καθρέφτες

Ανοχύρωτος. Γενικά.

Ξένο σώμα σε βαλτώδη περίγυρο, ματαιοπονεί να 'βρει μονοπάτι που θα τον βγάλει απ' το αλλόκοτο και το πνιγηρό και θα τον φυγαδεύσει σ' άλλους καιρούς, σ' άλλη συνείδηση, σ' αλαργινά τοπία και σε ηφαίστεια άλλα.
Σιαμαίος αδερφός της ανησυχίας, λυτρώνεται πληττόμενος, εξιλεώνεται αναζητώντας, θλίβεται οριακά στη χλιαρή και ανώδυνη σχόλη, ενδύεται όλες τις αποχρώσεις της θλίψης για να δοκιμάσει τη χαρά, δρομολογεί με την αυγή τα όνειρα για να 'χει τόπο ολονυχτίς η φαντασία.

 

Μισεί τις χαραμάδες, κι ας ανασαίνει ασθματικά τις υστερνές ανταύγειες της καλοσύνης.
Μαζεύει σκόρπιες χάρες κι αδέσποτες χαρές για να τις διαθέσει ματσάκια στη δεξίωση και στην εμποροπανήγυρη -όχι επί σκοπώ το όφελος, μα την αναπαράσταση της χαμένης αθωότητας.
Οταν όλοι έχουν στο τσεπάκι τις προφάσεις, αναδεύουν φόβους και φοβίες, αγγίζουν με βαρύ το χέρι την πληγή του ανθρώπινου πόνου για να την επαναλάβουν βαθύτερα σ' ένα εικονικό, ισοδύναμο του ανεξάντλητου, χάος, εκσφενδονίζοντας τα ψίχουλα της ησυχίας μας στις ηρεμιστικές συνήθειες, αυτός εκεί: ακροβατεί από καμπαναριό σε καμπαναριό σημαίνοντας αποβραδίς όρθρο.
Επουλώνει την τρωθείσα γραμματική της καθημερινότητάς μας με αναπάντεχα φωνήεντα, ταξινομεί τα φαινόμενα, ιεραρχεί τις απάτες τους και τις λαγαρίζει. Αναδεύει το κατακάθι των αισθήσεών μας και βρίσκει το μάλαγμα που θα ξελογιάσει το συναίσθημα και θα ξορκίσει την ταπείνωσή μας.


Θα φύγω, λέει, κι όλο είν' εδώ. Εσαεί απαρηγόρητος αναχωρητής και βαλτωμένος.
Θα μείνω, λέει, κι όλο αλαργεύει σε μια φυγή που αργεί να γίνει αληθινή.
Παίρνει σβάρνα τα ξωκλήσια για να λειτουργήσει όλους τους περιφρονημένους θεούληδες, λεηλατεί τα μπακαλομάγαζα που κατάργησαν το τευτέρι, πλιατσικολογεί τα φαστφουντάδικα των εθνικών οδών, ντύνεται τα κουρέλια της κατ' επίφασιν ευμάρειάς μας και ξεπουλάει στις λαϊκές τις χάρες που τα δημιούργησαν.
Όπου πουλιέται με το κιλό η κολακεία, αυτός γυρίζει πλάτη. 'Οταν ο αιρετός καντηλανάφτης σβήνει τα καντήλια, αυτός ανάβει ένα κεράκι. 'Οταν έχουν τελειώσει οι ανηφόρες όλες, γυρνάει τον κατήφορο ανάποδα. Καταφεύγει στο απόμακρο, όταν όλοι πέφτουν με τα μούτρα στο προκείμενο. Όταν τα δημοτικά, σωφρονιστικά και λοιπά ευαγή ιδρύματα ντύνονται τα γιορτινά τους, εκείνος παρελαύνει ξυπόλητος κι αδιάφορος έμπροσθέν τους φορώντας μονάχα ένα μαύρο κεφαλομάντηλο.
Σάμπως να μην είναι η διακωμώδηση του χαλασμένου του εαυτού, βάζει τα καλά του στις απόκριες, αγνοεί τους λαίμαργους θεατές, κάθεται σταυροπόδι καταμεσίς στα σταυροδρόμια, χουφτώνει τ' αχαμνά του και ουρλιάζει: Καλοί μου, κρατηθείτε! Η λογική μας απογειώνεται!

Είναι ο πιτσιρικάς που αναρωτιέται σε ποιον φιλαράκο να μεταχαρίσει το φτηνιάρικο δώρο του μπαμπά.
Η γκόμενα που ξεροσταλιάζει στη γωνία του SELECT περιμένοντας -γενικώς.
Ο απόμαχος που ψαχουλεύει τα παράσημά του γιατί ο καταρράκτης δεν τον αφήνει πια και να τα καμαρώνει.
Ο συνταξιούχος που μετράει δις και τρις τους οβολούς του με την ελπίδα να τους αβγατίσει.
Ο καφετζής που αλατίζει τον ‘βαρύ γλυκό’ καθώς συλλογιέται τις διάφανες φλεβίτσες στα χεράκια της κορούλας του.
Ο δάσκαλος που ντρέπεται να ομολογήσει την αλήθεια στο δικαστήριο της τάξης του.
Ο δήμιος που διστάζει να τραβήξει τον μοχλό.
Η αναστατωμένη παρθένα ένα μόλις χάδι πριν.
Είναι ο πότης πριν τον επόμενο αναστεναγμό του, η ιερόδουλη πριν την υστερνή της τύψη, η σταγόνα κατράμι που χύνεται στο καθάριο πηγάδι της ψυχής μας, και η μαυροφορεμένη δεσιά που ξακρίζει ο ετοιμοθάνατος μέσα απ' τα σφαλισμένα του βλέφαρα.

