυτη καί ἡ ζωή δέν διαθέτει ἀπεριόριστο ὁρίζοντα. Τό γῆρας δέν δημιουργεῖ αὐτές τίς συνθῆκες ἁπλῶς, τίς καθιστᾶ περισσότερο ὁρατές.
Ἡ ἐξέτασι τῶν ἀναγκῶν τῆς τρίτης ἡλικίας δέν πρέπει νά περιορίζεται στίς ὑλικές προϋποθέσεις τῆς ἐπιβίωσης. Μέ ἀφετηρία τήν γνωστή θεωρία τοῦ Ἀβραάμ Μάσλοου (Abraham Maslow, (1908–1970))[2], μποροῦμε νά διακρίνουμε φυσιολογικές ἀνάγκες, ἀνάγκες ἀσφάλειας, κοινωνικῆς ἔνταξης, αὐτοεκτίμησης καί ἀναγνώρισης.[3] Στή μεγάλη ἡλικία, ὅμως, ἡ σημασία τους γίνεται ἰδιαίτερα ἐμφανής: ὁ ἄνθρωπος δέν χρειάζεται μόνο τροφή, κατοικία, περίθαλψι καί προστασία, ἀλλά καί τήν αἴσθησι ὅτι ἐξακολουθεῖ νά ἀνήκει σέ ἕναν κόσμο σχέσεων, ὅτι ἡ παρουσία του ἔχει σημασία καί ὅτι ἡ γνώμη, ἡ ἐμπειρία καί ἡ προσωπική του ἱστορία δέν ἔχουν καταστῆ κοινωνικά περιττές. Ἡ φροντίδα τοῦ ἡλικιωμένου, ἑπομένως, δέν ὁλοκληρώνεται μέ τήν κάλυψι τῆς σωματικῆς τοῦ εὐαλωτότητας· προϋποθέτει συγχρόνως σεβασμό τῆς αὐτονομίας του, δυνατότητα συμμετοχῆς, διατήρησι τῆς αὐτοεκτίμησης καί, τελικά, ἀναγνώρισι του ὡς πλήρους ἀνθρώπινου προσώπου.
Ἔτσι, τό πρῶτο καί ἴσως βαθύτερο ἐρώτημα πού θέτει ἡ τρίτη ἡλικία ἀφορᾶ τήν ἀνθρώπινη ἀξιοπρέπεια. «Εἴμαστεἄξιοι σεβασμοῦ, τονίζουν, ἐπειδή εἴμαστε πρόσωπα καί ὄχι ἄν μποροῦμε νά παράγουμε, νά ἐργαζόμαστε, νά κινούμαστε γρήγορα, νά προσαρμοζόμαστε καί γενικῶς ἄν εἴμαστε κάπου χρήσιμοι. Ἡ καντιανή ἠθική προσφέρει ἐδῶ μιά θεμελιώδη ἀπάντησι: ὁ ἄνθρωπος δέν εἶναι ἁπλό μέσο ἀλλά σκοπός καθ’ ἑαυτόν[4]. Ἡ ἀξία του δέν ἐξαρτᾶται ἀπό τήν λειτουργικότητα του ἤ ἀπό τήν «κοινωνική του νόησι», τήν ἱκανότητα του δηλ. τῆς νοητικῆς ἀναπαράστασης τῶν σχέσεων μεταξύ τοῦ ἑαυτοῦ του καί τῶν ἄλλων ἀτόμων. Εἶναι ἕνας ὅρος τῆς κοινωνικῆς ψυχολογίας πού ἀναφέρεται στίς νοητικές διεργασίες μέσω τῶν ὁποίων ὁ ἄνθρωπος ἀντιλαμβάνεται, ἑρμηνεύει καί ἀξιολογεῖ τόν ἑαυτό του, τούς ἄλλους καί τίς κοινωνικές καταστάσεις[5].
Στήν περίπτωσι τῆς τρίτης ἡλικίας, ἡ κοινωνική νόησι ἀποκτᾶ ἰδιαίτερη ἠθική σημασία, καθώς ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο ἀντιλαμβανόμαστε τόν ἡλικιωμένο ἐπηρεάζει ἄμεσα καί τήν συμπεριφορά μας ἀπέναντι του. Ὅταν τό γῆρας συνδέεται στερεοτυπικά μόνο μέ ἀδυναμία, ἐξάρτησι, γνωστική ἔκπτωσι ἤ κοινωνική ἀχρηστία, ὁ ἡλικιωμένος κινδυνεύει νά ἀντιμετωπισθῆ ὄχι ὡς ὁλοκληρωμένο πρόσωπο ἀλλά ὡς φορέας τῶν χαρακτηριστικῶν πού τοῦ ἀποδίδει ἡ ἡλικιακή του κατηγορία. Ὁ σεβασμός πρός τά γηρατειά προϋποθέτει, ἑπομένως, ὑπέρβασι αὐτῶν τῶν στερεοτυπικῶν σχημάτων καί ἀναγνώρισι τοῦ ἡλικιωμένου ὡς μοναδικοῦ προσώπου, μέ ἰδιαίτερη βιογραφία, ἐμπειρία, ἐπιθυμίες, δικαίωμα αὐτονομίας καί ἰσότιμη ἀνθρώπινη ἀξιοπρέπεια.
Γι’ αὐτό ἡ μεγάλη ἡλικία γίνεται ἕνα εἶδος δοκιμασίας τῆς ἠθικῆς ὡριμότητας μιᾶς κοινωνίας. Εἶναι εὔκολο νά θαυμάζουμε τόν νέο, τόν ἰσχυρό, τόν δημιουργικό καί τόν ἐπιτυχημένο. Πολύ δυσκολώτερο εἶναι νά ἀναγνωρίζουμε πλήρη ἀνθρώπινη ἀξία σέ ἐκεῖνον πού ἀργεῖ, κουράζεται, χρειάζεται βοήθεια ἤ δέν μπορεῖ πλέον νά ἀνταποκριθῆ σωματικά ἤ πνευματικά καί κοινωνικά στούς ρυθμούς τῆς σύγχρονης ζωῆς.
Ἐάν ἡ ἀξιοπρέπεια ἐξαρτᾶται ἀπό τήν παραγωγικότητα, τότε παύει νά εἶναι ἀξιοπρέπεια καί μετατρέπεται σέ ἀνταμοιβή χρησιμότητας. Ἡ τρίτη ἡλικία μᾶς ὑποχρεώνει ἔτσι νά διακρίνουμε τό πρόσωπο ἀπό τήν λειτουργία του. Ὁ ἡλικιωμένος, φυσικά, δέν παύει νά ἔχει ἀξία ὅταν παύει νά ἐργάζεται, οὔτε ὅταν ἡ μνήμη του ἐξασθενεῖ (ἄνοια ἀλτσχάϊμερ), οὔτε ὅταν ἡ αὐτονομία του περιορίζεται. Ἀντίθετα, ἀκριβῶς τότε ἀποκαλύπτεται ἄν ἡ κοινωνική μας ἠθική στηρίζεται πραγματικά στήν ἔννοια τοῦ προσώπου ἤ ἄν κατά βάθος παραμένει δέσμια ἑνός οἰκονομιστικοῦ κριτηρίου χρησιμότητας.
Στό ἴδιο σημεῖο ἀναδύεται καί ἡ κοινωνική διάστασι τοῦ γήρατος. Οἱ σύγχρονες κοινωνίες ὀργανώνονται σέ μεγάλο βαθμό γύρω ἀπό τήν ταχύτητα, τήν ἀποτελεσματικότητα, τήν καινοτομία καί τήν διαρκῆ προσαρμογή. Τό γῆρας, μέσα σέ ἕνα τέτοιο σύστημα ἀξιῶν, ἐμφανίζεται εὔκολα ὡς ἀρνητικός καθρέφτης: ὡς βραδύτητα, ἀδυναμία, δυσκολία προσαρμογῆς, ἐξάρτησι. Ἐδῶ ἀκριβῶς γεννιέται σύμφωνα μέ τόν Ἀξελ Χόννεθ (AxelHonneth)[6] ὁ κίνδυνος τῆς κοινωνικῆς «ἀορατότητας».[7] Ὁ ἡλικιωμένος μπορεῖ νά εἶναι παρών καί ταυτόχρονα νά αἰσθάνεται ὅτι δέν ἀποτελεῖ πλέον ὑπολογίσιμο συνομιλητή τοῦ κοινωνικοῦ κόσμου. Γι’ αὐτό ἡ κοινωνική πολιτική γιά τούς ἡλικιωμένους δέν μπορεῖ νά ἐξαντλεῖται στήν περίθαλψι ἤ στήν οἰκονομική προστασία. Αὐτά εἶναι ἀπαραίτητα, ἀλλά δέν ἀρκοῦν. Χρειάζεται ὁ σεβασμός, ἡ ἀναγνώρισι. Ἡ θεωρία τοῦ Χόννεθ μᾶς βοηθᾶ νά κατανοήσουμε ὅτι ἡ κοινωνική ἀναγνώρισι εἶναι ὅρος τῆς ἴδιας τῆς ἀνθρώπινης αὐτοσχέσης. Νά ἀναγνωρίζεται ὁ ἡλικιωμένος σημαίνει νά ἐξακολουθεῖ νά ἔχει φωνή, κοινωνική παρουσία, δικαίωμα ἐπιλογῆς, δυνατότητα συμμετοχῆς καί δημόσια ὁρατότητα. Σημαίνει νά μή μιλοῦμε γι’ αὐτόν σάν νά εἶναι ἤδη ἀπών.
