α/α
Δημοσίευση
Δημιουργία
Εκφραση
Ερμηνεία
Ετυμολογία
Προέλευση
22 Ναι 19/01/2012 23:55:15 αδράχτι (το) εξάρτημα της ρόκας, όπου μαζεύεται το γνέμα εκ του άτρακτος (η), ξυλάριον προς περιτύλιξη Αρχαία Ελληνική
23 Ναι 19/01/2012 23:56:23 αλάργα (επίρρ.) μακρυά εκ του λατινικού "larg-us,-a,-um" = μακρ-ύς, -ιά, -ύ Λατινική
24 Ναι 20/01/2012 00:58:12 τορός (ο) τά ίχνη, τα χνάρια 1. εκ του "τείρω", ρίζα τερ- || τρίβω, τρυπώ || (επίθετο)=τορός, -ά, -όν||=σαφής, καθαρός, έντονος\r\n\r\n2. εκ του τορέω = διατρυπώ, κατασκευάζω ανάγλυφα. Τα ίχνη του ποδιού είναι ανάγλυφα πάνω στο έδαφος. Αρχαία Ελληνική
25 Ναι 20/01/2012 01:05:56 ποριά (η) διάβαση, πέρασμα (ουσιαστικό) [ρίζα περ-, εισδύω, διαπερνώ, πείρω] Πόρος ποταμού, στενπόρι, πορθμός, πόροι αλός = θαλάσσιοι δρόμοι, περάσματα των θαλασσών || δρόμος, μονοπάτι || γέφυρα, ανοιγμα Αρχαία Ελληνική
26 Ναι 20/01/2012 17:41:17 προσωπίδα προσωπείο, μάσκα εκ του "προσωπίδιον" Αρχαία Ελληνική
27 Ναι 20/01/2012 17:50:17 σκιόραμα (το) από του ίσκιου το όραμα δηλ φάντασμα σκιά + όραμα Καθομιλουμένη
29 Ναι 22/01/2012 21:45:37 τσιούπρα (η) το κορίτσι, η κοπέλα αλβ. tsupe\r\nπρβλ. και αρχ. κύπρις Απροσδιόριστη
30 Ναι   κυπρί (το) κουδουνάκι από ορείχαλκο για γίδια ή για μουλάρια (στα πρόβατα έβαζαν τα κουδούνια από χαλκό ή από σίδερο) με λεπτό μεταλλικό ήχο αρχ. κύπριον Αρχαία Ελληνική
31 Ναι 22/01/2012 21:55:19 τσερμουντζέλα (η) αειθαλές δένδρο, οι βέργες του οποίου είναι ευλύγιστες και κατάλληλες για φράχτες, και το οποίο φέρει φούσκες στο μέγεθος καρυδιού που όταν τις σπάζει κανείς προξενούν κρότο. Με το βράσιμο της φλούδας της τσερμουτζέλας κατατασκεύαζαν ανεξίτηλη κίτρινη βαφή   0
32 Ναι 22/01/2012 21:59:16 μασούλι (το) Είδος τυριού   0
35 Ναι 22/01/2012 22:14:16 τσιάφνη (η) πάχνη, η παγωμένη πρωϊνή δροσιά παραφθορά της πάχνης, εκ του πήγνυμι Αρχαία Ελληνική
36 Ναι 22/01/2012 22:22:44 γατσούνι (το) η μικρή γάτα υποκ.του αρχ. "κάττα" = γάτα Αρχαία Ελληνική
37 Ναι 22/01/2012 22:26:32 καπούλια (τα) Πίσω μέρος σώματος του αλόγου, ή μουλαριού ή όνου\r\nΈγώ θα κάτσω στο σαμάρι, εσύ στα καπούλια.΄ scapula Λατινική
38 Ναι 22/01/2012 22:30:21 σιακάτου ίσια κάτω ίσια κάτω 0
39 Ναι 22/01/2012 22:31:05 τσερίτσα (η) απόστημα που καταλήγει σε κοκκινοπώ, οδυνηρό οίδημα στο δέρμα και εμφανίζεται συνήθως στόν κόκκυγα ή στο σβέρκο, ο καλόγερος, ο δοθιήν (δοθήνας) σλ.tsirey Σλαβική
40 Ναι 24/01/2012 09:36:25 μολογάω (ρήμα) ομολογώ, εξιστορώ, διηγούμαι αρχ. ομολογώ (= ιστορώ) Αρχαία Ελληνική
41 Ναι 24/01/2012 09:40:29 ζαβός (επίθ.) ανόητος, χαζός, ιδιότροπος, παράξενος, στραβός και στρεβλός (ως προς το σχήμα) αρχ. Σάβος/Σαβός(=αυτός που βακχεύει, που μαίνεται, τρελός) Αρχαία Ελληνική
42 Ναι 24/01/2012 09:42:02 σκράπας (ο) το άτομο που δεν ξέρει τίποτα, το κούτσουρο, ανίδεος αγγλ. scrap (=άχρηστο υπόλειμμα) ,αρχ. σκανδ. skrap 0
43 Ναι 24/01/2012 18:05:40 τσίφτης (ο) έξυπνος, άψογος, μάγκας   0
44 Ναι 24/01/2012 18:11:28 τζιντζιφιόγγος (ο) λιμοκοντόρος, δανδής, ψευτογόης, κομψευόμενος, φλώρος από το ΄τζιτζί΄ (τουρκ. cici =ωραίος) +φιόγκος 0
©2021 e.World Technology Ltd. All rights reserved.