Ο θάνατος του Αχιλλέα - Εφημερίς του Τρωϊκού πολέμου

Από τους στίχους της Ιλιάδας ραψωδία Χ, 355-359, όπου ο θνήσκων Πάτροκλος λέει στον Αχιλλέα να προσέξει μήπως θυμώσουν οι θεοί και στείλουν τον Πάρι με τον Απόλλωνα και τον σκοτώσουν, συμπεραίνει κανείς ότι ο Αχιλλέας σκοτώθηκα από τον Πάρι (Αλέξανδρο), χωρίς αυτό να αναφέρεται πουθενά στην Ιλιάδα ή στην Οδύσσεια. 

“τὸν δὲ καταθνῄσκων προσέφη κορυθαίολος Ἕκτωρ·

ἦ σ᾽ εὖ γιγνώσκων προτιόσσομαι, οὐδ᾽ ἄρ᾽ ἔμελλον

πείσειν· ἦ γὰρ σοί γε σιδήρεος ἐν φρεσὶ θυμός.

φράζεο νῦν, μή τοί τι θεῶν μήνιμα γένωμαι

ἤματι τῷ ὅτε κέν σε Πάρις καὶ Φοῖβος Ἀπόλλων

Κι ο μέγας Έχτορας πεθαίνοντας απηλογιά του δίνει:

«Και μόνο που σε βλέπω το 'νιωσα, κι ουδ' ήταν να σου αλλάξω

τη γνώμη, τι καρδιά από σίδερο στα στήθια μέσα κλείνεις.

Μ' απ' αφορμή δικιά μου πρόσεξε μην οι θεοί θυμώσουν

τη μέρα που και σένα, αντρόκαρδος κι ας είσαι, θα χαλάσουν

στο Ζερβοπόρτι ομπρός ο Αλέξαντρος κι ο Απόλλωνας ο Φοίβος.»

(Μετάφραση Αργ. Εφταλιώτη)

 

Έτσι οι παραμυθάδες επενόησαν τον μύθο ότι η Θέτις ήθελε να κάνει τον γιο της άτρωτο και αθάνατο, και τον κράτησε πάνω από την ιερή φλόγα γι᾽ αυτό τον σκοπό, αφήνοντας τρωτό μόνο το σημείο της φτέρνας από όπου το κρατούσε. Μα αν είχε συμβεί αυτό, γιατί η θεά δεν … άλλαζε χέρι ώστε το ιερό πυρ νά “αθανατοποιήσει” και την φτέρνα; Για τόσο ανόητες περνούν τις θεές; Πέραν τούτου, όπως είπαμε, κανείς θεός ή ήρωας δεν υποστηρίζει στα έπη ότι ο Αχιλλέας ήταν άτρωτος ή αθάνατος. 

 

Στην ραψωδία Ω της Οδύσσειας βρίσκουμε τον νεκρό πια Αχιλλέα να συνομιλεί με τον νεκρό Αγαμέμνονα: 

 

τὸν δ' αὖτε ψυχὴ προσεφώνεεν Ἀτρεΐδαο·

«ὄλβιε Πηλέος υἱέ, θεοῖσ' ἐπιείκελ' Ἀχιλλεῦ,

ὃς θάνες ἐν Τροίῃ ἑκὰς Ἄργεος· ἀμφὶ δέ σ' ἄλλοι

κτείνοντο Τρώων καὶ Ἀχαιῶν υἷες ἄριστοι,

μαρνάμενοι περὶ σεῖο· σὺ δ' ἐν στροφάλιγγι κονίης

κεῖσο μέγας μεγαλωστί, λελασμένος ἱπποσυνάων.

 

Κι απηλογήθη του Αγαμέμνονα τότε η ψυχή και του ΄πε:

«Εσύ, τρανέ Αχιλλέα, θεόμορφε, καλότυχος εστάθης,

μακριά από τ΄ Άργος που σκοτώθηκες στην Τροία, κι ολόγυρά σου

άλλοι αντρειανοί νεκροί σωριάζουνταν —Αργίτες, Τρώες —για σένα

παλεύοντας· και συ, κοιταμένος μακρύς φαρδύς στη σκόνη

τη στροβιλούσα, πια κι αλόγατα ξεχνούσες και πολέμους.

