Ο μύθος των Λαβδακιδών

Γιάννης Μότσης

Η γενιά των Λαβδακιδών, που βασίλεψε στη Θήβα, έδωσε και στους τρεις μεγάλους τραγικούς πλούσιο υλικό για τη σύνθεση των τραγωδιών τους. Τα πρώτα στοιχεία του μύθου βρίσκονται στην Ιλιάδα και στη Νέκυια της Οδύσσειας, ενώ στα έπη Θηβαΐς και Οιδιπόδεια πήρε την οριστική του μορφή. Σύμφωνα με τον μύθο, ο Κάδμος, ιδρυτής της Θήβας, σκότωσε το ιερό φίδι του Άρη που φύλαγε την πηγή του θεού.

Ο εγγονός του Λάβδακος καταδίωξε τη λατρεία του θεού Διονύσου και αμάρτησε κατά του θεού. Ο γιος του Λάιος απήγαγε τον γιο του Πέλοπα Χρύσιππο και ο Πέλοπας τον καταράστηκε να πεθάνει άτεκνος ή να σκοτωθεί από το παιδί του. Από εκεί ξεκινούν οι συμφορές του γένους των Λαβδακιδών, που για τρεις συνεχόμενες γενιές υποφέρουν απ’ αυτή τη βαριά κατάρα.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Ο Οιδίπους, γιος του Λαΐου, σκότωσε, χωρίς να το γνωρίζει τον πατέρα του και παντρεύτηκε τη μητέρα του, την Ιοκάστη, με την οποία απέκτησε δύο γιους, τον Πολυνείκη και τον Ετεοκλή, και
δύο κόρες, την Αντιγόνη και την Ισμήνη. Όταν αποκαλύφθηκε η τραγική αλήθεια, η Ιοκάστη απαγχονίστηκε και ο Οιδίπους αυτοτυφλώθηκε και αυτοεξορίστηκε. Σε σωζόμενο απόσπασμα της Θηβαΐδας αναφέρεται ότι ο Οιδίποδας καταράστηκε τους δυο γιους του να μοιράσουν την κληρονομιά του με οπλισμένο χέρι και να κατεβούν στον Αδη αλληλοσφαγμένοι, επειδή είχαν παραβεί την εντολή του να μη χρησιμοποιήσουν ποτέ το ασημένιο τραπέζι του Κάδμου και το χρυσό κύπελλο (δέπας), με το οποίο έπινε κρασί ο Λάιος.

Τα δύο αδέλφια, Πολυνείκης και Ετεοκλής, συμφώνησαν να βασιλέψουν διαδοχικά ανά ένα χρόνο. Πρώτος βασίλεψε ο Ετεοκλής, ο οποίος όμως αρνήθηκε να παραδώσει την εξουσία στον Πολυνείκη. Ο Πολυνείκης έφυγε από τη Θήβα και πήγε στο Άργος, όπου παντρεύτηκε την κόρη του βασιλιά Άδραστου. Μαζί με τον πεθερό του και άλλους πέντε Αργείους ηγεμόνες εκστράτευσε εναντίον της Θήβας, για να διεκδικήσει την εξουσία. Οι επτά Αργείοι αρχηγοί τάχθηκαν απέναντι από τους επτά Θηβαίους ήρωες που υπερασπίζονταν τις επτά πύλες της Θήβας. Απέναντι από τον Ετεοκλή ήταν ο Πολυνείκης. Η τελική μονομαχία των δύο αδερφών επιβεβαίωσε την κατάρα του Οιδίποδα. Τα δύο αδέρφια έπεσαν αλληλοσκοτωμένα μπροστά στα τείχη της πόλης, η οποία όμως σώθηκε.

Ο νέος άρχοντας της πόλης Κρέων, αδελφός της Ιοκάστης και θείος των παιδιών, εκδίδει διαταγή να ταφεί ο Ετεοκλής με τιμές, ενώ το σώμα του Πολυνείκη να μείνει άταφο, βορά στα σκυλιά και τα όρνια, γιατί θέλησε να προδώσει την πατρίδα του. Από το σημείο αυτό αρχίζει η υπόθεση της τραγωδίας.

Η Αντιγόνη είναι το δεύτερο από τα σωζόμενα έργα του Σοφοκλή. Το δίδαξε, το 442 π.Χ., κερδίζοντας την πρώτη νίκη. Στη νεότερη εποχή από τον μύθο της Αντιγόνης εμπνεύστηκαν αρκετοί ξένοι συγγραφείς. Ενδεικτικά αναφέρονται οι σύγχρονοι Ζ. Ανούιγ και Μ. Μπρεχτ.

Το γοητευτικό αίνιγμα που θέτει ανά τους αιώνες η φιγούρα της νεαρής ηρωίδας, αυτό που προκαλεί κάθε δημιουργό να αναμετρηθεί για ακόμη μια φορά με τον μύθο που πρώτος ο Σοφοκλής μετέφερε στη θεατρική σκηνή το 441 π.Χ.

Το πρώτο στοιχείο της γοητείας που ασκεί ο μύθος της Αντιγόνης είναι η γενναιότητα του νεαρού κοριτσιού. Η Αντιγόνη αντιπροσωπεύει την ηρωίδα που δεν κάμπτεται, το σύμβολο της αντίστασης και της αξιοπρέπειας. Το όνομά της και μόνο καθορίζει μια στάση ζωής. Δεν είναι ούτε μάρτυρας, ούτε αγία, παρόλα αυτά βρίσκει το θάρρος να ακολουθήσει χωρίς παρεκκλίσεις την πορεία που έχει χαράξει.

Το δεύτερο είναι ότι αποτελεί την ενσάρκωση της αιώνιας νεότητας που εκφράζει αξίες πανανθρώπινες και άχρονες: τους δεσμούς που δένουν τους ανθρώπους μεταξύ τους, το να μένεις πιστός σε αυτά που πιστεύεις ανεξάρτητα με το κόστος, την αντίσταση στην απολυταρχία της εξουσίας, θέματα αιώνια που απασχόλησαν και απασχολούν το θέατρο και το μυθιστόρημα, την ψυχολογία και την φιλοσοφία.

