προθέσεις

του Φώτη Μότση
Α, να μπορούσε κανείς να βαδίσει αβασάνιστα στην κάθε καινούργια μέρα! Να την κατακτούσε με την ανεμελιά του παιδιού που ανακαλύπτει σε μια φυσική απλότητα κάτι πελώρια ενδιαφέρον και το κυριεύει και το χαίρεται σε μια μύχια κοινωνία, ξεκόβοντας οριστικά από τ' άλλα του παιχνίδια!
Καβαλημένοι άγρια από επηρμένους εκπνευστές κάθε σχετικού είδους οργάνου, δεν προλαβαίνουμε να πάρουμε αέρα: πνιγόμαστε μέσα στη θολερή ατμόσφαιρα του αεροσωλήνα που συνδέει τα έρημα παιδικάτα μας με το αλβανικό έπος, το ευτραφές φάντασμα του όποιου Κοσκωτά, τις μπαρμπουτιέρες των Σωμάτων ασφαλείας και τη μηνιάτικη στενοκωλιά μας ν' ανταποκριθούμε ως πνευματικοί μπαμπάδες στις υιοθετημένες μας κοινωφελείς υπηρεσίες.
Σηκώνουμε τα χέρια. Κοκκινίζουμε. Τραυλίζουμε δυο-τρεις κουβέντες, πετάμε πεντ'-έξη πέτρες στην κακιά μας μοίρα και στον μπάτσο που φράζει το ιδεολογικό μας δρομολόγιο και πάμε σπίτι για ύπνο. Ήσυχοι. Ησυχασμένοι.
Και πίνουμε καφέ. Κι έχουμε να μολογάμε. Είμαστε ωραίοι. Είμαστε οι ωραίοι.
Δευτέρα πρωί. Και Τρίτη, και τις μέρες και τις βδομάδες όλες.
Με την καινούργια ώρα και το τάδε κεφαλικό προϊόν που βλάπτει σοβαρά τους ανεγκέφαλους. Με το τσεύδισμα του ανεκδιήγητου εκδοτικού μπούλη που πασχίζει να μας πείσει να μάθουμε τα μυστικά της εφημερίδας του αγοράζοντας την -βεβαίως, και με τις μαλακισμένες εγχώριες κοκαλιάρες που τις λένε μανεκέν και μας βεβαιώνουν πως τα δικά τους αυγά δεν πρόκειται να μπούνε στο αναπαραγωγικό μας τηγάνι, λέω:
να βγάλουμε κραυγή...
Να χτυπηθούμε, να βρίσουμε. Αλλά, να μείνουμε στις κερκίδες. Αν απαιτήσουμε αλλιώτικα, σπρώξουμε και μπούμε στον αγωνιστικό χώρο, το παιχνίδι τέλειωσε! Για μας, φυσικά. Θα 'χουμε παραβεί και παραβιάσει. Κανονισμοί και θύρες θα κείτονται υπό ποδοβολητό σαν μπαζωμένα ρέματα που τα αποδεκάτισε η τελευταία στάλα της βροχής, κι εμείς θα γυρεύουμε μέσα στο παράταιρο πλήθος τα λεωφορεία που θα μας γυρίσουν στον παλιό μας πόνο, στα δικά μας τόπια. Στο χαγιάτι με το πολιορκημένο από τις μύγες σαμοβάρι και στην αυλή με τις πασχαλιές και τα μπορμπόλια.
Τόσος κόπος, τόσος δρόμος και μόχθος για την αφετηρία. Εμείς, εκεί;
'Οταν οι άλλοι θα 'χουν ήδη ξεπουλήσει, και με φούσκωμα στα σκέλια και στις τσέπες θα οδεύουν οίκαδε;! Λοιπόν, ήρεμα.
Πριν διαβάσουμε την εφημερίδα του Μπέμπου, πριν διαβιβάσουμε τα καθέκαστα των σελίδων της στο πλαγιομετωπικό εγκεφαλικό μας κέντρο, πριν βάλουμε τα μητρικά υγρά της Βάνιας Μάλντα στο εικονοστάσι του καθιστικού μας μαζί με τον περσινό αγιασμό για συντήρηση, ας προσπαθήσουμε να δούμε τους χαμένους ρόζους στις παλάμες μας και να ξαναβρούμε την παιδιάστικη αυτονομία μας κι ανεμελιά μας. Ένα ακόμα ΟΧΙ στην προσωπική ιστορία μας θα ταρακουνήσει την πέτρα των νεφρών μας.
Έτσι, λοιπόν, δεν γίνεται, και το διαφορετικό δεν το μπορούμε;
Νυχτόημερα, στην προσπάθεια να μασκαρέψουμε την πραγματικότητα, να την αλαφρύνουμε, να την απαλλάξουμε από τα σκληρά σπυριά, ώστε να δυνηθούμε να τη δούμε κατά πρόσωπο και να σκαρφιστούμε συνάμα τα κάτοπτρα που θα μας επιτρέψουν να κοιταχτούμε αδείλιαστα στο αντείκονο της συμπεριφοράς τού απέναντι (όχι του πλησίον), λησμονούμε το υπαρξιακό μας άλλοθι: το πουρνάρι στον αυλόγυρο της παιδικής εστίας μας και το ερωτικό χαστούκι της δασκάλας. Κι επειδή τα φτιασίδια ξεπλένονται εύκολα στο πρώτο άγγιγμα του πόνου, στο πρώτο κιόλας δάκρυ, η άρνηση μας να δεχτούμε, κατόπιν, την καθημαγμένη φάτσα μας είναι απελπιστικά ράθυμη: το πάθος παίρνει τα βουνά, κι εμείς φυλάμε φυλαχτό την παθητικότητα. 'Οχι την ανάμνηση -την γλυκιά και τη γλυκερή.
Κουβαλάμε εντός μας, ωσαύτως, αγόγγυστα τον σχεδιαστή-ρομπότ της καθεμέρας μας (σύζυγο, πεθερά, αφεντικό, εξουσία), ανυποψίαστοι (;) για τη σκουριά που λιώνει τους μηχανισμούς του και σαρακοτρώει τα σωθικά μας.
Κάνουμε την αρχή μιας ήσσονος προσπάθειας.
Όμως, ουαί! Πάλι, κι όταν ακόμα έχουμε διαβεί σχεδόν ορθοί όλα τα μονοπάτια της οργής κι έχουμε δημιουργήσει τις προϋποθέσεις που θα μας οδηγήσουν στο ξέφωτο, καταλήγουν συνήθως να μένουν ξανά οι προθέσεις μας κενό γράμμα -σαν το λογοτέχνημα στο συρτάρι μας.
Θαυμάζουμε μιαν όμορφη γυναίκα με την πρόθεση (κι όχι με την προσδοκία) να την πηδήξουμε, παινεύουμε τον προϊστάμενο επιβουλευόμενοι συνήθως τη θέση που αναπαύεται ο κώλος του κι όχι ζηλεύοντας τον, και φθονώντας τον για την όμορφη γκόμενα -ιδιαιτέρα του.
Η ίδια δειλία. Αυτή η δειλία που ισοπεδώνει τα γρουμπούλια στις παλάμες μας και μας πετάει κατευθείαν στην κατηγορία του δημοσιοϋπαλληλικού ετσιθελισμού, της μαλακής γάμπας στο κάτασπρο, άτριχο πόδι και στα τρίδιπλα πατσαδάκια που μάταια προσπαθούν να παίξουν κρυφτούλι κάτω από τα extra large  μπλουζάκια στα παγκάκια της δευτεριάτικης λαϊκής. Η ατολμία που μας πάει πάτο και μας επιτρέπει μοναχά να σέρνουμε το καροτσάκι της αποτυχίας από -άντα σε -άντα μέχρι να σκοντάψουμε στα -ήντα και στην πρώτη καρδιακή ασυμφωνία. Με την αυτή δειλία λαμβάνουμε, σαν στριμωχνόμαστε, δανεικά από 'κολλητούς' με τη σιγουριά πως θα ντραπούν να τα ζητήσουν πίσω, και σπεύδουμε για κατούρημα λίγο πριν έρθει ο λογαριασμός για το φαγοπότι μας στον καφενέ.
Ωστόσο, αυτή η σπουδή να διαγράψουμε με περισσή ευκολία ακόμα μια μέρα απ' το ημερολόγιο της ζήσης μας βρίσκεται συχνά στον αντίποδα της ανάγκης μας: τα 'μικρομηκάδικα' αισθηματικά φιλμάκια που δονούν με τη στέρεα πλοκή και την αναπάντεχη κατάληξή τους τον ύπνο μας, δείχνουν πως είμαστε κι αλλιώς πλασμένοι, όχι ντε και καλά απ' το τομάρι του δημόσιου υπαλληλικού αφέντη. Είμαστε και τρυφεροί, οικείοι, προσιτοί.
Ανήσυχοι και δημιουργικοί. Τσαμπουκάδες. Ρεμπέτες. Ζορμπάδες. Τσε. Ας δούμε με άλλο μάτι και με άλλη σκηνοθεσία την απλή μεταφορά μιας απλής ανατολής στο
πανηγύρι της μέρας κι ας εξορίσουμε στο πολύ μακρινό τις κάκιστες διαθέσεις μας. Θα 'χουν μέχρι τότες ξεθωριάσει εις το ακίνδυνον. Μαζί με την άρνηση του δημόσιου κηφήνα να λαβαίνει την ταγή του κατευθείαν απ' τον κόρφο μας, θα 'χουν πειστεί και οι μπάτσοι ν' αγοράζουν απ' την τσέπη τους τις σφαίρες που χρησιμοποιούν για άσκηση σκοποβολής στα κλεφτρόνια της λαγάνας και του ροδάκινου και στους δεκαεξάρηδες καφεπότες της κολασμένης –για τους ίδιους, πλατείας των εξαρχείων.  