(Μετάφραση Ν. Καζαντζάκη-Ι.Θ.Κακριδή)

 

Το “μυστήριο” του θανάτου του Αχιλλέα το λύνει με το έργο του ο Δίκτης ο Κρητικός (Dictys Cretensis) στην “Εφημερίδα του Τρωϊκού πολέμου” (Ephemeris Belli Troiani” και ο Δάρης ο Φρύγιος (Dares Phrygius) με το έργο του “Η ιστορία για την άλωση της Τροίας¨ (De Excidio Troiae Historia). Και τα δύο αυτά έργα είναι σε λατινική μετάφραση των ελληνικών κειμένων, τα οποία και έχουν χαθεί.  

Οι πάπυροι του Δίκτη του Κρητικού βρέθηκαν από δύο βοσκούς στα μισοκατεστραμμένα ανάκτορα της Κνωσού τον δέκατο τρίτο χρόνο της βασιλείας του Νέρωνα και παραδόθηκαν στον Ρωμαίο κυβερνήτη της Κρήτης Ρουτίλιο Ρούφο, ο οποίος και έστειλε τους παπύρους στη Ρώμη.

Ο Δίκτης ο Κρητικός ήταν ακόλουθος των Κρητών βασιλέων Ιδομενέα του γιου του Δευκαλίωνα και Μηριόνη του γιου του Μόλου. Αυτοί οί αρχηγοί πήραν μέρος στην εκστρατεία εναντίον τής Τροίας και αυτοί ήσαν πού του όρισαν να συγγράφει το Χρονικό του Τρωικού πολέμου. Εκείνος εξιστόρησε ολόκληρο τον Πόλεμο σε εννέα βιβλία, γραμμένα πάνω σε φιλύρα. Αργότερα, γύρισε στην Κρήτη γέρος και πεθαίνοντας παράγγειλε να θαφτούν τα βιβλία μαζί του. 

Παραθέτω το σχετικό με την δολοφονία του Αχιλλέα απόσπασμα του Δίκτη του Κρητικού σε μετάφραση του καθηγητή Γιώργου Γιατρομανωλάκη:

… Πέρασαν κάμποσες ημέρες και έφτασε η εορτή τού Θυμβραίου Απόλλωνα κι έγινε ανάπαυλα του πολέμου και ανακωχή. Τότε ενώ οι δύο στρατοί τελούσαν θυσία, ό Πρίαμος βρήκε ευκαιρία νά πέμψει στον Αχιλλέα τον Ιδαίο και να του παραγγείλει κάποια πράγματα σχετικά με την Πολυξένη. Αλλά την ώρα πού ό Αχιλλέας συζητούσε με τον Ιδαίο, χώρια άπο τους άλλους, μέσα στο άλσος, τις παραγγελίες που του είχαν δοθεί, μαθεύτηκε το πράγμα στα πλοία των Ελλήνων. Αυτή ή συνάντηση προκάλεσε αρχικά υποψίες ότι ο αρχηγός τους δεν ήταν πιστός και στο τέλος εκδηλώθηκε φανερή ή αγανάκτηση τού στρατού. Η φήμη διαδόθηκε στο στράτευμα, ότι δηλαδή ο Αχιλλέας ετοίμαζε προδοσία, σιγά σιγά έφτασε να θεωρείται αλήθεια. Τότε προκειμένου να ηρεμήσουν τα οξυμένα πνεύματα των στρατιωτών, ο Αίαντας, ο Διομήδης και ο Οδυσσέας ήρθαν στο άλσος και στάθηκαν μπροστά στο ναό και καρτερούσαν πότε θα βγει έξω ο Αχιλλέας. Διότι ήθελαν να του αναφέρουν τα συμβάντα και ταυτόχρονα ήλπιζαν να τον αποτρέψουν ν’ ανοίξει στα κρυφά διάλογο με τους εχθρούς τους.