Ἐπίσης καί ἡ SimonedeBeauvoir[8] εἶχε ἐπισημάνει ὅτι τό γῆρας δέν εἶναι μόνο βιολογικό γεγονός ἀλλά καί κοινωνικά παραγόμενη κατάστασι. Δέν βιώνουμε μόνο τό σῶμα πού ἀλλάζει· βιώνουμε ἐπίσης τό βλέμμα τῶν ἄλλων πάνω σέ αὐτό τό σῶμα. Ὁ ἄνθρωπος «γίνεται» ἡλικιωμένος καί μέσα ἀπό τίς προσδοκίες, τίς στερεοτυπικές εἰκόνες καί τίς κοινωνικές κατηγοριοποιήσεις πού τόν περιβάλλουν. Ἔτσι, ἡ τρίτη ἡλικία μπορεῖ νά γίνει μιά νέα μορφή ἑτερότητας: ὁ ἡλικιωμένος ἀρχίζει νά ἀντιμετωπίζεται ὡς «ἄλλος», σάν νά μήν ἀνήκει πλέον πλήρως στόν κόσμο τῶν ἐνεργῶν, τῶν δημιουργικῶν ἐκείνων δηλαδή προσώπων πού θεωροῦνται ἀκόμη φορεῖς τοῦ... μέλλοντος.
Τό γῆρας, ὡστόσο, δέν εἶναι μόνο κοινωνικό φαινόμενο. Εἶναι καί βαθιά φιλοσοφική ἐμπειρία τοῦ χρόνου. Στήν νεότητα ὁ ἄνθρωπος βιώνει κυρίως τήν ζωή ὡς δυνατότητα. Τό μέλλον του εἶναι ἀνοικτό, οἱ ἐπιλογές πολλές, ὁ χρόνος φαίνεται πλούσιος. Τό ἐρώτημά του εἶναι κυρίως «τί θά γίνω;». Στήν μεγάλη ἡλικία τό ἐρώτημα μετατοπίζεται. Χωρίς τό μέλλον νά ἐξαφανίζεται, ὁ ἄνθρωπος ἀρχίζει περισσότερο νά στρέφεται ἀναδρομικά πρός τόν βίο του καί νά ἀναρωτιέται: “Τί ὑπῆρξε τελικά ἡ ζωή μου; Πῶς ἔζησα καί ποιό νόημα ἀπέκτησε ὅ,τι ἔζησα;”»[9]
Ἡ μετάβασι αὐτή ἔχει μεγάλη φιλοσοφική σημασία. Ἡ ζωή παύει νά βιώνεται μόνο ὡς σχέδιο καί ἀρχίζει νά βιώνεται ὡς ἀφήγησι. Ὁ ἄνθρωπος ἀνατρέχει σέ γεγονότα, σχέσεις, ἐπιτυχίες, ἀποτυχίες, ἀπώλειες καί ἀποφάσεις καί ἐπιχειρεῖ νά τά συνδέσει σέ ἕνα ἑνιαῖο νόημα. Ἐδῶ ἡ φιλοσοφία τοῦ Πώλ Ρικέρ (PaulRicoeur, 1913-2005)[10] προσφέρει μιά ἰδιαίτερα γόνιμη ὀπτική. Ἡ ταυτότητα δέν εἶναι στατική οὐσία, συγκροτεῖται ἀφηγηματικά. Κατά τό γῆρας, ὁ ἄνθρωπος κατανοεῖ τόν ἑαυτό του μέσα ἀπό μιά ἰδιαίτερη βιωμένη αἴσθησι προσωπικῆς συνέχειας, «αὐτοσυναισθήματος»[11], ἀπό τίς ὀργανωμένες ἀντιλήψεις του γιά τήν χρονική διαδρομή του καί ἀπό τήν ἱστορία πού μπορεῖ νά ἀφηγηθῆ γιά τή ζωή του.»
Στήν προβεβηκυῖα ἡλικία αὐτή ἡ ἀφηγηματική διάστασι γίνεται ἐντονώτερη. Ἕνα γεγονός πού κάποτε ἔμοιαζε καταστροφή μπορεῖ ἐκ τῶν ὑστέρων νά ἀποκτήσει ἄλλο νόημα. Μιά ἐπιτυχία μπορεῖ νά φανῆ μικρότερη ἀπ’ ὅσο θεωρήθηκε τότε. Ἕνας ἄνθρωπος πού θεωροῦνταν τό πάλαι «αὐτονόητος», μπορεῖ, μετά τήν ἀπώλεια του, νά ἀποκαλυφθῆ ὡς ἐκκεντρικός. Ἡ μεγάλη ἡλικία προσφέρει ἔτσι, χωρίς νά τήν ἐγγυᾶται, τήν δυνατότητα μιᾶς δεύτερης ἀνάγνωσης τῆς ζωῆς.
Σέ αὐτό ἀκριβῶς τό σημεῖο συναντοῦμε καί τήν σκέψι τοῦ Ἔρικ Ἔρικσον (ErikErikson, 1902- 1994)[12] γιά τήν ἀκεραιότητα τοῦ ἐγώ καί τήν ἀπόγνωσι. Ἡ ὥριμη ἀνακεφαλαίωσι τοῦ βίου δέν σημαίνει ὅτι ὁ ἄνθρωπος θεωρεῖ τήν ζωή του ἄψογη. Σημαίνει ὅτι μπορεῖ νά τήν ἀποδεχθῆ ὡς τήν δική του, μοναδική καί ἀνεπανάληπτη διαδρομή, πού σφράγισε καί τήν ταυτότητα του[13]. Μπορεῖ νά ἀναγνωρίσει λάθη χωρίς νά ἀκυρώνει ὁλόκληρο τόν ἑαυτό του, νά δεχθῆ τό μή ἀναστρέψιμο χωρίς νά βυθίζεται ὁλοκληρωτικά στήν ἀπελπισία. Ἡ ὡριμότητα τῆς μεγάλης ἡλικίας δέν εἶναι λοιπόν ἀπουσία λύπης, ἀλλά δυνατότητα συμφιλίωσης μέ ὅσα δέν μποροῦν πλέον νά ἀλλάξουν.
Ἡ ἔννοια τῆς σοφίας ἐντάσσεται ἐδῶ μέ ἰδιαίτερη προσοχή. Δέν γίνεται κάθε ἡλικιωμένος σοφός, ἐπειδή ἁπλῶς ἔζησε περισσότερο. Ὁ χρόνος ἀπό μόνος του δέν ἐγγυᾶται πνευματική ὡρίμανσι. Μπορεῖ νά συσσωρεύσει πεῖρα, ἀλλά ἡ πεῖρα μπορεῖ νά μετασχηματισθῆ εἴτε σέ φρόνησι εἴτε σέ πικρία. Τό οὐσιῶδες δέν εἶναι πόσα ἔζησε κανείς ἀλλά πῶς τά ἐπεξεργάσθηκε.
Ἴσως γι’ αὐτό ἡ σοφία τῆς μεγάλης ἡλικίας θά μποροῦσε νά ὁρισθῆ ὡς τέχνη τῆς ἀναλογίας. Ὁ ἄνθρωπος μαθαίνει νά ξεχωρίζει ὅσα κάποτε ἔμοιαζαν τεράστια καί τελικά ἀποδείχθηκαν ἀσήμαντα, και ἀπό ὅσα τότε θεωροῦνταν μικρά, ἀποδείχθηκαν μετέπειτα ἀποφασιστικά. Ἡ φιλοδοξία μπορεῖ νά χάσει τήν παλαιά τῆς λάμψι. Μιά προσβολή μπορεῖ νά ξεθωριάσει. Ἕνα πρόσωπο, μιά φιλία, μιά πρᾶξι συγχώρησης, μιά καθημερινή παρουσία μπορεῖ νά ἀποκτήσει πολύ μεγαλύτερο βάρος. Ἡ σοφία, ὅταν ἐμφανίζεται, δέν συνίσταται σέ περισσότερες πληροφορίες ἀλλά σέ διαφορετική ἱεράρχησι τοῦ νοήματος.
Ἡ μεγάλη ἡλικία καθιστᾶ ἐπίσης ἐντονώτερητήν ἐμπειρία τῆς περατότητας. Ἐδῶ ὁ Μάρτιν Χάιντεγκερ (MartinHeidegger, 1889- 1976)[14] μπορεῖ νά φωτίσει τό θέμα χωρίς νά μετατραπῆ ἡ σκέψι του σέ ἁπλή θεωρία τοῦ γήρατος. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὄν πρός τό τέλος, καί ἡ συνείδησι τῆς θνητότητας τοῦ φωτίζει ὁλόκληρο τόν τρόπο τῆς ὕπαρξής του. Στήν νεότητα ὁ θάνατος μπορεῖ νά εἶναι γνωστός, ἀλλά παραμένει συνήθως ἀφηρημένος. Στό γῆρας πλησιάζει περισσότερο τήν βιωμένη ἐμπειρία. Φίλοι λιγοστεύουν, συνομήλικοι χάνονται, ὁ κόσμος γεμίζει ἀπό ἀπόντες.
