adelfotita  Αδελφότητα Ζωτικιωτών Αθήνας”

Σύλλογος Ζωτικιωτών "Η ΒΡΥΤΖΑΧΑ"   

Σύνδεση / εγγραφή

Αρχείο φωτογραφιών

Η Αδελφότητα Ζωτικιωτών στο Facebook

zotiko 2

Ο Σύλλογος Ζωτικιωτών στο Facebook

vrytzacha

Διαδικτυυακές Δημ. Υπηρεσίες

Screenshot 2023 04 27 at 1.38.35 PM

Ελληνικό Κτηματολόγιο

Screenshot 2023 04 27 at 1.48.41 PM

Α.Α.Δ.Ε.

Screenshot 2023 04 27 at 10.27.29 PM

Screenshot 2023 04 28 at 12.10.11 AM

Αρχική

Ο χαιρετισμός ως πολιτισμική, φιλοσοφική και θεολογική πράξι

Ἀπό τό «χαῖρε» τῆς ἀρχαίας πόλεως, στό «εἰρήνη σοι»

τῆς ἐκκλησιαστικῆς σύναξης καί στήν νεωτερική του ἀποδυνάμωσι

 

Δημητρίου Μίχα, φιλολόγου

Εἰσαγωγικά: ὁ χαιρετισμός ὡς θεμελιώδης λόγος 

Ὁ χαιρετισμός, ἄν καί συχνά ἀντιμετωπίζεται ὡς τυπικό κοινωνικό σχῆμα, συνιστᾶ στόν ἑλληνικό καί βυζαντινό πολιτισμό θεμελιώδη πρᾶξι λόγου μέ ἔντονο ἠθικό, ὀντολογικό καί ἐκκλησιολογικό περιεχόμενο. Στίς ἀρχαῖες  ἑλληνικές καί βυζαντινές κοινωνίες, δέν λειτουργεῖ ὡς ἁπλό κοινωνικό «σῆμα εἰσόδου» στήν διαπροσωπική ἐπικοινωνία.

Ἀποτελεῖ πρᾶξι ἀναγνώρισης τοῦ "ἄλλου", πρᾶξι λόγου μέ ἠθικό, ὑπαρξιακό καί κοσμοθεωρητικό βάθος. Ὅταν ὁ ἀρχαῖος λέγει «χαῖρε»,Ἔρρωσο, Εὖ πράττειν , Τί ποιεῖς; ἤ ὁ Βυζαντινός ἐκτός ἀπό αὐτά καί τά «Χαῖρε, Εἰρήνη σοι», Πῶς διάγεις; / Πῶς ἔχεις, καί ἄλλες εὐχές χρόνου ἤ κύκλου τῆς ζωῆς: Ἔτη πολλά / Εἰς πολλά ἔτη, Εὐλογημένος μήν (μήνας), Καλόν τό φῶς,[1] κ.λπ., δέν δηλώνει ἁπλῶς παρουσία, ἀλλά ἐκφέρει εὐχή χαρᾶς, δηλαδή πλήρους ζωῆς. Ὁ λόγος προηγεῖται τῆς πληροφορίας καί τήν νοηματοδοτεῖ.

Στόν ἀρχαιοελληνικό κόσμο, τό «πῶς ἔχεις;» (πῶς εἶσαι;)» καί τό «τί ποιεῖς;» (τί κάνεις;) δέν εἶναι τυπικές ἐρωτήσεις εὐγένειας. Ρωτοῦν γιά τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο κάποιος διάγει τόν βίο του, πώς πραγματώνει τήν ὕπαρξι του μέσα στόν κόσμο. Ὁ χαιρετισμός ἐγγράφεται ἔτσι στό ἴδιο πεδίο μέ τήν ἠθική καί τήν πρᾶξι, εἶναι «ἦθος», μορφή φιλοσοφίας τς καθημερινότητας.

Ἐπίσης στήν βυζαντινή παράδοσι, χωρίς νά καταργεῖται ἡ σημασιολογική αὐτή κλασσική πυκνότητα, μετατοπίζεται νοηματικά καί διευρύνεται. Γιά παράδειγμα τό «εἰρήνη σοι» δέν ἀφορᾶ μόνο τήν κοινωνική ἁρμονία ἀλλά καί τήν σχέσι τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν ἴδιο ἑαυτό του, μέ τόν ἄλλον (πλησίον) καί μέ τόν Θεό, ὡς τρόπο καί βίωμα σχέσης. Ὁ χαιρετισμός γίνεται εὐχή συμφιλίωσης τοῦ προσώπου μέ τόν κόσμο καί τήν κοινωνία και «τῇ θείᾳ  παρουσίᾳ» (μέ τήν βοήθεια τοῦ Θεοῦ). Παράλληλα, ἐκφράσεις ὅπως «εἰς πολλά ἔτη» ἤ «εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος» δηλώνουν ὅτι ὁ χρόνος καί ἡ παρουσία δέν εἶναι οὐδέτερα μεγέθη, ἀλλά θεία δῶρα.

Φαίνεται λοιπόν ὅτι ὁ «Χαιρετισμός» στήν ἑλληνική γλωσσική καί πολιτισμική ἐμπειρία, δέν λειτουργεῖ ἁπλῶς ὡς μηχανισμός ἔναρξης τῆς ἐπικοινωνίας. Ἀποτελεῖ πρωτογενῆ πρᾶξι λόγου, μέσω τῆς ὁποίας ὁ ἄνθρωπος ἀναγνωρίζει τόν "ἄλλον" ὡς πρόσωπο, ὡς τήν κατ' εἰκόνα θεοῦ, καί τόν ἐντάσσει σέ ἕναν κοινό κόσμο νοήματος προσδιορίζοντας ἐκ τῶν προτέρων τόν ἠθικό τόνο τῆς σχέσης.

Ὁ χαιρετισμός ἔτσι  δέν περιγράφει μιά τυπική εἰκόνα συνάντησης, ἀλλά  ἐπιτελεῖ λειτουργία οὐσιαστικῆς σχέσης. Ἡ παρατήρησι αὐτή ἀποκτᾶ ἰδιαίτερη σημασία ἄν ληφθῆ ὑπόψιν ὅτι τόσο στήν ἀρχαιοελληνική ὅσο καί στήν βυζαντινή παράδοσι ἀπουσιάζουν οι «οὐδέτεροι χαιρετισμοί»[2], οι χωρίς δηλαδή νόημα συνύπαρξης. Κάθε προσφώνησι φέρνει εὐχή, ἀξιολογική φόρτισι καί μιά κοσμοαντίληψι.