Στο μεταξύ ύ Αλέξανδρος, έχοντας ετοιμάσει ενέδρα με τον Δηίφοβο, ζώστηκε το ξίφος του και πλησίασε τον Αχιλλέα για να επιβεβαιώσει δήθεν την υπόσχεση που έδωσε ό Πρίαμος. Και για να μην αντιληφθεί ο Αχιλλέας το δόλο τού εχθρού, έρχεται ο Αλέξανδρος και στέκεται δίπλα στο βωμό, πίσω από τον άρχοντά μας. Τότε, όταν φάνηκε πως ήταν η κατάλληλη στιγμή, αγκάλιασε ο Δηίφοβος τον Αχιλλέα πού ήταν άοπλος (τίποτε δεν είχε να φοβηθεί στο ναό του Απόλλωνα), τον ασπάστηκε και τον συγχάρηκε για τη συμφωνία. Έτσι τον είχε αγκαλιασμένο και δεν τον άφηνε μέχρι που τράβηξε δ Αλέξανδρος το σπαθί του, χύμηξε εναντίον του εχθρού του και με διπλό χτύπημα του άνοιξε και τα δυο του πλευρά. Τότε, σαν είδαν τον άρχοντά μας παραλυμένο από τα τραύματά του, έφυγαν οι δυο τους και έφτασαν στην πόλη από διαφορετικό δρόμο ο καθένας, έχοντας διαπράξει ένα τόσο μεγάλο κατόρθωμα, πού ξεπερνούσε τις προσδοκίες όλων.

Βλέποντάς τους όμως ο ’Οδυσσέας είπε: «Κάτι περίεργο φαίνεται να συμβαίνει. Γιατί άραγε οι άντρες αυτοί έφυγαν ξαφνικά, τόσο αναστατωμένοι και φοβισμένοι; » Έτσι μπήκαν αμέσως στο άλσος οι Έλληνες, ερεύνησαν ολόγυρα και είδαν τον Αχιλλέα πεσμένο στη γη, να αιμορραγεί  άλλα να ζει ακόμη. Τότε ο Αίαντας του είπε: «Όλοι μας είμαστε βέβαιοι και το γνωρίζαμε καλά πώς ήταν αδύνατο νά βρεθεί άνθρωπος πού να σε ξεπεράσει στην άδολη αντρεία. Είναι λοιπόν ολοφάνερο ότι σε πρόδωσε η αλόγιστη προπέτεια σου ». Και τότε ο Αχιλλέας, αφήνοντας την υστερνή του πνοή, είπε: « Με δόλο και χωσιά με ξεγελάσανε ο Αλέξανδρος και ο Δηίφοβος με πρόσχημα την Πολυξένη». Τότε, καθώς έσβηνε το πνεύμα του, τον αγκάλιασαν οι άρχοντές μας με στεναγμούς μεγάλους και με το τελευταίο τους φίλημα τον αποχαιρέτησαν. Ύστερα ο Αίαντας σήκωσε τον νεκρό στους ώμους του καί τον έβγαλε έξω απά το άλσος.

 "Όταν οι Τρώες είδαν τα γενόμενα, ξεχύθηκαν όλοι μαζί από τις Πύλες και προσπάθησαν να αρπάξουν τον Αχιλλέα και να τον φέρουν μέσα στα τείχη. Και τούτο επειδή επιθυμούσαν πάρα πολύ να ντροπιάσουν το πτώμα του, σύμφωνα με τις συνήθειές τους. Όμως οι Έλληνες πληροφορήθηκαν τα συμβάντα, πήραν τα όπλα τους και κινήθηκαν εναντίον τους. Δεν άργησαν λοιπόν να παραταχθούν όλες οι δυνάμεις και σύντομα ή μάχη άναψε ανάμεσα στους δύο στρατούς. Τότε ο Αίαντας παρέδωσε το πτώμα τού Αχιλλέα στους ακόλουθούς του και όρμησε και σκότωσε αυτόν πού βρήκε πρώτο μπροστά του, τον Άσιο το γιο τού Δύμαντα και αδελφό της Εκάβης. Ύστερα χτύπησε και σκότωσε πάμπολλους άλλους, όπως έβρισκε καθέναν με τη λόγχη του. Ανάμεσα σε αυτούς ήταν ό Νέστης και ο Άμφίμαχος, οι άρχοντες της Καρίας. Την ίδια ώρα δυο δικοί μας άρχοντες, ο Αίαντας ο γιος του Όιλέα και ο Σθένελος προχώρησαν ενωμένοι, διασκόρπισαν πολλούς και τους ανάγκασαν να τραπούν σε φυγή. Ύστερα από αυτή την τεράστια σφαγή των δικών τους, οι Τρώες, χωρίς καμιά τάξη και χωρίς ελπίδα πώς θα αντέξουν, διαλύθηκαν και όρμησαν ασύντακτοι προς τις Πύλες, πιστεύοντας ότι μόνο στα τείχη θα βρουν σωτηρία. Έτσι οι δικοί μας μπόρεσαν, καθώς τους κυνηγούσαν, να σφάξουν μεγάλο πλήθος ανθρώπων.