Το δίλλημα που θέτει η Αντιγόνη διερευνά επίσης τη σχέση που οι ζώντες διατηρούν με τους νεκρούς και τη σκοτεινή πλευρά της διονυσιακής διάστασης του ανθρώπου, την επιθυμία, το παράλογο,  τους δεσμούς αίματος και τον αθέατο κόσμο των ψυχών. Στο γραπτό νόμο που επικαλείται ο Κρέοντας για να δικαιολογήσει την πολιτική του απόφαση να μην προχωρήσει σε ταφή του Πολυνείκη, η Αντιγόνη αντιπαραβάλλει τον άγραφο νόμο που καθιστά καθήκον του καθενός να σέβεται τον κόσμο των νεκρών. Το θέμα αυτό ήταν ικανό να συγκινήσει τους θεατές της εποχής του Σοφοκλή, καθώς η Αθήνα συμμετείχε σε πολύνεκρους πολέμους.

Η Αντιγόνη είναι ένα σύμβολο που μπορεί να αναβιώσει σε κάθε εποχή καθώς θέτει σε επανεξέταση το σκοτεινό και επίπονο μηχανισμό της ηρωικής πράξης. Το κείμενο του Σοφοκλή ανακινεί τη σύγκρουση ανάμεσα στους εθιμικούς και τους γραπτούς κανόνες δικαίου θέτοντας το θέμα των ορίων της ανθρώπινης ατομικότητας και αξιοπρέπειας μπροστά στην υπεράσπιση της συλλογικότητας που πρεσβεύει η εξουσία και ο νόμος. Το αρχαίο ελληνικό θέατρο άλλωστε είναι ένα θέατρο πολιτικό και φιλοσοφικό. Αν ήταν εύκολο να αποφασίσουμε ποια πλευρά έχει με το μέρος της το δίκαιο ή το άδικο δεν θα μιλούσαμε για τραγωδία, ούτε για ένα διαχρονικό έργο. Η αξία της τραγωδίας δεν έγκειται στη σύγκρουση του καλού με το κακό, της αθωότητας με την ενοχή, αλλά σε μια αντιπαράθεση ηθικών αρχών και πολιτικών θέσεων στην οποία είναι πολύ δύσκολο ο μέσος άνθρωπος να πάρει σαφή θέση. Στο ερώτημα: Αξίζει τον κόπο η θυσία της; Τα έργα του Σοφοκλή χωρίς να δίνουν οριστική και αδιαπραγμάτευτη απάντηση θέτουν το πρόβλημα. Θα μπορούσαμε ίσως να δούμε το έργο και από την πλευρά του Κρέοντα, δηλαδή της εξουσίας που ισχυρίζεται ότι νοιάζεται για το κοινό καλό, τυφλωμένη όμως από την αλαζονεία επιμένει σε μια απόφαση που οδηγεί στην καταστροφή. Μέσα από την ανυπακοή της Αντιγόνης στη διαταγή του τυράννου, διαγράφονται οι αντιθέσεις του αρσενικού με το θηλυκό, της νεότητας με την ωριμότητα, του ατομικού με το συλλογικό, των θνητών με τους θεούς. Αυτή είναι η μεγάλη δύναμη της ελληνικής τραγωδίας αλλά και της τραγωδίας γενικότερα: να διερευνά τα αινίγματα της ανθρώπινης υπόστασης. Η υπόθεση της Αντιγόνης του Σοφοκλή ξεκινά με το διάταγμα που ο νέος βασιλιάς της Θήβας, Κρέοντας, εκδίδει μετά τη νίκη της Θήβας εναντίον του Άργους. Ο βασιλιάς ζητά από τους πολίτες να αποδοθεί τιμή και δόξα στο νεκρό Ετεοκλή που έπεσε υπέρμαχος της πατρίδας του, ενώ απαγορεύει την ταφή του αδελφού του Πολυνείκη ο οποίος κινήθηκε σαν προδότης της πόλης.

Η Αντιγόνη ενημερωμένη για το διάταγμα αυτό, καλεί την Ισμήνη προκειμένου να της ζητήσει να θάψουν το νεκρό τους αδελφό. Γρήγορα όμως συνειδητοποιεί ότι δεν έχει να περιμένει καμία βοήθεια και αποφασίζει να δράσει μόνη της. Με θάρρος επιμένει ότι είναι προτιμότερο να ακολουθήσει τους άγραφους και ιερούς νόμους των θεών διότι έχουν αιώνια ισχύ αψηφώντας το διάταγμα του θνητού Κρέοντα ο οποίος παρουσιάζεται απέναντί της ως η φωνή της εξουσίας υποστηρίζοντας ότι πάνω από όλα προέχει το καλό της πόλης. Αρνητικός απέναντι σε οποιαδήποτε αντίθετη γνώμη και απόλυτος στην άποψή του, όταν η νεαρή κόρη του Οιδίποδα συλλαμβάνεται, αποφασίζει να την τιμωρήσει με θάνατο κλείνοντάς την ζωντανή σε μια βραχώδη σπηλιά. Μάταια προσπαθεί να τον μεταπείσει ο γιός του Αίμονας. Παρών σε όλη αυτή τη σύγκρουση είναι ο Χορός των γερόντων συμβούλων του βασιλιά, του οποίου ο ρόλος είναι σημαντικός και ενισχύει τα χαρακτηριστικά των δύο πρωταγωνιστών. Η τιμωρία της Αντιγόνης είναι πλέον αναπόφευκτη και η μοίρα της προδιαγεγραμμένη. Μακριά από όλους οδηγείται στο θάνατο. Η Αντιγόνη δεν είναι όμως η μόνη που τιμωρείται: τον δικό της θάνατο ακολουθεί και η τιμωρία του Κρέοντα μέσω μιας σειράς άλλων θανάτων: του Αίμονα και της μητέρας του Ευρυδίκης. Ο Κρέοντας φτάνει στο απόγειο της τραγικότητάς του και η τραγωδία λύεται αποδεικνύοντας ότι τα ανευλαβή και υπερφίαλα λόγια οδηγούν τον άνθρωπο στην καταστροφή όπως παρατηρεί εύστοχα ο Χορός.


