Ο περδίκης

Βαρύς ο χειμώνας στο χωριό. Αφού είχαν, για κάμποσες μέρες, αγκομαχήσει ο Παλεχώρης κι ο Πλάτανος να κατεβάζουν κατά το ποτάμι ό,τι δεν μπόραγαν να κρατήσουν στη ράχη  τους η Βρυτζάχα κι ο Αλεσιός, -σπέλες, πουρνάρια, σωρό τα άσπρα τα λιθάρια,  κι άγριο, γινατεμένο νερό, -αίφνης μια σιγαλιά στον τόπο. Μετά τη χλαπαταγή των προηγούμενων ημερών, μια ηρεμία ολούθε. Κανα γκλαφούνισμα μονάχα, πού και πού.

Δυο μέρες, έτσι. Πάλευε η γής να χωνέψει το νερό, κι όσο δεν μπόραγε, το ξανάδινε ψηλά στο ροζιασμένο της τομάρι και μέσα από τις βαθιές ρυτίδες της το δρομολογούσε πάλι κατά το ποτάμι.
Μας έκανε, τελικά, ο θεός τη χάρη, πράγμα που, εκείνο τον καιρό, συνήθιζε: κάποιο χάραμα, ανοίγοντας την πόρτα για να πάμε στον νιβορό και να νιφτούμε, μια ολόλευκη ομορφιά ο τόπος! Χιόνι να ειδεί το μάτι σου! Με κόπο σύραμε κάποια βήματα, ανοίξαμε όπως –όπως ένα μονοπατάκι μέχρι τη θημωνιά για να κουβαλήσουμε ξύλα και κούτσουρο για το τζάκι. Πρώτη μας έγνοια, φυσικά, εμάς των παιδιών, ο περδίκης. Το τεράστιο τσοπανόσκυλό μας που δεν άφηνε πλάσμα άλλο να ζυγώσει το σπίτι μας και τον περίγυρό του, όταν ήταν λυμένο, τα βράδια, δηλαδή. Αφού σιγουρευτήκαμε ότι δεν είχε ξεμυτίσει από το καλυβάκι του, το ρίξαμε στο προσφιλές μας παιχνίδι: καυγάς. Μπορεί ο μεγαλύτερος να με είχε του χεριού του, όμως, ακριβώς σαν πιο μεγάλος, καθόταν και τις μάζευε, κυρίως δαγκωματιές. Κατανόηση, που λένε, για τις μικρότητες του μικρότερου.
Για σχολειό, βέβαια, ούτε κουβέντα. Πώς θα μπορούσαμε ν’ ανοίξουμε τόσον δρόμο μέσα στο χιόνι, και πόσοι θα φτάνανε σήμερα στο σχολειό! Για δυο –τρεις μέρες τουλάχιστον θα είχαμε ν’ ασχολούμαστε μόνο με τις πλάκες που στήναμε για κανα τσιροπούλι τριγύρω στο σπίτι. Για τις πιο μακρυά, ούτε κουβέντα με τόσο χιόνι.
Την ίδια μέρα, σύθαμπο. Είχαμε κόψει με περίσσια προσπάθεια το κλαρί για τις γίδες, μιας και για ν΄ ανέβεις στην κουμαριά ή στο πουρνάρι έπρεπε να γίνεις χιονάνθρωπος. Μαζεμένοι, πλέον, όλοι γύρω απ’ τη φωτιά, όταν η μάνα θυμάται την κασάρα.
‘Παιδιά, τη βάλατε την κασάρα στο βουτσελοντούλαπο; Άμα την αφήκατε όξω, θα παγώσει, θα ραϊσει και θα σπάσει!’
‘Πάω να δω’, λέει ο μεγαλύτερος και πάει κατά την εξώθυρα. Δευτερόλεπτα μετά τον ακούμε να φωνάζει: ‘Μαμά, ένας γάιδαρος απ’ όξω!’ Αρεντεύουμε κι οι δυο, η μάνα κι εγώ, να δούμε τι συμβαίνει. Όντως, ένας γάιδαρος θρονιασμένος μέσα στο χιόνι, πεντέξι μέτρα από την εξώθυρα. Μέχρι να δοκήσω τι γίνεται, πώς τυχαίνει ένας γάιδαρος μέσα στο σούρουπο μπροστά την πόρτα μας, -νοιώθω τη μάνα να με τραβάει πίσω και να φωνάζει και του αδερφού, που ήταν λίγο πιο μπροστά μας να ΄ρθει γλήγορα μέσα. Κλειδώνει αλαφιασμένη την πόρτα. ‘Τον περδίκη!’, φωνάζει. ‘Να λύσουμε τον περδίκη!’  Τότε πήραμε είδηση τον λύκο!