Όταν έκλεισαν οι Πύλες και έπαψε ή σφαγή, οι Έλληνες έφεραν τον Αχιλλέα πίσω στα πλοία. Σύμπαντες τότε οι άρχοντές έκλαιγαν το θάνατο ενός τόσο σπουδαίου άντρα. Όμως πολλοί στρατιώτες ούτε φαινότανε να συμπάσχουν ούτε, όπως το ζητούσε ή περίσταση, έδειχναν λύπη και συγκίνηση, αφού είχε γεννηθεί μέσα τους ή υποψία ότι ο Αχιλλέας πολλές φορές είχε καταστρώσει μαζί με τους εχθρούς σχέδια να προδώσει το στρατό. Παρά ταύτα καθώς σκοτώθηκε εκείνος και ορφάνεψε ή κεφαλή τού στρατού, χάθηκαν όλες οι ελπίδες τους. Άλλωστε δεν επιτρεπόταν ένας τόσο εξαίρετος πολεμιστής να πεθάνει με θάνατο ατιμωτικό ή, τουλάχιστον, να πεθάνει έτσι, στα κρυφά. Έτσι μετέφεραν βιαστικά από την Ίδη μεγάλες ποσότητες ξύλα και κατασκεύασαν νεκρική πυρά στον ίδιο τόπο πού είχε καεί και ο Πάτροκλος. Έπειτα τοποθέτησαν επάνω το πτώμα, έβαλαν φωτιά και ετέλεσαν έτσι τα νόμιμα της ταφής, με τη φροντίδα κυρίως τού Αίαντα πού παρέμεινε τρεις μέρες συνεχώς άγρυπνος και δεν απόστασε καθόλου ώσπου να συγκεντρωθούν όλα τα λείψανα. Και ήταν ο μόνος σχεδόν από όλους τον οποίο συντάραξε δ θάνατος τού Αχιλλέα περισσότερο παρά όσο ταιριάζει σε έναν άνδρα. Αυτός είχε αγαπήσει τον Αχιλλέα πιο πολύ από κάθε άλλον και για τούτο τον τίμησε ολόψυχα με τις υψηλότατες νεκρικές τιμές. Επειδή δεν ήσαν μόνο δεμένοι με ισχυρότατη φιλία και ήσαν εξ αίματος συγγενείς, άλλά επειδή κατά κύριο λόγο ο Αχιλλέας ξεπερνούσε όλους τους άλλους στην ανδρειοσύνη.

Από τη μεριά τους όλοι οι Τρώες ένιωσαν μεγάλη χαρά και ευχαρίστηση, επειδή σκοτώθηκε ο εχθρός εκείνος πούυ έτρεμαν πιο πολύ από κάθε άλλον. 

