η λεξη

Πολλές φορές η λέξη μας επιφυλάσσει εκπλήξεις τέτοιες, που σε ανύποπτες καταστάσεις θα διάβαιναν αβασάνιστα. Ανακαλύπτουμε, αίφνης, σαν ανασηκώσουμε το λιθάρι που φυλάει την κρυφή τους έννοια, ήχους πρωτόγνωρους, αδέσποτους, άναρχούμενους και αναρχικούς. Συνήθως μας ξενίζουν, μας δημιουργούν ανασφάλειες, μας ορμηνεύουν ξενικά, ανοίκεια, μας στερούν τη φανερή, εύκολη, παράσταση και μας ωθούν σε άλλου είδους αναμέτρηση με τις εκφραστικές μας δυνατότητες. Μας αμπώχνουν, πάντως, στο θολερό πηγάδι της αναζήτησης με το λαγαρό, στο έσχατο βύθος του, νερό.

Η συνέχεια προεξοφλείται με συνέπειες: σύντομα η αναζήτηση αυτή από κοπιώδης γίνεται αβάσταχτη -και καταλήγει στην παραίτηση. Το ουσιώδες διαφεύγει, και μένει η προσπάθεια της κακήν- κακώς λεκτικής επιβίωσης. ‘Για να απολαύσεις το θέαμα ενός χαλασμένου ανθρώπου’, γράφει ο Κωστής Παπαγιώργης, ‘(χαλασμένου στην καρδιά, στο σώμα και στο στόμα), χρειάζεται απαραιτήτως μεγάλη δόση ανέχειας και αποτυχίας’. Μια χαλασμένη λέξη απαιτεί πλήρη διαστροφή για να διατηρηθεί και να επικρατήσει ως τέτοια, κι αν γινόταν να υπάρχουν 'λεξιλογικά' δικαστήρια, δεν θα προλάβαιναν να εκδίδουν καταδικαστικές αποφάσεις για όλους μας. Συνηθίζουμε ν' αγαπούμε ό,τι μας βολεύει και μας ενθουσιάζει. Ό,τι απορρίπτει το φιάσκο ή την ευτέλεια. Και, συνήθως, κάθε τι που αγαπάμε, το διαγουμίζουμε ανελέητα μέχρι τελικής εξάντλησης, απερίγραπτα επιπόλαια, δίχως να λαβαίνουμε ποτέ υπόψη το ύστερο. Χωρίς να ανησυχούμε για την ανεπανόρθωτη φθορά στους μηχανισμούς των συλλογισμών μας, την απελπιστική εκφραστική μας φτώχεια που οδηγεί στην ασθμαίνουσα συναλλαγή, στο ασθενικό πάθος, στην απομάκρυνση. Δίχως να νοιαζόμαστε για την αδυναμία μας να εννοήσουμε μέσα από μια συλλογική αλληλουχία λεκτικών σχεδιασμών τα μέγιστα: ζωή και θάνατο.
Αν ο άνθρωπος συναλλάσσεται, ηρεμεί, αγανακτεί, είναι σε θέση να δημιουργήσει σκέψη, να πολιτεύεται νουνεχώς, πάει να πει, στις σημερινές συνθήκες, να υπάρχει, αυτό το οφείλει στον λόγο και στον αυτουργό του: στη λέξη. Μολοντούτο, δολιχοδρομούμε στην αναζήτηση ενός άλλου δέοντος, για να κρεμάσουμε ψηλά τις θηλιές που θα εξιλεώσουν τη συνείδηση και την καθωσπρέπει υπόληψή μας, όταν αποφανθούμε καταδικαστικά ως προς την αποτυπωτική μας ένδεια..
Δαιμονιζόμενοι στην ιδέα της παρεκτροπής από τα χρηστά, ξεπλένουμε συνάμα τα αίματα της πληγής που προξενήσαμε με λεκτική προσβολή πάλι με λέξεις, δίχως να σκεφτόμαστε στιγμή, πως όλες ετούτες οι κινήσεις μας, τα συναισθήματά μας όλα, είναι το νερό που αναβρύζει πάντα από την ίδια την πηγή, τη λέξη.
Η αλήθεια, η ευθυγνωμία, η φαυλότητα, η συκοφαντία, η παντοδυναμία, η μαλθακότητα κλπ. είναι αρετές, κουσούρια ή ψυχικές καταστάσεις που βασίζουν την εκφραστική, την περιγραφική, την ομολογητική ύπαρξή τους στο συνταίριασμα φωνηέντων και συμφώνων. Είναι όμως και ο ήχος που ανταποκρίνεται σε όλα τούτα και τα κάνει συνείδηση, βάζει μια σειρά στο χάος των φθόγγων, τα μεταφράζει συγκεκριμένα: Καθοδηγεί. Οδηγεί.
