Ἡ γυναίκα τοῦ Κανδαύλη. (Ηρόδοτος : Ι, 8-13)

Δημήτρης Σ. Μίχας

1. Δὲν γνωρίζω ἂν ἰσχύει καὶ στὶς ἡμέρες μας ἡ θλιβερὴ διαπίστωσι πού εἶχε ἐκφράσει τὸ 1964 ὁ Ἰωάννης Κακριδὴς γιὰ τὸν Ἡρόδοτο, ὅτι στοὺς πιὸ πολλοὺς ἀπὸ μᾶς εἶναι ἐντελῶς ἄγνωστος· εἶναι «μία ἄγνωστη μεγαλειότητα», εἶχε τονίσει. 

Ἀλλὰ καὶ ὅσοι προστρέχουν συχνότερα στὸ πολυσχιδὲς ἔργο του, πάντα κάτι θὰ κεντρίσει ἐντονώτερα τὸ ἐνδιαφέρον σχετικὰ: μὲ τὴν ἀξία τῆς μνημοσύνης τοῦ παρελθόντος, τὴν σημασία ἀναζητήσεως αἰτιῶν τῶν γεγονότων, τὴν ἠθογραφία λαῶν τῆς τότε Ἀνατολῆς, τὴν πίστη στὴν παρεμβολὴ τοῦ θείου στὰ ἀνθρώπινα, ἤ τὴν τραγικὴ κατάληξι (συμφορίη) τῶν προσώπων ἐξουσίας (τυράννων κυρίως), ὅταν ἡ ἀλαζονεία ἤ ἡ αὐθαι- ρεσία τους καταλύει τὸ «μέτρον» τοῦ θεϊκοῦ ἤ ἀνθρωπίνου δεοντολογικοῦ ἠθικοῦ κανόνα.

Εἶναι ἀλήθεια πώς συχνότερα θυμόμαστε τὴν ἀπάντησι τῶν Ἀθηναίων στοὺς ἀπεσταλμένους τῆς Σπάρτης στὸν φόβο τους μὴ τυχὸν καὶ Μηδίσουν οἱ Ἀθηναῖοι πρὶν ἀπὸ τὴν μάχη τῶν Πλαταιῶν τὸ 479 π.Χ. «αὖτις δὲ τὸ Ἑλληνικόν, ἐὸν ὅμαιμὸν τε καὶ ὁμόγλωσσον, καὶ θεῶν ἱδρύματά τε κοινὰ καὶ θυσίαι ἢθεα τε ὁμότροπα, τῶν προδότας γενέσθαι Ἀθηναίους οὐκ ἂν εὖ ἔχοι. (Τα χαρακτηριστικὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους: ὅμαιμὸν τε καὶ ὁμόγλωσσον, ὁμόθρησκον, ὁμότροπον) (Η, Οὐρανία, 144) Ὁ ἑλληνισμός, ἕνας κόσμος πού στὶς φλέβες του κυλᾶ τὸ ἴδιο αἷμα καὶ πού μιλᾶ τὴν ἴδια γλώσσα κι ἔχει κοινὰ τὰ λατρευτικὰ κέντρα τῶν θεῶν καὶ θυσίες καὶ συνήθειες ἴδιες κι ἀπαράλλαχτες — ἡ προδοσία ὅλων αὐτῶν θὰ ἦταν αἶσχος γιὰ τοὺς Ἀθηναίους.

2. Ἕνα σημαντικὸ ὅμως τμῆμα στὸ ὅλο ἱστορικὸ ἔργο τοῦ Ἡροδότου εἶναι ἡ παρεμβολή, ἡ ἐνσωμάτωσι μὲ ἀριστοτεχνικὸ τρόπο αὐτοτελῶν μυθιστοριῶν, δραματικοῦ περιεχομένου πού διηγοῦνται φανταστικὰ γεγονότα προσαρμοσμένα ὅμως σὲ πραγματικὰ πρόσωπα καὶ γιὰ αὐτὸ οἱ μελετητὲς του τὰ διακρίνουν ἀπὸ τὰ παραμύθια καὶ τοὺς θρύλους.

