Αλεσιός/Πηγαδάκια/Τζιούμπα

του Χρήστου Θεμελή (μια αφήγηση)

Στον 'Αλεσιό' εκείνο το καλοκαίρι, του 1966, παιδάκι μια σταλίτσα από την πέμπτη στην έκτη, στα έντεκα για θερινές διακοπές στον 'Αλεσιό' στην κατασκήνωση, στα "πηγαδάκια".


Α.! εγκαταστάσεις ωραίες στην 'κουμπλιά', στα 'πηγαδάκια', η θερινή στάνη, η στρούγκα και το καλυβάκι, το κατάλυμμα αυτό το αυτοσχέδιο αρχιτεκτονικό του πάππου. Έπειανε το χέρι του Κωσταντή, σ' ό,τι κι αν ακούμπαγε του φύσαγε τη μεγάλη ψυχούλα του. Μάταια αναζητώ να απαντήσω όμοια, υπάρχουν πάντα υπάρχουν, αλλά πρέπει να κάνεις πολλά χλμ να τις συναντάς και αν τις φτυχάς.. Κοντά του λοιπόν πάντα, βοηθός του πρωτομάστορα στα γύρω τοιχάρια στους όχτους, παντού, στην κατασκευή της αχυροκαλύβας, στο πελέκημα του αλετριού και βάλε.


Εκείνο το Καλοκαίρι, θερινές διακοπές τρεις μήνες στα βουνά μας, στον 'Αλεσιό' και τις γύρω κορφές, γιομάτο το πρόγραμμα. Θα πρόσεχα τα πρόβατα, πηγαίνοντας κοντά τους στις γύρω βουνοπλαγιές, θα τα πήγαινα στο στάλο στις 'τζιτζιφιές', θα τα σκάραγα το απόγεμα σαν έπεφτε ο ήλιος, για πότισμα στα πηγαδάκια, στην κορίτα! Ολημερίς θα αλώνιζα τα βουνά πέρα ως πέρα.. Από 'πηγαδάκια' νάσου στα 'Γαρούφαλλα', στου 'Γιαν'Θεμελή' ίσια πέρα ως τη βρύση τη 'Βρυτζάχα'.  Εκεί, έτσι και παντύχαινα κανένα συνομήλικο, έ τότε θά 'δειναν και θά 'παιρναν οι κόντρες στο νερό, οι γροθιές στο νερό, το μέτρημα ποιός θα τ' αντέξει να βαστήσει ως το 10, άιντε το 15, ποιός θα τραβήσει πρώτος,  έχασε!.. Από Βρυτζάχα μ' ένα σάλτο,' Αλογομάντρεια', σφεντόνα πάνω στην 'Αλαταριά' και ίσια πέρα την κορυφογραμμή, την οριζόντια, το σύνορο με τον ουρανό, γραμμή για την 'Τζιούμπα' του 'Αλεσιού'! Στο Θρόνο! το Λιμέρι των Θεών, του Δία και των αλλουνών όλων της παρέας, των δώδεκα.. Είχαν μετακομίσει από τον Όλυμπο, δεν ήταν εκεί άλλο αρεστοί, είχαν βρεί άλλο Θεό, καλύτερο, κι έρθαν εδώ στο Σουλιώτικο λιμέρι, νάναι 'λεύτεροι, να λατρεύονται αληθινά κι έκατσαν στην 'Τζιούμπα' μας.