Είναι το αναπάντεχο και το σύνηθες. Το άλλο και το ίδιο. Το πολύ περισσότερο και το ελάχιστο.
Το γαλάζιο βλέμμα και το μαύρο δάκρυ.
Ο δραπέτης που συλλαμβάνεται αγναντεύοντας τη θάλασσα, κι ο εφοπλιστής που καταποντίζεται στο σωρό του θησαυρού του.
Είναι η ανάμνηση. Είναι το στέρεο σήμερα: εγώ, παιδάκι, με κοντό παντελονάκι ή με το μεταποιημένο φουστάνι της αδερφής μου, χαμένος μέσα στις προπαίδειες, στις γενετήσιες ορμές και στις απαγορεύσεις,
είναι κι ο άλλος με την υπόγεια ζήση του, εκείνος με την παλιομοδίτικη γραβάτα κι μ' ένα σκαλωμένο ώχ στο μήλο του Αδάμ.

Είναι όλοι εμείς πριν εξομολογηθούμε -μα και μετά τη μεταλαβιά,
το σπυράκι που τρώει οδυνηρά τον κώλο της κοινωνίας, ο έρημος κάκτος που θα μας τρυπήσει για να μας ξεδιψάσει.
Ο φονιάς που κοινωνεί τις αμαρτίες μας.
Του καθενός εγώ
είναι.                                                                                         ΦωτοΜότσης

Εκτύπωση

Αναμνήσεις

Το Σαββατόβραδο, το ''66'

του Χρήστου Ν. Θεμελή  Οταν έπεσαν τα πόσκια   τα μάσαμαν στη στρούγκα   εγώ, μια χαψιά μαξουμάκι,...

Read more: Το...

Το βαρέλι

Ο Τάκη-Καλλιόπης – έτσι αποκαλούσαμε τότε τον καλό κι πάντα αγαπητό μου φίλο Τάκη Θεμελή – είχε...

Read more: Το βαρέλι

Οι πισίνες του Ζωτικού

Το χωριό μας ήταν και είναι όμορφο χωριό. Παλιά, κάθε σπίτι είχε και την πισίνα του που γέμιζε με...

Read more: Οι πισίνες...

Οι πλάκες

του Κώστα Μιλτ. Θεμελή Κάθε χρόνο όταν ήμασταν μικροί στήναμε τις πλάκες. Μόλις άρχιζαν τα πρώτα...

Read more: Οι πλάκες

Απόψεις

Ο “χρόνος” στην ελληνική φιλοσοφία

Ι. Μότσης Είναι γνωστό από το παράδοξο του Ζήνωνα που ο ταχύς Αχιλλέας δεν θα φτάσει ποτέ την...

Read more: Ο “χρόνος”...

Ετυμολογία της "Λιβίκιστας"

Είχα την εντύπωση, μέχρι σήμερα, πως το όνομα "Λιβίκιστα" είναι σλάβικο. Λάθος!!!! και πάλι...

Read more: Ετυμολογία...

Η Αγία και Μεγάλη Εβδομάδα: Πορεία προς την Ανάσταση (3)

Μεγάλη Πέμπτη: Τα γεγονότα της Μ. Πέμπτης είναι κατά σειρά τα εξής: 1. Ο Ιερός Νιπτήρας, δηλ. το...

Read more: Η Αγία και...

Ψες με την αστροφεγγιά

Φροντίζοντας την  «Ιστοσελίδα των Ζωτικιωτών» μου δόθηκε η ευκαιρία να ανασύρω από την μνήμη...

Read more: Ψες με την...

Δημιουργίες

Γη ποτισμένη με ιδρώτα.

Γη ποτισμένη με ιδρώτα. Στην Ήπειρο ο σεισμός και η οργή της φύσης το ξύσιμο στης γης τη ράχη από...

Read more: Γη ποτισμένη...

Η Μάρω

Aλωνάρης, δούλευε το αλώνι ολημερίς Είχαμε θερίσει το στάρι στη Ρουπακιά, είχαμε στοιβάξει τα...

Read more: Η Μάρω

ημερολόγιο

του ΦωτοΜότση   Επάενε κι ερχόταν η ψυχή του. Δρόμοι, σοκάκια, επαρχιακές οδοί με εκατό τόσα,...

Read more: ημερολόγιο

Αμαρυλλίδος και Ιππεάστρου

του Φώτη Μότση Ι. ΔΑΜΥΣ α΄ Ο έρωτάς μας άγρια αυλακιά στα όνειρα Άσπρες βαρκούλες φορτωμένες...

Read more: Αμαρυλλίδος...