Η τραγωδία αποτελείται από δύο στοιχεία, το λυρικό και το επικό, και συνοψίζει, μπορούμε να πούμε, σε μια νέα, υψηλότερη σύνθεση, την ποιητική παράδοση της λυρικής ποίησης και του έπους. Μορφολογικά, το επικό στοιχείο το εκπροσωπούν οι υποκριτές ενώ το λυρικό ο χορός. Τα χορικά, που γράφονταν σε δωρική διάλεκτο ή σε διάλεκτο με πολλά δωρικά στοιχεία, εκφράζουν μια συλλογικότητα, την ίδια συλλογικότητα που εμπνέει ο αγροτοστρατιωτικός κοινωνικός βίος των δωρικών φύλων. Τα διαλογικά μέρη απεναντίας είναι γραμμένα στην ιωνική διάλεκτο, τη διάλεκτο των ανεπτυγμένων οικονομικά ιωνικών πόλεων εκφράζοντας έτσι εκείνο το πνεύμα του ατομισμού που είναι σύμφυτο σε κάθε αστικό σχηματισμό. Στο αρχαίο δράμα όμως δεν διακρίνουμε μόνο τις επιδράσεις του έπους και της λυρικής ποίησης. Στο έργο του Σοφοκλή αρχίζει να ασκεί την επίδραση της και η ρητορική. Ο Κρέων και ο Αίμων, η Αντιγόνη και ο Κρέων, κονταροχτυπιούνται σαν καλοί ρήτορες. Οι αποφθεγματικές εκφράσεις βρίθουν στα στόματά τους και υποστηρίζουν με πολύ επιτυχία αντίθετες απόψεις. Δεν είναι τυχαίο που ένας μεγάλος φιλόσοφος όπως ο Χέγκελ «πείσθηκε» από τον Κρέοντα ότι είχε αρκετό δίκιο. Ακόμη οι τραγικές συγκρούσεις, με την σοφιστική επιχειρηματολογία, φαίνονται ακόμη πιο έντονες. Αυτή η επίδραση της σοφιστικής όλο και αυξάνεται, για να φτάσει στο αποκορύφωμά της στο έργο του μεγάλου σκεπτικιστή, του Ευριπίδη. Στην Αντιγόνη του Σοφοκλή, προβάλλεται η διττή φύση του πολίτη, η σύγκρουση μεταξύ της ηθικής και της πολιτικής αρετής, οι οποίες παρουσιάζονται στα αντίπαλα στρατόπεδα, της Αντιγόνης και του Κρέοντα, αντίστοιχα. Οι δυο τους έρχονται σε αντιπαράθεση για την απαγόρευση της ταφής του Πολυνείκη, ενώ ο ανθρωπισμός της ηρωίδας υψώνει τη φωνή του εναντίον της εκδικητικής θέλησης μιας εξουσίας που δεν γνωρίζει το μέτρο της. Η σύγκρουσή τους είναι μια σύγκρουση αρχών: στην ουσία, πρόκειται για ένα θέμα πολιτικό το οποίο όμως αντιμετωπίζεται από κάποια υψηλή σκοπιά σαν ένα επεισόδιο στις σχέσεις θεού και ανθρώπων θίγοντας θέματα καθολικά όπως είναι η αντιπαράθεση ανάμεσα στην οικογένεια και την πολιτεία, το άτομο και την εξουσία, τους ανθρώπινους και τους θεϊκούς νόμους.

Στην Αντιγόνη «γίνεται αρκετά ευδιάκριτο το πρόβλημα, αν η Πολιτεία μπορεί να θεωρεί τον εαυτό της σαν έσχατη και ανώτατη αξία, ή αν και αυτή πρέπει να σέβεται νόμους, που δεν προήλθαν από την ίδια και που ξεφεύγουν αιώνια από τη δικαιοδοσία της. Η Αντιγόνη του Σοφοκλή είναι «η τραγωδία με το μεγαλύτερο πολιτικό βάθος» καθώς σχετίζεται, όσο καμία άλλη, με την ουσία της πόλης και την πολιτική της έκφραση.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ ΤΥΡΑΝΝΟΣ

Αρχή της τραγωδίας - περιγραφή του λοιμού

Ο ιερέας των Θηβών απευθύνεται στον Οιδίποδα και του περιγράφει τον λοιμό που ενέσκηψε στη Θήβα. Χάνονται φυτά, ζώα, οι γυναίκες γεννούν νεκρά παιδιά. Το χαρακτηριστικό και στις τρεις περιπτώσεις είναι η αναπάντεχη εμφάνιση του θανατικού. Τα σπαρτά καταστρέφονται λίγο πριν τα θερίσουν οι αγρότες, τα βόδια πέφτουν νεκρά την ώρα που βόσκουν στα λιβάδια και χωρίς καμιά προειδοποίηση, οι γυναίκες κυοφορούν, φτάνουν μέχρι τον τοκετό αλλά τα παιδιά που γεννούν είναι νεκρά. Το αποτέλεσμα είναι ο Άδης, ο Πλούτων, να γεμίζει (πλουτίζεται) με νεκρά σώματα όχι μόνο των παιδιών αλλά και όσων πεθαίνουν από την πείνα -ο λοιμός προκάλεσε λιμό-, ενώ η Θήβα αδειάζει από τους ανθρώπους της. Έτσι, καθώς πλήττονται όλες οι πηγές της ζωής, κινδυνεύουν όχι μόνο η οικονομία αλλά και η επιβίωση των ανθρώπων και της πολιτικής κοινότητας. Γι’ αυτό και ο ιερέας προσδίδει πολιτική διάσταση στο θέμα.

Ο Λάιος παντρεύτηκε την κόρη του Μενοικέα, την οποία ορισμένοι αποκαλούν Ιοκάστη, άλλοι πάλι Επικάστη, και ενώ πήρε χρησμό από τον θεό να μην κάνει παιδιά με τη γυναίκα του (γιατί το παιδί που θα γεννιόταν θα γινόταν πατροκτόνος), αυτός πιωμένος κοιμήθηκε με τη γυναίκα του. Και το παιδί που γεννήθηκε το έδωσε σε έναν από τους βοσκούς του, για να το εγκαταλείψει[9], αφού πρώτα του τρύπησε τους αστραγάλους με περόνες. Και αυτός ο βοσκός άφησε, βέβαια, έκθετο το παιδί στον Κιθαιρώνα, το βρήκαν όμως οι αγελαδάρηδες του βασιλιά της Κορίνθου Πόλυβου και το έφεραν στη γυναίκα του, την Περίβοια. Και αυτή το πήρε και το φρόντισε σαν δικό της παιδί, θεράπευσε τους  στραγάλους του και το ονόμασε Οιδίποδα -του έδωσε το όνομα αυτό από το οίδημα των ποδιών του.