Ξεκινώντας ἀπό τήν «ἐπίσκεψι ὀνόματος», διαπιστώνουμε ὅτι ὁ βασικός ἀρχαῖος χαιρετισμός «χαῖρε» ἑδράζεται στό ρῆμα χαίρω, τό ὁποῖο δέν δηλώνει ἁπλῶς ψυχική εὐθυμία, ἀλλά κατάστασι πληρότητας τοῦ βίου. (Λεξ. Σταματάκου, σελ.1097) Ἡ χαρά, στόν κλασσικό ἑλληνικό στοχασμό, δέν εἶναι συναίσθημα στιγμῆς ἀλλά καρπός ὀρθῆς ζωῆς. Στόν Πλάτων, ἰδίως στόν Φίληβο καί στήν Πολιτεία, ἡ ἀληθινή χαρά συνδέεται ἀπόλυτα μέ τήν ἁρμονία τῆς ψυχῆς καί τήν συμμετοχή στό ἀγαθό[3]. Ὁ χαιρετισμός «χαῖρε» λειτουργεῖ, συνεπῶς, ὡς εὐχή εὐδαιμονίας, ὡς πρόσκλησι πρός ἕναν τρόπο ὕπαρξης πού ὑπερβαίνει τό ἀτομικό συμφέρον. Ὁ λόγος τῆς καθημερινότητας ἀντλεῖ ἔτσι κῦρος ἀπό τήν ἴδια τήν ἠθική φιλοσοφία τῆς Ἀρετῆς: τῆς εὖ - φροσύνης, καί ὄχι τοῦ ἐπιθυμητικοῦ τῆς τέρψης.

Ἑπομένως, οἱ ἐρωτήσεις «τί ποιεῖς;» καί «πῶς ἔχεις;», πού ἀπαντοῦν συχνά στήν κλασσική γραμματεία, δέν ἔχουν τόν τυπικό χαρακτῆρα τοῦ σύγχρονου «ἐθιμικοῦ λεκτικοῦ: «τί κάνεις;, πώς εἶσαι; Εἶσαι καλά;». Τό ἀρχαῖο ρῆμα ποιεῖν δηλώνει πρᾶξι μέ κατεύθυνσι καί εὐθύνη, μέ εὐφροσύνη καί εὐβουλία.

Στόν Ἀριστοτέλη, (Ἠθικά Νικομάχεια, VI), ἡ πρᾶξι ἀποκαλύπτει τό ἦθος τοῦ δρῶντος καί συγκροτεῖ τήν ταυτότητα του. Ὁ χαιρετισμός μετατρέπεται ἔτσι σέ σιωπηρή ἠθική ἀξιολόγησι: δέν ρωτᾶ ἁπλῶς γιά δραστηριότητες, ἀλλά γιά τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο κάποιος πραγματώνει τόν βίο του.[4]

Ἀπό το «χαῖρε»- τήν χαρά, στό «Εἰρήνη σοί» - στήν εἰρήνη:

ἡ χριστιανική μετατόπισι τοῦ χαιρετισμοῦ.

Ἡ χριστιανική παράδοσι δέν ἀπορρίπτει τό «χαῖρε»[5], ἀλλά τό ἐντάσσει σέ νέο θεολογικό ὁρίζοντα. Κεντρικός χαιρετισμός καθίσταται τό «εἰρήνη σοί», τό ὁποῖο δέν ἀφορᾶ μόνο κοινωνική γαλήνη, ἀλλά σχέσι συμφιλίωσης ἀνθρώπου, κόσμου καί Θεοῦ. Στίς ἐπιστολές του ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, τόν χαιρετισμό τόν ἀποδίδει σύνθετο, π.χ.: «χάρις ὑμῖν καί εἰρήνη» (Ρωμ.1.7, Κορνθ.Α’1.3., Β’1.2, Εφεσ. κ.πλ.), ὁ ὁποῖος δέν εἶναι ἁπλή ἔκφρασι ρητορικοῦ σχήματος, ἀλλά συμπύκνωσι τῆς σωτηριολογικής ἐμπειρίας: ἡ εἰρήνη πηγάζει ἀπό τήν χάρι καί θεμελιώνει τήν κοινότητα. Ὁ χαιρετισμός ἀποκτᾶ οὐσία πνευματικῆς – ψυχικῆς ἑνότητας καί μέ πυκνό περιεχόμενο «συλλογικότητας» καί «ἐκκλησιολογίας» περί τῆς «καινῆς» πίστης.

Οἱ Πατέρες δέ, τῆς Ἐκκλησίας ἀπέδωσαν καί αὐτοί ἰδιαίτερη σημασία στόν χαιρετισμό ὡς δείκτη πνευματικῆς στάσης. Ὁ Μέγας Βασίλειος, στίς ἐπιστολές του, τονίζει ὅτι ἡ εὐχή χαιρετισμοῦ προηγεῖται τῆς διδασκαλίας, καί ὅτι χωρίς ἀγαθή προσφώνησι, ὁ λόγος καθίσταται «στεῖρος», «ψυχρός» καί ἀτελέσφορος (Ἐπιστολαί, PG 32, 737). Ἡ παρατήρησι αὐτή δέν ἀφορᾶ ἁπλῶς τήν ρητορική εὐγένεια, ἀλλά τήν ἴδια τήν δυνατότητα ἐπικοινωνίας.

Ὁ Ἰωάννης Χρυσόστομος ἑρμηνεύει τό λειτουργικό «εἰρήνη πᾶσι» ὡς προϋπόθεσι τῆς ἐκκλησιαστικῆς σύναξης. Ἡ εἰρήνη δέν εἶναι εὐχή ἐκ τοῦ περισσοῦ, ἀλλά ὅρος δυνατότητας τῆς κοινῆς λατρείας καί τῆς κοινωνίας τῶν προσώπων. «Οὐκ εἶπεν· εἰρήνην ἔχετε, ἀλλά· εἰρήνη ὑμῖν» (PG 61, 418). Ἡ διάκρισι αὐτή ἔχει καίρια ἀνθρωπολογική σημασία. Τό πρόσωπο δέν προσεγγίζεται ὡς φορέας ψυχολογικῆς κατάστασης, ἀλλά ὡς δέκτης σχέσης. Ὁ χαιρετισμός δέν περιγράφει τόν ἄλλον· τόν τοποθετεῖ μέσα σέ ἕναν χῶρο δωρεᾶς καί κοινωνίας.

Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ἐπίσης, συνδέει ρητά τόν χαιρετισμό μέ τήν ἀγάπη: πρῶτα ἡ προσφώνησι, τονίζει, καί ἔπειτα ὁ διάλογος. Χωρίς αὐτή τήν προηγούμενη πρᾶξι ἀγάπης, ὁ λόγος καθίσταται «τραχύς» (Λόγοι, PG 35–36, 432). Ἡ πατερική αὐτή διαπίστωσι εἶναι ἰδιαιτέρως ἐπίκαιρη: ὁ λόγος πού ἀποσπᾶται ἀπό τήν σχέσι χάνει τόν προσωπικό του χαρακτῆρα καί κινδυνεύει νά μεταβληθῆ σέ βία. Ὁ χαιρετισμός λειτουργεῖ ὡς ἀναχαίτισι τοῦ τυπικοῦ μηχανισμοῦ τοῦ λόγου.