Αὐτό μπορεῖ νά γεννήσει φόβο, ἀλλά μπορεῖ καί νά δώσει στό παρόν νέα πυκνότητα. Ὅταν ὁ χρόνος δέν θεωρεῖται πλέον ἀνεξάντλητος, μιά ἐπίσκεψι, ἕνας περίπατος, μιά συνομιλία, ἕνα πρωινό φῶς, ἕνα γνώριμο πρόσωπο μπορεῖ νά ἀποκτήσουν μεγαλύτερη σημασία. Ἡ συναίσθησι τῆς περατότητας δέν ἀκυρώνει τήν ἀξία τῆς ζωῆς. Συχνά τήν κάνει περισσότερο ὁρατή. Δέν ἀγαποῦμε τήν ζωή ἐπειδή εἶναι ἄπειρη, τήν ἀγαποῦμε ἐπειδή εἶναι ἀνεπανάληπτη.
Στό γῆρας λοιπόν γίνεται ἐμφανέστερη καί ἡ ἀνθρώπινη εὐαλωτότητα. Ὁ σύγχρονος πολιτισμός τείνει νά συνδέει τήν ἀξιοπρέπεια μέ τήν αὐτονομία. Ὅμως κανένας ἄνθρωπος δέν ὑπῆρξε ποτέ πλήρως αὐτάρκης. Στήν ἀρχή τῆς ζωῆς ἐξαρτήθηκε ὁλοκληρωτικά ἀπό ἄλλους. Στήν μέση τῆς ζωῆς συνέχισε νά ὑπάρχει μέσα ἀπό σχέσεις, φροντίδα, ἐργασία καί ἀλληλεξάρτησι. Στήν μεγάλη ἡλικία αὐτή ἡ ἐξάρτησι γίνεται ἁπλῶς περισσότερο ὁρατή.
Τό γῆρας δέν δημιουργεῖ τήν ἀνάγκη τοῦ ἄλλου, τοῦ ἀποκαλύπτει ὅμως ὅτι ὁ ἄλλος ἦταν πάντοτε ἀναγκαῖος. Καί σέ αὐτό τό σημεῖο ἡ σκέψι τοῦ Εμμανουέλ Λεβινάς (EmmanuelLevinas, 1906- 1995)[15] προσφέρει μία ἀπό τίς βαθύτερες ἠθικές προοπτικές. Τό πρόσωπο τοῦ ἄλλου δέν μᾶς παρουσιάζεται ὡς ἀντικείμενο ἀξιολόγησης ἀλλά ὡς κάλεσμα εὐθύνης. Ὁ ἡλικιωμένος, ἰδίως ὅταν εἶναι εὐάλωτος, δέν χρειάζεται νά ἀποδείξει ὅτι εἶναι χρήσιμος, σοφός ἤ παραγωγικός γιά νά ἀξίζει φροντίδα. Ἡ ἴδια του ἡ παρουσία θέτει ἕνα ἠθικό αἴτημα. Ἔτσι τό ἐρώτημα μεταστρέφεται. Δέν ρωτοῦμε μόνο «τί μπορεῖ ἀκόμη
νά μᾶς προσφέρει ὁ ἡλικιωμένος;», ἀλλά «σέ ποιά εὐθύνη μᾶς καλεῖ ἡ παρουσία του». Καί ἴσως ἀκόμη βαθύτερα: «τί ἀποκαλύπτει ἡ στάσι μας ἀπέναντι στήν εὐάλωτότητά του γιά τήν δική μας ἀνθρωπιά;».
Ἡ μνήμη ἀποτελεῖ ἕναν ἀκόμη θεμελιώδη ἄξονα τῆς τρίτης ἡλικίας. Ὁ ἡλικιωμένος εἶναι συχνά φορέας ἑνός χρόνου πού δέν ὑπάρχει πιά μέ τόν ἴδιο τρόπο. Κρατᾶ μέσα του πρόσωπα, τόπους, γλῶσσες, χειρονομίες, γεγονότα καί μικρές ἱστορίες πού διαφορετικά θά ἐξαφανίζονταν. Γι’ αὐτό μπορεῖ νά θεωρηθῆ, μέ προσοχή καί χωρίς νά ἐξαντλοῦμε τήν ἀξία του σέ αὐτή τήν λειτουργία, ὡς φορέας ἀνθρώπινης διάρκειας.
Στήν νεοελληνική οἰκογένεια αὐτή ἡ λειτουργία τῆς μνήμης ὑπῆρξε ἰδιαίτερα σημαντική. Ὁ παπποῦς καί ἡ γιαγιά ὑπῆρξαν συχνά τό σημεῖο ὅπου ἡ οἰκογενειακή ἱστορία συναντοῦσε τήν τοπική μνήμη. Ὁ παπποῦς μποροῦσε νά θυμᾶται τήν ἐργασία, τήν ξενιτιά, τόν πόλεμο, τήν μετακίνησι, τά παλιά ἐπαγγέλματα, τά
χωράφια, τά ὅρια, τίς παλιές κοινωνικές σχέσεις. Ἡ γιαγιά συχνά διατηροῦσε τήν μνήμη τῆς καθημερινότητας: τίς πρακτικές τοῦ σπιτιοῦ, τήν φροντίδα, τίς γιορτές, τίς προσευχές, τά τραγούδια, τό πένθος, τήν γέννησι, τόν γάμο καί τίς μικρές τελετουργίες τοῦ οἰκιακοῦ βίου. Ἡ προφορική μνήμη δέν ἦταν ὀργανωμένη διδασκαλία. Μεταδιδόταν μέσα στή συνύπαρξι[16]. Στό τραπέζι, στήν αὐλή, δίπλα στή φωτιά, στό χωράφι, στό πανηγύρι, στήν ἐκκλησία. Ἡ παράδοσι ἦταν καθημερινή παιδαγωγία. Τό παιδί μάθαινε ὄχι ἐπειδή κάποιος τοῦ παρέδιδε ἕνα μάθημα, ἀλλά ἐπειδή κατοικοῦσε μέσα σέ ἕναν κόσμο γεμᾶτο λέξεις, χειρονομίες, ἀφηγήσεις καί ἐπαναλαμβανόμενες πράξεις.
Ἡ φράσι «στήν ἐποχή μας …, στά δικά μας χρόνια …» περιέχει ὅλη αὐτή τήν λειτουργία τῆς ἱστορικῆς μνήμης. Μπορεῖ νά χρησιμοποιηθῆ ἠθικολογικά, ἀλλά βαθύτερα ἀποκαλύπτει ὅτι κάθε γενιά κατοικεῖ σέ διαφορετικό ἱστορικό χρόνο. Ὅταν ἕνας ἡλικιωμένος ἀφηγεῖται ὅτι δέν ὑπῆρχαν δρόμοι, ἠλεκτρικό ρεῦμα ἤ εὔκολη πρόσβασι στό σχολεῖο, δέν λέει μόνο πώς ἦταν «παλιά». Δείχνει ὅτι ὁ κόσμος μεταβάλλεται καί ὅτι πολλά ἀπό ὅσα σήμερα θεωροῦμεαὐτονόητα εἶναι προϊόντα μιᾶς μακρᾶς ἱστορικῆς διαδρομῆς.
Ἰδιαίτερα στήν Ἤπειρο, ἡ λειτουργία αὐτή τῆς μνήμης ἀποκτᾶ ξεχωριστή πυκνότητα. Ἡ ξενιτιά, τά ὀρεινά χωριά, ἡ κτηνοτροφία, οἱ πολεμικές ἐμπειρίες, τά δημοτικά τραγούδια, τά μοιρολόγια, τά τοπωνύμια καί τά ἐγκαταλειμμένα μονοπάτια συνθέτουν ἕναν κόσμο πού συχνά ἐπιβιώνει περισσότερο στίς ἀφηγήσεις τῶν ἡλικιωμένων παρά στά ἐπίσημα ἀρχεῖα. Ὁ τόπος, μέσω τῆς μνήμης τους, παύει νά εἶναι ἁπλῶς γεωγραφία καί γίνεται βιωμένη ἱστορία.
Ἀκριβῶς ὅμως ἐπειδή ἡ μνήμη ἔχει τόσο μεγάλη ἀξία, χρειάζεται νά θυμόμαστε ὅτι δέν εἶναι φωτογραφική ἀναπαραγωγή τοῦ παρελθόντος. Ὁ ἡλικιωμένος, ἐπιλέγει, ξεχνᾶ, ἀνασυνθέτει, κάποτε ἐξιδανικεύει καί κάποτε σιωπᾶ. Ἡ προφορική μαρτυρία δέν μᾶς λέει μόνο τί συνέβη. Μᾶς λέει καί πῶς ἕνας ἄνθρωπος ἔμαθε νά ζῆ μέ αὐτό πού συνέβη. Ἡ μνήμη εἶναι ἑπομένως ἱστορικό τεκμήριο ἀλλά καί πράξι αὐτοερμηνείας[17].
Ἐδῶ ἀκριβῶς ἡ παιδαγωγική σημασία τῆς τρίτης ἡλικίας γίνεται ἰδιαίτερα γόνιμη. Μιά σχολική ἐπέτειος γιά τήν 1η Ὀκτωβρίου π.χ. δέν θά ἔπρεπε νά ἐξαντλεῖται σέ μιά προτροπή τοῦ τύπου «νά ἀγαπᾶμε τούς ἡλικιωμένους». Πολύ περισσότερο θά μποροῦσε νά μετατραπῆ σέ ἐργαστήριο διαγενεακῆς συνάντησης. Οἱ νέοι θά μποροῦσαν νά ρωτήσουν ἕναν ἡλικιωμένο πῶς ἦταν τό σχολεῖο, ἡ ἐργασία, ἡ οἰκογένεια, τό χωριό ἤ ἡ πόλι του πρίν ἀπό δεκαετίες. Νά καταγράψουν μιά παλιά λέξι, μιά φωτογραφία, ἕνα τραγούδι, ἕνα τοπωνύμιο, μιά οἰκογενειακή ἱστορία.