Μια κουβέντα, να λύσουμε το σκυλί. Πώς θα βγαίναμε, όταν μπροστά στην πόρτα μας είχαμε τον λύκο; Για να πάμε στο καλύβι του περδίκη, που ήταν στο πλάι κάτω από το σπίτι, έπρεπε αναγκαστικά να περάσουμε μπροστά από τον γαϊδουρόλυκο. Και πώς να το κοτάγαμε κάτι τέτοιο… ‘Έλα, νισάνι μου’, λέει η μάνα, ‘λιανός είσαι, εσύ χωράς από τις σιδεριές. Άντε ν’ αμολήσεις τον περδίκη!’
Όντως, χώρεσε ο μεγαλύτερος μέσα από τις σιδεριές στο πίσω το παράθυρο. Καταφέρνει και βγαίνει, ενώ εμείς μη χάσουμε τον τεράστιο λύκο από τα μάτια μας κοιτάζοντας από το παράθυρο προς την αυλή. Καθόταν ανακούρκουδα και ούτε που σάλευε. Πάγωνε στ’ αλήθεια το αίμα μου. Μπορεί να ήμουν σχετικά εξοικειωμένος με αυτά τα άγρια, περήφανα πλάσματα. Όμως το μέγεθος αυτού του λύκου, με παρέλυε. Ένα δέος, κι ένα ερώτημα ως προς τις διαθέσεις του, με κατέτρυχε. Και η αγωνία για τον αδερφό. Θα φτάσει άραγε στον περδίκη δίχως να τον πάρει είδηση ο λύκος;
Ο μεγαλύτερος φτάνει στον περδίκη. Αυτός, δίχως τον παραμικρό ήχο μέχρι στιγμής, είχε, βέβαια, αντιληφθεί τον λύκο, και ως αντίδραση δάγκωνε μανιασμένα αλλά σιωπηλά το κλαρί στο οποίο τον είχαμε δεμένο. Με πολύ ζόρι κατάφερε να τον λύσει. Αμέσως μετά βρέθηκε με τρεις δρασκελιάς απάνω στον ανεπιθύμητο μουσαφίρη. Ο χαμός. Μακελειό. Μαντρόσκυλο από τα παλιά ο περδίκης, μαθημένος να τα βάζει καθημερινά με λύκους πάνω στο βουνό όταν φύλαγε πρόβατα, δεν δείλιασε μπροστά στον όγκο του αντιπάλου. Μέσα από το τζάμι εκτυλίχτηκαν άγριες σκηνές πάλης μπροστά στα μάτια μας! Ουρλιαχτά, βαθιές δαγκωματιές, οιμωγές σαν από ανθρώπινο λαρύγγι,  -δεν αντέξαμε, βλέποντας τον περδίκη σωριασμένο να χάνει τη μάχη: ορμάμε στην πόρτα, ανοίγουμε, φωνάζουμε ‘απάνω του, περδίκη!’.
Θαρρεμένος ο περδίκης, βάζει τα δυνατά του. Χύνεται ξανά απά στο λύκο, τον κατατροπώνει, βυθίζει τα δόντια του αγριεμένα στα ψαχνά του, μακελεύει. Κιοτεύει εκείνος, πισωγυρίζει, σέρνεται λίγο στην αρχή, ανακτά, κατόπιν, βήμα και δρασκέλισμα, ανηφορίζει κατά του Θοδωρή. Από κοντά, ο περδίκης.
Βγήκαμε όλοι έξω πια. Ακούγαμε και τ’ άλλα τα σκυλιά της γειτονιάς να ρίχνονται στον λύκο. Ώρα πολλή μετά ακουγόταν ο καυγάς κατά τους Παπαζηκαίους, ίσαμε το ριζοβούνι.
Τον λύκο, αυτόν τον τεράστιο λύκο, δεν τον είδε κανείς. Μήτε ζωντανό, ούτε πεθαμένο.
Ο περδίκης γύρισε σπίτι με την ψυχή στο στόμα. Αιμόφυρτος, τσακισμένος, λαβωμένος βαριά. Δυο τρεις βδομάδες με μαντζούνια και γιατροσόφια. Ίσα που γλίτωσε.
Φ. Μότσης