Με σύγχρονους λογοτεχνικοὺς ὅρους οἱ ἀφηγήσεις αὐτὲς χαρακτηρίστηκαν «Νουβέλες». Κινοῦνται ὡς πρὸς τὴν ἔκτασι μεταξὺ τοῦ συντομότερου διηγήματος καὶ τοῦ ἐκτενέστερου μυθιστορήματος καὶ σύμφωνα μὲ τὸν Δ. Μαρωνίτη: «ἀνήκει στὸν παραδειγματικὸ τύπο λόγου, τὸν ὁποῖο ὁ Ἡρόδοτος χρησιμοποιεῖ γιὰ νὰ σχολιάσει καὶ νὰ ἑρμηνεύσει τὰ ἱστορικὰ δρώμενα, νὰ περιγράψει τὶς ἀντιλήψεις, τὶς δοξασίες καὶ τὶς νοοτροπίες ἀτόμων, ὁμάδων καὶ ἐθνῶν πού ἀποτελοῦν σημαντικοὺς παράγοντες τοῦ ἱστορικοῦ γίγνεσθαι, ἡ γιὰ νὰ παρουσιάσει μὲ τρόπο παραστατικὸ καὶ εὔληπτο ἀπόψεις δικὲς του ἡ ἄλλων συνομιλητῶν γιὰ διάφορα ζητήματα», χωρὶς τὴ μεσολάβηση κάποιου θαύματος, ὅπως γίνεται στὰ παραμύθια.

Γενικὰ στὴ νουβέλα τὸ νόημα βαρύνει περισσότερο στὴν ἠθογραφία καὶ ψυχογραφία τῶν χαρακτήρων με βασικό θεματικὸ πυρῆνα τὴν τραγικὴ μοῖρα ἑνὸς προσώπου, καὶ ὄχι τόσο στὰ ἀναφερόμενα ἐπεισόδια καὶ στὴν πλοκὴ τῆς ἀφηγήσεως τους. Καὶ ἐνῶ μὲ τὴν πρώτη ἐπιφανειακὴ ματιὰ δείχνουν νὰ ἀπομακρύνονται ἀπὸ τὴν ἱστορικὴ διήγησι καὶ νὰ διασποῦν τὴν ἑνότητα τοῦ ἱστορικοῦ ἔργου, στὴν οὐσία ὅμως φωτίζουν καλύτερα καταστάσεις καὶ τὰ ἱστορικὰ πρόσωπα τῶν δρωμένων καὶ γι αὐτὸ δένονται ἔτσι ὀργανικὰ μὲ τὸ ὅλο ἔργο.

3. Ἐδῶ, ἀπὸ τὶς ἑπτὰ νουβέλες θὰ μᾶς ἀπασχολήσει ἡ πρώτη νουβέλα τοῦ Ἡροδότου πού ἐπιγράφεται «Ἡ γυναίκα τοῦ Κανδαύλη» (Ι’ κεφ. 8 – 13). Ἡ συγκεκριμένη ἀφήγησι ἀποσκοπεῖ νὰ ἐξηγήσει τυπικὰ τὸν παράδοξο τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ἡ δυναστεία τῶν Μερμναδῶν κέρδισε τὴν δυναστεία στὴν Λυδία τὸν 7ον αἰώνα π.Χ., γιὰ νὰ φθάσει στὴν διαδοχὴ τῆς πέμπτης γενιᾶς μὲ βασιλέα τὸν Κροῖσο, ἀκολουθούμενη ὅμως μὲ τὴν προγονικὴ ἐνοχὴ τῆς ἀρᾶς ἐξ αἰτίας τῆς "ύβρεως" τοῦ βασιλέα Κανδαύλη. Ἐπίσης «εἶναι νευραλγικῆς σημασίας, ὄχι μόνο ἀπὸ ἱστορικῆ ςἄποψης, ἀλλὰ καὶ ἐπειδὴ ἔχει εἰσαγωγικὸ χαρακτῆρα στὸν τρόπο πού ὁ Ἡρόδοτος ἀπεικονίζει τὴν ὑπερβολὴ τῆς συγκεντρωτικῆς ἐξουσίας καὶ λειτουργεῖ ὡς προάγγελος τῶν καταστροφικῶν συνε- πειῶν πού προκαλεῖ ἡ κατάλυση τοῦ νόμου ἀπὸ τὸν ἔρωτα.»(1)