Τότε ὁ ἡλικιωμένος παύει νά εἶναι ἀντικείμενο εὐαισθητοποίησης καί γίνεται παιδαγωγικός συνομιλητής. Ἡ σχέσι δέν εἶναι μονόδρομη. Ὁ νέος δέν προσφέρει μόνο βοήθεια. Προσφέρει παρουσία, ἐνδιαφέρον, τεχνολογική ἐξοικείωσι καί μέλλον. Ὁ ἡλικιωμένος δέν προσφέρει μόνο μνήμη, προσφέρει χρονικό βάθος, ἐμπειρία καί ἕναν τρόπο νά κατανοηθῆ ἡ συνέχεια τοῦ κόσμου.
Ἡ ΧάνναἌρεντ (HannahArendt, 1906- 1975)[18] μᾶς βοηθᾶ νά δοῦμε αὐτή τήν σχέσι ὡς σχέσι ἐπικοινωνίας ἀνάμεσα στίς γενεές. Κάθε ἄνθρωπος γεννιέται σέ ἕναν κόσμο πού ὑπῆρχε πρίν ἀπό αὐτόν καί θά συνεχίσει μετά ἀπό αὐτόν. Ἡ παιδεία δέν εἶναι μόνο μετάδοσι γνώσεων, ἀλλά παραλαβή ἑνός κοινοῦ κόσμου καί εὐθύνη γιά τήν συνέχειά του. Ὁ ἡλικιωμένος μπορεῖ νά πεῖ στόν νέο: «ὁ κόσμος ὑπῆρχε πρίν ἀπό ἐσένα». Ὁ νέος, ἀπό τήν ἄλλη, θυμίζει στόν ἡλικιωμένο: «ὁ κόσμος θά συνεχιστεῖ μετά ἀπό ἐσένα». Στήν συνάντησι τῶν δύο, τό παρελθόν καί τό μέλλον ἀποκτοῦν κοινό παρόν.
Αὐτή ἴσως εἶναι μία ἀπό τίς πιό γόνιμες παιδαγωγικές ἀλήθειες τῆς τρίτης ἡλικίας. Ὁ νέος ἔχει περισσότερο μέλλον καί λιγότερο παρελθόν. Ὁ ἡλικιωμένος περισσότερο παρελθόν καί λιγότερο μέλλον. Ὁ ἕνας μπορεῖ νά προσφέρει στόν ἄλλο αὐτό πού ὁ ἴδιος δέν ἔχει ἀκόμη ἤ δέν ἔχει πλέον σέ ἀφθονία. Ἀνάμεσα στά δύο δημιουργεῖται ὁ τόπος τῆς διαγενεακῆς ἀμοιβαιότητας. Χρειάζεται ὅμως καί ἐδῶ μιά κρίσιμη διάκρισι. Δέν πρέπει νά ἐξιδανικεύουμε οὔτε τό γῆρας οὔτε τήν παράδοσι. Οἱ ἡλικιωμένοι δέν εἶναι ἐξ ὁρισμοῦ σοφοί, οὔτε οἱ παλαιές κοινωνίες ἦταν κατ’ ἀνάγκην δικαιότερες. Ἡ μνήμη μπορεῖ νά διασώζει ἀλλά καί νά ἐξωραΐζει. Ἡ παράδοσι μπορεῖ νά μεταφέρει πολύτιμες μορφές ἀλληλεγγύης, ἀλλά καί ἱεραρχίες, βία, σκληρή σάτιρα[19], ἀποκλεισμούς ἤ ἀνισότητες. Ἡ ὥριμη παιδαγωγική τῆς μνήμης δέν ζητεῖ ἀπό τούς νέους νά ἐπιστρέψουν στό παρελθόν. Τούς καλεῖ νά τό γνωρίσουν, νά τό κρίνουν καί νά ἀναλάβουν δημιουργικά ὅ,τι ἀξίζει νά συνεχισθῆ.
Γι’ αὐτό ὁ ἡλικιωμένος εἶναι προτιμότερο νά νοηθῆ ὄχι ὡς «φρουρός» ἀλλά ὡς γέφυρα. Δέν ἐπιβάλλει τό παρελθόν, τό παραδίδει. Καί ἡ νέα γενιά δέν ἔχει χρέος νά τό ἀντιγράψει, ἀλλά νά τό κατανοήσει καί νά τό μετασχηματίσει.
Ἀκριβῶς ἐδῶ συναντᾶται ἡ ἀνθρωπολογική μέ τήν παιδαγωγική διάστασι. Ἡ τρίτη ἡλικία δέν μᾶς διδάσκει μόνο ἐπειδή ἔχει μνήμη. Μᾶς διδάσκει ἐπειδή ἀποκαλύπτει τήν χρονική φύσι τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης. Μᾶς ὑπενθυμίζει ὅτι ὅλοι παραλαμβάνουμε ἕναν κόσμο, ζοῦμε μέσα του γιά περιορισμένο χρόνο καί κάποτε τόν παραδίδουμε. Ἡ ἀνθρώπινη ζωή εἶναι πάντοτε ζωή σέ μετάβασι.
Ἀπό αὐτή τήν ἄποψι, ἡ 1η Ὀκτωβρίου δέν θά ἔπρεπε νά ἀντιμετωπίζεται ὡς ἡμέρα συμπάθειας πρός μιά «εὐάλωτη ὁμάδα». Θά μποροῦσε νά γίνει ἡμέρα φιλοσοφικοῦ αὐτοστοχασμοῦ μιᾶς κοινωνίας πάνω στήν δική της ἀντίληψι γιά τόν ἄνθρωπο. Πῶς ἀντιλαμβανόμαστε τήν ἀξιοπρέπεια; Πόσο ἀντέχουμε τήν εὐαλωτότητα; Μποροῦμε νά ἀποδεχθοῦμε ὅτι ἡ ἀνθρώπινη ἀξία δέν ταυτίζεται μέ τήν παραγωγικότητα; Τί κάνουμε μέ τή μνήμη; Πῶς διαχειριζόμαστε τόν φόβο τοῦ τέλους; Τί κόσμο παραδίδουμε στίς ἑπόμενες γενεές;
Τό γῆρας φέρνει ὅλα αὐτά τά ἐρωτήματα σέ ἕνα μόνο ἀνθρώπινο πρόσωπο. Καί γι’ αὐτό εἶναι ἕνας τόσο ἰσχυρός ἀνθρωπολογικός καθρέφτης. Μέσα σέ αὐτόν βλέπουμε τόν ἄνθρωπο ὡς σῶμα, ἀλλά ὄχι μόνο ὡς γηρασμένο σῶμα. Λογίζεται μέν ὡς αὐτόνομο ὄν, ἀλλά ποτέ ἐντελῶς αὔταρκες. Ὡς φορέα μνήμης, χωρίς ὅμως νά ἐξαντλεῖται στήν μνήμη του. Ὡς κοινωνικό πρόσωπο πού ἔχει καί τήν ἀνάγκη ἀναγνώρισης. Ὡς ὕπαρξι πού συγκροτεῖται μέσα στόν χρόνο καί πορεύεται πρός τό τέλος της. Ὡς πρόσωπο πού μπορεῖ ἀκόμη, μέχρι πολύ ἀργά, νά ἑρμηνεύσει, νά συμφιλιωθῆ, νά συγχωρήσει, νά μεταδώσει, νά ἀγαπήσει.
Καί ἐδῶ βρίσκεται ἴσως ἡ βαθύτερη σημασία τῆς τρίτης ἡλικίας: δέν ἀποτελεῖ ἁπλῶς τό τέλος μιᾶς διαδρομῆς. Ἀποτελεῖ ἕνα σημεῖο στό ὁποῖο ὁλόκληρη ἡ διαδρομή μπορεῖ νά ἰδωθῆ διαφορετικά. Ἡ ζωή ἀρχίζει ὡς δυνατότητα καί συνεχίζεται ὡς πρᾶξι, καί κάποτε μεταβάλλεται σέ μνήμη, ἀφήγησι καί παρακαταθήκη. Ὁ ἡλικιωμένος δέν ἔχει μόνο λιγότερο χρόνο μπροστά του ..., ἔχει περισσότερο χρόνο μέσα του.
Καί ἴσως αὐτό νά εἶναι τό βαθύτερο νόημα τῆς φράσης ὅτι στό γῆρας ὁ χρόνος δέν λιγοστεύει ἁπλῶς, βαθαίνει.
Ἡ Διεθνής Ἡμέρα τῶν Ἡλικιωμένων μπορεῖ ἑπομένως νά γίνει κάτι πολύ περισσότερο ἀπό μιά κοινωνική ἐπέτειο. Μπορεῖ νά γίνει ἡμέρα τῆς ἀνθρώπινης διάρκειας, τῆς φυσικῆς τρωτότητας, μά προπάντων τῆς ἀνθρώπινης ἀξιοπρέπειας. Μιά ἡμέρα κατά τήν ὁποία ὁ ἄνθρωπος κοιτάζει τόν γηρασμένο "Ἄλλον" καί, ἄν κοιτάξει ἀρκετά προσεκτικά, ἀναγνωρίζει μέσα του καί τήν δική του πιθανή μελλοντική μορφή.
