Η Αντιγόνη

του Φώτη Μότση

Η Αντιγόνη είπε το ‘ναι’.
Μετά από τόση άρνηση, τόσα συμβάντα, τόση κάθε λογής ιστορία με τα κρυφτούλια μας, τα μυστικά ψαχουλεύματα  του ενστίκτου ή της ,ατέρμονης αναζήτησης ταυτότητας στα άκρα, στον κορμό, στους χώρους και στα σημεία όπου κινούνται κάποια σκωπτικά δημώδη άσματα- κι ακολουθώντας μιαν άλλη φωνή από αυτή που συνήθως εκστόμιζε ο πατέρας της, εδέησε να χορέψει. Όχι τον Ησαΐα, μη θαρρείς. Τη ζωή. Και πολύ χαίρομαι για τούτο, καλέ μου φίλε.

Μάζεψε τις οικονομίες της ψυχής της, έκαμε κομπόδεμα τις αντοχές της, ζύγιασε τις ανοχές της, - είπε: παντρεύομαι.Την ξέρεις: ό,τι κάνει, το εννοεί –με τον δικό της τρόπο. Όχι, βέβαια, πως  ‘παντρεύτηκε’ με την κλασσική την έννοια,, πως έθεσε εαυτή υπό άνδρα. Κάθε άλλο. Δίχως να αναζητεί ή να χρειάζεται πιστοποιητικό εγκυρότητας, κινείται με τέτοιον τρόπο ανέκαθεν, ομολογουμένως σχεδόν άκοπα, ώστε να πείθει για τη διαφορετικότητά της: μια αλλόκοτη κίνηση, ένα εξεζητημένο ρούχο, άρωμα φυσικό κορμιού, έμφυτο θέλγος- λυχνάρι αρωματικού ελαίου για το φετίχ μας και για τη στραβομάρα του καθενός. Συνάμα, φανατική της ειλικρίνειας. Δεν θα γινόταν, άλλωστε, από θεριό να καταντήσει κατοικίδιο.
Όλους αυτούς τους τύπους τους περίεργους με την καλλιεργητική περιέργεια, τα καμάκια του νες-φραπέ, τους αγαπησιάρηδες και τους ξενέρωτους, αυτούς ντε που στέλνουν τα τριαντάφυλλα με το κιλό -λες και το χούφτωμα μετριέται στα λουλούδια ή στο βάρος τους ή καν στο ζύγι,- τους γιάπηδες που θαρρούν ότι με το αμερικάνικο βαλιτσάκι ανά χείρας μπορούν κιόλας να ερωτευτούν, να κάνουν έρωτα και πασχαλιά στα σκέλια τους, να γράψουν στίχο ή να δημιουργήσουν σκίτσο και εικόνα -αυτούς, λοιπόν, τους είχε από χέρι γραμμένους, τους είχε πηδήξει. Πάρ’ το όπως θέλεις.
Για να εξασφαλίσει σφυγμό και ζωή, για να δημιουργήσει τη δική της πραγματικότητα, να επαληθευτεί και να αναπαραγάγει την αλήθεια της απέναντι σε νήπιες μικρότητες προτίμησε τον τραχύ δρόμο της δοκιμασίας,  της αίσθησης. Κυρίως, αυτόν της ακοής. Όσο κι αν ακούγεται αλλόκοτο, η ακοή  αποτελεί την συναισθηματική της πυξίδα.
Και για μένα μια απορία, που θα με βασανίζει εσαεί. Είναι, όμως, έτσι. Μονάχα το αυτί  μπορεί να αιχμαλωτίσει τις λειτουργίες εκείνες που συντελούνται στον συναισθηματικό της κρατήρα, να τις διυλίσει δεόντως, να τις μεταφέρει ως συντεταγμένα μηνύματα περαιτέρω, να μεριμνήσει για την κοινωνία τους με το νου, με την καρδιά, με το υπογάστριό της.
Έτσι η Αντιγόνη.