Μέσα ὅμως ἀπὸ τὴν περίφημη αὐτὴ «παραμυθιακοῦ τύπου» νουβέλα, ὁ Ἡρόδοτος «φιλοσοφεῖ» πάνω σὲ πολλὲς ἰδέες του μὲ θεματικὸ πυρῆνα τὴν τραγικὴ μοῖρα ἑνὸς προσώπου, «τὴν ἀνθρωπίνην συμφορὴ» (ἐδῶ τοῦ Λυδοῦ βασιλιᾶ Κανδαύλη) προσπαθώντας νὰ ἐκφράσει ἕνα σοβαρὸ καὶ καθολικὸ νόημα γιὰ τὸν ἄνθρωπο, ὅταν ὑπερβαίνει ἀσυλλόγιστα τὸ «μέτρον», μεθυσμένος στὴν πολύδωρη εὐτυχία του.

4. Ἡ περίληψι τῆς συγκεκριμένης ἀφηγήσεως ἔχει ὡς ἑξῆς:

Ὁ βασιλιὰς τῶν Σάρδεων Κανδαύλης παρουσιάζεται παράφορα ἐρωτευμένος μὲ τὴν ἴδια του τὴν γυναίκα. (ἠράσθη τῆς ἑωυτοῦ γυναικός). Ἡ συμπεριφορὰ του καταντᾶ παθολογικὴ μὲ ἀποτέλεσμα νὰ νομίζει, μὲ ἕναν ἀκράτητο, ἐμμονικὸ τρόπο, ὅτι εἶναι ἡ ὀμορφότερη ὅλων τῶν γυναικῶν. (ἐρασθεὶς δὲ ἐνόμιζὲ οἱ εἶναι γυναίκα πολλὸν πασέων καλλίστην). Το παράλογο δὲν εἶναι στὴν μὲ πάθος θέα τοῦ σωματικοῦ της κάλλους, ἀλλὰ στὸ ἀνικανοποίητο πού ἔνοιωθε: νὰ βιώνει μία τέτοια ἐμπειρία «ἡδονικῆς καὶ πανωραίας εἰκόνας» μόνος του. Τὸ θεωροῦσε τελείως ἀνούσιο νὰ μὴν μπορεῖ νὰ ἔχει τὴν ἐπικύρωσι τοῦ κάλλους της γυναίκας του καὶ ἀπὸ ἄλλους.