Τότε τό ἐρώτημα δέν εἶναι πιά μόνο «τί πρέπει νά κάνουμε γιά τούς ἡλικιωμένους». Γίνεται βαθύτερο: Τί εἴδους ἄνθρωποι θέλουμε νά εἴμαστε ἀπέναντι σέ ἐκείνον πού γερνᾶ, καί τί εἴδους κοινωνία θέλουμε νά μᾶς περιμένει, ὅταν κάποτε γεράσουμε κι' ἐμεῖς. Καί ἡ ἀπάντησι σέ αὐτό τό ἐρώτημα ἀφορᾶ τελικά ὄχι μόνο τήν τρίτη ἡλικία, ἀλλά τήν ἴδια τήν ποιότητα τοῦ ἀνθρώπινου πολιτισμοῦ.
Σημειώσεις:
1. Οἱ ὅροι «τρίτη ἡλικία» καί «ἡλικιωμένος» δέν διαθέτουν ἕναν ἑνιαῖο καί καθολικά ἀποδεκτό ἐπιστημονικό ὁρισμό. Τά χρονολογικά ὅρια τῶν 60 ἤ 65-75 ἐτῶν χρησιμοποιοῦνται κυρίως γιά δημογραφικούς, κοινωνικούς καί διοικητικούς σκοπούς καί δέν ταυτίζονται κατ’ ἀνάγκην μέ τήν βιολογική, λειτουργική, ψυχολογική ἤ κοινωνική κατάστασι τοῦ προσώπου. Ἡ σύγχρονη γεροντολογία προσεγγίζει συνεπῶς τήν γήρανσι ὡς πολυδιάστατη καί σταδιακή διαδικασία τῆς ἀνθρώπινης πορείας καί ὄχι ὡς μετάβασι πού συντελεῖται αὐτομάτως σέ μία συγκεκριμένη ἡλικία. Ἡ τρίτη ἡλικία δηλώνει ἑπομένως περισσότερο μιά περίοδο τῆς ἀνθρώπινης διαδρομῆς παρά μιά ἡλικία πού μπορεῖ νά προσδιορισθῆ μέ ἀπόλυτη ἀκρίβεια ἀπό τό ἡμερολόγιο./ «Οι όροι «ηλικιωμένος», «υπερήλικας», «αιωνόβιος», «γήρας», «τρίτη και τέταρτη ηλικία» παραμένουν ως ένα βαθμό ασαφείς. Παρά το γεγονός ότι δεν υπάρχει αυστηρώς καθορισμένο βιολογικό όριο, το 65ο έτος της ηλικίας θεωρείται συμβατικά το μεταίχμιο της μετάβασης στην γεροντική ηλικία.» : ΝΑΖΛΙΔΟΥ ΕΛΕΝΑ-ΙΩΑΝΝΑ, Η ΣΧΕΣΗ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΝΟΗΣΗΣ - ΓΝΩΣΤΙΚΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ ΣΕ ΗΛΙΚΙΩΜΕΝΑ ΑΤΟΜΑ: ΣΥΓΚΡΙΣΗ ΜΕ ΝΕΟΥΣ ΚΑΙ ΜΕΣΗΛΙΚΕΣ, Θεσσαλονίκη, 2014, σελ.11// βλ. και ΖΗΡΑΣ ΚΑΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ, ΑΓΑΛΟΠΟΥΛΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ, «ΤΡΙΤΗ ΗΛΙΚΙΑ: ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΠΡΟΝΟΙΑΣ, ΠΑΤΡΑ 2015, σελ.12, 17 και εξής. (γίνεται αναφορά και για: βιολογική, χρονική, ψυχολογική και κοινωνική ηλικία)// ΝΑΛΜΠΑΝΤΙΔΗ ΣΤΕΡΓΙΟΥ, ΔΙΕΡΕΥΝΗΣΗ ΤΩΝ ΠΡΟΣΔΟΚΙΩΝ ΤΩΝ ΑΤΟΜΩΝ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΓΗΡΑΝΣΗ, Μάρτιος 2021.
2. Ἀβραάμ Μάσλοου Abraham H. Maslow (1908–1970):Ἀμερικανός ψυχολόγος καί θεμελιωτής τῆς ἀνθρωπιστικῆς ψυχολογίας, γνωστός γιά τήν θεωρία τῆς ἱεράρχησης τῶν ἀνθρώπινων ἀναγκῶν: φυσιολογικές ἀνάγκες, ἀσφάλεια, ἀγάπη καί αἴσθησι τοῦ ἀνήκειν, ἐκτίμησι καί αὐτοπραγμάτωσι. Ἄν καί δέν διατύπωσε εἰδική θεωρία γιά τό γῆρας, τό σχῆμα του μπορεῖ νά ἐφαρμοσθῆ στήν τρίτη ἡλικία, ἀναδεικνύοντας ὅτι ὁ ἡλικιωμένος χρειάζεται, πέρα ἀπό ὑλική ἀσφάλεια καί φροντίδα, σχέσι, κοινωνική συμμετοχή, ἀναγνώρισι, αὐτοσεβασμό καί δυνατότητα νοηματοδότησης καί ὁλοκλήρωσης τοῦ βίου του. Βλ. Maslow, “A Theory of Human Motivation” (1943)·Motivation and Personality (1954).
3. ΖΗΡΑΣ ΚΑΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ, ΑΓΑΛΟΠΟΥΛΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ, «ΤΡΙΤΗ ΗΛΙΚΙΑ: ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΠΡΟΝΟΙΑΣ, ΠΑΤΡΑ 2015, σελ.38-39
4. Ἡ θέσι: ὅτι «ἡ ἀξιοπρέπεια προηγεῖται τῆς χρησιμότητας», ἀποτελεῖ συνθετική ἐφαρμογή τῆς καντιανῆς ἀρχῆς· ὅτι δηλ. ὁ ἄνθρωπος, ὡς ἔλλογο καί ἠθικό πρόσωπο, πρέπει νά ἀντιμετωπίζεται πάντοτε ὡς «σκοπός καθ’ ἑαυτόν», καί ποτέ ἁπλῶς ὡς μέσο. Ἐφαρμοζόμενη στό γῆρας, ἡ ἀρχή αὐτή σημαίνει ὅτι ἡ ἀξία τοῦ ἡλικιωμένου δέν ἐξαρτᾶται ἀπό τήν παραγωγικότητα, τήν λειτουργικότητα ἤ τόν βαθμό αὐτονομίας του, ἀλλά ἀπορρέει ἀπό τήν ἴδια τήν ἀνθρώπινη ἐλεύθερη ἰδιότητα του. Βλ. Immanuel Kant, Τα θεμέλια της μεταφυσικής των ηθών, μτφρ., εισαγ. σχόλια: Γιάννης Τζαβάρας, 2η έκδ. Δωδώνη, 2013.
5. ΝΑΖΛΙΔΟΥ ΕΛΕΝΑ-ΙΩΑΝΝΑ, Η ΣΧΕΣΗ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΝΟΗΣΗΣ - ΓΝΩΣΤΙΚΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ ΣΕ ΗΛΙΚΙΩΜΕΝΑ ΑΤΟΜΑ: ΣΥΓΚΡΙΣΗ ΜΕ ΝΕΟΥΣ ΚΑΙ ΜΕΣΗΛΙΚΕΣ, Θεσσαλονίκη, 2014, σελ.12, 46 και εξής
- Ἄξελ Χόννεθ (Axel Honneth, 1949–): Γερμανός κοινωνικός φιλόσοφος καί ἐξέχων ἐκπρόσωπος τῆς νεώτερης Κριτικῆς Θεωρίας (τῆς Φρανκφούρτης), γνωστός κυρίως γιά τήν θεωρία τῆς ἀναγνώρισης. Κατά τόν Χόννετ (Honneth), ἡ αὐτοπεποίθησι, ὁ αὐτοσεβασμός καί ἡ αὐτοεκτίμησι τοῦ προσώπου συγκροτοῦνται μέσα ἀπό σχέσεις φροντίδας, δικαιϊκοῦ σεβασμοῦ καί κοινωνικῆς ἐκτίμησης. Χωρίς νά πραγματεύεται καί αὐτός εἰδικά τό γῆρας, ἡ θεωρία του προσφέρει γόνιμο πλαίσιο γιά τήν κατανόησι τῆς κοινωνικῆς «ἀορατότητας» τῶν ἡλικιωμένων ὡς ἐλλείμματος ἀναγνώρισης: ὁ ἡλικιωμένος ἔχει ἀνάγκη ὄχι μόνο φροντίδας ἀλλά καί ἀναγνώρισης τῆς φωνῆς, τῆς αὐτονομίας, τῆς κοινωνικῆς παρουσίας καί τῆς ἀξίας του ὡς προσώπου.Honneth, Axel, The Struggle for Recognition. The Moral Grammar of Social Conflicts, 1. Edition April 1995/ https://www.wiley-vch.de/en/areas-interest/
7. Ὡςκοινωνική «ἀορατότητα» νοεῖταιἐδῶὄχιἡφυσικήἀπουσίαἀλλάἡἐξασθένησιτῆςκοινωνικῆςἀναγνώρισηςτοῦπροσώπου: ὁἡλικιωμένοςἐξακολουθεῖνάεἶναιπαρών, χωρίςὅμωςνάἀντιμετωπίζεταιπάντοτεὡςἰσότιμοςφορέαςλόγου, ἐπιθυμιῶν, ἐμπειρίαςκαίκοινωνικῆςσυμμετοχῆς. Πρόκειται, ἑπομένως, γιάμορφήσυμβολικοῦπαραμερισμοῦ, κατάτήνὁποίατόπρόσωποεἶναιὁρατόὡς «ἡλικιωμένος» ἤὡςἀποδέκτηςφροντίδας, ἀλλάλιγότεροὁρατόὡςμοναδικόἀνθρώπινοὑποκείμενοτοῦὁποίουπρέπειἐκτίμησικαίσεβασμός.βλ. Axel Honneth, The Struggle for Recognition (1995).