Όταν ο νέος αντρώθηκε, επειδή διέφερε από τους συνομηλίκους του και προκαλούσε τον φθόνο τους, αυτοί τον έβριζαν αποκαλώντας τον νόθο. Και ενώ ρωτούσε την Περίβοια για να μάθει τον λόγο, αυτό στάθηκε αδύνατο· πήγε λοιπόν στους Δελφούς και ζητούσε να μάθει για τους γονείς του. Και ο θεός του απάντησε να μην επιστρέψει στην πατρίδα του· γιατί θα σκοτώσει τον πατέρα του και θα παντρευτεί τη μητέρα του.» Μόλις τα άκουσε αυτά και επειδή πίστεψε για αληθινούς τους γονείς από τους οποίους λεγόταν ότι είχε γεννηθεί, άφησε την Κόρινθο και περνώντας με το άρμα του από τα εδάφη της Φωκίδας συνάντησε σε δρόμο στενό τον Λάιο που κι αυτός επέβαινε σε άρμα. Και καθώς ο Πολυφόντης (ήταν ο κήρυκας του Λαΐου) τον διέταξε να παραμερίσει, του σκότωσε μάλιστα και το ένα από τα δυο του άλογα, επειδή εκείνος δεν πειθάρχησε και καθυστερούσε, οργισμένος ο Οιδίποδας σκότωσε και τον Πολυφόντη και τον Λάιο και τράβηξε για τη Θήβα.

Σύμφωνα με τον Σοφοκλή, ο Οιδίποδας σκότωσε όλη τη συνοδεία του Λαΐου, συνολικά τέσσερις -πέντε πίστευε ο ίδιος. Ο ένας ξέφυγε και χρόνια μετά ως αυτόπτης μάρτυρας του φόνου θα υποδείξει τον Οιδίποδα ως τον δράστη του φόνου του Λάιου. Τους φόνους αυτούς διέπραξε ο Οιδίποδας σε άμυνα -πρώτος τον χτύπησε ο Λάιος για να περάσει εκείνος τον στενό δρόμο- και σε κατάσταση μανίας, σύγχυσης της λογικής, μια και τους διέπραξε, αφού πήρε τον χρησμό από το μαντείο των Δελφών, ότι θα σκοτώσει τον πατέρα του και θα παντρευτεί τη μητέρα του. Στην προσπάθειά του να σκεφτεί λογικά με ποιον τρόπο θα μπορούσε να αποφύγει την πραγματοποίηση του χρησμού, δηλαδή να ελέγξει τη μοίρα του, λησμονεί το επεισόδιο του γλεντιού, όπου κάποιος σε κατάσταση μέθης του αποκάλυψε ότι είναι παιδί «υιθετημένο», και τις αμφιβολίες για την ταυτότητά του που τον οδήγησαν στο μαντείο, και αποφασίζει να αλλάξει πορεία. Αντί για την Κόρινθο, όπου υποτίθεται ότι ζούσαν οι γονείς του και όπου υπήρχε περίπτωση να πραγματοποιήσει τα εγκλήματα για τα οποία τον προειδοποίησε το μαντείο, πορεύεται προς την αντίθετη κατεύθυνση. Με αυτή του την ενέργεια, αντί να ελέγξει τη μοίρα του, πηγαίνει να τη συναντήσει, σχεδόν την προκαλεί.


Ο φόνος της Σφίγγας

Κόρη του Τυφώνα και της Έχιδνας, με πρόσωπο γυναίκας, στήθος, πόδια και ουρά λιονταριού και πτερά πουλιού, γεννήθηκε μετά τη νίκη των Ολυμπίων επί των Γιγάντων και περισσότερο από τον θυμό της Γης που είδε τα παιδιά της, τους Γίγαντες, να σκοτώνονται. Είναι δηλαδή χθόνια θεότητα που η Ήρα στέλνει σαν τιμωρία στον Λάιο για την παιδεραστία του και η οποία πλήττει τον θεσμό της οικογένειας που αυτή προστατεύει. Μπροστά στην πόλη και πάνω σε βράχο η Σφίγγα διατύπωνε το εξής ερώτημα: Ποιο πλάσμα περπατά στην αρχή στα τέσσερα, μετά στα δύο και τέλος στα τρία Ο τραυματισμένος στα πόδια Οιδίποδας απαντά σωστά ότι το πλάσμα είναι ο άνθρωπος, οι δυνάμεις του οποίου φθίνουν με την πάροδο του χρόνου και ζητά στήριξη σε μια βακτρία, ένα μπαστούνι. Η Σφίγγα λοιπόν έπεσε από την ακρόπολη, και ο Οιδίποδας ανέλαβε την εξουσία και παντρεύτηκε χωρίς να το ξέρει τη μητέρα του και απέκτησε παιδιά από αυτήν, τον Πολυνείκη και τον Ετεοκλή, και δυο κόρες, την Ισμήνη και την Αντιγόνη. Μερικοί λένε ότι τα παιδιά του τα έκανε η Ευρυγάνεια, η κόρη του Υπέρφαντα.»