 

Print

Αναμνήσεις

Αλεσιός/Πηγαδάκια/Τζιούμπα

του Χρήστου Θεμελή (μια αφήγηση) Στον 'Αλεσιό' εκείνο το καλοκαίρι, του 1966, παιδάκι μια σταλίτσα...

Read more: ...

Χαμένος από χέρι

"….τον μπελά μου, μέσα, την καταδίκη μου…" κι όλο τραβούσε τα γένια του. "Τι τύχη φάρδος είναι...

Read more: Χαμένος από...

Αναμένω

Ετούτο κι αν ήταν: είχα να ιδώ τον tatsis από τον καιρό με τα κοντά, τα ολούθε μπαλωμένα...

Read more: Αναμένω

Το χωριό του μπαμπά μου

της Νεφέλης Μότση   Αντίκρισα για πρώτη φορά το Ζωτικό όταν ήμουν τριών μηνών. Το ξαναείδα πολλές...

Read more: Το χωριό του...

Απόψεις

Οι Ολύμπιοι Θεοί

  Ἥ δὲ καὶ ἀτρύγετον πέλαγος τέκεν, οἴδματι θυῖον, Πόντον, ἄτερ φιλότητος ἐφιμέρου· αὐτὰρ ἔπειτα...

Read more: Οι Ολύμπιοι...

Γλωσσική συνείδησι και Εθνική Ταυτότητα"

Δημητρίου Μίχα ,Φιλολόγου καθηγητού-Δ/ντου της Ριζαρείου Εκκλησιαστικής Σχολής Το θέμα που θα...

Read more: Γλωσσική...

Παρέμβαση του Δ. Ιατρόπουλου στην παρουσίαση του έργου του Φώτη Μότση στο "Αιτιον"

Αυτές οι βραδιές, αυτές οι συναντήσεις ουσιαστικά είναι πράξεις αντίστασης σε μια τέτοια εποχή....

Read more: Παρέμβαση του...

Η φιλοσοφία των κυνικών: Αντισθένης - Διογένης - Κράτης

Οι «Κυνικοί» ήταν Φιλοσοφική Σχολή, και µάλιστα µία από τις µακροβιότερες. Τίποτε στη ζωή, έλεγε ο...

Read more: Η φιλοσοφία...

Δημιουργίες

τ’ αντέτι

Βάλτε μου χιόνια, λάσπες, λασπόχιονα, βάλτε μου κρύο μέχρι το μεδούλι, το δόντι να πηγαίνει...

Read more: τ’ αντέτι

Θά βάλω

Θά βάλω εἶπε Θά βάλω τό φυτίλι στήν ἀμασχάλη τῆς ἀγρύπνιας Καί θά τό κομποδέσω μέ μεταξένιο νῆμα...

Read more: Θά βάλω

Έρμη ψυχή

Και το λιθάρι ράγισε...δεν άντεξε  στης αποσταμιάς την ανάσα...  καθώς η ρωγμή του γέμισε  με...

Read more: Έρμη ψυχή

Το καφενείο

του ΦωτοΜότση   Τόπος προσκυνήματος πασών των θρησκειών και των αιρέσεών τους. Τόπος μάζωξης για...

Read more: Το καφενείο