8. Simone de Beauvoir (1908–1986):Γαλλίδαφιλόσοφος, συγγραφέαςκαίἐξέχουσαἐκπρόσωποςτοῦὑπαρξισμοῦκαίτῆςφεμινιστικῆςσκέψης. Στό La Vieillesse (1970), ἕνα ἀπό τά σημαντικώτερα φιλοσοφικά ἔργα γιά τήν γήρανσι, ἀνέλυσε τό γῆρας ὄχι μόνο ὡς βιολογικό γεγονός ἀλλά ὡς βιωμένη καί κοινωνικά διαμορφωμένη κατάστασι, ἀναδεικνύοντας ἰδιαίτερα τήν περιθωριοποίησι καί τήν κατασκευή τοῦ ἡλικιωμένου ὡς «Ἄλλου» : “…Είναι οι ηλικιωμένοι άνθρωποι; Αν κρίνουμε από τον τρόπο με τον οποίο τους αντιμετωπίζει η κοινωνία μας, επιτρέπεται να αμφιβάλλουμε. Η κοινωνία αναγνωρίζει ότι δεν έχουν ούτε τις ίδιες ανάγκες ούτε τα ίδια δικαιώματα με τα άλλα μέλη της κοινότητας, αφού τους αρνείται το ελάχιστο που τα άλλα μέλη θεωρούν απαραίτητο· τους καταδικάζει σκόπιμα στη φτώχεια, στα άθλια καταλύματα, στις αναπηρίες, στη μοναξιά, στην απελπισία. Για να κατευνάσουν τη συνείδησή της, οι ιδεολόγοι της έχουν δημιουργήσει μύθους, μάλιστα αντιφατικούς, που ωθούν τον ενήλικα να βλέπει στον ηλικιωμένο όχι έναν ομοίωμά του , αλλά έναν «άλλον». Είναι ο «σεβάσμιος Σοφός» που κυριαρχεί από ψηλά πάνω σε αυτόν τον γήινο κόσμο. Είναι ένας «γέρος τρελός» που φλυαρεί και παραληρεί. Είτε τον τοποθετούμε πάνω είτε κάτω από το είδος μας, σε κάθε περίπτωσι τον εξορίζουμε από αυτό. Αλλά αντί να συγκαλύπτουμε την πραγματικότητα, θεωρούμε ακόμα προτιμότερο να την αγνοούμε ριζικά: η γηρατειά είναι ένα ντροπιαστικό μυστικό και ένα απαγορευμένο θέμα”. Simone de Beauvoir, La Vieillesse (Paris: Gallimard, 1970), /www. bnfa.fr/ livre ?biblionumber
9. Χαρακτηριστικόλογοτεχνικόἀνάλογοαὐτῆςτῆςἀναδρομικῆςθεώρησηςτοῦβίου, ἀποτελεῖἡνουβέλατοῦΛέοντοςΤολστόι: ὉθάνατοςτοῦἸβάνΊλιτς (1886). Μπροστάστήνἐπίγνωσιτοῦἐπικείμενουθανάτου, ὁἥρωαςἀναμετρᾶταιμέτόἐρώτημαἄνἡμέχριτότεκοινωνικά «ὀρθή» καίἐπιτυχημένηζωήτουὑπῆρξεπράγματιἀληθινήκαίοὐσιαστική. Ἡἐγγύτητατοῦτέλουςμεταβάλλεταιἔτσισέὁριακήστιγμήαὐτογνωσίας: ὁβίοςπαύεινάβιώνεταιὡςδιαδοχήἐπιμέρουςγεγονότωνκαίἀντικρύζεταιἀναδρομικάὡςσύνολοπούζητεῖνόημα, ἀλήθειακαίτελικήἀποτίμησι. Βλ. ΛέωνΤολστόι, ὉθάνατοςτοῦἸβάνΊλιτς (1886)·/ βλ.καιΜΑΡΚΦΡΊΜΑΝ, «Θάνατος, ἈφήγησηἈκεραιότηταςκαίἡΡιζοσπαστικήΠρόκλησητῆςΑὐτοκαταστάσεως: μιάἀνάγνωσητοῦθανάτουτοῦ Ivan Ilych ,Τολστόϊ, www.cambridge.org/core/journals/ageing-and-society//Thomas J Papadimos, Stanislaw PA Stawicki, The death of Ivan Ilych: A blueprint for intervention at the end of life, //pmc.ncbi.nlm.nih.gov /articles/
10. ΠωλΡικέρ(Paul Ricoeur, 1913–2005): Γάλλοςφιλόσοφος, ἀπότούςσημαντικώτερουςἐκπροσώπουςτῆςφαινομενολογικῆςκαίἑρμηνευτικῆςφιλοσοφίαςτοῦ 20οῦ αἰῶνα. Στόἔργοτουδιερεύνησεἰδιαίτερατήνσχέσιχρόνου, μνήμης, ἀφήγησηςκαίπροσωπικῆςταυτότητας, ἀναπτύσσονταςτήνἔννοιατῆς «ἀφηγηματικῆςταυτότητας»: ὁἄνθρωποςδηλ. κατανοεῖτόνἑαυτότουκαίτήνχρονικήἑνότητατοῦβίουτουμέσαἀπότήνἑρμηνείακαίἀφήγησιτῆςἱστορίαςτου. ΜολονότιοὔτεὁRicoeur ἀνέπτυξεεἰδικήθεωρίατοῦγήρατος, ἡσκέψιτουπροσφέρειγόνιμοπλαίσιογιάτήνκατανόησιτῆςμεγάληςἡλικίαςὡςπεριόδουἀναδρομικῆςθέασης, ἀνασύνθεσηςτῆςμνήμηςκαίἀναζήτησηςνοήματοςκαίσυνοχῆςτοῦβιωμένουβίου. Βλ. Paul Ricoeur, Ο ίδιος ο εαυτός ως άλλος, μτφρ. Βίκυ Ιακώβου (Αθήνα: Πόλις, 2008)·, βλ. //plato.stanford.edu/archives/sum2024/entries/ricoeu
11. Ὡς «αὐτοσυναίσθημα» νοεῖται ἐδῶ ἡ βιωμένη αἴσθησι τοῦ ἑαυτοῦ καί τῆς προσωπικῆς του συνέχειας μέσα στόν χρόνο: ἡ αἴσθησι ὅτι, παρά τίς σωματικές, ψυχικές καί κοινωνικές μεταβολές τοῦ βίου, τό πρόσωπο μπορεῖ νά ἀναγνωρίζει τόν ἑαυτό του ὡς φορέα μιᾶς ἑνιαίας —ἄν καί μεταβαλλόμενης— προσωπικῆς ἱστορίας. βλ. και ΣΤΟΓΙΑΝΝΙΔΟΥ ΚΛΕΟΠΑΤΡΑΣ, Η ΣΧΕΣΗ ΤΗΣ ΦΥΣΙΚΗΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ ΜΕ ΤΟ ΑΥΤΟΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑ, ΤΗΝ ΑΥΤΟΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΑΤΑΘΛΙΨΗ ΣΕ ΗΛΙΚΙΩΜΕΝΑ ΑΤΟΜΑ, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 2011, σελ. 20-23
12. Ἔρικ Ἔρικσον (Erik H. Erikson (1902–1994): Γερμανοαμερικανός ψυχαναλυτής καί ἀναπτυξιακός ψυχολόγος, γνωστός κυρίως γιά τήν θεωρία τῶν ὀκτώ σταδίων τῆς ψυχοκοινωνικῆς ἀνάπτυξης, τά ὁποῖα ἐκτείνονται σέ ὁλόκληρο τόν ἀνθρώπινο βίο. Στό τελευταῖο στάδιο, πού ἀντιστοιχεῖ στήν μεγάλη ἡλικία, τό κεντρικό ὑπαρξιακό δίλημμα διατυπώνεται ὡς «ἀκεραιότητα τοῦ ἐγώ ἔναντι ἀπόγνωσης» (egointegrityvs. despair): Ὁ ἄνθρωπος ἀνατρέχει στήν ζωή του καί καλεῖται εἴτε νά τήν ἀποδεχθῆ ὡς τήν μοναδική καί ἀνεπανάληπτη διαδρομή του, ἀποκτώντας αἴσθησι συνοχῆς καί νοήματος, εἴτε νά κυριαρχηθῆ ἀπό μετάνοια γιά τό ἀνεκπλήρωτο, καί πικρία καί φόβο ἀπέναντι στό τέλος. Καρπός τῆς ὥριμης αὐτῆς συμφιλίωσης μέ τόν βίο εἶναι, κατά τόν Ἔρικσον, ἡ σοφία. Βλ. Erik H. Erikson, Childhood and Society, 2nd ed. (New York: W. W. Norton, 1963), //βλ. Predicting Ego Integrity Using Prior Ego Development Stages for Older Adults in the Community, Editor: Paul B Tchounwou: //pmc.ncbi.nlm.nih.gov/
- Γιώργος Βλειώρας, Αναστασία Κοντοστόλη, Δέσποινα Μασκλαβάνου, Άννα Μαρίνα Στεργίου και Άννα Τσολάκη (Συλλογικό), Μιά φορά κι' ἕναν καιρό ἦταν …: Μιά εἰσαγωγή στήν ἔννοια τῆς ἀφηγηματικῆς ταυτότητας, ΤΟ ΒΗΜΑ ΤΩΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ, Τόμος 23ος, τεύχος 80, 2025, σελ.21
14. Martin Heidegger (1889–1976): Γερμανός φιλόσοφος καί μία ἀπό τίς σημαντικώτερες μορφές τῆς εὐρωπαϊκῆς φιλοσοφίας τοῦ 20οῦ αἰῶνα. Στό θεμελιῶδες ἔργο του Εἶναι καί χρόνος (Sein und Zeit, 1927) ἀνέλυσε τήν ἀνθρώπινη ὕπαρξι ὡς οὐσιωδῶς χρονική καί πεπερασμένη, ἀναδεικνύοντας ἰδιαίτερα τήν σημασία τοῦ «Εἶναι -προς-θάνατον» γιά τήν αὐτοκατανόησι τοῦ ἀνθρώπου. Μολονότι δέν διατύπωσε εἰδική θεωρία τοῦ γήρατος, ἡ σκέψι του προσφέρει γόνιμο ἑρμηνευτικό πλαίσιο γιά τήν μεγάλη ἡλικία, κατά τήν ὁποία ἡ περατότητα τοῦ βίου καί ἡ περιορισμένη ἔκτασι τοῦ μέλλοντος μποροῦν νά γίνουν περισσότερο βιωματικά αἰσθητές, προσφέροντας τήν δυνατότητα στόν ἄνθρωπο γιά βαθύτερη ἀναμέτρησι μέ τόν χρόνο, τό τέλος καί τό νόημα τῆς ύπαρξής του. Βλ. Martin Heidegger, Είναι και χρόνος, μτφρ.–εισαγ.–επιμ. Γιάννης Τζαβάρας (Αθήνα: Δωδώνη)/ βλ. και plato.stanford.edu/ entries/ heidegger/ ?utm_source=chatgpt.com