Θά ἀναφέρουμε καί τόν Μάξιμο τόν Ὁμολογητή, ἐπειδή ὁ χαιρετισμός φθάνει στήν ἀνθρωπολογική κορύφωσι τῆς πατερικῆς θεώρησης, ὅταν ὁρίζει τήν «Εἰρήνη» ὡς «ἡ τῶν διαφερόντων ἕνωσις» (Ambigua, PG 91, 1088). Ἡ Εἰρήνη, ἐδῶ ἐκφράζει τήν ἑνότητα ἐκείνων πού διαφέρουν μεταξύ τους. Ἔτσι ὁ ὁρισμός αὐτός δέν ἀνήκει στό ἐπίπεδο τῆς ἠθικῆς ἐπικοινωνίας καί συμβίωσης ἤ τῆς κοινωνικῆς ἰσορροπίας μέ ἔκφρασι αἰσθημάτων ἐκτίμησης καί ἀποδοχῆς ἁπλῶς, ἀλλά «μετατίθεται» στό ἐπίπεδο τῆς ὀντολογίας τοῦ «εἶναι». Ὁ Χαιρετισμός – εὐχή: τῆς «Εἰρήνης» δηλώνει τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο ἡ ὕπαρξι ὑπερβαίνει τήν διάσπασι, χωρίς νά ἀναιρεῖ τήν διαφορά.

Στό ἔργο τοῦ Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, ἡ «ἕνωσις» δέν νοεῖται ποτέ ὡς συγχώνευσι ἤ ἐξάλειψι τῆς ἑτερότητας, ἡ ἰδιότητα δηλ. τοῦ νά «εἶναι» κανείς διαφορετικός, ἡ ἀναφερόμενη στήν ἀναγνώρισι καί στόν σεβασμό τῆς διαφορετικότητας τοῦ «Ἄλλου: καταγωγή, φύλλο, ἀξίες, πολιτισμός, κ.λπ.). Ἐκεῖνος πού πράγματι «εἰρηνεύει» δέν καταργεῖ τήν διαφορά, ἀλλά τήν ἐχθρότητα. Ἀντιθέτως, ἡ διαφορά διασώζεται καί καθίσταται προϋπόθεσι τῆς κοινωνίας. Ἡ εἰρήνη “δέν εἶναι ἐθιμική ὁμοιομορφία”, ἀλλά ἐνεργητική, συμφιλίωσι τῆς πολλαπλότητας σέ κοινό τρόπο ὕπαρξης. Ἔτσι, ὁ ὁρισμός αὐτός ὑπερβαίνει τήν ἠθική ἤ ψυχολογική κατανόησι τῆς εἰρήνης καί δηλώνει ἕναν τρόπο συνύπαρξης, «κοινωνίας ἐπί τῷ αὐτῷ», ὅπου ἡ διαφορά ὄχι μόνο δέν καταργεῖται, ἀλλά παύει νά λειτουργεῖ διαιρετικά καί ἀδελφοποιεῖ. Συγκεκριμένα ὁ Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής γράφει: «Ἐκεῖνος πού πράγματι εἰρηνεύει δέν καταργεῖ τήν διαφορά, ἀλλά τήν ἐχθρότητα»[6]. Καί «Τό μυστήριο τῆς εἰρήνης εἶναι ἡ συμφιλίωσι τῶν πάντων μεταξύ τους, ἔτσι ὥστε ὅσα βρίσκονταν σέ διάστασι νά μήν ἀντιτίθενται πλέον, ἀλλά νά ἀναφέρονται σέ μία κοινή κοινωνία»[7]. Ὑπό αὐτό λοιπόν τό πρῖσμα, ὁ χαιρετισμός «εἰρήνη σοί» δέν λειτουργεῖ ὡς ἁπλή εὐχή ψυχικῆς γαλήνης, ἀλλά ὡς πρόσκλησι σέ σχέσι, ὅπου τό πρόσωπο ἀναγνωρίζεται ὡς μοναδικό καί συγχρόνως ἀνοικτό στήν κοινωνία. Ὁ χαιρετισμός προεικονίζει ἔτσι, σέ μικροκλίμακα, τόν ἐκκλησιαστικό τρόπο ὕπαρξης τοῦ προσώπου: ἑνότητα χωρίς σύγχυσι, κοινωνία χωρίς ἄρσι τῆς διαφορᾶς.

Ὡς ἐκ τούτου, Στήν πατερική ἀνθρωπολογία, ὁ χαιρετισμός δέν εἶναι περιθωριακή χειρονομία, ἀλλά πυκνή πρᾶξι λόγου πού ἀποκαλύπτει τί σημαίνει πρόσωπο, σχέσι καί κοινωνία. Προηγεῖται τοῦ λόγου, διότι προηγεῖται ἡ ἀγάπη· προηγεῖται τῆς ἐπικοινωνίας, διότι θεμελιώνει τήν κοινωνία. Σέ ἕναν κόσμο φιλαυτίας, ὅπου ὁ λόγος συχνά ἀπογυμνώνεται ἀπό τή σχέσι, ἡ πατερική κατανόησι τοῦ χαιρετισμοῦ ὑπενθυμίζει ὅτι κάθε ἀληθινός λόγος ἀρχίζει μέ ἀναγνώρισι τοῦ ἄλλου, ἐν ἀγάπῃ», ἡ ὁποία λειτουργεῖ ὡς ἑνωτική δύναμι πού ἀποκαθιστᾶ τήν σχέσι χωρίς νά καταργεῖ τήν ἑτερότητα. «Ἀγάπη εἶναι ἡ ἀγαθή κατάστασι τῆς ψυχῆς, κατά τήν ὁποία ὁ ἄνθρωπος δέν προτιμᾶ τίποτε ἀπό τά ὄντα περισσότερο ἀπό τήν γνῶσι τοῦ Θεοῦ».[8]

Χρόνος και χαιρετισμός: Χρόνια Πολλά, «εἰς πολλὰ ἔτη»

Ἰδιαίτερη κατηγορία χαιρετισμῶν ἀποτελοῦν οἱ χρονικές εὐχές. Τό, «εἰς πολλά ἔτη» τῶν Βυζαντινῶν δέν δηλώνει ἁπλῶς μακροημέρευσι, ἀλλά εὐχή χρόνου βιώσιμου καί σωτηριώδους. Στήν πρό -νεωτερική ἐμπειρία, ὁ χρόνος δέν εἶναι οὐδέτερη μέτρησι, ἀλλά χῶρος πραγμάτωσης τοῦ βίου. Ἡ ἐπιβίωσι τῆς εὐχῆς στό νεοελληνικό «Χρόνια Πολλά» καί «Ὑγιῆ»,«Εὐτυχισμένα», (τῶν ἀρχαίων Ἔρρωσο, Εὔρωστα, ὄλβια), μαρτυρεῖ τήν διάρκεια αὐτῆς τῆς πολιτισμικῆς μνήμης, ἀκόμη κι' ἄν τό περιεχόμενο της συχνά λησμονεῖται.

Ἡ νεωτερικότητα εἰσάγει ριζική μεταβολή στήν λειτουργία τοῦ χαιρετισμοῦ. Ἡ ἐπιτάχυνσι τοῦ χρόνου, ἡ ἐργαλειακή χρῆσι τῆς γλώσσας καί ἡ κυριαρχία τῆς πληροφορίας ὁδηγοῦν σέ σημασιολογική ἀπογύμνωσι τῶν προσφωνήσεων. Τό «γειά» λειτουργεῖ πλέον ὡς ἠχητικό ἴχνος παρουσίας, ὄχι ὡς εὐχή ἤ ἀναγνώρισι νοημάτων.