Ἔτσι ἄστοχα καὶ ἐμμονικὰ ἐκθείαζε τὰ κάλλη τῆς γυναίκας του (καὶ δὴ καὶ τὸ εἶδος (ὀμορφιὰ) τῆς γυναικὸς ὑπερεπαινέων..) στὸν Γύγη , τὸν πιὸ ἀγαπημένο καὶ ἐξ ἀπορρήτων σωματοφύλακὰ του, φτάνοντας μέχρι τὸ σημεῖο νὰ τοῦ προτείνει ἐπίμονα νὰ δεῖ τὴν γυναίκα του γυμνὴ (ποίεε ὅκως ἐκείνην θεήσεαι γυμνήν).... μὲ σκοπὸ νὰ πεισθῇ, διότι «τὰ μάτια πείθονται περισσότερο γιὰ τὴν ἀλήθεια ἀπ’ ὅτι τὴν πληροφοροῦνται τὰ αὐτιὰ» τοῦ ἔλεγε. ...Ὁ Γύγης τότε ἀντέδρασε ἀμέσως ἀρνητικὰ, ὑπενθυμίζοντας στὸν Κανδαύλη καὶ τὸ «ἠθικὸ πρέπον», ὅτι κάτι τέτοιο θὰ ἦταν ἄνομο- ἀνήθικο (καὶ σέο δέομαι μὴ δέεσθαι ἀνόμων/ καὶ σοῦ ζητῶ νὰ μὴ ζητᾶς πράγματα άνομα τοῦ ἀντιτείνει.), διότι ἀπὸ τὴν στιγμὴ πού μία γυναίκα βγάζει τὰ ροῦχα της, ἀφήνει ἀκάλυπτη καὶ τὴν ντροπὴ της (αἰδῶ), (2) ἐνῶ ταυτόχρονα φοβόταν μὴ προκύψει ἀπὸ αὐτὸ καὶ κάποιο κακό. (τοιαῦτα ἀπεμάχετο, ἀρρωδέων μὴ τὶ οἱ ἐξ αὐτῶν γένηται κακόν/ προσπαθοῦσε νὰ τὸ ἀποφύγει φοβούμενος μήπως τὸν βρεῖ καὶ κάποιο κακό)

Ὅμως ὁ Κανδαύλης ὄχι μόνο ἦταν ἀνένδοτος ἀλλὰ οἱ ἐπιτακτικὲς «προτροπὲς» του πρὸς τὸν Γύγη, ὑποχρέωσαν τὸν τελευταῖο νὰ ὑποκύψει, καὶ σύμφωνα μὲ τὸ σχέδιο τοῦ βασιλιᾶ κρύφτηκε πίσω ἀπὸ ἕνα ἀνοιχτὸ παραθυρόφυλλο τοῦ ὑπνοδωματίου ἀπὸ τὸ ὁποῖο θὰ κατάφερνε νὰ δεῖ γυμνὴ τὴν γυναίκα του, ἀκριβῶς στὸν χρόνο πού ἐκείνη θὰ γδύνονταν καὶ θὰ κατευθυνόταν πρὸς τὸ κρεββάτι τους γυμνή. (1.8.2 - 1.10.2). (ἐπὶ τοῦτον τὸν θρόνον τῶν ἱματίων κατὰ ἓν ἕκαστον ἐκδύνουσα θήσει καὶ κατ ἡσυχίην πολλὴν παρέξει τοι θεήσασθαι. / πάνω σ' αὐτὸ τὸ θρονὶ βγάζοντας ἕνα πρὸς ἕνα τὰ ροῦχα της θὰ τὰ ἀποθέσει καὶ θὰ μπορέσεις ἔτσι μὲ ὅλη σου τὴν ἡσυχία νὰ τὴν θαυμάσεις)