Όμως,
Χρωστάμε στον εαυτό μας και την αποζημίωση του θιχθέντος 'τζαμπατζή', ήγουν το ελεύθερο της κατάληψης όχι μόνο της θέσης στην κερκίδα, αλλά και του αγωνιστικού χώρου. Να φωνάξουμε, να χτυπηθούμε, να βρίσουμε -καλά. Αλλά να πατήσουμε και το γρασίδι, να κάνουμε κι εμείς παιχνίδι!
Μιαν ανάσα, λοιπόν, βρε αδερφέ, σε κάποιο ανώγειο σκαλί ή σε κάποιο ξέστρατο στα υπόγεια μονοπάτια που συνδέουν τις υπηρεσίες ταλαιπωρίας κι εξουθένωσης με το καλαμάκι του φραπέ της παραλιακής κυρίας που χρεώθηκε με 108 την κυτταρίτιδα και το αναποδογύρισμα της τσέπης μας. Να πεταχτούμε ίσαμε την κυρα-Νίτσα, να πιούμε τον βαρύ-γλυκό, να μας γείρει και το φλιτζάνι -να γλυκάνουν μια φορά τ' αυτιά μας με καλές κουβέντες. Κι αν δεν είναι ο καφές, ας είναι, τέλος πάντων δυο λόγια από καρδιάς, ένα 'τι λες, γραμμένο μου! Τς, τς!'
Αυτά.
Και τι να πει κανείς τέτοιον καιρό, με τέτοιο κρύο -γενικώς.
υγ.: κι όχι, δηλαδή, τραγωδίες του στυλ: 'αύριο θα πλεύσουμε ειρηνικά στα υγρά της ηδονής της γης....' κλπ.
Ξέρουμε. Πλέον