Ἡ ἀποδιάρθρωσι αὐτή συνδέεται μέ τήν γενικώτερη κρίσι τοῦ λόγου, ὅπως ἔχει ἐπισημανθῆ ἀπό τήν νεωτερική φιλοσοφία καί κοινωνική θεωρία: ὁ λόγος παύει νά εἶναι φορέας σχέσης καί καθίσταται μέσο διαχείρισης. Ὁ χαιρετισμός, ἀποσπασμένος ἀπό τήν ἠθική καί τήν μεταφυσική του ρίζα, μετατρέπεται σέ κοινωνικό ἀντανακλαστικό μηχανιστικῆς ὁμοιομορφίας[9].

Ὡστόσο, ἡ πλήρης ἐξαφάνισι δέν ἐπέρχεται. Σέ ὁριακές στιγμές (ἑορτές, θάνατος, κοινή λατρεία), ἐπανεμφανίζονται οἱ παλαιές εὐχές, ἀποκαλύπτοντας ὅτι ἡ πολιτισμική μνήμη τοῦ χαιρετισμοῦ παραμένει ἐνεργή, ἔστω ὑπόγεια.

Ἀνακεφαλαίωσι πρώτης Ἑνότητας.  

Ὁ λεκτικός χαιρετισμός, ὅσο λιτός καί ἄν φαίνεται στήν μορφή του, δέν εἶναι ποτέ οὐδέτερος ὡς πρός τό περιεχόμενο. Ἀποτελεῖ τό ἐλάχιστο, ἀλλά ἀποκαλυπτικό, γλωσσικό ἴχνος τῆς βιοθεωρίας κάθε ἐποχῆς. Τό «χαῖρε», τό «εἰρήνη σοί», τό «χρόνια πολλά» ἤ ἀκόμη καί τό σύγχρονο «γειά» δέν λειτουργοῦν ἁπλῶς ὡς κοινωνικοί μηχανισμοί ἐπαφῆς, ἀλλά ὡς συμπυκνωμένες δηλώσεις γιά τό πῶς νοεῖται ὁ ἄνθρωπος, ὁ χρόνος καί ἡ σχέσι μέ τόν ἄλλον. Τό γλωσσικό ἔνδυμα τοῦ χαιρετισμοῦ κρύβει – ἤ ἀποκαλύπτει – τό βάθος τῆς πολιτισμικῆς αὐτοκατανόησης μιᾶς κοινότητας.

Ὅταν ὁ χαιρετισμός ἐκφέρει εὐχή χαρᾶς, εὐτυχίας, εἰρήνης, προϋποθέτει ἕναν ἄνθρωπο πού δέν νοεῖται αὐτάρκης, ἀλλά ἐκτεθειμένος στήν σχέσι μέ τόν «Ἄλλον. Σέ σχέσι μέ ἕναν χρόνο πού δέν μετριέται ἁπλῶς, ἀλλά βιώνεται· μέ ἕναν λόγο πού δέν ἐξαντλεῖται στήν πληροφορία, ἀλλά λειτουργεῖ ὡς ἀναγνώρισι τοῦ προσώπου. Ἀντίστροφα, ἡ νεωτερική ἀπογύμνωσι τοῦ χαιρετισμοῦ ἀντανακλᾶ μιά μετατόπισι τῆς ἀνθρωπολογίας σέ ἐπιφανειακή ψυχολογική ἑρμηνεία (ποιός ἔχει τήν πρωτοβουλία, ἄν εἶναι διπλή σφίγγοντας μέ τά δύο μας χέρια τήν παλάμη τοῦ ἄλλου, ἄν εἶναι χαλαρή, ψυχρή, θερμή, ἄψυχη, ὑπερβολική, ὑποκριτική, κ.λπ.): μετάθεσι ἐπίσης ἀπό τό πρόσωπο στό ἄτομο, ἀπό τήν σχέσι στήν λειτουργικότητα, ἀπό τήν σημασία στήν ταχύτητα, ἀπό τήν οὐσία στόν τύπο κ.λπ..

Ὑπό αὐτή τήν ὀπτική, ὁ χαιρετισμός δέν εἶναι ἁπλῶς προθάλαμος τῆς ἐπικοινωνίας, ἀλλά μικρό ἀνθρωπολογικό γεγονός. Στό ἐλάχιστο αὐτό γλωσσικό συμβάν διακρίνεται, ἄν μιά ἐποχή ἀκόμη πιστεύει, ὅτι ὁ ἄνθρωπος ὁρίζεται ἀπό τήν σχέσι ἤ ἄν ἔχει ἤδη ἀποδεχθῆ τήν μοναξιά τῆς αὐτάρκειας. Γι’ αὐτό καί ἡ μελέτη τοῦ χαιρετισμοῦ δέν ἀφορᾶ μόνο τήν γλώσσα ἤ τήν εὐγένεια, ἀλλά ἀγγίζει τόν πυρήνα τῆς πολιτισμικῆς αὐτοσυνείδησης: ἐκεῖ ὅπου ἡ καθημερινή λέξι γίνεται φορέας νοήματος καί ὁ λόγος, ἔστω καί στιγμιαῖα, ὑπερβαίνει τόν ἑαυτό του γιά νά συναντήσει τόν ἄλλον.

Ὁ χαιρετισμός ὡς ἐνσώματη πρᾶξι: χειραψία, ἀσπασμός καί ἐναγκαλισμός, (ἀρχαιότητα – Βυζάντιο)

 

Ο βασιλιάς των Ασσυρίων Σαλμανασέρ Γ΄ (δεξιά) σφίγγch-1.jpgει το χέρι του Βαβυλώνιου βασιλιά Μαρδούκ Ζακίρ Σουμί Α΄ (αριστερά), 9ος αιώνας π.Χ. (el.wikipedia)

«Ὁ χαιρετισμός στήν ἀρχαιότητα καί στό Βυζάντιο δέν περιορίζεται στόν λόγο, ἀλλά ἐκδηλώνεται καί ἐνσώματα, μέσω τῆς χειραψίας, τοῦ ἀσπασμοῦ καί, σέ ποιό οἰκεῖες περιστάσεις, τοῦ ἐναγκαλισμοῦ. Οἱ πράξεις αὐτές τεκμηριώνονται τόσο φιλολογικά ὅσο καί εἰκονογραφικά (5ος αἱ. π.Χ.–βυζαντινή περίοδος) καί δηλώνουν διαβαθμίσεις σχέσης, ἀπό τή δημόσια ἰσοτιμία ἕως τήν εκκλησιολογική κοινωνία.»

