Ο Ιούδας της νύχτας

του Φώτη Μότση

ΚΕΡΩΝ
α’

Αυτό το μέσα μου βουνό
δεν θα το ξεριζώσω
θα το αφήσω να γενεί βωμός
άγρια να σε θυσιάζω
να βρίσκεις το αίμα μου


β’
Ιούνιος τα μάτια σου
Ίπποι λευκοί
θάβουν φωτιές στις αμασχάλες τ’ ουρανού
ξανά από τα σπλάχνα του
στο καλοκαίρι να σε βγάλουν
να καλπάζεις
Την όρασή τους πυρπολούν
Στέκουν ακοίμητοι
ίπποι γονυπετείς
σε ονειρεύονται με τ’ άλλα μάτια
αυτά που λένε της ψυχής
Υπάρχεις άραγε

Ξέπλεκη βροχή ώς τον ορίζοντα η χαίτη τους
Εκείθε η έρημος μαύρο αλάτι
εδώθε η ερημιά φαρμάκι μέλι κουμαριάς
Επάνω σε όλα τ άτια
Επάνω απ’ ὅλα τ’ άλογα εσύ
Όσο δοκεί το μάτι/
οι δρόμοι όλοι ασημένια χαλινάρια
Όσο μπορεί το αυτί φτερά αετού
φύλλα χρυσού
χλόη ανέρωτη
ώσπερ ο ίουλος στην παρειά του εφήβου

Αχ
η μορφή σου πάλι εσύ με το ίδιο πρόσωπο
και φως και φως τη νύχτα
ψίθυρος
Μοναδικό σημάδι του θεού
Είσαι

γ’
Μην απορείς
Εκεί ήμουν
κρυφτό έπαιζα στις φλέβες σου
τώρα που με γεννάς
μη στρώσεις το σεντόνι
άσε με πάλι να κατρακυλήσω
μέσα σου
αμνός


δ’
Ένας αγέρας είσαι
Μετάληψη
απ’ το κορμί του μετεωρίτη
Αίμα ανύποπτο
κι η ηλικία της πρώτης μου ρυτίδας
Εσύ
ξανά αποσταμένο αειθαλές
να γέρνει στου Φθινόπωρου τον ώμο
Μια παπαρούνα εγώ στην άμμο
Μένουν τα δάχτυλά μου
να κοιτάνε το νερό
απορημένα


ε’
Ο έρωτάς μας
μαχαιριά
στα πλευρά ενός κόκκινου
μήλου
τα όνειρά μας
μονοπάτι
που το διαβαίνουν
λύκοι αγριεμένοι


στ’
Φτωχός στα σύμφωνα
από φωνήεντα
πλημμύρισα αυγή
Όρθια βουή το σώμα σου
πλάγιος δεύτερος

ζ’
Ρήμα υγρό κατόπιν έρωτος
στεγνώνω σαν σεντόνι
θερινής νυχτιάς
φύλλο συκής μετά τον όφι
μετά τη γέννα
κι απ’ τον ιδρώτα ύστερα
Πίστεψε με
πριν από τον θεό

η’
Εσύ
εσύ
το θεϊκό αποτύπωμα
η μια στιγμή του θέρους
τα σκουλαρίκια της αυγής
ακόμα οι βέρες
λάμπουν
όσο κι αν τα χέρια σου καλπάζουν

θ’
Πριν μου στερήσεις την ανάσα
κλέφτρα
επώαζα ποιήματα
τώρα μαζεύω σκοτωμένο αίμα
κόρη

ι’
Ξανά το πρόσωπό σου
χάνω
κρατάω όμως
δυό γειτονικά χωριά
και τη ματιά σου

ΣΟΥΣΩΝ

α’
Έλα
άγριο ποίημα
στη χαίτη της φωτιάς
έλα
ευλογημένη του νερού
έλα
εσύ θα δένεις τη βροχή
εγώ θ’ αμολάω τον ήλιο
έλα
εσύ θα δένεις τη φωτιά
εγώ θα λύνω
τ’ άλογα

β’
Θέλω να δω ξανά το πρόσωπό σου
όταν το σώμα σου
γονατισμένο
με ανασταίνει

γ’
Ο,τι είναι, σήμερα
Αύριο κι οι δυό θα αρνηθούμε
θα λάβουμε ελευθερία
θα πιούμε το ποτήρι τρίμματα
Πλημμύρα ο έρωτας θα πνίξει
Αύριο θα είμαστε
η επαρκής οργή
όση χρειάζεται
ο καιρός για να εκδικηθεί
να θλίψει