Τύφλωση του Οιδίποδα - Εξουσία – Θάνατος

Ο Οιδίπδας αυτοτυφλώθηκε όταν έμαθε ότι η σύζυγός του και μητέρα των παιδιών του Ιοκάστη ήταν η φυσική του μητέρα. Σύμφωνα με χρησμό εξορίστηκε από τη Θήβα και ο Κρέων, αδελφός της μητέρας του, ο θείος του δηλαδή, ανέλαβε την κηδεμονία των παιδιών του. Ο «Οιδίποδας Τύραννος» αποτελεί το κέντρο και την κορύφωση της καλλιτεχνικής πορείας του Σοφοκλή. Η απαράμιλλη πλοκή, η συγκλονιστική αναγνώριση, που αποτελεί περιπέτεια και λύση του δράματος, η μοναδική σε βάθος, έκταση και ένταση τραγική ειρωνεία, που διαποτίζει ανατριχιαστικά όλη την τραγωδία, η ανυπέρβλητη χρήση της γλώσσας και οι βαθιές φιλοσοφικές προεκτάσεις, καθιστούν τη συγκεκριμένη τραγωδία αριστούργημα της παγκόσμιας δραματουργίας. Δικαιολογημένα άντλησε, λοιπόν, ο Αριστοτέλης τους κανόνες της δραματικής τέχνης στην «Ποιητική» του. Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη ο Οιδίποδας τύραννος είναι η τραγωδία της αμαρτίας με την έννοια του λογικού σφάλματος. Η λογική του Οιδίποδα φαίνεται να ξεγλιστρά σε κρίσιμα σημεία. Πηγαίνει στο μαντείο των Δελφών για να ρωτήσει την ταυτότητα των πραγματικών γονιών του. Το μαντείο δεν απαντά στο συγκεκριμένο ερώτημα και του ανακοινώνει ότι θα σκοτώσει τον πατέρα του και θα παντρευτεί τη μητέρα του. Σε κατάσταση σύγχυσης, ξεχνά τον λόγο για τον οποίο πήγε στο μαντείο, θεωρεί δεδομένο ότι οι γονείς του είναι το βασιλικό ζεύγος της Κορίνθου και φεύγει από εκεί, προκειμένου να μην συναντήσει τη μοίρα του. Διαπράττει ακριβώς το αντίθετο. Ωστόσο, υπάρχει μια λογική σκέψη που, αν την έκαμνε ο Οιδίποδας θα μπορούσε να αποφύγει τη μοίρα του και την πραγματοποίηση του χρησμού: να μη σκοτώσει άνθρωπο μεγαλύτερο απ’ αυτόν ούτε να παντρευτεί γυναίκα μεγαλύτερή του. Όμως ο νους, η λογική, αποδεικνύεται αδύναμη να συνυπολογίσει όλα τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή της. Και είναι ακριβώς αυτή η αδυναμία της λογικής (αμαρτία) που οδηγεί στην αμαρτία, με την ηθική πια σημασία της λέξης.


Ο πιο δυστυχισμένος και ανυπεράσπιστος ανάμεσα στους ήρωες, αλλά κι εκείνος που κάνει ένα βήμα πέρα από αυτούς είναι ο Οιδίποδας. Η σχέση με το τέρας είναι μια επαφή, δέρμα πάνω στο δέρμα. Ο Οιδίποδας είναι ο πρώτος που δεν αγγίζει το τέρας αλλά το κοιτάζει και του μιλάει. Ο Οιδίποδας σκοτώνει με το λόγο, εξαπολύει στον αέρα θανατηφόρες λέξεις. Ο λόγος παραχωρεί μια νίκη υπερβολικά καθαρή, που δεν αφήνει λάφυρα. Νικάει εκεί που μπορεί να αποτύχει κάθε άλλο όπλο. Μετά τη νίκη του όμως, παραμένει γυμνός και μοναχικός. Με τον Οιδίποδα η τερατοκτονία διχοτομείται: από τη μια η τελείως συνειδητή θανάτωση, εκείνη που εκτελέστηκε με το λόγο, που καταστρέφει τη Σφίγγα. Από την άλλη, η τελείως ανεπίγνωστη θανάτωση, εκείνη που ο Οιδίποδας σκοτώνει το Λάιο.


Νίτσε: Ο Οιδίποδας είναι ο άνθρωπος που έχει αλλοτριωθεί από την υπόλοιπη φύση και, συνεπώς, έχει αποκοπεί από τη διανοητική του δύναμη, η οποία είναι σε θέση να διερευνήσει τα μυστικά της φύσης και ν’ αρπάξει απ’ αυτήν το μυστικό της θέσης του ανθρώπου μέσα σ’ αυτήν. Ο Νίτσε διακρίνει μια τριπλή μοίρα στον Οιδίποδα:

- την απάντηση στο αίνιγμα

- το φόνο του πατέρα

- το γάμο με τη μητέρα

Αυτή η τριπλή μοίρα υπογραμμίζει την αφυσικότητα αυτής της φοβερής σοφίας. Πρόκειται για ένα βλέμμα στην άβυσσο. Ο τραγικός ήρωας βγαίνει από εκεί φέρνοντας τη «φωτεινή μετα- εικόνα και γίνεται τέρας. Η ακραία αφυσικότητά του συμβολίζεται από την αιμομικτική ένωση.

Φρόυντ: Η αμφισημία της γνώσης έγκειται στην αντίθεση ανάμεσα στα διανοητικά κατορθώματα του ήρωα και σε ένα είδος γνώσης που κατέληξε να γίνει άγνοια μέσα από την πίεση. Η κρυμμένη βία που υπάρχει στο παρελθόν δεν είναι τυχαία.  Η αναγκαιότητα να παντρευτεί ο Οιδίποδας τη μητέρα του και να σκοτώσει τον πατέρα του, όπως διατυπώνεται στο χρησμό, είναι η μοίρα στην οποία υπόκειται ο καθένας μας, μέσα στις καταπιεσμένες επιθυμίες του ασυνείδητου. Έτσι, αιμομιξία και πατροκτονία συμφωνούν με την ήρεμη αντικειμενικότητα του χρησμού, ο οποίος στο Σοφοκλή παρουσιάζεται ως περιγραφική διατύπωση του τι θα συμβεί.


Λεβί Στρως: Ερευνά τη σχέση ανάμεσα στη γλώσσα και τη λογική συνοχή που βρίσκουμε (ή κατασκευάζουμε) στον κόσμο μας. Εστιάζει ξανά το μύθο στη λογική τασξινόμηση συνδυάζοντας τις γλωσσικές συγχωνεύσεις του αινίγματος της Σφίγγας με τις συγχωνεύσεις των γενεών μέσα από την αιμομιξία. Ο Σοφοκλής παρουσιάζει τη γλώσσα και την προσωπική ταυτότητα σαν τις δυο όψεις της μιας και μοναδικής ενότητας, του ανθρώπου. Ο Οιδίποδας έλυσε το αίνιγμα της ανθρώπινης ταυτότητας κι έτσι γίνεται ... τέρας. Έλυσε το αίνιγμα της μέχρι τότε σταθερότητας και της μετακίνησης προς τα εμπρός. Ο Οιδίποδας, επομένως, δεν επρόκειτο να προχωρήσει άλλο προς τα εμπρός, που καθορίζει την ταυτότητά μας μέσα στο χρόνο. Αγνοούσε τα συμπίπτοντα σχήματα της διαχρονίας και της συγχρονίας μέσα στην ίδια του τη ζωή.