Πρωί μεσημέρι βράδυ, λοιπόν, το μέλημα το πρώτο, γραμμή εκεί, στην κορφή, να τους απαντήσω να πειάσουμε 'μουαμπέτι' καλό κι από 'κει ν' αγναντέψω την πλάση όλη γύρω, κάτω, πέρα μακρυά, να κινήσει η μέρα σωστά, όλη μπροστά δική μου, μέρα Αυγουστιάτικη, χρόνος κι ο τόπος ατέλειωτος.. Στα πόδια φτερά, αρέντα κατά 'Ψαρολίθι' ως τα 'Σύρματα' μια γύρα κοντά ίσια πάνω 'Ανεμόραχη', 'Τζιτζιφιές', πέρα κατά το 'Πραδαλιώτικο' και ως πίσω στ ' ' Ανήλια' για κάνα κλωνί τσιάι,μες τους γκρεμούς εκεί που τα κατσίκια δεν τόπειασαν και πάλε πίσω. Στην κορφή της 'Τζιούμπας' μ' είχαν ορμηνέψει νάχω το νου μου, όλο και βγάνει κακό ανεμοστρόβιλο σ' ένα σημείο 'λαιμό' και να φεύγω μακρυά, με την παραμικρή βουή να γίνομαι καπνός. Είχαν βρει έλεγαν δυο αδέρφια σκοτωμένα, αντάρτες, το σημείο ήταν στοιχειωμένο, προσοχή! Στο καθημερινό γυροβόλι πάντα βρίσκονταν κάποια παρεούλα, μήτε κάποιο δικό μας παιδί, μήτε κάνα Γραζανιώτικο, Κουκουλιώτικο καμιά φορά, που τύχαινε να κάνει τις διακοπές του σ' αυτές τις κατασκηνώσεις..και το πράμα έδενε καλύτερα. Ώσπου κάποιο Αυγουστιάτικο απογεματάκι και καθώς βρισκόμουν στη 'Τζιούμπα' το πράγμα πήρε μια διαφορετική τροπή.
Από το πρωί εκείνη η μέρα, στην ανατολή ακριβώς κράταγε σύνεφο που προμήνυε αυτό που θα ακολουθούσε ίσως. Μες την απόλυτη ησυχία, λοιπόν, άλλαξε ξαφνικά ο καιρός, σήκωσε αέρα, στον ορίζοντα απέναντι έφτειασε σύνεφο, μαύρο κατράμι, άγριο που πύκνωνε συνεχώς κι ο αέρας αυτός μύρισε μπόρα, καταποντή απ' αυτές τις Αυγουστιάτικες. Ήδη απέναντί μου, φάτσα-κάρτα, στην 'Αλιούτσικα' άρχισαν να διαγράφονται οι πρώτες αστραπές και βροντές που γρήγορα πύκνωναν. Με δέος και εντελώς παρασυρμένος, απολάμβανα αυτό το υπέροχο θεάμα που ξετυλίχθηκε σχεδόν άξαφνα μπροστά μου και ενώ είχα αφεθεί σ' αυτό(εκεί πέρα βρέχει δηλ.), συνειδητοποίησα ότι τα πρόβατα είχαν γίνει κουβάρι κάτω μπροστά μου, έτρεχαν στον κατήφορο, σκιαγμένα, λες και τα είχε πάρει στο κατόπι 'ζούδιο'. Μέχρι να σκεφτώ τι γίνεται, πίσω μου στην κορφή, είχαν ακουμπήσει δυο σύννεφα-σκοτάδια, μάνι-μάνι, δημιουργώντας ίδια συνθήκη για βομβαρδισμό, έγεινε άμεση μεταλαμπάδευση από τον 'Τόμαρο'.  Όρμησα τον κατήφορο σαν λαγός, σκουρτουμπάλες κατέβηκα τις σβάρες,να προκάνω, να κρυφτώ στα 'πηγαδάκια' στο λάκο, τρύπα νάβρω να γλυτώσω απ' το κακό.
Τα πρόβατα είχαν ταμπουρωθεί μες την κοιλότητα του βουνού, ένα σώμα,το κεφάλι του ενός στα σκέλια τ' άλλουνού, μια μάζα χωρίς κεφάλια.Από την κορυφή μια φοβερή λάμψη άνοιξε τον ουρανό,έσκισε το βουνό, το χώρησε στα δυο,με τύφλωσε εντελώς κι επέ η πρώτη ομοβροντία. Έπεσα κάτω, δεν θυμάμαι πια αλλά βρήκα το φως μετά από πέντε λεπτά. Κατρακύλλησα ξανά τον κατήφορο, έφτασα χαμηλά μες το λάκκο, ηύρα μια τρύπα μες το βράχο βαθειά, αλεπουδοφωλιά,΄ κόλλησα σαν βεντούζα μέσα της, κουλουριάστηκα,πρόσωπο κρυμμένο στα γόνατα, χέρια γροθιά στ άυτιά. Έτρεμα ολόκληρος, ένα παιδάκι μια μπαλίτσα μες τη ρίζα του βράχου.. Κάπου εκεί αρχίνησε το γερό το πανυγήρι, ο κανονιοβολισμός της κορφής.  Έτρεμε η γης, κουνιούνταν θαρρείς από σύρριζα το βουνό, σκίζονταν άνοιγε στα δυο, βούιζαν τα εγκατά του, μούγκριζε σα λαβωμένο θεριό.. Μέχρι να σβήσει η μια λάμψη, φώτιζε τον τόπο, τη 'λάκκα' ολόκληρη, η επόμενη. Τα σύννεφα άνοιξαν τα καπάκια, έγειραν ανάποτα τα καζάνια τους,τ 'άδεισαν μονομιάς, ποτάμια το νερό, καλαμάς... ο λάκκος! Χαλασμός Κυρίου! σωστός. Η φύση, τα στοιχεία της, σε ακρότατη επίδειξη της αγριότερης παντοδυναμίας της, μπροστά μου, οι ουρανοί ανοιχτοί να ξερνούν φωτιά..
Πρέπει να πέρασαν δυο ώρες Θεομηνίας  και ακόμα άλλη μια για να συνέρθω, να τολμήσω να ξεκουλουριαστώ, αλλά και πάλε δε θα ξεμύταγα από 'κει, αν απο το βάθος της χαράδρας και την ηχώ της δεν άκουγα τη φωνή του σωτήρα μου, του πάπΚωσταντή, με καλούσε να δώκω σημείο ζωής, αφου στο μεταξύ είχε νυχτώσει. Εκείνο το βράδυ, όσο κι αν προσπάθησε..'ρε χαμένε..σκιάχτηκες τόσο..πάει διάφκε..κρίνε..!' δεν κατάφερα να βρω τη φωνή μου, μόνο την άλλη μέρα, οπότε και πετάχτηκα ίσια στην κορφή.   Αυτό που αντίκρυσα ήταν απίστευτο, ολόκληρη η κορφογραμμή σκισμένη στα δυό, έκανα κατά το  "Καστρί", τ΄άλλο θρονί, της Ήρας το σκαμνί, μετά αρέντα από 'δω, σ'όλη την κορηζαριά, ως την 'Αλαταριά',  τεράστιες αυλακιές ολούθε, ένα βουνό οργωμένο σαν από βαθύ γηνί..σίδερο μπάλλες παγωμένο παντού, φωτιά και σίδερο... κι ο 'Αλεσιός' άγρια ήμερος, ασάλευτος..Aθάνατος..!