Η Αντιγόνη δεν βλέπει: εν πάση περιπτώσει, εστιάζει στα δρώμενα με δικές επινοήσεις και με αποκλειστικά αισθητήρια.. Ανακράζει ‘ζήτω’, παντού όπου η ακοή έχει παίξει φυσικώ τω τρόπω πλεκτάνη στην όραση και στ΄ άλλα χαρίσματα της φύσης. Θέλει, πρωτίστως, να ακούει. Καλύτερα, θέλει να την ακούνε: η συναρπαστικότητα στη σχέση της είναι κατά βάση ακουστική, θέμα ωτών, τυμπάνων, σου λέω –άκουσέ με!.
Μιλάει με τη γλώσσα της ομολογίας: οι αναφορές της είναι τέκνα της κίνησης, της ποίησης, της δημιουργίας της σ’ ένα εικονικό πήλινο πρόπλασμα του κόσμου και της ομορφιάς του - όταν απέναντί σου έχεις να κάνεις με το μονοπώλιο της μουσικότητάς της στον ήχο εκείνον που αναδίνει το αρχέγονο χωματένιο δείγμα του θεού καθώς πάλευε να πλάσει τα πρώτα γυναικεία χείλη που θα ήσαν σε θέση να εκστομίσουν μουσικά το μεγαλείο της δουλειάς του.
Δεν σπαταλιέται αλλού, σπαταλάει αφειδώς ήχους και κουβέντα αναζητώντας εισέτι  ευήκοον ους. Σειρήνα.
Καπνίζει πολύ, πίνει ακόμα περισσότερο, ανοίγει συζήτηση, ανοίγει πόρτες και παράθυρα, ανοίγει πόδια, χέρια, ανοίγει την ψυχούλα της, ανοίγεται –αναζητώντας απορημένο αυτί. Μόνο ν’ ακούει. –μη δώσει λόγο παραπάνω και ειλικρινή και στα χείλη να μιλήσουν... Η Αντιγόνη, το ξέρεις, είναι η μοναχική παπαρούνα στον βραχώδη τόπο όπου μονάζει η καρδιά μου. Κι επειδή στα αντίθετα αναγνωρίζει μόνο δυστυχία, απαντά στη βουή με τη μοναχικότητά της, αφηγείται το δικό της παραμύθι, διεκδικεί το αποκλειστικό, το σύνορο του σουλιώτικου κατήφορου,- τη θυσία.

Μας αφήνει, λοιπόν, η Αντιγόνη, κι ας μας κακοφαίνεται να το πιστέψουμε. Μέσα σ’ αυτή τη δίνη της εγκατάλειψης προβάλουν εξόριστες σκηνές σαν προσπάθεια διακωμώδησης ενός τραγικότερου σκηνικού: κάθεται στο σκαλί αντίκρυ στο γινάτι της θάλασσας, αδράχνει το ακορντεόν, ανασκαλεύει νότες, αναθυμάται πρώην και πεθυμάει τους νυν, μαυλίζει, προκαλεί, προσκαλεί. Και -μα την αλήθεια, σαν ζουρλαμένοι ποντικοί στο γητευτικό το κάλεσμα της φλογέρας, σιμώνει κάθε αρσενικό των πέριξ, αφήνει τη φωλιά, την ηρεμία του -χύνεται στο κατόπι των ήχων της, της μουσικής της.
Παθιάζεται, παραλογίζεται. Όπως καταλαβαίνεις, τρέχει ίσα στο γκρεμό του.

Καλέ μου φίλε, όπως σου τα  λέω.
Τσιγάρο ανάβει η Αντιγόνη –και πυρπολείται σύμπασα η οικουμένη.
Ολάκερα οικοδομικά τετράγωνα μεγαλουπόλεων καταλύονται, ζάπλουτες επαρχίες καταρρέουν, απολογούνται εξουσιάζοντα ασκούμενα ανδρείκελα, αμαρτωλοί απαλλάσσονται αυθωρεί των ανομημάτων τους.
Δεν αντιλέγω, με τα ίδια μάτια αντικρίζεται η κόρη: όμως,  το κάθε βλέμμα οφείλει απάντηση στον δικό του τον γκρεμό. ΕΓΩ- ΓΙΑΤΙ- ΕΚΕΙ;
‘Γεια σου’, λέει η Αντιγόνη, και σημειώνονται απανωτές εκρήξεις στα υπόγεια συσσωρευμένα ηφαίστεια του πόθου και των παθών παντός έμβιου..
Τώρα που παντρεύεται, λέω να το ξαναρίξω στις μολότοφ. Και μη σου περάσει απ’ το νου πως η ευτυχής ή η ατυχής επιλογή του ‘άλλου’ από πλευρά της ξυπνάει μέσα μου την έχθρητα απέναντί τους. Τουναντίον. Καταμεσίς στο οργωμένο από αγαλλίαση χωράφι της Αντιγόνης βρίσκω απλόχερα ίχνη και της δικής μου σκέψης και χαράς. Φαίνεται πως έπρεπε να συμβεί, να περπατήσει πρόθυμα πάνω στο νερό και στο πεδίο που δασκάλευε για να πείσει ώστε να πειστούν με τη σειρά τους κι άλλοι και να παραιτηθούν ή να ξεχάσουν, να γειτονέψουν της λογικής και του συμμαζέματος, να υποχωρήσουν με σχετική αξιοπρέπεια.