15. Emmanuel Levinas (1906–1995): Γαλλόφωνος φιλόσοφος λιθουανικῆς καταγωγῆς καί μία ἀπό τίς σημαντικώτερες μορφές τῆς φαινομενολογικῆς καί ἠθικῆς σκέψης τοῦ 20οῦ αἰῶνα. Στό ἔργο του ἀνέδειξε τήν συνάντησι μέ τό πρόσωπο τοῦ Ἄλλου ὡς πρωταρχική ἠθική ἐμπειρία, ἀπό τήν ὁποία γεννιέται ἡ εὐθύνη ἀπέναντι του. Μολονότι δέν διατύπωσε, οὔτε αὐτός, εἰδική θεωρία τοῦ γήρατος, ἡ σκέψι του προσφέρει γόνιμο ἑρμηνευτικό πλαίσιο γιά τήν τρίτη ἡλικία: ἡ σωματική εὐάλωτότητα, ἡ ἐξάρτησι καί ἡ ἀνάγκη φροντίδας τοῦ ἡλικιωμένου δέν μειώνουν τήν ἀξία του, ἀλλά καθιστοῦν ἐντονώτερη τήν ἠθική ἀξίωσι πού τό πρόσωπο του ἀπευθύνει στόν Ἄλλον . Βλ. Emmanuel Levinas, Ολότητα και Άπειρο, μτφρ. Κωστής Παπαγιώργης (Αθήνα: Εξάντας, 1989)· Ηθική και Άπειρο: Διάλογοι με τον ΦιλίπΝεμό, μτφρ. Κωστής Παπαγιώργης (Αθήνα: Ίνδικτος, 2007).
16. Βλ. Ρίκη Βαν Μπούσχοτεν, εἶναι Κοινωνική Ἀνθρωπολόγος καί ὁμότιμη καθηγήτρια τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, μέ ἰδιαίτερη συμβολή στήν προφορική ἱστορία καί στή μελέτη τῆς συλλογικῆς μνήμης στήν Ἑλλάδα. Τό ἔργο της ἀναδεικνύει τήν βιωμένη ἐμπειρία καί τήν προσωπική μαρτυρία ὡς πολύτιμες πηγές ἱστορικῆς γνώσης· ἀπό τήν ἄποψι αὐτή, προσφέρει σημαντικό θεωρητικό ὑπόβαθρο γιά τήν κατανόησι τοῦ ἡλικιωμένου ὡς φορέα οἰκογενειακῆς, τοπικῆς καί συλλογικῆς μνήμης. Βλ. Ανάποδα χρόνια: Συλλογική μνήμη και ιστορία στο Ζιάκα Γρεβενών (1900–1950) (Αθήνα: Πλέθρον, 1997)/ /www.ha.uth.gr/index.php?page=faculty.display&a=riboush.//Οι προφορικές βιογραφικές αφηγήσεις ως πηγή γνώσης: διεπιστημονικές προσεγγίσεις (Ρίκη Βαν Μπούσχοτεν επιμέλεια)https://www.academia.edu/
- Ἡ «αὐτοβιογραφική ἀφήγησι» στήν τρίτη ἡλικία δέν ἀποτελεῖ ἁπλή ἀναπόλησι τοῦ παρελθόντος, ἀλλά διαδικασία ἀνασύνθεσης καί νοηματοδότησης τοῦ βιωμένου χρόνου: ὁ ἡλικιωμένος συνδέει γεγονότα, πρόσωπα, ἀπώλειες καί ἐπιλογές σέ μιά συνεκτικώτερη ἀφήγησι τοῦ ἑαυτοῦ του. Ἔτσι ἡ μνήμη μπορεῖ νά λειτουργήσει ὡς αὐτογνωσία καί συμφιλίωσι μέ τόν βίο, ἀλλά καί ὡς διαγενεακή μετάδοσι ἐμπειρίας καί οἰκογενειακῆς ἤ συλλογικῆς μνήμης. βλ. Αννα Π. Βακάλη , Ελένη Σιόντη, Αυτοβιογραφική αφήγηση και εκπαιδευτική πρακτική: Η ανάπτυξη αφηγηματικής ταυτότητας ως εργαλείο ενδυνάμωσης και μάθησης,//pasithee.library.upatras.gr› culture› //Paul Ricoeur, Ο ίδιος ο εαυτός ως άλλος (2008), https://plato.stanford.edu
18. HannahArendt (1906–1975):Γερμανοεβραία πολιτική διανοούμενη καί μία ἀπό τίς σημαντικώτερες μορφές τῆς πολιτικῆς φιλοσοφίας τοῦ 20οῦ αἰῶνα. Στό ἔργο της ἀνέδειξε ἰδιαίτερα τίς ἔννοιες τοῦ κοινοῦ κόσμου, τῆς γεννητικότητας καί τῆς εὐθύνης τῶν γενεῶν ἀπέναντι σέ ἕναν κόσμο πού προϋπάρχει τοῦ ἀτόμου καί συνεχίζεται μετά ἀπό αὐτό. Τό σκεπτικό της μπορεῖ νά συμπυκνωθῆ ὡς ἑξῆς: Ὁ «κοινός κόσμος» εἶναι τό σχετικά διαρκές ἀνθρώπινο πεδίο πραγμάτων, θεσμῶν, μνήμης, λόγου καί πράξης πού βρίσκεται ἀνάμεσα μας: μᾶς ἑνώνει χωρίς νά καταργεῖ τήν διαφορετικότητα μας, προϋπάρχει τῆς ἀτομικῆς μας ζωῆς καί προορίζεται νά ἐπιβιώσει μετά ἀπό αὐτήν. Κάθε γενιά τόν παραλαμβάνει ἀπό τίς προηγούμενες, ἀναλαμβάνει προσωρινά τήν εὐθύνη του καί τόν παραδίδει μετασχηματισμένο στίς ἑπόμενες. Ἔτσι , παρ’ ὅτι καί ἡ Ἄρεντ δέν ἀνέπτυξε καμμία εἰδική φιλοσοφία τοῦ γήρατος, ἡ σκέψι της ὅμως προσφέρει γόνιμο πλαίσιο γιά τήν διαγενεακή του ἑρμηνεία: ὁ ἡλικιωμένος μπορεῖ νά ἰδωθῆ ὡς φορέας ἑνός κόσμου πού ἔζησε καί παρέλαβε, ἐνῶ ὁ νεώτερος ὡς ἐκεῖνος πού καλεῖται νά τόν παραλάβει, νά τόν ἀνανεώσει καί νά τόν παραδώσει μέ τήν σειρά του. Στήν σκέψι της ὁ ἡλικιωμένος καί τό παιδί βρίσκονται σχεδόν στά δύο ἄκρα τῆς χρονικότητας τοῦ κοινοῦ κόσμου. Ὁ πρῶτος μπορεῖ νά μαρτυρήσει ὅτι «ὁ κόσμος ὑπῆρχε πρίν ἀπό ἐσένα», ἐνῶ τό παιδί μέ τήν ἴδια του τήν ὕπαρξι ἀπαντᾶ «ὁ κόσμος μπορεῖ νά γίνει διαφορετικός μετά ἀπό ἐσένα» Βλ. HannahArendt, Η ανθρώπινη κατάσταση, μτφρ. Πέτρος Γεωργίου (Αθήνα: Πατάκη, 2020)· Μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος, μτφρ. Γιώργος Ν. Μερτίκας (Αθήνα: Λεβιάθαν, 1996)
- Χαρακτηριστικό εἶναι τό κείμενο τοῦ Βάλτερ Πούχνερ στό: «Tα γηρατειά στην παραδοσιακή λαϊκή αντίληψη. Από τον σεβασμό στην απαξίωση»: periou.gr: «Ο ηλικιωμένος εκτιμάται για την εμπειρία και τη γνωστικότητά του, συμμετέχει στη δημογεροντία και άλλες μορφές παραδοσιακής αυτοδιοίκησης, γελοιοποιείται όμως για τις περιορισμένες σεξουαλικές του επιδόσεις, τη φλυαρία του για το παρελθόν και τα ανδραγαθήματά του, για τη σωματική του αδυναμία εν γένει. Με τη σάτιρα αυτή «τιμωρείται» για το γεγονός, πως από εμφάνιση, σωματική κατάσταση και συμπεριφορά δεν ανταποκρίνεται πια στο ιδανικό του αντρικού ρόλου. Κατ’ αναλογίαν η γερόντισσα κατέχει τιμημένη θέση στην κοινωνία με σημαντικές ελευθερίες, ιδίως όταν είναι πολύτεκνη αγορομάνα που έχει εκπληρώσει τον σκοπό της ζωής της, κυρίως για τις διαγνωστικές και θεραπευτικές γνώσεις της, για τις σχέσεις της με τις υπερφυσικές δυνάμεις (μαγικές πρακτικές) και τις προγνωστικές ικανότητές της λόγω πείρας[1]. Ως ερωτοτροπούσα γριά όμως σατιρίζεται σε παροιμίες, σκωπτικά τραγούδια και αποκριάτικες μεταμφιέσεις, επιδεικνύοντας μια συμπεριφορά που δεν αρμόζει στη γυναίκα πέραν της εμμηνόπαυσης και της κλιμακτηρίου. Η σεξουαλικότητα καθαυτή, χωρίς το στόχο και το τέλος της τεκνογονίας, θεωρείται γκροτέσκα και γελοία, και σατιρίζεται ποικιλοτρόπως».