Γι’ αυτό και επαινούσαν το τέχνασμα του  Αλεξάνδρου και ως τον ουρανό τον ανέβαζαν, επειδή με ενέδρα κατάφερε μία τόσο μεγάλη πράξη, πού ουδέποτε θα τολμούσε στη μάχη. Στο μεταξύ έφτασε απροσδόκητα αγγελιοφόρος στόν Πρίαμο και του μήνυσε ότι έρχεται από τη Μυσία ο Ευρύπυλος ο γιος του Τήλεφου. Τον Ευρύπυλο είχε παρακαλέσει από παλιά ο βασιλέας με δώρα πολλά να έρθει και μάλιστα τον είχε διαβεβαιώσει ότι θα τού δώσει την Κασσάνδρα για γυναίκα. Κι ανάμεσα στα ωραιότατα πράγματα πού τού έστειλε, είχε προσθέσει και ένα κλήμα καμωμένο από χρυσάφι πού ήταν για τούτο ξακουστό στους ανθρώπους. Έτσι λοιπόν έφτασε ο λαμπρός πολεμιστής Ευρύπυλος με πολλές στρατιωτικές δυνάμεις από Μυσούς και Κητείους και έγινε δεκτός με μεγάλες χαρές από τους Τρώες, αφού είχε αλλάξει προς το καλύτερο τις ελπίδες των βαρβάρων.

Στο μεταξύ οι "Έλληνες τοποθέτησαν τα οστά του Αχιλλέα σε υδρία , τα έσμιξαν με τα οστά τού Πατρόκλου και τα έθαψαν μαζί στο Σίγειο. Ο Αίαντας μάλιστα μίσθωσε ανθρώπους ντόπιους για να κατασκευάσουν μνημείο στον Αχιλλέα, αγανακτισμένος με τους Έλληνες καθώς τους έβλεπε να μη λυπούνται καθόλου, όπως άξιζε για το χαμό ενός τέτοιου ήρωα. Την ίδια εποχή έφτασε στο Σίγειο και ο Πύρρος, ο επονομαζόμενος Νεοπτόλεμος, ο γιος του Αχιλλέα και της Δηιδάμειας, της θυγατέρας του Λυκομήδη, καί βρήκε τον τάφο τού πατέρα του σχεδόν τελειωμένο. Ερώτησε ύστερα να τον πληροφορήσουν πώς θανατώθηκε ο πατέρας του και στη συνέχεια εξόπλισε και ενθάρρυνε τους Μυρμιδόνες, που ήταν γένος ανδρειότατο και ονομαστό στην τέχνη τού πολέμου. Ύστερα ανέθεσε στον Φοίνικα να τελειώσει το έργο και αυτός γύρισε στα πλοία και στη σκηνή τού πατέρα του. Εκεί βρήκε την Ιπποδάμεια να φυλάει τα πράγματα τού Αχιλλέα.

Αμέσως μόλις έγινε γνωστός ο ερχομός του Νεοπτόλεμου, μαζεύτηκαν επιτόπου όλοι οι άρχοντες και τον ικέτεψαν να δείξει ψυχραιμία. Σε αυτούς απάντησε με ηρεμία και είπε πώς δεν αγνοεί ότι όλα έγιναν με την θέληση των θεών και ότι πρέπει να τα περάσει με φρόνημα ανδρείο. Για κανέναν δεν άλλαξε ποτέ ο νόμος ,ωστε να ζήσει πέρα από το πεπρωμένο του. Τα γηρατειά, είπε, είναι για τους γενναίους άνδρες αισχρά και καταραμένα , αντίθετα, μόνον οι δειλοί τα αποζητούν. Όμως ό πόνος του είναι ελαφρότερος, επειδή ο Αχιλλέας δεν σκοτώθηκε ούτε σε μονομαχία ούτε σε ώρα πολέμου, οπού βέβαια κανένας ποτέ δεν κρίθηκε ανδρειότερός του, από τους τωρινούς ή τους περασμένους, με την εξαίρεση μόνο του Ηρακλέα. Πρόσθεσε ακόμη ότι αυτό τον καιρό ο μόνος άντρας που είχε τη δύναμη να καταστρέψει την Τροία με τα χέρια του ήταν ο Αχιλλέας. Ωστόσο δεν αρνήθηκε ότι αυτό που έμεινε ανεκτέλεστο από τον πατέρα του, μπορεί να τελειώσει από τον ίδιο και από τους παρευρισκόμενους.

