ημερολόγιο

του ΦωτοΜότση

 

Επάενε κι ερχόταν η ψυχή του. Δρόμοι, σοκάκια, επαρχιακές οδοί με εκατό τόσα, χτυπάει κοντέρ στην εθνική γαίας -απείρου. Κουρνιάζει ύστερα στα καφενέ και στα σκυλάδικα μ'' έναν μέτριο γλυκό αρχικά και μ'' ένα κρασοπότηρο η συνέχεια. Το δεύτερο άδειο -κατά το συνήθειο.

Χουφτώνει άγαρμπα, αταβιστικά την ισιάδα της χωραφιάς μέσα στις απέραντες εκτάσεις του μυαλού του, στριμώχνοντας, ωστόσο, επιδέξια την ελιά στο μεσοβύζι της -χάνεται στην αντράλα των χυμών της γης, μαστουρώνει στις οσμές της, φεύγει. Αλαργεύει.

Άλλες ώρες, επανέρχεται, καλημερίζει πάλι το αγνάντεμα, ανηφορίζει τον τράχηλο του τοπίου. Αγκομαχά και ηδονίζεται. Μεριάζει βράχια, αδειάζει το νερό απ'' τις σπηλιές της γης και τ'' ουρανού και κατοικεί τα νέφη. Συλλέγει χώμα, χρώματα και δάκρυ, φιλάει ευλαβικά τον ουρανό και παίρνει δρόμο γι'' άλλα σύμπαντα με το τραινάκι των νεφών που δεν αρνήθηκε ποτέ το κάρβουνο και την αγάπη.',

Να ''τηνε, ξανά, να πετροβολάει περίεργους, εκεί, στον ίδιο δρόμο: κοντή φουστίτσα, άγριο φιλί στ'' αγερικό -κι ο τόπος ξένος, ξαφνικά. Απορριμματοφόρα σεργιανούν τεμπέλικα στην πόλη, ενώ ξωπίσω τους φυτρώνει ο φόβος. Ίσκιοι γνέφουν, άλλοι ελλοχεύουν μουλωχτοί. Ο Αίας με ακορντεόν -επαίτης στη γωνιά, κι ένας πελώριος τρόμος ν'' ανατινάζει όλους τους τσιμεντένιους σιγαστήρες σε μιαν ηχητική ισοπέδωση, σ'' ένα εικονικό παραλήρημα. Κι από πολύ βαθιά, τα μηχανάκια να κυλάνε σαν από αψηλό σκαμνί. Με πάταγο. Κι έκανε κρύο. Ύστερα, να! Διαβαίνει δίχως μάτια και νερό τον πυρετό του κόσμου, κάνει την ερημιά σκουτί κατάσαρκο κι από τον ήχο άλλον ήχο βγάνει: νερό και γη και σκυθρωπά ποιήματα κι αμήχανους αγρότες, σκυμμένους πάνω από τη φλέβα της βροντής, πότες ακόρεστους στην ηδονή, το ρο της μιας σακάτας χρήσης και τα ο ο ο σαν βουητό από ποτάμι χρόνια στερεμένο που επιμένει ν'' αρδεύει τη σιωπή.

Ήχο βγάνει ματιάς, ωραίας και παστρικά πλυμένης: ζωγραφισμένος ταύρος στο αρκουδίσιο μπράτσο του θαλασσινού, ένα ποτήρι άγριο κρασί που δεν λέει να γλυκάνει για ν'' αδειάσει -σαν του μουρλού ο δρόμος που σώνεται μονάχα στον γκρεμό.

Άλλες φορές αμίλητη, τιμωρημένη στη γωνιά.

Σκυλί δαρμένο άδικα κι απάνθρωπα, δανεικά και φίλοι που ανανήψανε ή που μισέψανε σε άλλα τοπία.

Μη δίνετε. Μη δίνετε. Αναδυθείτε για μια σύντομη ανάσα, και μετά ξανά στο όποιο επιπλέον της βολής. Κανείς δεν πρόκειται να πάρει περισσό -έχει δεν έχει ο θεός. Επήγαινε κι ερχόταν η ψυχή του. Περαστική από τα γεννοφάσκια της, χαμένη μωρούλα στο λόγγο και στα κρυφά του μονοπάτια, δαρμένη απ'' το χαλάζι, την ορφάνια, και δαγκωμένη απ'' την απελπισιά του λύκου και την ερημία των τσακαλιών, να ''την νυχτοήμερα στην αποβάθρα με το μαντήλι του δακρύου προς κάθε τι που αλαργεύει. Ίδιος ο σκουριασμένος μόλος που διστάζει να σαλπάρει.