Στήν ἀρχαία ἑλληνική κοινωνία, ὁ χαιρετισμός δέν περιοριζόταν στόν λόγο, ἀλλά ἐκδηλωνόταν συχνά ὡς ἐνσώματη πρᾶξι, μέ σαφῶς προσδιορισμένη κοινωνική σημασία. Ἡ πλέον τεκμηριωμένη μορφή ch 3εἶναι ἡ χειραψία, ἡ ὁποία ποδιδόταν περιφραστικά: δεξιὰν (χείρα) διδόναι / λαμβάνειν, δεξιὰς (ἀλλήλων) λαβεῖν, κτλ, ἡ ὁποία ἀπαντᾶ τόσο σέ φιλολογικές μαρτυρίες ὅσο καί σέ πλούσιο εἰκονογραφικό ὑλικό. Ἐπιτύμβιες στῆλες τοῦ 5ου καί 4ου αἱ. π.Χ., ἰδίως ἀπό τόν Κεραμεικό, ἀπεικονίζουν τόν νεκρό καί τόν ζῶντα νά σφίγγουν τά δεξιά τους χέρια, σέ πρᾶξι πού δηλώνει ἰσοτιμία, ἀποχαιρετισμό καί ἀναγνώρισι προσώπου. [10

Ἡ «χειραψία» δέν ἀποτελοῦσε τυπικό χαιρετισμό καθημερινῆς εὐγένειας, ἀλλά πρᾶξι μέ βαρύ συμβολισμό: συνοδεύει συμφωνίες, συμφιλιώσεις καί μεταβάσεις σχέσης, ὅπως μαρτυροῦν ὁ Ευριπίδης στην Μήδεια, όπου «ἀνακαλεῖ δὲ δεξιάς,/ πίστιν μεγίστην» και στην Ιφιγένεια εν Αυλίδι, στον οποίο ο χαιρετισμός από την μία νοηματοδοτεί την χειραψία, ως ανάκλησι της δέσμευσης που είχε δοθή ως εγγύησι πίστης, και από την άλλη στην περίπτωσι της Ιφιγένειας, ενέχει ισχύ νομικής και ιερής πράξης. Στον Ξενοφώντα, στα Ελληνικά, στο επεισόδιο με τον Πέρση σατράπη Φαρνάβαζο, διακρίνεται καθαρά η διαδοχή λόγου και χειρονομίας: ο χαιρετισμός ως λέξι και η «δεξιά» ως πράξι συνυφαίνονται σε τελετουργική αναγνώρισι της σχέσης- συμφωνίας. Ο Πλούταρχος περιγράφει με τα τελεστικά συμπεριφοράς των Πυθαγορείων, μια μορφή σχέσης με ηθικό και πολιτισμικό βάθος.[11] Φυσικά στο θέμα ἀναφέρονται καί ἄλλοι συγγραφείς τῆς ἐποχῆς.

Ἀναλυτικώτερα, στά κείμενα τους «διαγράφεται» ἡ ἀρχαία ἑλληνική ἀντίληψι χρήσης τῆς «δεξιᾶς χείρας» —εἴτε ὡς δεξιάν διδόναι, εἴτε ὡς δεξιᾶς συμβαλεῖν, εἴτε ὡς ἀνακαλεῖν δεξιᾶς (χείρας): ἀποκαλύπτεται ὅτι ἡ χειραψία δέν ἀποτελεῖ ἁπλό ἐξωτερικό χαιρετισμό, ἀλλά πρᾶξι βαρύνουσα νομικά, ἠθικά καί συμβολικά. Στόν Εὐριπίδη ἡ «δεξιά» ταυτίζεται μέ τόν ὅρκο καί τήν πίστι. Ἡ Μήδεια «ἀνακαλεῖ τάς δεξιάς (τίς δοσμένες χειραψίες), τήν ὑψίστη πίστι (σάν μαρτυρία τοῦ πιό ἱεροῦὅρκου ὡς ὑπενθύμισι προδομένης δέσμευσης ἀπό τόν Ἰάσονα. Στό ἴδιο δραματικό πλαίσιο, ἡ ἕνωσι τῶν δεξιῶν χειρῶν προηγεῖται τῶν σπονδῶν καί τῶν ἐπικλήσεων κατάρας, γεγονός πού μαρτυρεῖ ὅτι ἡ χειρονομία (χειραψίας) λειτουργεῖ ὡς δημόσια ἐπικύρωσι μίας σχέσης. Ἡ «δεξιά» γίνεται, ἔτσι, συμπύκνωσι ἐμπιστοσύνης καί εὐθύνης[12]: τό σῶμα ἐγγυᾶται ὅ,τι ὁ λόγος ὁρκίζεται.

Ἀκόμη πιό διαφωτιστική εἶναι ἡ μαρτυρία τοῦ Πλουτάρχου, λέγοντας ὅτι οἱ Πυθαγόρειοι, πρίν δύσει ὁ ἥλιος, «ἕνωναν τά δεξιά τους χέρια μεταξύ τους καί, ἀφοῦ ἀσπάζονταν ὁ ἕνας τόν ἄλλον, συμφιλιώνονταν»,ἀποκαθιστώντας, σύμφωνα μέ τήν ἀντίληψί τους,  τήν κοινωνία πού εἶχε διαρραγῆ ἀπό ὀργή. Ἡ χειραψία ἔτσι προηγεῖται τῆς συμφιλίωσης καί καθίσταται τελετουργική ὑπέρβασι τῆς ρήξης. Τό σῶμα προηγεῖται τοῦ συναισθήματος καί  ἡ πρᾶξι προηγεῖται τῆς πλήρους ἐσωτερικῆς γαλήνης. Ἐδῶ ἡ «δεξιά» δέν εἶναι ἁπλῶς σύμβολο, ἀλλά πρᾶξι ἀποκατάστασης σχέσης, μιά μικρή κοινωνική καί ἠθική ἀναγέννησι.

Μέσα ἀπό αὐτή τήν διαδρομή καθίσταται σαφές ὅτι ἡ ἀρχαιοελληνική παράδοσι ἀγνοεῖ τόν «οὐδέτερο» χαιρετισμό: κάθε ἀνταλλαγή δεξιᾶς εἶναι δήλωσι πίστης, συμφιλίωσης ἤ κοινωνίας, δηλαδή μορφή πολιτισμικῆς βιοθεωρίας ἐγγεγραμμένης στό ἴδιο τό σῶμα. 

Tαφική στήλη των Θρασέα και Ευανδρίας. Μάρμαρο, περ. 375–350 π.Χ. Antikensammlung Βερολίνο, Μουσείο Περγάμου, 738

ch 5Ἀντιθέτως, ὁ ἀσπασμός καί ὁ ἐναγκαλισμός στήν ἀρχαιότητα ἐμφανίζονται περιορισμένα καί πάντοτε σέ οἰκεῖα ἤ ὁριακά συμφραζόμενα. Στήν ὁμηρική καί τραγική γραμματεία, ὁ ἀσπασμός συνοδεύει σκηνές ἐπανένωσης, ἀποχωρισμοῦ ἤ ἔντονου συναισθήματος (γονεϊκή σχέσι, συζυγική ἐπάνοδος, ἀναγνώρισι), ἐνῶ ὁ ἐναγκαλισμός κορυφώνει δραματικά τήν σχέσι, χωρίς νά λειτουργεῖ ὡς καθημερινός χαιρετισμός.[13] Ἡ εἰκονογραφία τῶν ἀγγείων τοῦ 5ου αἱ. π.Χ. ἐπιβεβαιώνει αὐτή τήν διάκρισι: οἱ σκηνές ἀσπασμοῦ ἤ ἐναγκαλισμοῦ δέν δηλώνουν κοινωνικό τύπο, ἀλλά σχέσι βαθιᾶς προσωπικῆς ἐμπλοκῆς. Ἡ ἐνσώματη χειρονομία ἐδῶ δέν ἀντικαθιστᾶ τόν λόγο, ἀλλά τόν ὑπερβαίνει.

