πρώτη γραφή

Στέρφα τά χρόνια

Καί δέν ἐγκυμονεῖ ὁ καιρός καλό καί καλοσύνη
παρά μονάχα μαῦρα ἄτια νά κροτοῦν μέ τίς ὁπλές τους
ἀσφαλισμένες τράπεζες καί θύρες

Φωτιά πετοῦν οἱ καβαλάρηδές τους       
καῖνε τῆς σκέψης μας τά δάση
Τά μονοπάτια ἐκεῖνα ἀνοίγουν
πού θά τούς ὁδηγήσουν στό βουβό τό χτυποκάρδι μας     
στό δάκρυ
Δίχως τό ἔλεος βατεύουν τίς καρυάτιδες       
τήν ἄσπρη πέτρα ὁ ἀχός
τήν κάνει μαύρη       
τήν ἄσπρη σκέψη μελανή

Ἀνακουφίζονται στά μέγαρα τῆς μουσικῆς
ἀπάνω στά λουστρίνι ὑποδήματα ἔξοχων ἐνόχων κοπρίζουνε μαύρη χολή
Ξεχύνονται κατόπιν ἀχαλίνωτα στούς δρόμους
Μαῦρες οὐρές     

σκιές ἐπάνω ἀπό βαρβάτα σκέλια
μαῦρες ἀνατριχίλες στόν ἀέρα νά κόβουν ὥς τά πέεερα κάθε ἀνάσα 
Δοξάρι ἡ ἀλογότριχά τους       
στό χέρι βλοσυροῦ θεοῦ
τέμνει στό δυό τά σύμπαντα     
καί τά βιολιά κινεῖ
ὅσα τίς ἄσπρες ἅμαξες μαυλίζουν
αὐτές πού ἦσαν μάρμαρο καί γένονται νερό καί τρέχουν πλέον 
κρίκ κράκ κρίκ κράκ ἀπάνω στό πλακόστρωτό τοῦ κάτω κόσμου
ἀνηφορίζοντας

Πανμήκη πέη ἀλογίσια διασχίζουνε τῆς γῆς τά ἔγκατα λάβρα σωθικά
Σπέρνουν  Ἀλέξανδρους     

Ἀττίλες      Χᾶν     Ἀδόλφους
Σέρνουν τήν ἱστορία ἀπ’ τό πηγάδι ἔξω     ἀπ΄ τόν λαιμό
Τή βία ἀναπαριστοῦν μέ τίς σταυροφορίες     
τούς παμφάγους σκώληκες
στά θεατράκια τῆς κάθε μιᾶς ὁδοῦ τοῦ καθενός Φωκίωνος

Νοικοκυρές φοράδες ὑφαίνουν ὁλωνῶν ζουρλομανδύα 
Κλωτσᾶνε ὁλοῦθε ὅπου ἀντικρίζουν ὀμορφιά
Ἀνοίγουν τά αἰολικά τομάρια σύμπαντα κατάντικρυ στόν κόσμο
Ξετομαρεύουν τίς γοργόνες γιά τίς ἀνάγκες τῆς σαββατιάτικης ψαραγορᾶς
Τό ἐφηβαῖο τῆς νεράϊδας τηροῦν σκαλπ γιά τή στεφανοθήκη τους
Στό περιβόλι τῶν ὀνείρων μας στήνουν παιχνίδι τοῦ κουτσοῦ
Στόν νιβορό τῆς νιότης μας ἐγείρουν φράγμα
μήν ἔχει τ’ ὄνειρο τή σκέψη του     

μήν ἔχει ἀπαντοχή

Φοράδες      ἄτια     πολιτικοί      πολιτικές
Πῶς σμίγουνε      πῶς γίνονται ὅλες οἱ εἰκόνες ἕνας πίνακας
-μπορεῖ καί ὄμορφος

ἐτοῦτο θά ΄χει τό ρυάκι νά τό πεῖ
Αὐτό πού μέ τή λαλιά μου θά κινήσει ἀπ΄ τήν κορφή
νά φτάσει ὡς βουή      ὡς χαλασμός      ἐκεῖ ὅπου λήξει

Print

Αναμνήσεις

Ο εγκέλαδος

Ηταν τότε που τα βουνά μας λικνίζονταν καθώς η γη έπαιρνε οργισμένη τις βαθειές της ανάσες και τα...

Read more: Ο εγκέλαδος

Ο περδίκης

Βαρύς ο χειμώνας στο χωριό. Αφού είχαν, για κάμποσες μέρες, αγκομαχήσει ο Παλεχώρης κι ο Πλάτανος...

Read more: Ο περδίκης

ο ταχυδρόμος του χωριού και οι ζαβολιές μας

Τετάρτες, αν θυµάµαι καλά, ακούγαµαν την τροµπέτα από τη ράχη του Σταυρού. Ντούουου! Ντούουου!...

Read more: ο ταχυδρόμος...

Γενάρης του '69

Ξημερώματα του Αϊ Γαννιού. Το χωριό μας βρίσεκται σε αναστάτωση. Είναι η μέρα που ο μαθητόκοσμος των...

Read more: Γενάρης του '69

Απόψεις

Ξέγνοιαστα χρόνια

Αχ αυτά τα ξέγνοιαστα, τα παιδικά μας χρόνια στο δημοτικό σχολείο. Γεμάτα παιγνίδι και ανεμελιά....

Read more: Ξέγνοιαστα...

Ο καζαμίας του Tatsi

Ο Καζαμίας του 2010 (για το Ζωτικό) Γενάρης Λίγο γαμηστερός. Με υψηλές βροχοπτώσεις στη...

Read more: Ο καζαμίας...

Χρόνια Πολλά

Χωριανοί, μελη των δυο συλλογικών φορέων των Ζωτικιωτών, Ζωτικιώτες στα μήκη και τα πλατη της γης....

Read more: Χρόνια Πολλά

Ετυμολογία της "Λιβίκιστας"

Είχα την εντύπωση, μέχρι σήμερα, πως το όνομα "Λιβίκιστα" είναι σλάβικο. Λάθος!!!! και πάλι...

Read more: Ετυμολογία...

Δημιουργίες

καθρέφτες

Ανοχύρωτος. Γενικά. Ξένο σώμα σε βαλτώδη περίγυρο, ματαιοπονεί να 'βρει μονοπάτι που θα τον βγάλει...

Read more: καθρέφτες

το δαυλί

ΣΚΗΝΙΚΑ: ΦωτοΜότσης (το δαυλί) Χαράματα, σηκώθηκε η κυρα Κατέρω ν’ ανάψει τη φωτιά στο τζάκι, να...

Read more: το δαυλί

πρώτη γραφή

Στέρφα τά χρόνια Καί δέν ἐγκυμονεῖ ὁ καιρός καλό καί καλοσύνη παρά μονάχα μαῦρα ἄτια νά κροτοῦν μέ...

Read more: πρώτη γραφή

Ο ταξιδιώτης

Μυρτώ Μότση Για τα ταξίδια του, καλό είναι να αναχωρεί κανείς με λίγες αποσκευές, ελεύθερο πνεύμα...

Read more: Ο ταξιδιώτης