α/α
Δημοσίευση
Δημιουργία
Εκφραση
Ερμηνεία
Ετυμολογία
Προέλευση
1111 Ναι   φτυχάω φτουράω, αρκώ\r\nάμα το σιγοψήσεις για πολλή ώρα, μένει το μισό, δεν φτυχάει για τίποτα ευ + τύχη Καθομιλουμένη
1112 Ναι   Αντράδερφος Ο κουνιάδος Αδερφός αντρός Αρχαία Ελληνική
1113 Ναι   Αμποδάω Εμποδίζω    
1114 Ναι   Απαντημένος τόπος Προστατευμένος τόπος, δεν επιτρέπεται η βοσκή για ένα διάστημα.    
1115     τανιέμαι (ή τανυέμαι) τεντώνομαι, απλώνω, επιτείνω, υπερεντείνω τις προσπάθειες εκ του τανύω, μέλλων: τανύσσω, αορ. ετανυσα, τάνυσσα και τανύσσαι Αρχαία Ελληνική
1116     γκαλιουρίζω αχνολάμπω, τρεμωλάμπω    
1117     σούφαρα (τα) τα πεσμένα φύλλα κάτω απ τα δένδρα    
1118     λαγαρίζω Καθαρίζω, χαλαρώνω, γίνομαι κρυστάλλινος εκ του "λαγαρός" = χαλαρός, ισχνός, άθολος, αθόλωτος, κρυστάλλινος Αρχαία Ελληνική
1120     Μπριθάμες Ο σπόρος των κολοκυνθοειδών    
1121     Κοκκαλίτσι Ο καρπός των αγγειοσπέρμων φυτών, όπως κερασιάς, κρανιάς, βυσινιάς κλπ. Σύνθετο εκ του "κοκκαλ-" και του υποκοριστικού "-ίτσι". Αρχαία Ελληνική
1123     Σάισμα Χοντρό μάλλινο υφαντό, από τράγιο (γίδινο) μαλλί που χρησιμοποιούνταν για στρωσίδι, για στρώμα ή και για κλινοσκέπασμα. 1. Εκ του σάγμα, -ατος, τό (σάττω), I. κυρίως στον πληθ., κάλυμμα· επένδυση, θήκη ασπίδας, σε Ευρ., Αριστοφ.· μεγάλο, ευρύχωρο πανωφόρι, σε Αριστοφ. II. σαμάρι, σε Στράβ., Πλούτ. III. σωρός, σωρεία, ὅπλων, σε Πλούτ. \r\n2. Εκ του σακκίον, Αττ. σᾰκίον, τό, 1. υποκορ. του σάκκος ή σάκος, μικρός σάκος, σακούλι, ταγάρι, πουγκί, σε Ξεν. 2. χοντρό ένδυμα από τρίχες κατσίκας, που το φορούσαν σε ένδειξη πένθους, το ίδιο το πένθος, σε Μένανδρ. \r\n3. Εκ του σάκκος ή σάκος[ᾰ], ὁ, I. σακόπανο, λινάτσα· χοντρό και τραχύ ύφασμα από τρίχες κατσίκας, που το φορούσαν οι Ιουδαίοι σε ένδειξη πένθους, Λατ. cilicum, σε Κ.Δ. II. οτιδήποτε είναι φτιαγμένο από το ύφασμα αυτό, σακί, σακούλι, σάκος, τσουβάλι, σε Ηρόδ., Αριστοφ. III. τραχιά, άγρια γενειάδα, σε Αριστοφ. Αρχαία Ελληνική
1124     σιάζω τακτοποιώ Εκ του σάττω, αόρ. αʹ ἔσαξα — Παθ., αόρ. αʹ ἐσάχθην, παρακ. σέσαγμαι· Ιων., γʹ πληθ. υπερσ. ἐσεσάχατο (Η √ΣΑΓ, όπως στον Παθ. παρακ. σάγμα, σάγος, σάγη)· I. 1. συσκευάζω, πακετάρω ή φορτώνω, κανονικά φοράω το σαμάρι σε φορτηγά ζώα, τα φορτώνω, τα σαμαρώνω· απ όπου, λέγεται για πολεμιστές· στην Παθ., είμαι πλήρως εξοπλισμένος, σε Ηρόδ.· χαλκῷ σεσαγμένοι, σε Θεόκρ. 2. εφοδιάζω με όλα τα αναγκαία πράγματα· σάξαντες ὕδατι (τὴν εἰσβολήν), έχοντας εφοδιάσει την επιχείρηση εισβολής (στην Αίγυπτο) με νερό, σε Ηρόδ. II. γενικά, υπερφορτώνω, υπερπληρώ, παραγεμίζω κάτι — Παθ., με γεν., πημάτων σεσαγμένος, φορτωμένος με παθήματα, δυστυχίες, σε Αισχύλ.· τριήρης σεσαγμένη ἀνθρώπων, σε Ξεν.· επίσης με δοτ., ικανοποιώ, χορταίνω κάτι, σε Λουκ.· ομοίως στη Μέσ., χρυσῷ σαξάμενος πήρην, στο ίδ. — Παθ., σεσαγμένος πλούτου τὴν ψυχήν, κορεσμένος από τα πλούτη, σε Ξεν. III. πιέζω, συμπιέζω, καταπιέζω, συνθλίβω, στον ίδ. Αρχαία Ελληνική
1125     Γούπατο κλειστή και χαμηλή κοιλάδα, τόπος Σύνθετη λέξη από "γη" + "πάτος" Αρχαία Ελληνική
1126     Λιμασμένος Αγρια πεινασμένος λιμός = πείνα Αρχαία Ελληνική
1127     Νήλα (και νίλα) Συμφορά εκ του ομηρικου νηλής = ανηλεής, σκληρός Αρχαία Ελληνική
1128     Ρούγα Δρόμος πόλης Εκ της ομηρικής λέξης ρωξ (ρωγός) = στενωπός Αρχαία Ελληνική
1129     Στέρφος Αγονος από την ομηρ. "στείρη" = αδυναμία γόνου (γονιμοποίησης) Αρχαία Ελληνική
©2021 e.World Technology Ltd. All rights reserved.