Στό Βυζάντιο, ἡ ἐνσώματη διάστασι τοῦ χαιρετισμοῦ θεσμοθετεῖται ἐκκλησιαστικά μέ τόν ἀσπασμό τῆς εἰρήνης. Μέ ἀποστολική ἀφετηρία τό «ἀσπάσασθε ἀλλήλους ἐν φιλήματι ἁγίῳ», (Ρωμ. 16,16), ὁ ἀσπασμός ἀποκτᾶ λειτουργικό χαρακτῆρα καί προηγεῖται τῆς ευχαριστιακής ἀναφορᾶς, ὅπως περιγράφει ὁ Ἰουστῖνος ὁ Μάρτυς ἤδη

ch-4.pngτόν 2ο αἰῶνα. «Ἐπειδὰν δὲ παύσωμεν εὐχόμενοι, ἀσπαζόμεθα ἀλλήλους φιλήματι.» «Και όταν τελειώσουμε τις προσευχές, ασπαζόμαστε ο ένας τον άλλον με φίλημα.» [14] Εἰκονογραφικές μαρτυρίες ἀπό τίς κατακόμβες τῆς Ρώμης (3ος–4ος αι.) καί μεταγενέστερες βυζαντινές μικρογραφίες μαρτυροῦν ὅτι πρόκειται γιά πρᾶξι ἐκκλησιολογικής κοινωνίας, ὄχι συναισθηματικῆς οἰκειότητας. Ὁ ἐναγκαλισμός, ἀντιθέτως, παραμένει περιορισμένος σέ ἁγιολογικά ἤ μοναχικά συμφραζόμενα (συγχώρησι, ἀποκατάστασι σχέσης), ἐνῶ ἡ χειραψία ἀπαντᾶ κυρίως σέ διοικητικά ἤ διπλωματικά πλαίσια. Ἔτσι, στό βυζαντινό πνεῦμα , ὁ ἐνσώματος χαιρετισμός ἀποκτᾶ σαφῆ θεολογική «γραμματική», ὅπου κάθε χειρονομία δηλώνει τρόπο σχέσης καί ὄχι ἁπλή κοινωνική εὐγένεια.

Σημειώσεις

[1]«χαῖρε» (χαίρετε, γιά σας: μέ νόημα εὐδαιμονίας καί ζωτικῆς πληρότητας), Ἔρρωσο (ὑγίαινε, στήν ὑγειά σου, καλή δύναμι), Εὖ πράττειν (νά σοῦ πᾶνε ὅλα καλά) , Τί ποιεῖς; (τί κάνεις;, πώς εἶσαι,= ὡς τρόπος τῆς καθημερινότητας μέ κάλυψι τῶν ὑλικῶν καί πνευματικῶν ἀπαιτήσεων), Εἰρήνη σοι, (εἰρήνη σέ ἐσένα, εὐλογημένος νά’ σαι, μέ περιεχόμενο τῆς ἐσωτερικῆς πληρότητας ἐξ εὐσπλαχνίας -πρόνοιας τοῦ θεοῦ), Πῶς διάγεις; / Πῶς ἔχεις, (πώς εἶσαι;, πώς περνᾶς: ὄχι μέ τήν τυπική μόνο ἔννοια ἀλλά καί ὡς "εὖ- στοχη" ὑπαρξιακή ἱκανοποίησι) Ἔτη πολλά / Εἰς πολλά ἔτη, (χρόνια σου πολλά), Εὐλογημένος μήν (καλό μῆνα), Καλόν τό φῶς (ὄμορφη μέρα, φωτισμένη χαρά ζωῆς, χωρίς λύπη. Ὅλες οἱ εὐχές πού καλύπτουν κύκλο τῆς ζωῆς ἐκφράζουν ἐσωτερική καί ἐξωτερική εὐστάθεια μέ χρονική πληρότητα εὐρυθμίας τοῦ βίου, κατά τό δυνατόν εὔπορος, εὔγονος καί ἀνώδυνος

[2]Μέ τόν ὅρο «οὐδέτεροι χαιρετισμοί» ἐννοοῦνται λεκτικές φόρμουλες πού λειτουργοῦν ὡς ἁπλά τεχνικά σήματα ἔναρξης ἐπικοινωνίας, χωρίς εὐχετικό, ἀξιολογικό ἤ μέ περιεχόμενο διαπροσωπικῆς ἐπικοινωνίας καί σχέσης. Στήν ἀρχαιοελληνική καί βυζαντινή παράδοση οἱ χαιρετισμοί («χαῖρε», «εἰρήνη σοι», «ἔρρωσο») φέρουν πάντοτε σημασιολογικό καί ἀνθρωπολογικό βάθος, ἐκφράζοντας συγκεκριμένη κατανόησι τῆς σχέσης καί τοῦ ἀνθρώπου. Στίς προ-νεωτερικές ἑλληνικές μορφές λόγου, ὁ χαιρετισμός δέν εἶναι σημασιολογικά κενός, ἀλλά οὐσιαστικός: φέρει εὐχή, ἀναγνώρισι προσώπου καί δήλωσι τρόπου φίλιας στάσης καί συνύπαρξης, γι’ αὐτό καί δέν μπορεῖ νά θεωρηθῆ οὐδέτερος. Ἡ κατηγορία τοῦ «οὐδέτερου χαιρετισμοῦ» προϋποθέτει «ἐργαλειακή» ἀντίληψι τῆς γλώσσας, σύμφωνα μέ τήν ὁποία ὁ λόγος λειτουργεῖ ὡς μέσο πληροφόρησης, ὡς τύπος καί ὄχι ὡς πρᾶξι σχέσης. Γιανναράς, Χρήστος. Η ελευθερία του ήθους. Αθήνα: Ίκαρος, 1970 / Μπαμπινιώτης, Γεώργιος. Η γλώσσα ως αξία: Το φαινόμενο της γλώσσας και η σημασία του για τον άνθρωπο και τον πολιτισμό. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα, 1994/ Austin, J. L. Πώς να κάνουμε πράγματα με τις λέξεις. Αθήνα: Γνώση, 1990.