Βιβλιογραφία
1. Άλκης Γούναρης, HannahArendt: η «αιρετική» φιλόσοφος και η κοινοτοπία του κακού, https://alkisgounaris.gr/gr/archives/hannah-arendt
- Αννα Π. Βακάλη , Ελένη Σιόντη, Αυτοβιογραφική αφήγηση και εκπαιδευτική πρακτική: Η ανάπτυξη αφηγηματικής ταυτότητας ως εργαλείο ενδυνάμωσης και μάθησης,//pasithee.library.upatras.gr› culture›
- Βάλτερ Πούχνερ: Tα γηρατειά στην παραδοσιακή λαϊκή αντίληψη. Από τον σεβασμό στην απαξίωση, www.periou.gr/valter-pouchner-ta-girateia,7 / 10/ 2023
4. Βασίλης Ρωμανός, Η HANNAH ARENDT, ΚΑΙ H ΙΔΕΑ ΜΙΑΣ ΑΥΤΟ ΑΝΑΦΟΡΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ, https://pandemos-api.panteion.gr/server/api/core/bitstreams/7eebcc02-
5. ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΟΥ, Χαρακτηριστικά Ηλικιωμένων Ατόμων, search. library.upatras.gr › kallipos-11
6. Βίκυ Ιακώβου, Ε. Λεβινά: «Τα δικαιώματα του ανθρώπου και τα δικαιώματα του άλλου ανθρώπου», επιλογή-μτφρ. Βίκυ Ιακώβου, Ένεκεν, τχ. 38, Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2015, σσ. 57-67.
7. Βίρζμπα Νόρμαν, Εμανουέλ Λεβινάς, https://www-ebsco-com.translate.goog/research
- Γιώργος Βλειώρας, Αναστασία Κοντοστόλη , Δέσποινα Μασκλαβάνου, Άννα Μαρίνα Στεργίου και Άννα Τσολάκη(Συλλογικό), Μια φορά κι έναν καιρό ήταν…: Μια εισαγωγή στην έννοια της αφηγηματικής ταυτότητας, ΤΟ ΒΗΜΑ ΤΩΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ, Τόμος 23ος, τεύχος 80, 2025
9. ΖΗΡΑΣ ΚΑΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ, ΑΓΑΛΟΠΟΥΛΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ, «ΤΡΙΤΗ ΗΛΙΚΙΑ: ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΠΡΟΝΟΙΑΣ, ΠΑΤΡΑ 2015
10. Ιορδάνης Παπαδόπουλος, Η ΣΚΕΨΗ ΤΗΣ HANNAH ARENDT: Άνθρωποι και Κοινωνία σε Χρόνους Ζοφερούς, //www.semifind.gr/seminaria/view/Seminario/37466
11. Κλερ Γκίμπσον και Χάριετ Άλεν, Η Γήρανση: μια βιολογική και ψυχολογική προοπτική, openpress-sussex-ac-uk.translate.goog
12. ΜΥΡΩΝΑ ΖΑΧΑΡΑΚΗ, Η ΧάνναΆρεντ και η αλλοτρίωση του σύγχρονου κόσμου, /neoplanodion.gr/2020/12/06
13. ΝΑΖΛΙΔΟΥ ΕΛΕΝΑ-ΙΩΑΝΝΑ, Η ΣΧΕΣΗ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΝΟΗΣΗΣ - ΓΝΩΣΤΙΚΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ ΣΕ ΗΛΙΚΙΩΜΕΝΑ ΑΤΟΜΑ: ΣΥΓΚΡΙΣΗ ΜΕ ΝΕΟΥΣ ΚΑΙ ΜΕΣΗΛΙΚΕΣ, Θεσσαλονίκη, 2014
14. ΝΑΛΜΠΑΝΤΙΔΗ ΣΤΕΡΓΙΟΥ, ΔΙΕΡΕΥΝΗΣΗ ΤΩΝ ΠΡΟΣΔΟΚΙΩΝ ΤΩΝ ΑΤΟΜΩΝ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΓΗΡΑΝΣΗ, Μάρτιος 2021
15. Ρίκη Βαν Μπούσχοτεν, Ανάποδα χρόνια: Συλλογική μνήμη και ιστορία στο Ζιάκα Γρεβενών (1900–1950) (Αθήνα: Πλέθρον, 1997
16. RIMA GHAZALEH, Ο ΤΡΟΠΟΣ ΖΩΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΗΘΙΚΟ ΤΩΝ ΗΛΙΚΙΩΜΕΝΩΝ, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 2012
17. ΣΤΟΓΙΑΝΝΙΔΟΥ ΚΛΕΟΠΑΤΡΑΣ, Η ΣΧΕΣΗ ΤΗΣ ΦΥΣΙΚΗΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ ΜΕ ΤΟ ΑΥΤΟΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑ, ΤΗΝ ΑΥΤΟΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΑΤΑΘΛΙΨΗ ΣΕ ΗΛΙΚΙΩΜΕΝΑ ΑΤΟΜΑ, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 2011
18. Χρήστος Μαρσέλος, Εμμανουέλ Λεβινάς, Η φιλοσοφία και η ιδέα του απείρου, /www. frenchphilosophy.gr/wp-content/uploads/2013/11/Levinas
19. Axel Honneth, The Struggle for Recognition: The Moral Grammar of Social Conflicts, trans. Joel Anderson (Cambridge, MA: MIT Press, 1995
20. Emmanuel Levinas, Ηθική και άπειρο: Διάλογοι με τον ΦιλίπΝεμό, μτφρ. Κωστής Παπαγιώργης (Αθήνα: Ίνδικτος, 2007
21. EmmanuelLevinas, Ολότητα και άπειρο: Δοκίμιο για την εξωτερικότητα, μτφρ. Κωστής Παπαγιώργης (Αθήνα: Εξάντας, 1989
22. EmmanuelLevinas, Από την ύπαρξη στο υπάρχον, μτφρ. Κωστής Παπαγιώργης, Ίνδικτος, Αθήνα 1996.
23. Erik H. Erikson, Childhood and Society, 2nd ed. (New York: W. W. Norton, 1963
24. HannahArendt, Η ανθρώπινη κατάσταση, μτφρ. ΠέτροςΓεωργίου (Αθήνα: Πατάκης, 2020
25. ImmanuelKant, Τα θεμέλια της μεταφυσικής των ηθών, εισαγωγή–μτφρ.–σχόλια Γιάννης Τζαβάρας, 2η έκδ. (Αθήνα–Γιάννινα: Δωδώνη, 2013
26. MartinHeidegger, Είναι και χρόνος, μτφρ.–επιμ. Γιάννης Τζαβάρας (Αθήνα: Δωδώνη
27. PaulThompson, Φωνές από το παρελθόν: Προφορική ιστορία, μτφρ. Ρίκη Βαν Μπούσχοτεν – Νίκος Ποταμιάνος, επιμ. Ρίκη Βαν Μπούσχοτεν – Κωνσταντίνα Μπάδα (Αθήνα: Πλέθρον, 2002
28. Simone de Beauvoir, La Vieillesse (Paris: Gallimard, 1970).
Αδελφότητα Ζωτικιωτών Αθήνας”






