Όταν τελείωσε το λόγο του, οι Έλληνες αποφάσισαν να αρχίσουν πόλεμο την επομένη. Ύστερα, όταν έφτασε η κατάλληλη ώρα, ήρθαν στην σκηνή του Αγαμέμνονα για να δειπνήσουν, όπως ήταν ή συνήθεια. Ανάμεσά τους ήταν ο Αίαντας, ο Νεοπτόλεμος, ο Διομήδης, ο Οδυσσέας και ο Μενέλαος που πήραν τις ίδιες τιμητικές θέσεις στο δείπνο. Κι εκεί καθώς δειπνούσαν απαριθμούσαν στον Νεοπτόλεμο τα πλείστα όσα κατορθώματα του πατέρα του κι ανακαλούσαν στή μνήμη τους κι επαινούσαν την ανδρειοσύνη του. Με όλα αυτά χάρηκε πάρα πολύ ό Νεοπτόλεμος και φλογισμένος από φιλοτιμία απάντησε ότι θα προσπαθήσει με όλες του τις δυνάμεις να μη φανεί κατώτερος απο τα έργα τού πατέρα του. Ύστερα πήγε καθένας στη σκηνή του να αναπαυθεί.

Γιάννης Μότσης

Print

Αναμνήσεις

Χαμένος από χέρι

"….τον μπελά μου, μέσα, την καταδίκη μου…" κι όλο τραβούσε τα γένια του. "Τι τύχη φάρδος είναι...

Read more: Χαμένος από...

Κυνηγάει ο παπ΄ς τη βάβω

Του Φώτη Μότση   Θερτή, στη Ρουπακιά, θερίζαμε πολλοί μαζί το στάρι. Ήταν οι καιροί που στη δουλειά...

Read more: Κυνηγάει ο...

Το Σαββατόβραδο, το ''66'

του Χρήστου Ν. Θεμελή  Οταν έπεσαν τα πόσκια   τα μάσαμαν στη στρούγκα   εγώ, μια χαψιά μαξουμάκι,...

Read more: Το...

Οι εξετάσεις

του Ι.Μότση Ηταν συνήθεια στο χωριό μας οι εξετάσεις να ΄ναι συνάμα και πανηγύρι. Όχι μόνο οι...

Read more: Οι εξετάσεις

Απόψεις

περί έρωτος

Ο έρως μεριμνεί ως μανιακός των αμπελώνων της ψυχής ν’ αποτελειώσει ό,τι έχει αρχίσει με μια απλή...

Read more: περί έρωτος

Χρόνια Πολλά

Χωριανοί, μελη των δυο συλλογικών φορέων των Ζωτικιωτών, Ζωτικιώτες στα μήκη και τα πλατη της γης....

Read more: Χρόνια Πολλά

Η φιλοσοφία των κυνικών: Αντισθένης - Διογένης - Κράτης

Οι «Κυνικοί» ήταν Φιλοσοφική Σχολή, και µάλιστα µία από τις µακροβιότερες. Τίποτε στη ζωή, έλεγε ο...

Read more: Η φιλοσοφία...

Το Τέρας κι εμείς (ένα υστερόγραφο στην προαναγγελθείσα απώλεια του Βαγγέλη Γιακουμάκη)

Το Τέρας κι εμείς (ένα υστερόγραφο στην προαναγγελθείσα απώλεια του Βαγγέλη Γιακουμάκη) Ο τίτλος...

Read more: Το Τέρας κι...

Δημιουργίες

καθρέφτες

Ανοχύρωτος. Γενικά. Ξένο σώμα σε βαλτώδη περίγυρο, ματαιοπονεί να 'βρει μονοπάτι που θα τον βγάλει...

Read more: καθρέφτες

Να βρω τα παιδικά μου τα φτερά ζητώ

Του Φώτη Μότση Τώρα μιλώ με δόντι σάπιο, μπάσος Ά, είν’ παράταιρη η λαλιά αυτή Στον κόσμο ετούτο...

Read more: Να βρω τα...

Ουτοπικές προσδοκίες

  Ας ήτανε η Αγάπη μας  ανάβρυσμα πηγής  οι στάλες της τα κρίματα σαν ίαμα να γιανει... Ας ήτανε...

Read more: Ουτοπικές...

περί ποιείν

(του ΦωτοΜότση)   Η οδυνηρή αποκάλυψη του ψεύδους δυο βήματα μακριά απ' την αλήθεια είναι λόγος...

Read more: περί ποιείν