Page 
 of 53
Records 1 to 20 of 1057
Λήμμα
Ερμηνεία
Ετυμολογία
Προέλευση
αβέρτα (επίρρ.) συνεχώς, φανερά, χωρίς περιορισμούς, κατ’ εξακολουθηση, προκλητικά, ξετσίπωτα, αδιάκριτα εκ του λατινικού apertus = ανοιχτό Λατινική
αγκούσα (η) δυσφορία απροσδιόριστης αιτίας εκ του ογκούμαι = συσσωρεύομαι, εξογκούμαι Αρχαία Ελληνική
γίνομαι (για ζύμη) ΄ξεκουράζεται΄, είναι έτοιμο, έχει φουσκώσει, \r\nγια τήρα στο σκαφίδι΄μη γίγκε το ψωμί (μήπως είναι έτοιμο το ζυμάρι για να το βάλουμε στο ταψί και στη συνέχεια στη γάστρα) από το γίνομαι Καθομιλουμένη
αντάρα (η) η ομίχλη, μτφ. σύγχυση, χαμός, μπάχαλο ανά + ταράσσω Αρχαία Ελληνική
αρέντα τροχάδην λατ.: rheda =άμαξα Λατινική
αρμάθα /αρμαθιά (η) πολλά πράγμτα μαζεμένα το ένα πάνω στο άλλο εκ του "ορμάθιον" = σειρά, αλυσίδα Αρχαία Ελληνική
αυτού εκεί, τοπικό επίρρημα. Αυτού ψηλά που περπατείς κλπ..... εκ του αρχαιοελληνικού "αυτ-ός,-ή,-ό" Αρχαία Ελληνική
βίτσα (η) η βέργα, λεπτό ίσιο ευλύγιστο κλαδί, συνήθως από κρανιά- \nδασκαλικό εργαλείο τιμωρίας ραβδισμού της απαλάμης\nέφαγα σήμερα πέντε βιτσιές απ΄τη δασκάλα, και μού ΄χει γενεί το χέρι τούμπανο λατ.: vitis= βέργα κλίματος> vitea Λατινική
άχνα (η) ανάσα, σιωπή, τσιμουδιά, ατμός, άχνη εκ του "αχνα", δωρικός τύπος της άχνης = αθέρας, πάχνη, χνούδι Αρχαία Ελληνική
άγανο (το) τα μουστάκια του σιταριού που ανεμοσκορπίζονται κατά το λίχνισμα, μετά το αλώνισμα, μαζί με τα άχυρα και τους θύλακες του σπόρου. Η βουτιά μέσα σ αυτόν τον σωρό ήταν επώδυνη διασκέδαση για τους πιτσιρικάδες, μιας και τα άγανα τρυπούσαν το τομάρι τους σαν αγκάθια. από το λατ. acidus = οξύς Λατινική
γκουμώνω γεμίζω το στόμα με κάτι υγρό, π.χ. με νερό εκ του γομόω (= γεμίζω) -> γομώνω -> γκουμώνω Αρχαία Ελληνική
γούμασμα (το) συκωτάκια με λαχανικά στο τηγάνι    
διαλεούρι (το) συνήθως στον πληθυντικό, διαλεούργια, ό,τι απόμεινε από μια διαλογή εκ του "διαλέγω" και το υποκοριστικό Αρχαία Ελληνική
θελί (το) κομμάτι, π.χ. ένα θελί (=κομμάτι) πίττας    
Λάκκα π.χ. Λάκκα Σούλι, λακκιά, κοίλωμα, βαθούλωμα, γούβα, λάκκος, λακκούβα, δεξαμενή στέρνα, υπόγειο, αποθήκη λίμνη Εκ του αρχαιοελληνικού λάκκος (ous.) ριζα = λακ-, λατινικά: lacus: κοίλωμα, βαθούλωμα, γούβα, λάκκος, λακκούβα, δεξαμενή στέρνα, υπόγειο, αποθήκη λίμνη Αρχαία Ελληνική
λατζοκόβω/ λατζοδέρνω αγωνιώ, τριγυρνώ, αναζητώ (αγωνιωδώς) πιθ. από βενετ. lanza κατά μεταφ. από την αγωνία των λογχιζομένων  
λώβα (η) η βρώμα, η βρωμιάρα η λώβη, (ουσιαστικό), [ρίζα σλωβ-, από σληβ-, πιέζω, βασανίζω], κακομεταχεείριση, ατίμωση, προσβολή, χλευασμός, ύβρις ||ακρωτηριασμός ||όνειδος, καταισχλυνη, ατιμία || (στο Βυζάντιο) λέπρα || παραγ.: λωβάομαι, λωβώμαι Αρχαία Ελληνική
νογάω αντιλαμβάνομαι, καταλαβαίνω εκ του νοέω, συνώνυμο του εννοώ, (εν-νοώ), αόρ. ενενόησα, μτχ. εννώσας, πρκ. ενενόηκα\r\nΕχω στον νου, σκέφτομαι, διανοούμαι || καταλαβαίνω, κατανοώ Αρχαία Ελληνική
οργιό ή το οριό (το) σύγκρυο, π.χ. μ έπιασε το οργιό από το ρίγος /ριγώ Καθομιλουμένη
φάουλο (το) η τροφή για τα άλογα και τα μουλάρια    
©2016 e.World Technology Ltd. All rights reserved.