Στον Οιδίποδα διακρίνουμε:

* Την κοινή μοίρα, τον τραγικό κλήρο του ανθρώπου, που έρχεται στον κόσμο χωρίς να ερωτηθεί, είναι προορισμένος ν’ αγωνίζεται στα τυφλά και να λύνει αινίγματα που του επιβάλλονται μυστηριωδώς. *Το αδιάλλακτο πείσμα του ανθρώπου που προσπαθεί ν’ ανακαλύψει το μυστικό της ύπαρξής του, που το κρατούν, ωστόσο, ζηλόφθονα οι θεοί. * Τον άνθρωπο που θέλει να δικαιώσει την ύπαρξή του, μα που αδυνατεί να προβλέψει τις συνέπειες των πράξεών του.

* Τον άνθρωπο που είναι καταδικασμένος να ζει στο σκοτάδι της άγνοιας και του πόνου του.

Οιδίπους επί Κολωνώ

Κόρη ενός γέροντα τυφλού, Αντιγόνη, ποιά τα μέρη εδώ που φτάσαμε, ποιοί νέμονται την πόλη αυτή; Ποιός τον αλήτη Οιδίποδα ανήμερα θα υποδεχτεί με δώρα λιγοστά; Μικρό το δώρο που επαιτεί, κι απ ̓ το μικρό μικρότερο αυτό που παίρνει, όμως μου αρκεί. Γιατί τα πάθη μου με δίδαξαν να στέργω, έπειτα ο χρόνος ο μακρύς, σύντροφος μιας ολόκληρης ζωής, και τρίτο το γενναίο μου φρόνημα. Αλλά, καλή μου κόρη, αν κάπου βλέπεις θέση να καθίσω, είτε στον δρόμο των περαστικών είτε στα άλση των θεών, βάλε με εκεί να ξαποστάσω. Ωσότου ακούσουμε το πού βρισκόμαστε. Ξένοι εμείς στα ξένα, από τους ντόπιους περιμένουμε να μάθουμε, ό,τι μας πουν, να το εκτελέσουμε.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Πατέρα, Οιδίποδα ταλαίπωρε, οι πύργοι που την πόλη στεφανώνουν φαίνονται πέρα, και τους βλέπω. Όμως εδώ ο τόπος ιερός, όπως το δείχνουν τα σημάδια του· γεμάτος δάφνες, αμπέλια, ελιές, και μέσα στα φυλλώματα αηδόνια κελαηδούν που φτερουγίζουν. Έλα, ωστόσο, και σ ̓ αυτήν την πέτρα την αλάξευτη ακούμπησε, λυγίζοντας τα μέλη σου. Γιατί για γέρον άνθρωπο μακρύς ο δρόμος που περπάτησες.

ΟΙ. Βάλε με να καθίσω εσύ, κι ο νους σου στον τυφλό.

ΑΝ. Έχω σ ̓ αυτό τον χρόνο σύμμαχο, δεν θα το μάθω τώρα.

ΟΙ. Μπορείς να πεις και πού βρισκόμαστε;

ΑΝ. Για την Αθήνα φτάνει η γνώση μου, γι ̓ αυτό το μέρος όχι.

ΟΙ. Κατάλαβα· ό,τι μας έλεγε στον δρόμο κάθε περαστικός.

ΑΝ. Θέλεις να πάω τρέχοντας να μάθω ποιός ο τόπος;

ΟΙ. Ναι, κόρη μου, κι ακόμη αν κατοικείται.

ΑΝ. Και βέβαια κατοικείται. Αλλά δεν έχω λόγο πιανα πάω πουθενά· βλέπω κοντά μας κάποιον άντρα. ΟΙ. Σ ̓ εμάς προσέρχεται; για μας ξεκίνησε;

ΑΝ. Μα ναι. Είναι παρών. Και ό,τι εύκαιρο έχεις να πεις, να του το πεις, είναι εδώ ο άνθρωπος.

Ο «Οιδίπους επί Κολωνώ» είναι κάπως συνδεδεμένος με τον «Οιδίποδα Τύραννον». Αφού δηλαδή εδιώχθη από την πατρίδα του ο Οιδίποδας, γέροντας πλέον, φθάνει στην Αθήνα, οδηγούμενος από την κόρη του Αντιγόνη· διότι οι κόρες αγαπούσαν τον πατέρα τους περισσότερο από τους γυιούς του. Φθάνει δε εις τας Αθήνας, καθώς λέγει ο ίδιος, κατόπιν χρησμού του Πυθικού μαντείου, ότι θα πέθαινε πλησίον των σεμνών λεγομένων θεών. Ο Οιδίποδας, αφού κατέστησε γνωστόν εις τον Θησέα τον χρησμόν, πεθαίνει πλησίον του ναού των σεμνών θεών. Το δράμα τούτο είναι από τα πλέον αξιοθαύμαστα· το έγραψε δε ο Σοφοκλής, γέρος πλέον, χαριζόμενος όχι μόνον εις την πατρίδα του, αλλά και εις τον ιδιαίτερόν του δήμον, διότι κατήγετο από την Κολωνίδα φυλή. Μς το δράμα αυτό θέλησεν ο Σοφοκλής να εξυμνήση τον δήμο του και να χαροποιήση τους Αθηναίους δι’ όσων λέγει ο Οιδίπους, ότι η πόλις τους θα είναι απόρθητος και ότι θα νικήσουν τους Θηβαίους προμαντεύων ότι θα πολεμήσουν ποτέ με αυτούς και ότι κατά τους χρησμούς θα τους νικήσουν εξ αιτίας του τάφου του.

Ο Οιδίπους επί Κολωνώ παρουσιάζει ένα παράδοξο: τη φοβερή δύναμη ενός ανθρώπου σε κατάσταση απόλυτης αδυναμίας. Τυφλός, κατάκοπος, εξόριστος, ανέστιος και πένης, ο Οιδίπους εξαρτάται από την κόρη του σε βαθμό που αδυνατεί να επιτελέσει ακόμη και την κρίσιμη τελετουργία του καθαρμού. Κι όμως ο άνθρωπος αυτός κρατά στα χέρια του μια τρομερή δύναμη: τη μαγική επενέργεια της τελευταίας του κατοικίας. Η πόλη που θα τη φιλοξενήσει θα ευεργετηθεί· οι εχθροί της (και οι εχθροί του Οιδίποδα) θα υποστούν την καταστροφική ισχύ της μεταθανάτιάς του εκδίκησης.