 

Εκτύπωση

Αναμνήσεις

Το βαρέλι

Ο Τάκη-Καλλιόπης – έτσι αποκαλούσαμε τότε τον καλό κι πάντα αγαπητό μου φίλο Τάκη Θεμελή – είχε...

Read more: Το βαρέλι

Το Σαββατόβραδο, το ''66'

του Χρήστου Ν. Θεμελή  Οταν έπεσαν τα πόσκια   τα μάσαμαν στη στρούγκα   εγώ, μια χαψιά μαξουμάκι,...

Read more: Το...

ΣΤΟ ΑΛΩΝΙ

Είχαμε θερίσει το στάρι στη Ρουπακιά, το είχαμε κουβαλήσει με τη φοράδα και στοιβάξει στο αλώνι....

Read more: ΣΤΟ ΑΛΩΝΙ

Ο γάϊδαρος

Καταμεσίς τ’ ουρανού ο ήλιος τσουρούφλιζε  τα γυμνά μας μπράτσα και καθώς ο ιδρώτας έσμιγε με την...

Read more: Ο γάϊδαρος

Απόψεις

ΕΙΣΗΓΗΣΙ ΣΤΟ ΔΙΟΡΘΟΔΟΞΟ ΚΕΝΤΡΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΙ

Δημητρίου Μίχα ,Φιλολόγου καθηγητού-Δ/ντου της Ριζαρείου Εκκλησιαστικής Σχολής Σεβασμιώτατοι...

Read more: ΕΙΣΗΓΗΣΙ ΣΤΟ...

περί έρωτος

Ο έρως μεριμνεί ως μανιακός των αμπελώνων της ψυχής ν’ αποτελειώσει ό,τι έχει αρχίσει με μια απλή...

Read more: περί έρωτος

ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΠΑΡΟΙΚΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟΝ 15ο ΕΩΣ ΚΑΙ ΤΟΝ 19ο ΑΙΩΝΑ

ΑΠΟΔΗΜΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ   Μέρος δεύτερο Ι. Μότσης   Η σύντομη αυτή ανασκόπηση της πορείας των Αποδήμων...

Read more: ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ...

Σημείον εστί ού μέρος ουθέν

«Σημείον[1] είναι παν ό,τι δεν έχει μέρος». Πάνω σ’ αυτήν την κορυφαία ανακάλυψη δόμησαν οι...

Read more: Σημείον εστί...

Δημιουργίες

πρώτη γραφή

Στέρφα τά χρόνια Καί δέν ἐγκυμονεῖ ὁ καιρός καλό καί καλοσύνη παρά μονάχα μαῦρα ἄτια νά κροτοῦν μέ...

Read more: πρώτη γραφή

Ψυχή μου κουρελού

της Βασιλική Σ. Μίχα Από υφάντρα Αρχόντισσα  -στον κόσμο όταν βγήκα- μου δώθηκε ως προίκα  χρυσόδετο...

Read more: Ψυχή μου...

απολογία των δρόμων - (1984)

του Φώτη Μότση επιμένω στην αναγκαιότητα εγκαθίδρυσης καινούργιων αναπνευστικών συσκευών και στην...

Read more: απολογία των...

Να βρω τα παιδικά μου τα φτερά ζητώ

Του Φώτη Μότση Τώρα μιλώ με δόντι σάπιο, μπάσος Ά, είν’ παράταιρη η λαλιά αυτή Στον κόσμο ετούτο...

Read more: Να βρω τα...