δ’
Όταν σε γύρεψα στο σώμα σου
ήσουν πουλί
Όταν σε άγγιξα
ήσουν νερό
Όταν ψηλά σηκώθηκα
ήσουν νεφέλη
τώρα που ανιχνεύομαι
στον άργιλο τώρα
παράδωσέ με
στον νυχτερινό Ιούδα
του πόθου σου
ημερωμένο

ε’
Δρόμοι δεν έμειναν
τα μονοπάτια πήρες
τα τραγούδια
αχ να μου αφήσεις θέλω
τα πουλιά
αραδιαστά στο σύρμα
και πάρε τη φωνή τους
θα τραγουδώ εγώ
απ’ τα χείλη σου

στ’
Σαν φύγεις
Μην λησμονήσεις να μου αφήσεις
ένα ζευγάρι ήχους απ’ το σώμα σου
για να περνώ την ερημία μου
Άσε μου κι έναν λόγο
να διψώ
να ζήσω

ζ’
Θέλω να μεταλάβω πάλι
από τα μάτια σου
το φως
εκείνο
το φεγγάρι
που με θρέφει
φύτρα
στους αγρούς σου

η’
Πόνε
έσο μαζί μου ελεήμων
να τη χαρώ θέλω
άσε με να πεθάνω αύριο
σήμερα
γεννώ
τον έρωτά μου

θ’
Κυριακή
όταν στα χείλη του Οκτώβρη
φύτρωσαν δοντάκια
σαν ξενιτιά
που ξαναβρίσκει άγγελο
και τόπο
ήταν
μια στάλα αίμα στο νερό
ένα τραγούδι σαν πεντάγραμμη κορδέλα
γύρω από αστέρι

Η ορμή του ήλιου
που σέρνει όλη τη φωτιά
στο αχ
Κυριακή
Κυρίου έλεος
Πενθοφορούσα

ι’
Ήταν αλλιώτικος ο τόπος
κι οι δρόμοι άγνωροι απερπάτητοι/
διαβάτια παγωμένα ήσαν
Της λάβας στόματα
Λες και δεν τρέξανε στις φλέβες μου αιώνες
πριν
χρόνια σμίξεις πριν εξατμιστείς
πριν τον Απρίλη κι από τα άνθη πριν/
Λες και δεν τρέχανε οι φλέβες μου
Ως να ‘ταν στίχος
ο σκορπιός που με περίμενε
για να με τάμει

ΚΕΡΩΝ ΣΟΥΣΩΝ ΑΤΙΑ ΜΑΤΙΝ

αχ
κάνε μου το αίμα περιστέρι
κάνε με ψηλά
ν αδράξω ακέρια τη φωτιά
να πιώ και το υπόλοιπο νερό
να σβήσω


ΑΤΙΑ

α’
Όταν θ’ ανηφορίζεις
κατά τον Αηλιά του έρωτα
βάλε φωνή
Εγώ θα τρέξω να μαζέψω σύννεφα
εγώ θα σπείρω χλόη
και το χαλί που θα διαβεί ο καλός σου
τα κύτταρά μου θα ‘ναι πάλι
θα είμαι και το αηδόνι στο καμπαναριό
και το μαχαίρι θα ‘μαι του γλυκού
μέσα στη φλέβα σου
το έτοιμο ηφαίστειο
θα είμαι

β’
Δαγκώνω βλέμμα
τη ματιά μου ν’ αλαργέψει δεν αφήνω
σύνορα οδοντωτά απλώνω
ένα γύρω στη χαρά/ στους κήπους
Ήλιος τρεμοπαίζει στα δυσμά του
κλωτσάει στερνή φορά το σύννεφο
κρατεί στην απαλάμη το γινάτι/
πανωφόρι στο χαλάζι του έρωτα
και πόδεμα
για το αγρύ χαλίκι της αγάπης

Δαγκώνεις βλέμμα
Σκόνη απ’ την ουρά του Γαλαξία
ως να αθροίζεις της φιλίας τα υπόλοιπα
για ένα χάδι
μια παρηγοριά
εκεί όπου ο έρως
πνίγει εκεί όπου ο έρως πνίγει το νερό
ένα ματσάκι ο πόνος
ένα μαχαίρι ακονισμένο δίστομα
μες στο μαντήλι που μου χάρισες/
γυαλί τριμμένο στο δάκρυο που ‘σταξες
στο γιορτινό το φουστανάκι
της ψυχής μου
το έλεος
ο Γαβριήλ