Ὡστόσο, ἐκείνη ἀντιλήφθηκε τὸν Γύγη τὴν ὥρα πού ἐκεῖνος θέλησε νὰ φύγει (καὶ ἡ γυνὴ ἐπορᾷ μιν ἐξιόντα) μὲ τὴν ἄκρη τοῦ ματιοῦ της καὶ χωρὶς νὰ φανερώσει τὴν ταραχὴ της στὴν παραδοξότητα τοῦ πράγματος ἔμεινε ψύχραιμη κρατώντας τὴν αὐτοκυριαρχία της. Φυσικὰ, ἀμέσως κατάλαβε ὅτι αὐτὸ ἦταν ἔργο τοῦ ἄντρα της (μαθοῦσα δὲ τὸ ποιηθὲν ἐκ τοῦ ἀνδρὸς). Αἰσθανόμενη δὲ βαρέως προσβεβλημένη ( αἰσχυνθεῖσα) γιὰ τὴν ἔκθεσι τῆς «αἰδοῦς» της (τῆς τιμῆς καὶ ἀξιοπρέπειας της δηλαδή, ἀφοῦ ὁ ἄνδρας της ἐκμηδένισε τὴν σχέσι τῆς τιμῆς καὶ τοῦ σεβασμοῦ ἀνάμεσα τους ὡς συζύγους), θέλησε μὲ ἐκκωφαντικὴ ὀργὴ νὰ τὸν ἐκδικηθεῖ. Ἂς μὴ ξεχνᾶμε μάλιστα – συνεχίζει ὁ Ἡρόδοτος - ὅτι στοὺς Λυδούς, ὅπως καὶ στοὺς ἄλλους βαρβάρους τῆς Ἀνατολῆς(3), ἦταν μεγάλη ντροπὴ ἀκόμα καὶ γιὰ ἕναν ἄντρα νὰ τὸν δοῦν γυμνό, πόσο μᾶλλον γιὰ μία γυναίκα καὶ ἰδίως ὅταν πρόκειται γιὰ τὴν βασίλισσα. (Ι, 10,3)

Ἔτσι, τὴν ἑπομένη μέρα ἡ γυναίκα τοῦ Κανδαύλη (σκοπίμως ἀνώνυμη ἀπὸ τὸν Ηρόδοτο(4)), ἀφοῦ ἐξασφάλισε τὴν συμπαράστασι τῶν πιστῶν της ὑπηρετῶν, κάλεσε νὰ ἰδεῖ τὸν Γύγη καὶ τοῦ ἔθεσε χωρὶς περιστροφὲς τὸ δίλημμα (αἵρεσιν ): ἤ νὰ σκοτώσει τὸν ἄνδρα της καὶ νὰ παντρευτεῖ τὴν ἴδια ἀναλαμβάνοντας καὶ τὴν βασιλεία ἤ νὰ χάσει ὁ ἴδιος την ζωὴ του, σκοτώνοντὰς τον ἀμέσως οἱ ἄλλοι πιστοὶ της ἀκόλουθοι , (ἢ αὐτόν σε αὐτίκα οὕτω ἀποθνῄσκειν δεῖ) (1.11)

Ὁ Γύγης παρὰ τὶς παρακλήσεις του ἀναγκάστηκε νὰ ὑποκύψει σὲ ἕναν ἀναπόδραστο δεύτερο ἐκβιασμὸ καὶ νὰ σκοτώσει τὸν Κανδαύλη(1.12) μὲ βάσι τὸ σχέδιὸ τῆς γυναίκας στὸ ἴδιο ἀκριβῶς σημεῖο ποὺ τὴν εἶχε δεῖ γυμνή.... Τὴν ἐξουσία τοῦ Γύγη, γιὰ νὰ κατευνασθοῦν οἱ ἀντιδράσεις τῶν Λυδῶν, νομιμοποίησε τὸ μαντεῖο τῶν Δελφῶν ποὺ προφήτεψε ὅτι ἡ δυναστεία του γιὰ τὴν δική του ἀνόσια αὐτὴ πρᾶξι - γιατὶ καὶ ὁ Γύγης διέπραξε «ὕβριν» θὰ μετατεθῆ στην πέμπτη βασιλική γενιά.

«Ὁ Ἡρόδοτος μέσω τοῦ λεξιλογίου ὑπαινίσσεται ὅτι ὁ Γύγης παρὰ τὰ ἀσφυκτικὰ διλήμματα ἀνάγκης, μᾶλλον ἔβρισκε ἑλκυστικὸ τὸ ἐνδεχόμενο νὰ ἀποκτήσει ὄχι μόνο μία ὄμορφη γυναίκα, ἀλλὰ καὶ τὸν ἴδιο τὸν θρόνο(5)·» καὶ φυσικὰ ὅταν καλεῖται νὰ ἐπιλέξει ἀνάμεσα στὸ ἠθικό, τὸ δίκαιο καὶ τὴν αὐτοσυντήρηση, καὶ προτιμᾶ νὰ σώσει τὸν ἑαυτὸ του, εἶναι γεγονὸς πού ἐπισείει σίγουρα τὴν τιμωρία, γιατὶ ὑπάρχει ὡς δεδομένο καὶ ἡ ἐπιλογὴ τοῦ «μεγαλείου τοῦ θανάτου» κατὰ τὸ πρότυπο τοῦ Σωκράτη.