[3]Πλ. Φίληβος: «Φιλήβου γάρ εἰπόντος ἡδονήν καί τέρψιν καί χαράν καί πάνθ' ὁπόσα τοιαῦτ' ἐστί, σύ πρός αὐτά ἀντεῖπες ὡς οὐ ταῦτα ἀλλ' ἐκεῖνα ἐστίν ἅ πολλάκις ἡμᾶς αὐτούς ἀναμιμνῄσκομεν ἑκόντες, ὀρθῶς δρῶντες, ἵν' ἐν μνήμῃ παρακείμενα ἑκάτερα βασανίζηται. / Εὐφροσύνη ἐπί τοῖς τοῦ σώφρονος ἔργοις χαρά. Plato Phil., Philebus Stephanus page 19, section c, line 7 / Plato Phil., Definitiones [Sp.] Stephanus page 413, section e, line 2   Μεταφρ: «Διότι, ἐνῶὁΦίληβοςὁρίζειὡςἡδονήτήντέρψι, τήνχαράκαίὅλαὅσαεἶναιτέτοια, ἐσύτοῦἀντιπαρατέθηκεςλέγονταςὅτιδένεἶναιαὐτά, ἀλλάἐκεῖνα, τάὁποῖασυχνάἀνακαλοῦμεἑκούσιαοἱἴδιοιτόνἑαυτόμας, πράττονταςὀρθά, ὥστε, παραμένονταςἀμφότεραστήνμνήμη, νάὑποβάλλονταισέδοκιμασία./ Χαρά εἶναι ἡ εὐφροσύνη πού προέρχεται ἀπό τά ἔργα τοῦ σώφρονος ἀνθρώπου / Πλ. Πολιτεία: «τό μέν γάρ δίκαιον οὐκ ἐν τῷ ἔξω πράττειν, ἀλλ’ ἐν τῷ ἐν αὐτῷ, ἑαυτοῦ τε καί τῶν αὐτοῦ ἀρχήν καί κόσμον ποιεῖν» Δ΄ 444a, Μεταφρ: Διότι τό δίκαιο δέν ἔγκειται στό νά πράττει κανείς ἐξωτερικά, ἀλλά στό νά ἐγκαθιδρύει μέσα του τήν ἀρχή καί τήν τάξι τόσο τοῦ ἑαυτοῦ του ὅσο καί ὅσων τοῦ ἀνήκουν./ «ὁ τοῦ δικαίου βίος ἡδίων καί εὐφρονέστερος τοῦ ἀδίκου..» Θ΄ 586e–587a Μεταφρ.: Ἡ ζωή τοῦ δικαίου εἶναι πιό εὐχάριστη καί πιό γεμάτη εὐφροσύνη ἀπό ἐκείνη τοῦ ἀδίκου. / Στά χωρία αὐτά ὁ Πλάτων, διατυπώνει μέ σαφήνεια ὅτι ἡ χαρά καί ἡ εὐδαιμονία δέν ἀποτελοῦν ψυχολογικά μεγέθη οὔτε ἐξωτερικά ἀποτελέσματα ἐπιτυχίας, ἀλλά εἶναι καρποί τῆς ἐσωτερικῆς δικαιοσύνης καί τῆς ἁρμονικῆς τάξης τῆς ψυχῆς. Ἡ ἡδονή μέ τήν εὐρεία ἔννοια ἀποσυνδέεται ἀπό τήν ἀλήθεια τοῦ ἀγαθοῦ καί ὑποτάσσεται στό κριτήριο τῆς ἀρετῆς.

[4] «ἡδονή δέ τελειοῖ  τήν ἐνέργειαν, οὐχ ὡς ἐγγινομένη, ἀλλ’ ὡς ἐπιγινόμενον τέλος». (Βιβλίο Ι΄, 1175a 10–15)Μεταφρ.: Ἡ ἡδονή τελειοποιεῖ τήν ἐνέργεια, ὄχι ὡς κάτι πού τῆς εἶναι ἔμφυτο, ἀλλά ὡς ἐπακόλουθο τέλος (δηλ. σκοπός)./ «τοῖς κατ’ ἀρετήν ἐνεργοῦσι τά ἡδέα φύσει προσγίνεται. (Βιβλίο Α΄, 1099a 7–10) Μεταφρ.: Σέ ὅσους ἐνεργοῦν σύμφωνα μέ τήν ἀρετή, τά εὐχάριστα προστίθενται ἐκ φύσεως./ Ἔτσι, στά χωρία αὐτά ὁ Ἀριστοτέλης ἀπορρίπτει ῥητά κάθε ἡδονιστική τελεολογία. Ἡ ἡδονή δέν κινεῖ τήν πρᾶξι οὔτε τήν θεμελιώνει, ἀλλά μαρτυρεῖ ὅτι ἡ ἐνέργεια τελεῖται ὀρθά, κατά φύσιν καί κατ’ ἀρετήν. Εἶναι σημεῖο τελειότητας καί ὄχι κίνητρο ἤ κριτήριο ἀληθείας τοῦ ἀγαθοῦ.

[5] Ἡ Ὑμνολογία μᾶς ἔχει χαρίσει μιά λυρικώτατη σύνθεσι μέ αἰσθητική καί δογματική διάστασι τόν «Ἀκάθιστο Ὕμνο», ὁ ὁποῖος εἶναι ἀφιερωμένος στήν Υπεραγία Θεοτόκο καί ἀποτελεῖται ἀπό 24 οἴκους, οἱ ὁποῖοι ἐναλλάσσονται σέ 13 κοντάκια καί 12 οἴκους (μέ τό Χαῖρε), ξεκινώντας ἀπό τό «Ἄγγελος πρωτοστάτης». Τό «Χαῖρε, Νύμφη Ἀνύμφευτε» ἀποτελεῖ τό χαρακτηριστικό ἐφύμνιο..

[6] Μάξιμος Ομολογητής «Ὁ εἰρηνεύων ἀληθῶς, οὐ τὴν διαφορὰν ἀναιρεῖ, ἀλλὰ τὴν ἔχθραν.»: Capita de caritate II, 35 (PG 90, 1001C)

[7] Μάξιμος Ομολογητή: «Τὸ τῆς εἰρήνης μυστήριον ἐστὶν ἡ τῶν ὅλων πρὸς ἄλληλα συμφιλίωσις, ὡς μηκέτι τὰ διεστῶτα ἀντικεῖσθαι, ἀλλὰ πρὸς μίαν κοινωνίαν ἀναφέρεσθαι.»: Ambigua 41, (PG 91, 1305B–C).

[8] Μάξιμος Ομολογητής: «Ἀγάπη ἐστὶν ἕξις ἀγαθὴ ψυχῆς, καθ’ ἣν οὐδὲν τῶν ὄντων προτιμᾷ ὁ ἄνθρωπος τῆς γνώσεως τοῦ Θεοῦ.» Capita de caritate I, 1, (PG 90, 960A)

[9] Ο Χρήστος Γιανναράς αντιπαραβάλλει την διαφορά του προσώπου προς την ισοπεδωτική ομοιομορφία του ατόμου, επισημαίνοντας ότι η νεωτερική κοινωνία φοβάται τη διαφορά επειδή δεν αντέχει την σχέσι (Η ελευθερία του ήθους, Ίκαρος, σ. 61–64). Ο Επίσκοπος Περγάμου Ιωάννης Ζηζιούλας, αντιστοίχως, τονίζει ότι η ετερότητα δεν απειλεί την ενότητα της Εκκλησίας, αλλά την συγκροτεί: «χωρίς ετερότητα δεν υπάρχει κοινωνία, αλλά απλή συλλογικότητα» (Communion and Otherness, T&T Clark, p. 2–5).