Δίχως τον ήχο αυτό, θα ήταν κενό γράμμα η έννοια που αναγνωρίζεται μέσα από τη μεταφορά της πραγματικότητας σε νοητές ατραπούς συμπεριφοράς και αντίληψης, βούλεσθαι και πράττειν.
Και τι θα ήταν το τραπέζι, ποια η εικόνα του, αν κουτσουρεύαμε τη λέξη από τα σύμφωνα κι αφήναμε μονάχα τα φωνήεντα: α-ε-ι; Σίγουρα κάτι θ' απόμενε, ίσως δεκτικό γι' άλλη εποχή και για άλλου είδους συνεννόηση, αλλά, πάντως, αυτό το ηχητικό υπόλοιπο δεν θα ήταν το τραπέζι που ξέρουμε, επειδή όταν το καλούμε, 'αποκρίνεται' αλλιώς. Αυτό που θα εννοούσαμε, θα ήταν τίποτα, ή κάτι άλλο, κάτι που ενδεχομένως θα υποψιαζόμαστε, θα αποτελούσε ίσως ιερογλυφική αναζήτηση εμπεριστατωμένων μελετών ειδημόνων και μελετητών, όταν, την ίδια στιγμή, το τραπέζι θα ήταν και θα παρέμενε μια σανίδα με τέσσερα ποδάρια, -μόνο έξω -ή παραέξω- απ' τη δική μας αντίληψη έτσι όπως τη διαμόρφωσε νοηματικά ο χρόνος, έτσι όπως μας μεγάλωσε, όπως την ενστερνιστήκαμε.
Να την, λοιπόν, πάλι η λέξη. Αμείλικτη, αδυσώπητη, ανελέητη. Δες: τρεις λέξεις για να ειπωθεί το ίδιο. Η αγαλλίαση της σιωπής και η φλυαρία του ελάχιστου.
Αυτή 'ναι η λέξη: ανέραστη γυναίκα που δεν χορταίνει να κοιτιέται στον καθρέφτη. Έχει γνώση του κάλλους της και των θέλγητρών της, πλην, όμως, δειλιάζει να επαναλάβει την πρώτη τραυματική της εμπειρία που δεν προχώρησε πέρα από τις πρώτες αναγνωριστικές θωπεύσεις.
Το βάρος όλων των παραστάσεων, των αισθημάτων, των συναισθημάτων, όλων των εκφάνσεων της ζωής και του γίγνεσθαι, το κουβαλάει η λέξη. Ανήμπορη, ωστόσο, τις περισσότερες φορές, ν' αντεπεξέλθει στον ρόλο της, όχι λόγω ιδίας ανικανότητας, αλλά επειδή την εγκαταλείπουμε συνήθως αιμορραγούσα στον δρόμο, κάθε που την κακοποιούμε ατιμωρητί προξενώντας της ανεπανόρθωτα τραύματα, αφήνει κατάχαμα, μεσοστρατίς, το φορτίο της -αν δεν το 'χει ρίξει κιόλας στον γκρεμό.
Κι όταν, μάλιστα, θέλουμε ν' απογαλακτιστούμε απ' τον κόρφο της, να ψελλίσουμε ορμέμφυτα και ‘πηγαία’ τα κρανιακά μας κλωθογυρίσματα, έχουμε πάντα εύκαιρη τη λεκτική ανεμελιά του ανήσυχου, 'τσαμπουκαλεμένου' πιτσιρικά, όστις, επειδή τα ‘παίρνει επιτόπου στο κρανίο, γαμάει καταστάσεις και σαλιώνει τα βαρβάτα του για να 'ναι 'in' στη γκλαμουριά της γκομεναρίας’ πριν ‘χτυπήσει καράφλα’ κλπ. κλπ., γι' αυτό κι εμείς, για να μη χαλάσουμε χατίρι στον κανακάρη μας και για να μην φανούμε 'ufo', προσεταιριζόμαστε ακάματα τον πλούτο του λεξιλογικού του χαγιατιού.
Την ξεχασμένη μας φωνή, τους λαρυγγισμούς του homo sapiens, τους εξελιγμένους, χιλιάδες χρόνια τώρα, σε όρθια στάση φωνής και σε προσπάθεια ιδρώτα, πώς θα την διεκδικήσουμε ξανά; Πώς θα την πάρουμε πίσω;