Print

Αναμνήσεις

Λεωφορείον ο πόθος

"ΖΩΤΙΚΟΝ" Πρώτο δρομολόγιο παρθενικό.  Καλοκαίρι του '62.  Προυπάντηση στο σταυροδρόμι, στης...

Read more: Λεωφορείον ο...

Κυνηγάει ο παπ΄ς τη βάβω

Του Φώτη Μότση   Θερτή, στη Ρουπακιά, θερίζαμε πολλοί μαζί το στάρι. Ήταν οι καιροί που στη δουλειά...

Read more: Κυνηγάει ο...

Ποιος είναι ποιος;

  Το κτίριο, πίσω μας είναι το κτίσμα που βρίσκεται κάτω από το σχολείο. Για κάποιο διάστημα...

Read more: Ποιος είναι...

Πασχαλιάτικες εικόνες

Ολημερίς οι ετοιμασίες. Φροντίδα για την λάτρα του σπιτιού, τα πασχαλιάτικα ρούχα. Ήταν και το...

Read more: Πασχαλιάτικες...

Απόψεις

ΣΚΙΩΝ

Ο Καραγκιόζης και ο...Τέως (σύνθεση:Σταύρος Ξαρχάκος,στίχοι:Νίκος Γκάτσος) Εμένα φίλε με λένε...

Read more: ΣΚΙΩΝ

Ψες με την αστροφεγγιά

Φροντίζοντας την  «Ιστοσελίδα των Ζωτικιωτών» μου δόθηκε η ευκαιρία να ανασύρω από την μνήμη...

Read more: Ψες με την...

Τα καφενεία…του Φώτη Μότση

Δημητρίου Μίχα (Ο τίτλος εξυπηρετεί μόνο τις ανάγκες ανάρτησης για το site χωριού μας. Το κείμενο...

Read more: Τα...

ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΑΛΕΞ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ

Του Δημ. Μίχα, Διευθυντού της Ριζαρείου Σχολής   Τα Χριστούγεννα είναι η ημέρα που η Αγία και...

Read more: ΤΑ...

Δημιουργίες

Ματαιότητα

του Χρήστου Ν. Θεμελή   Κατά διαστήματα, άλλοτε πυκνότερα, άλλοτε πιο αραιά, μου δημιουργείται μια...

Read more: Ματαιότητα

Καρδιά μεθυσμένη

Της Βασιλικής Σ. Μίχα Σε κομμάτια του παζλ  η ψυχή μου γυρεύει του ονείρου φιγούρα  του μυαλού μου...

Read more: Καρδιά...

Εμένα που με βλέπεις, υπουργέ

Εμένα που με βλέπεις, υπουργέ Είμαι κοιλόπονος βουνού Δεν είμαι του χεριού σου, δεν είμαι για το...

Read more: Εμένα που με...

Επί ίσοις όροις

Της Βασιλικής Σ. Μίχα Μές την αρένα των "θηρίων"  πού¨χουν συνείδηση χαμένη , τα παραμύθια που σου...

Read more: Επί ίσοις όροις