Και πριν ακόμη από τη σκηνή του θαυματικού θανάτου του Οιδίποδα, κατά την οποία καθίσταται σαφής η μεταμόρφωσή του σε κάτι πέρα από τον άνθρωπο, σε χθόνια δύναμη, αντιλαμβανόμαστε την αντίφαση: ο ανήμπορος γέροντας είναι άνθρωπος που μέσα του κρύβει θανάσιμα πάθη· πρωτίστως, άσβεστη οργή ενάντια σε όσους τον έχουν αδικήσει, ακόμη και αν αυτοί είναι τα ίδια του τα παιδιά. Ο οικτρός ικέτης αρνείται στον γιο του το δικαίωμα της ικεσίας· και όχι απλώς δεν επιθυμεί να πάρει θέση στη φονική διαμάχη των παιδιών του, αλλά φροντίζει, επαναλαμβάνοντας ξανά και ξανά την Κατάρα, να εξασφαλίσει την αμοιβαία καταστροφή τους.

Αυτή η διττή φύση του πρωταγωνιστή υποβάλλεται στους θεατές εξαρχής μέσα από τον συμβολισμό του χώρου, στον οποίο τυχαία (αλλά όχι και τόσο) ο γερο-Οιδίπους καταλήγει περιπλανώμενος: το άλσος των Σεμνών Θεών, γνωστών και ως Ευμενίδων, στον αττικό δήμο του Ιππίου Κολωνού. Ο Οιδίπους είναι η προσωποποίηση της Κατάρας και μάλιστα αυτής που εξακοντίζεται από τον γονιό προς τα παιδιά του και οδηγεί στη σφαγή του συγγενούς από τον συγγενή. Αυτή η αρά, όμως, όπως κάθε μορφή χθόνιας εξουσίας, είναι δισυπόστατη: αν εξιλασθεί δεόντως, μπορεί να λειτουργήσει ευεργετικά, ευμενώς, για τους ανθρώπους.

Ο Οιδίπους χαρακτηρίζεται από τον γιο του ως Ερινύα. Για τον Πολυνείκη και τον Ετεοκλή αυτό ακριβώς θα αποβεί. Για την Αθήνα, όμως, χάρη στην ενεργητική ευσέβεια του Θησέα, θα αποβεί ό,τι και οι θεές που τον πρωτοϋποδέχονται ως ικέτη: ευμενές, αγαθοεργό πνεύμα ως αφηρωισμένος πια νεκρός.
Ο Σοφοκλής επιλέγει να τοποθετήσει την τραγωδία του στον δήμο του Κολωνού (ή Ιππίου Κολωνού), η θέση του οποίου ταυτίζεται με τη σημερινή τοποθεσία. Η επιλογή αυτή δεν ήταν αναπόφευκτη. Υπαγορεύεται πρωτίστως από τον παραλληλισμό ανάμεσα στις Ευμενίδες και τον Οιδίποδα· έχει δηλαδή θεματική στόχευση.

Η βιογραφική παράδοση όμως δεν αντιστάθηκε στον πειρασμό να συνδέσει την επιλογή του Κολωνού με το γεγονός ότι ο ποιητής καταγόταν από τον δήμο αυτό και εκεί έζησε ολόκληρη τη ζωή του. Ο Κολωνός ήταν δήμος συνδεδεμένος με την αθηναϊκή αριστοκρατία και ειδικά με την τάξη των Ιππέων. Το εκεί ιερό του Ιππίου Ποσειδώνα και της Ιππίας Αθηνάς, αλλά και το γεγονός το ίδιο ότι ο επώνυμος ήρωας του δήμου, ο Κολωνός, ήταν ιππέας, φέρνει στην επιφάνεια αυτό το στοιχείο. Όχι τυχαία, στον Κολωνό και το ιερό του Ποσειδώνα, όπου καταφεύγει ικέτης στο έργο ο Πολυνείκης, συγκέντρωσε ο Πείσανδρος τους οπαδούς του, πριν καταλάβει την εξουσία το 411 π.Χ. (Θουκ. 8.67.2). Επαναλαμβάνουμε, όμως, ότι η ερμηνεία αυτών των συμπτώσεων δεν είναι μονοσήμαντη.

Ο αρχαίος Κολωνός φιλοξενούσε ιερό του Ποσειδώνα, βωμό της Αθηνάς, που εκεί λατρευόταν επίσης ως Ιππία, και ήταν κατάφυτος με ελαιόδεντρα, το περίφημο δώρο της Αθηνάς προς την πόλη: κατά κάποιο τρόπο, δηλαδή, συμβόλιζε την ίδια την αρμονική συνύπαρξη των δύο θεοτήτων που έριζαν κάποτε για την πρωτοκαθεδρία στην Αθήνα. Το γεγονός αυτό, μαζί με τα ηρώα του Θησέα, του Πειρίθου και του Αδράστου (στα οποία γίνεται υπαινικτική αναφορά στο κείμενο) και κυρίως το ιερό τέμενος των Σεμνών Θεών, των τρομερών δαιμόνων που όμως για τους Αθηναίους ήταν ευμενή πνεύματα άμυνας και ευφορίας, προσδίδει στην τοποθεσία της τραγωδίας μας ιδιαίτερη ιερότητα και ενισχύει τη θεματολογία της Αθήνας ως ηθικής και θρησκευτικής ευτοπίας, στην οποία οι ανατροπές που προκαλούν στον κόσμο τα ανθρώπινα πάθη εξομαλύνονται και οδηγούνται σε ευτυχή κατάληξη. Δεσπόζουσα θέση στην τραγωδία κατέχει ο περίφημος «Ύμνος στον Κολωνό», στον οποίο ο χορός (γέροντες δημότες του Κολωνού, όπως ο ποιητής), με αφετηρία την ευλογία της ιδιαίτερης πατρίδας τους, υμνούν την Αθήνα εν γένει και δοξολογούν την ηγεμονική της θέση στον ελληνικό κόσμο, η οποία εξασφαλίζεται από τη θεία εύνοια. Άλλωστε η αρμονία και η άμωμη ομορφιά του τοπίου, στο οποίο είναι αισθητή η ζωντανή παρουσία πλείστων θεών, ήταν για τους αρχαίους Έλληνες ένδειξη και της ανάλογης ευταξίας στο ηθικό επίπεδο (στις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων) αλλά και στο επίπεδο της επικοινωνίας μεταξύ ανθρώπων και θεών.

Ο Θησέας εκπροσωπεί και τα δύο αυτά χαρακτηριστικά:

* Γνωρίζει, σέβεται και τηρεί τους ανθρώπινους και τους θείους νόμους για όλους ανεξαιρέτως (ακόμη και για εν δυνάμει εχθρούς, όπως ο Κρέων, ή για ανθρώπους που ο Οιδίπους θα ήθελε να διώξει, όπως ο Πολυνείκης).