Φίλε μου, η Αντιγόνη είναι ό,τι κινεί την ιστόρηση: το κακό που μας θωπεύει συμπαθητικά σάμπως φίλος και καλός. είναι και το αγαθό που ανακινεί την οδυνηρή τη μνήμη, την άσχημη θύμηση, το ένστικτο, εν τέλει τη λογική. Ανάμεσα σε τούτα τα ανεξερεύνητα μονοπάτια προβάλει η επιθυμία ως κίνηση ζωής, σαν λύτρωση ή ως χαμός. Το επιχείρημα και το ιστόρημα. Η περίσσεια και η χρεία.

Κρατεί η Αντιγόνη. Αλλάζει σπίτια, τόπο, κόμμωση, απόψεις, αλλάζει έρωτες, γκόμενους, σπόνσορες, θέατρα και θεατρικά, αλλάζει φουστάνια,- αντικαθιστά τα λησμονημένα εσώρουχα με καινούργιες εμπειρίες, αντικαθιστά συντροφιά, αλλάζει ταβέρνα, συνήθειες, παρέες, δρομολόγια.
Εκείνο το ποδηλατάκι που με μεταφέρει στο κατώφλι της και κάθε λίγο και λιγάκι πέφτει, και σκοντάφτει πάλι, και να σου κάτω ξανά με τον χωνεμένο στα όριά της  αναβάτη του,- ε, στα τρυφερά πουλάκια που με βλέπουν, στους σπούργους τους αλήτες μιαν αξιοπρέπεια τη χρωστώ.
Εντάξει, η Αντιγόνη παντρεύεται.
Με γειά! Εν τάξει.

Εκτύπωση

Αναμνήσεις

η ορχήστρα

ΣΚΗΝΙΚΑ: ΦωτοΜότσης (η ορχήστρα)   Δεν είχαν καλά –καλά αρχίζει να κουρδίζουν οι ¨γύφτοι¨, κάτω από...

Read more: η ορχήστρα

Το χωριό του μπαμπά μου

της Νεφέλης Μότση   Αντίκρισα για πρώτη φορά το Ζωτικό όταν ήμουν τριών μηνών. Το ξαναείδα πολλές...

Read more: Το χωριό του...

Λεωφορείον ο πόθος

"ΖΩΤΙΚΟΝ" Πρώτο δρομολόγιο παρθενικό.  Καλοκαίρι του '62.  Προυπάντηση στο σταυροδρόμι, στης...

Read more: Λεωφορείον ο...

Το βαρέλι

Ο Τάκη-Καλλιόπης – έτσι αποκαλούσαμε τότε τον καλό κι πάντα αγαπητό μου φίλο Τάκη Θεμελή – είχε...

Read more: Το βαρέλι

Απόψεις

ΣΚΙΩΝ

Ο Καραγκιόζης και ο...Τέως (σύνθεση:Σταύρος Ξαρχάκος,στίχοι:Νίκος Γκάτσος) Εμένα φίλε με λένε...

Read more: ΣΚΙΩΝ

ΗΜΕΡΑ ΓΥΝΑΙΚΑΣ

       της Σταυρούλας Θεμελή Ξύπνησα σήμερα το πρωί από ένα παράξενο τηλεφώνημα από την κολλητή μου να...

Read more: ΗΜΕΡΑ ΓΥΝΑΙΚΑΣ

Ο ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΗΛΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

του Δημητρίου Μίχα, Φιλολόγου καθηγητού-Δ/ντου της Ριζαρείου Εκκλησιαστικής Σχολής Ένας από τους...

Read more: Ο ΠΡΟΦΗΤΗΣ...

Σαν παραμύθι

  Περάσαν χρόνια αφότου ανέμελα παιδιά χαιρόμασταν το παιγνίδι και την καθάρια καταπράσινη φύση στα...

Read more: Σαν παραμύθι

Δημιουργίες

Τί δέν καταλαβαίνεις, φτωχέ κουτοπόνηρε;

Ἄρτι ἀφιχθεῖς ἐκ Ζωτικοῦ, θέλω νά φανερώσω στήν παρέα τό μυστικό τῆς αἰώνιας νιότης, τουλάχιστον γιά...

Read more: Τί δέν...

περί ποιείν

(του ΦωτοΜότση)   Η οδυνηρή αποκάλυψη του ψεύδους δυο βήματα μακριά απ' την αλήθεια είναι λόγος...

Read more: περί ποιείν

Πηνελόπη

    της Βασιλικής Μίχα Μέσ' την ειρκτή αγκαλιά της προσμονής παγιδευμένη  θαρρείς του πόθου οι κρουνοί  να...

Read more: Πηνελόπη

αλλοτοπίτης

του Φώτη Μότση Στο καφενείο. Σκυφτός, αναμαλλιασμένος, καθώς φύσαγε απ' το πλάι, κι αμίλητος. Την...

Read more: αλλοτοπίτης