Φωτο Μότσης

 

Print

Αναμνήσεις

Το όργωμα

«Πού είστε νισιάνια μου», ακούστηκε η φωνή της γιαγιάς – Βαρβάρας Πάσχου καθώς ξεπρόβαλε από το...

Read more: Το όργωμα

Ο γάϊδαρος

Καταμεσίς τ’ ουρανού ο ήλιος τσουρούφλιζε  τα γυμνά μας μπράτσα και καθώς ο ιδρώτας έσμιγε με την...

Read more: Ο γάϊδαρος

Αναμένω

Ετούτο κι αν ήταν: είχα να ιδώ τον tatsis από τον καιρό με τα κοντά, τα ολούθε μπαλωμένα...

Read more: Αναμένω

Κυνηγάει ο παπ΄ς τη βάβω

Του Φώτη Μότση   Θερτή, στη Ρουπακιά, θερίζαμε πολλοί μαζί το στάρι. Ήταν οι καιροί που στη δουλειά...

Read more: Κυνηγάει ο...

Απόψεις

Περί της ανακαλύψεως της Αμερικής

« Ωγυγίη τις νήσος απόπροθεν ειν αλί κείται». Η Ωγυγία λοιπόν είναι νησί κατά τον Σύλλα η οποία...

Read more: Περί της...

ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ: Ο ποιητής της πιο όμορφης ουτοπίας

“Μικρά κι ανήλιαγα στενά και σπίτια χαμηλά μου βρέχει στη φτωχογειτονιά βρέχει και στην...

Read more: ΤΑΣΟΣ...

28 Οκτωβρίου 1940

Μέρες γιορτινές, μέρα γιορτής κα μνήμης αύριο. Μέρα που ο λαός μας ξεκίνησε την μεγάλη...

Read more: 28 Οκτωβρίου...

Η ΕΟΡΤΗ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ ΚΑΙ ΟΙ ΚΑΛΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΙ

Δημητρίου Μίχα τ. Δ/ντου της Ριζαρείου Σχολής    Η Ελληνική λαογραφία και παράδοση έχει γράψει όχι...

Read more: Η ΕΟΡΤΗ ΤΩΝ...

Δημιουργίες

Ιδού ημείς εν απογνώσει

Δεν θα μιλήσω με όρους οικονομικούς, -τη δουλειά και το χρέος των οικονομολόγων δεν δύναμαι να...

Read more: Ιδού ημείς εν...

Εθνικές αφηγήσεις

Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια προσπάθεια αποδόμησης της εθνικής αφήγησης με τους...

Read more: Εθνικές...

Τί δέν καταλαβαίνεις, φτωχέ κουτοπόνηρε;

Ἄρτι ἀφιχθεῖς ἐκ Ζωτικοῦ, θέλω νά φανερώσω στήν παρέα τό μυστικό τῆς αἰώνιας νιότης, τουλάχιστον γιά...

Read more: Τί δέν...

Ειναι .......

Της Βασιλικής Σ. Μίχα Χειμαρρος ειναι που κυλαει  με των καρπων την αφθονια  ειναι η απειραχτη...

Read more: Ειναι.......