[10] Επιτύμβιες στήλες χαιρετισμού, 5ος–4ος αι. π.Χ., Μουσείο Κεραμεικού, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο

[11]Ξενοφών, Ἑλληνικά 4.1.29-4.1.38: καὶ πρῶτα μὲν ἀλλήλους χαίρειν προσεῖπαν, ἔπειτα τὴν δεξιὰν προτείναντος τοῦ Φαρναβάζου ἀντιπρούτεινε καὶ ὁ Ἀγησίλαος, Ευριπίδου Μήδεια στίχ.19-23: γήμας Κρέοντος παῖδ', ὃς αἰσυμνᾷ χθονός/· Μήδεια δ' ἡ δύστηνος ἠτιμασμένη/ βοᾷ μὲν ὅρκους, ἀνακαλεῖ δὲ δεξιάς,/ πίστιν μεγίστην, καὶ θεοὺς μαρτύρεται / οἵας ἀμοιβῆς ἐξ Ἰάσονος κυρεῖ./ Μετφρ. Αφού πήρε γυναίκα την κόρη του Κρέοντα, που εξουσιάζει τη χώρα· η δύστυχη Μήδεια, ατιμασμένη, επικαλείται τους όρκους, ανακαλεί τις δεξιές (τις δοσμένες χειραψίες), την ύψιστη πίστη, και καλεί τους θεούς σε μαρτυρία για το τί ανταπόδοσι λαμβάνει από τον Ιάσονα./ Ευρπ. Ιφιγένεια εν Αυλίδι: στίχ.58-62: καί νιν εἰσῆλθεν τάδε· / ὅρκους συνάψαι δεξιάς τε συμβαλεῖν / μνηστῆρας ἀλλήλοισι καὶ δι' ἐμπύρων/ σπονδὰς καθεῖναι κἀπαράσασθαι τάδε· Μετφρ: να συνάψουν όρκους και να ενώσουν τα δεξιά τους χέρια οι μνηστήρες μεταξύ τους, να τελέσουν σπονδές δια πυρός και να επικαλεστούν κατάρες (σε περίπτωση παραβίασης)./ Και Πλούταρχος: Biogr., Phil., Defraternoamore (478a-492d) Stephanuspage 488, sectionC, line 2: « εἶτα μιμεῖσθαι τοὺς Πυθαγορικούς, οἳ γένει μηθὲν προσήκοντες ἀλλὰ κοινοῦ λόγου μετέχοντες, εἴ ποτε προαχθεῖεν εἰς λοιδορίαν ὑπ' ὀργῆς, πρὶν ἢ τὸν ἥλιον δῦναι τὰς δεξιὰς ἐμβαλόντες ἀλλήλοις καὶ ἀσπασάμενοι διελύοντο» Μετφρ. και να μιμούνται τους Πυθαγορείους, οι οποίοι, χωρίς να συνδέονται με συγγένεια αίματος αλλά με κοινό λόγο, αν ποτέ παρασύρονταν σε φιλονικία από οργή, πριν δύσει ο ήλιος ένωναν τα δεξιά τους χέρια μεταξύ τους και, αφού ασπάζονταν ο ένας τον άλλον, συμφιλιώνονταν.

[12]Η «δεξίωσις» ὡς τιμητικὴ ὑποδοχὴ δὲν εἶναι ἀπλῶς γεύμα· ἀποτελεῖ πολιτισμικὴ μετεξέλιξη τῆς «δεξιάς» ὡς συμβόλου ἐμπιστοσύνης καὶ εὔνοιας. Ὅπως ἡ ἀνταλλαγὴ δεξιᾶς ἐγγυᾶται πίστη, ἔτσι καὶ ἡ δεξίωσις δηλώνει ἀποδοχὴ τοῦ ἄλλου στὸν κύκλο τῆς τιμῆς. Ἡ θετικὴ φόρτιση τῆς δεξιάς ἐδράζεται σὲ βαθιὰ ἀνθρωπολογικὰ σχήματα προσανατολισμοῦ, ὅπου ὁ «δεξιὸς» χώρος ἀποκτᾶ ἀξιολογικὸ κύρος· ἀπὸ ἐκεῖ ἀναπτύσσεται ἡ ἔννοια τῆς ὑποδοχῆς καὶ τελικὰ τοῦ ἐορταστικοῦ συμποσίου.

[13] Όμηρος, Οδύσσεια ψ 205–210· Ευριπίδης, Ἠλέκτρα.

[14] Ιουστίνος ο Μάρτυς, Α΄ Ἀπολογία 65–67, ((PG 6, 428C)

 

Βιβλιογραφία (νδεικτική)

1.       Γ. Μαρτζέλος, Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ ΣΤΟΝ ΜΗΤΡ. ΠΕΡΓΑΜΟΥ Ι. ΖΗΖΙΟΥΛΑ, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 2014

2.       Γκογκολάκης Γεώργιος, Οι συστατικές επιστολές στους αρχαίους ελληνικούς παπύρους, ΑΘΗΝΑ 2022

3.       Γιανναράς, Χρήστος. Η ελευθερία του ήθους. Αθήνα: Ίκαρος.

4.       Ζηζιούλας, Ιωάννης. Το Είναι ως Κοινωνία. Αθήνα: Δόμος.

5.       Μπαμπινιώτης, Γεώργιος. Η γλώσσα ως αξία: Το φαινόμενο της γλώσσας και η σημασία του για τον άνθρωπο και τον πολιτισμό. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα, 1994/

6.       Παπανούτσος, Ευάγγελος. Ηθική. Αθήνα: Δωδώνη.

7.       Χρυσόστομος, Ιωάννης. Ομιλίες. PG 60–62.

8.       Austin, J. L. Πώς να κάνουμε πράγματα με τις λέξεις. Αθήνα: Γνώση, 1990.

9.       Basil of Caesarea. Epistulae. PG 32.

10.    Bauman, Zygmunt. Liquid Modernity. Polity Press.

11.    Paul the Apostle. Epistulae. Nestle–Aland.

12.    Taylor, Charles. Sources of the Self. Harvard University Press.

Τοπολαλιά

 

Οι γειτονιές μας

ΒΡΥΤΖΑΧΑ web tv

Μουσεία και αρχαιολογικοί χώροι

dd

Μετεωρολογικός σταθμός Ζωτικού

Screenshot 2023 04 27 at 5.14.24 PM

Screenshot 2023 04 27 at 10.43.18 PM

Ellinomatheia1

Screenshot 2023 04 27 at 11.18.15 PM

Λογοτεχνία

Ο Αμερικάνος

Μηνολόγιο ή στο στημόνι του χρόνου

Μανώλης Αναγνωστάκης

Ο Φωτεινός

ἩἬπειρος ὡς ποιητική ὀντολογία στό «Ἠπειρώτικο» τοῦ Φώτη Μότση*

Η ιστορία του Ζωτικού

Η εξέλιξη του πληθυσμού του Ζωτικού από την απελευθέρωσή του από τους Τούρκους έως σήμερα

Συμβόλαιο αγοροπωλησίας Ζωτικού

ΖΩΤΙΚΟ (ΛΙΒΙΚΙΣΤΑ) ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ

Μύθος και Λόγος - Μέρος 2.

Έρευνες

Η ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΣΤΟ ΖΩΤΙΚΟ - ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ

Στα χρόνια που πέρασαν

Ὕστερη Παλαιολιθικὴ (35.000-12.000 χρόνια πρὶν ἀπὸ σήμερα)

Το Μαντήλι στην λογοτεχνία - ΚΡΥΣΤΑΛΛΗΣ

Το Ζωτικό στην ιστορία

Το Ζωτικο στις τέχνες - Φρειδερίκη Παπαζήκου

Το Ζωτικο στις τέχνες - Φώτης Μότσης

Αφηγήσεις

Αφιερώματα

Περιηγήσεις

periigiseis

Γιορτές

giortes

Δημιουργίες

dimiourgies

Παρουσιάσεις

parousiaseis