γ΄
Όποιο κι αν είχες όνομα
ένα λευκό αμαξάκι ήταν
που χάθηκε στα μεταλλεία του ονείρου
Όποια κι αν είχες χρώματα
ένα επιτάφιο κρίνο τώρα
που δεν το διαιρεί καμιά ουράνια θλίψη
Ένα σκοτάδι κι ένα χιόνι το κορμί σου
και ίχνη από θάλασσα κι ομίχλη
Εκεί που τελείωνες
πετούσες πέτρες στη σκιά σου
Εκεί που άρχιζες
μάζευες τα κορμιά σου όλα
Εκεί που αναδιπλώθηκες
φτερά αποδημητικών στην άμμο

εκεί
αυτός εγώ
O κύκλος που αντιγυρνά την πέτρα σου
στη λίμνη
όριο στην επιφάνεια του κορμιού σου
Σου ‘γνεψα.
Σαν ξαναδείς αυτόν τον ήχο
μην τον αφήσεις να διαβεί
Το καραβάκι θα ναι από ξενιτιά
που ταξιδεύει την ηχή σου
πυγολαμπίδα σε ανοιχτή απαλάμη
σαν το κωνσταντινάτο το φλουρί
στο στέρνο

δ΄
Κατρακυλά σε φθόγγους η φωνή σου
ήχοι απόκρημνοι
ανάσα γερακίνας
που τη φτερούγα άφησε στα δάση
Πάνω στα ηφαίστεια μισεύει να σταθεί
ξανά
λιωμένο παραμιλητό, βυθίζεται
στον κλαυθηρμό του νήπιου ενός λύκου σε άγρια νύχτα,
χάνεται μες στο τρίχωμά του
απορία σιωπή πουλί

Αυτό το αγριοπερίστερο που πέταξε
ψηλά
δεν έφερε ούτε σταλιά
απ’ τον ήχο σου
το σώμα μου
μετέφερε σε τόπο άλλον
μακριά σου

ε’
Κάθε μου λέξη
στέγη
και πόρτα του σπιτιού σου
Κάθε μου πόνος
τα παιδικάτα των ορέων
σαν τη μορφή σου αναπολούν

Εσύ στις ίδιες διαδρομές
μετάγγιση
σε τόπους άνυδρους
στο ίδιο σώμα που επιμένει ν’ αγνοεί
τον καθαρό γκρεμό

στ’
Στην ποίηση
είσαι η πέτρα που χτυπώ
και βγάζει αίμα
μετακομίζεις από μέσα μου/
αλλού την πανάρχαια οδύνη
μεταφέρεις
εγώ αναζητάω σώμα
να ξεδιψάσω τα πουλιά
να κατοικήσω

ζ’
Άγνωρη μορφή
αφήνω στο κατώφλι σου
Ο,τι περίσσεψε
συμμάζεψα
Λιωμένο χιόνι περσινό πια
στον ορίζοντα
Αναμαζεύω τα τοπία
που περπάτησα
μες απ’ τα δικά σου βλέφαρα

Η γλώσσα ούτε
μήτε τα νοήματα
ερω-
ερωτημα-
ερωτηματικό
η σιωπή

η΄
Τη βροχή
δεν είδε
Είχε γεμίσει αμυγδαλιές ο κάμπος

ψηλά
είχε το ποτάμι σταματήσει
όλα της τα πρόσωπα

Εκείνος ο σουγιάς
μαύρος και νοτισμένος ήταν/
δεν ακουμπούσε την καρδιά μου
Tα γύρω σπλάχνα
τρόχιζε
ηδονικός
αδάμας
της οδύνης

θ΄
Ο πρώτος πόνος
άλας ορυκτό
όλος λευκό
κατά τη θάλασσα που πάει
μόνο που σαν γυρίζει
πίσω
είναι εκείνο το λιλά
που με αρνείται
ούτε
ο ύπνος
δεν
με θέλει

ι΄
Τρελά τρελά σπουργίτια/
δείχνουν τον γυμνό της ώμο.
Ολόγυρα μόνη η μορφή της
Σκιά ούτε
μήτε ο καθαρός χρυσός
που έστειλα
μόνο σπουργίτια πάλι
πλήθος στην αυλή της


ΜΑΤΙΝ

α’
Όλα τελειώνουν με απορία
Πού να είναι πού να στεγνώνει
η υγρή της μέρα
Ποιά θλιβερή βροχή να σβήνει
στη νυχτερινή της πυρκαγιά
Ποιό σώμα γυάλινο κρατάει την ψυχούλα της ειρκτή
Ποιές είναι οι λέξεις που αναγνωρίζουν τον λυγμό της
τώρα