Η διπλή του κόσμου ομορφιά: η ηδονή κι ο πόνος της πληγής που πάει να κλείσει, ο χαλασμένος έρωτας που κλαίει σαν το μωρό παιδί στα ολοκαίνουργά του σπάργανα, μια γρατσουνιά στο χώμα που αφήνει να φανεί ο χυμός της ρίζας.

Εκεί, αυτή

Σκόρπιοι αφροί στο ξέσπασμα των λέξεων, επαναστάτρια με γκόμενο στο πέτο σε προεκλογική πανήγυρη, μία προς μία οι υποσχέσεις ολωνών των φίλων που αγάπησε, οι κρεμασμένες στα μανταλάκια της μπουγάδας ήλιων συναχωμένων, κουτσομπόληδων.

Τόσοι γύρισαν. Αλλοι έφυγαν.

Αυτήν, ένας μαγνήτης την κρατάει συνεχώς στη μέρα. Μέσα στο σώμα της δημιουργεί μύθο άλλον, τρυγά της πόλης το κορμί, αδράχνει τη ζωή. Παραμυθιάζεται.

Τοπογραφία ενός κορμιού αλλιώτικου, που γλίτωσε την ύβρη,  υβρίζοντας, γλίτωσε τον θάνατο, χλευάζοντάς τον.

Εκτύπωση

Αναμνήσεις

Ο εγκέλαδος

Ηταν τότε που τα βουνά μας λικνίζονταν καθώς η γη έπαιρνε οργισμένη τις βαθειές της ανάσες και τα...

Read more: Ο εγκέλαδος

Στη Γκρεμίνα

του Χρήστου Θεμελή Γύρα στα 1950 μια μικρή παρέα 'ατίθασων' νεαρών εκείνη την εποχή που...

Read more: Στη Γκρεμίνα

Του Αϊ Μηνά

Κάθε χρόνο του Αϊ Μηνά ήταν μια ξεχωριστή γιορτή στο Ζωτικό. Το παρεκκλήσι στον κάμπο, ανάμεσα στα...

Read more: Του Αϊ Μηνά

Το βαρέλι

Ο Τάκη-Καλλιόπης – έτσι αποκαλούσαμε τότε τον καλό κι πάντα αγαπητό μου φίλο Τάκη Θεμελή – είχε...

Read more: Το βαρέλι

Απόψεις

Φύση και Οικολογική Συνείδηση

του Ι. Μότση Στην Κνιδία υπήρχε ένα ωραιότατο άλσος με πυκνόφυλλα δέντρα προς τιμήν της Δήμητρας,...

Read more: Φύση και...

ΕΙΣΗΓΗΣΙ ΣΤΟ ΔΙΟΡΘΟΔΟΞΟ ΚΕΝΤΡΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΙ

Δημητρίου Μίχα ,Φιλολόγου καθηγητού-Δ/ντου της Ριζαρείου Εκκλησιαστικής Σχολής Σεβασμιώτατοι...

Read more: ΕΙΣΗΓΗΣΙ ΣΤΟ...

ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΠΑΡΟΙΚΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟΝ 15ο ΕΩΣ ΚΑΙ ΤΟΝ 19ο ΑΙΩΝΑ

ΑΠΟΔΗΜΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ   Μέρος δεύτερο Ι. Μότσης   Η σύντομη αυτή ανασκόπηση της πορείας των Αποδήμων...

Read more: ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ...

η λεξη

Πολλές φορές η λέξη μας επιφυλάσσει εκπλήξεις τέτοιες, που σε ανύποπτες καταστάσεις θα διάβαιναν...

Read more: η λεξη

Δημιουργίες

Ηπειρώτικο

του Φώτη Μότση (Απαγγελία του ποιητή) Your browser doesn't support audio. Please download the...

Read more: Ηπειρώτικο

Ο τόπος μου

  Ο τόπος μου. Ένα κομμάτι γης, μια λωρίδα γης ξαπλωμένης στις κλιτείς της Βρυτζάχας ν’ αγναντεύει...

Read more: Ο τόπος μου

φυλαχτείτε

Συνέλεγε τους ανθούς των πετρωμάτων Τα τρυφερά δοντάκια των νεφών κάθε που κατέβαινε η βροχή Αρμολογούσε...

Read more: φυλαχτείτε

τ’ αντέτι

Βάλτε μου χιόνια, λάσπες, λασπόχιονα, βάλτε μου κρύο μέχρι το μεδούλι, το δόντι να πηγαίνει...

Read more: τ’ αντέτι