* Ταυτόχρονα, είναι ο κατεξοχήν υπέρμαχος της ευσέβειας.

Η εύνοια των θεών προς την Αθήνα θα είναι, ενδοδραματικά, το αποτέλεσμα της υποδοχής του μιασμένου κατά τα άλλα Οιδίποδα, ο οποίος θάβεται σε μυστική θέση στη γη της Αττικής και μετατρέπεται σε πνεύμα αγαθοεργό για τους Αθηναίους και τιμωρό για τους εχθρούς τους. Η εξύμνηση όμως του πολιτικού και ηθικού μεγαλείου της Αθήνας και ειδικά η αναφορά στην υπεροχή έναντι των εχθρών της, την οποία εγγυώνται, χάρη στην ευσέβεια της πόλης οι θεοί, δεν μπορεί παρά να αντηχούσε με τρόπο ιδιαίτερο στα αυτιά των θεατών του ύστερου 5ου αιώνα. Ο Οιδίπους επί Κολωνώ και ο Οιδίπους Τύραννος Είκοσι περίπου χρόνια χωρίζουν τον Οιδίποδα Τύραννο (περ. 425 π.Χ.) από τον Οιδίποδα επί Κολωνώ. Το νεώτερο έργο δεν αποτελεί κατά κάποιο τρόπο συνέχεια του προηγουμένου. Όμως είναι ξεκάθαρο ότι ο Σοφοκλής προϋποθέτει διακειμενικότητα μεταξύ των δύο.

Η βασική διακειμενική χειρονομία είναι η ανατροπή κυρίως στην ισχύ και φυσικά την τελική μοίρα του Οιδίποδα:

* Στον Οιδίποδα Τύραννο, «ο Οιδίπους ακολουθεί πτωτική πορεία, από την κραταιά μορφή της οποίας τη συνδρομή επιζητούν όλοι στην αρχή της τραγωδίας στην ανήμπορη φιγούρα του τέλους, που οδηγείται στο παλάτι (και εν τέλεια έξω από αυτό) από τον Κρέοντα. Αντιστοίχως στον Οιδίποδα επί Κολωνώ ξεκινά καθοδηγούμενος από την κόρη του και καταλήγει να κατευθύνει ο ίδιος τις κόρες του και τον Θησέα στην τοποθεσία της ταφής του».

* «Επιπλέον, ο ποιητής ξαναπιάνει το θέμα της όρασης και της τυφλότητας, που κυριαρχεί στον Οιδίποδα Τύραννο, ξανά αντιστρέφοντάς το: ενώ η όραση (η διάνοια) του Οιδίποδα παρουσιάστηκε ελλιπής στον Οιδίποδα Τύραννο και στο τέλος του αφαιρέθηκε τελείως, στον Οιδίποδα επί Κολωνώ ανακτά ένα είδος όρασης με την έννοια ότι μπορεί πια να διαβλέψει το τέλος των συμφορών του»

 

Εκτύπωση

Αναμνήσεις

Το πάτημα του φεγγαριού

Μεταφέραμε, οι πιτσιρικάδες, στον μπάρμπα Λάμπρο τον Τσιορά τα συνταρακτικά, τότε, χαμπέρια της...

Read more: Το πάτημα του...

Κυνηγάει ο παπ΄ς τη βάβω

Του Φώτη Μότση   Θερτή, στη Ρουπακιά, θερίζαμε πολλοί μαζί το στάρι. Ήταν οι καιροί που στη δουλειά...

Read more: Κυνηγάει ο...

Το κοπάδι

Σχεδόν πάντα στο σπίτι είχαμε δυο γίδες για το γάλα, το τυρί και τα κατσικάκια τους. Τους δίναμε...

Read more: Το κοπάδι

Αναμένω

Ετούτο κι αν ήταν: είχα να ιδώ τον tatsis από τον καιρό με τα κοντά, τα ολούθε μπαλωμένα...

Read more: Αναμένω

Απόψεις

Κρίση δημόσιου χρέους

Η ανεπτυγμένη σήμερα νεοφιλελεύθερη καπιταλιστική οικονομία της αγοράς αποτελεί στην ουσία για την...

Read more: Κρίση...

Η φιλοσοφία των στωικών

«Ο Στωϊκισµός υπήρξε η σηµαντικότερη κίνηση στην Ελληνιστική Φιλοσοφία, και επίσης εκείνη που...

Read more: Η φιλοσοφία...

ΣΚΙΩΝ

Ο Καραγκιόζης και ο...Τέως (σύνθεση:Σταύρος Ξαρχάκος,στίχοι:Νίκος Γκάτσος) Εμένα φίλε με λένε...

Read more: ΣΚΙΩΝ

Ἡ ἔννοια τῆς«Βυζαντινῆς Εἰκόνας»

Δημητρίου Μίχα Ἡ λεγόμενη μὲ τὸν γενικὸ ὅρο «Βυζαντινὴ Εἰκόνα», κατέχει κεντρικὴ θέσι στὴν Τέχνη...

Read more: Ἡ ἔννοια...

Δημιουργίες

Έρχομαι

Έρχομαι Πάγος λειωμένος σίδηρος από της γης τη μήτρα Κατεβασιά αχαλίνωτη από τη χαίτη των ορέων Έρχομαι Στην...

Read more: Έρχομαι

Γη ποτισμένη με ιδρώτα.

Γη ποτισμένη με ιδρώτα. Στην Ήπειρο ο σεισμός και η οργή της φύσης το ξύσιμο στης γης τη ράχη από...

Read more: Γη ποτισμένη...

Μεθύσκων Ἔρως 

Μιχαὴλ Πυλάρτη  (ἀπὸ τὴν συλλογὴ «Περίπατοι στὸ Ζωτικὸ» ) (ἀφιερωμένο στοὺς ἁπανταχοῦ ἐρωτευμένους μὲ...

Read more: Μεθύσκων Ἔρως 

Μία Ἀνατολὴ στὸν Ἅγιο Νικόλαο Λιβικίστης 

Μιχαήλ Πυλάρτης (από την συλλογή : «Περίπατοι στο Ζωτικό) *** Τῆς Ἀνατολῆς τὸ Φῶς    μὲ βρῆκε στὴν...

Read more: Μία Ἀνατολὴ...