Τα χέρια της ποιός δύναται ν’ αναγνωρίζει
απ’ το περπάτημά τους
Και τ’ όνομά της ποιός το κουβαλεί κατάσαρκα
Ποιό βλέμμα συνοδεύει ως τα χείλη της
το δάκρυ
και χάνεται μαζί του στα βαθιά του καρμινίου

Όλα τελειώνουν με απορία
Άλλος κρατεί τα όρη
Στον άλλον απομένει το άδειο σπίτι
το καμένο
Τα που τα πως και ποιοί τα αν και τα γιατί/
αναπαλαιωμένες μνήμες
σε διάφανα σπιρτόκουτα

Τα ποιήματα αποδημούν
Οι λέξεις άλλες, θρύψαλα σαν ο,τι απομένει
από το γυαλικό που ‘πεσε στο τσιμέντο απ’ τα πολύ ψηλά

Και βότσαλα δεν έχει άλλα ο γιαλός
μήτε ο,τι περίσσεψε απ’ τη θαλασσινή την πέτρα
ξέρω να διαλέγω
για να λιθοβολήσω τη φυγή σου

Ένα ζευγάρι ρόδια στο ανώφλι σου
ο ερωτάς μας
κι ένας πρωτόγονος βράχος η καρδιά μου.
Στο πλάι ης φιλίας το σφυρί που τον εράγισε

Τα όνειρα σε μνημονεύουν όλο και πιο αραιά

Εκτύπωση

Αναμνήσεις

Οι πλάκες

του Κώστα Μιλτ. Θεμελή Κάθε χρόνο όταν ήμασταν μικροί στήναμε τις πλάκες. Μόλις άρχιζαν τα πρώτα...

Read more: Οι πλάκες

Το Ζωτικό

του Φώτη Παπαφώτη Το Ζωτικό ανήκε στην επαρχία Παραμυθιάς όταν η Παραμυθιά, ήταν στον Νομό...

Read more: Το Ζωτικό

Το μελανοδοχείο

Ακόμη δεν είχαμε μάθει τ’ αλφάβητο, δεν τα ΄χαμε χωνέψει καλά-καλά, κι οι δάσκαλοί μας θέλανε να...

Read more: Το μελανοδοχείο

Το όργωμα

«Πού είστε νισιάνια μου», ακούστηκε η φωνή της γιαγιάς – Βαρβάρας Πάσχου καθώς ξεπρόβαλε από το...

Read more: Το όργωμα

Απόψεις

Η φιλοσοφία των κυνικών: Αντισθένης - Διογένης - Κράτης

Οι «Κυνικοί» ήταν Φιλοσοφική Σχολή, και µάλιστα µία από τις µακροβιότερες. Τίποτε στη ζωή, έλεγε ο...

Read more: Η φιλοσοφία...

Εν αρχή ην το χάος

Ι. Μότσης «Εν αρχή ην το Χάος[1]» κατά τον Ησίοδο. Τρία στοιχεία όμως συνυπάρχουν, το Χάος, η...

Read more: Εν αρχή ην το...

Ψες με την αστροφεγγιά

Φροντίζοντας την  «Ιστοσελίδα των Ζωτικιωτών» μου δόθηκε η ευκαιρία να ανασύρω από την μνήμη...

Read more: Ψες με την...

Το σχολειό μας

Για ν’ αντηχήσουν στο σχολειό μας χαρούμενες φωνές, ν’ ανάψουν ξανά οι σόμπες στις αίθουσές του...

Read more: Το σχολειό μας

Δημιουργίες

Ο ανθός

Στου χρόνου τα περάσματα φυτρώνει ένα λουλούδι. Σκύβεις αργά, μ' απόγνωση και με χαρά στα δάχτυλα...

Read more: Ο ανθός

Γιατί 'ναι η πλάνη σου το φως

της Βασιλικής Μίχα Εκεί , που η ματιά , σαν το ανθηρό της χαραυγής  ροδόνερο κι ανάσα στάζει στους...

Read more: Γιατί 'ναι η...

Μία Ἀνατολὴ στὸν Ἅγιο Νικόλαο Λιβικίστης 

Μιχαήλ Πυλάρτης (από την συλλογή : «Περίπατοι στο Ζωτικό) *** Τῆς Ἀνατολῆς τὸ Φῶς    μὲ βρῆκε στὴν...

Read more: Μία Ἀνατολὴ...

Ελπίδα

του ΦώτοΜότση Ἔρχομαι Πάγος λειωμένος σίδηρος ἀπό τῆς γῆς τή μήτρα Κατεβασιά ἀχαλίνωτη ἀπό τή...

Read more: Ελπίδα