Ἀκούγεται τελείως φυσικὸ ἡ ἐπιλογὴ του νὰ ζήσει, ὅμως μετεῖχε ἐνεργὰ σέ δύο παρανομίες: ἀφ' ἑνὸς καταπάτησε τὸν λυδικὸ νόμον βλέποντας ὄχι «τὰ ἑωυτοῦ» ἀλλὰ μία γυναίκα γυμνή, καὶ ἀφ' ἑτέρουδιέπραξε φόνο γιὰ χάρι τῆς ζωῆς του καὶ τῆς ἐξουσίας. Ἡ «Νέμεσις» πάρα ταῦτα δὲν θὰ λειτουργήσει ἐναντίον του προσωπικά, ἀλλὰ ....θὰ τὴν κληρονομήσει ἀργότερα ὁ Κροῖσος (σὰν προπατορικὸ ἁμάρτημα), μετὰ δηλαδὴ ἀπὸ πέντε γενιὲς ὅπως εἰπώθηκε.(1.13) (6)

4. Παρ’ ὅτι ὅπως ἐλέχθη ἡ νουβέλα αὐτὴ «Ἡ γυναίκα τοῦ Κανδαύλη» (Κλειώ, I , 7-13), εἰσάγεται γιὰ νὰ ἐξηγήσει αὐτὴ τὴν κληρονομικὴ ἐνοχὴ τοῦ Κροίσου, ἐντούτοις αὐτόνομα ἑρμηνευόμενη, ἡ νοηματικὴ γλῶσσα της σημαίνει πολὺ περισσότερο ἀπ’ ὅσα ἡ ἀφήγησι περιγράφει. Ἡ ἀσύδοτη ἐρωτικὴ παθολογία τοῦ Λυδού βασιλιᾶ Κανδαύλη, πυροδότησε τὶς ἐξελίξεις πού ὁδήγησαν στὸν θάνατὸ του καὶ στὴν λήξι τῆς δυναστείας του. Τὸ ὑπερβολικὸ καὶ ἄνομο ἐρωτικὸ συναίσθημα, ὡς κακὸς σύμβουλος, ἐμφανίζεται γιὰ ἀκόμα μία φορὰ ὡς ἕνα παθολογικὸ σύμπτωμα πού συνοδεύει τὴν ἀπολυταρχικὴ ἐξουσία στὴν Ἡροδότεια ἀντίληψι(7).

Το πλέγμα τῆς ἐξουσίας τοῦ μικρασιατικοῦ δεσποτισμοῦ πού προβάλλεται γιὰ πρώτη φορὰ μέσα στὸ Ἡροδότειο ἔργο ἔχει μία τραγικὴ κατάληξι, ἡ ὁποία ὅπως ὑποστηρίζει ὁ Δ. Μαρωνίτης, ἔχει τὴν αἰτία του «στὴν ἰδιότυπη σχέση μονάρχη καὶ ὑπηκόου: ὁ πρῶτος φύσει καὶ θέσει γεννήθηκε γιὰ νὰ προστάζει καὶ νὰ ἐνεργεῖ, ὁ δεύτερος νὰ ὑπακούει καὶ νὰ γίνεται ὄργανο γιὰ τὴν διεκπεραίωση τῶν βασιλικῶν βουλῶν - ἀλλιῶς τὸν περιμένει ὁ ἀφανισμός, κάποτε μάλιστα φρικτὸς στὴ σκληρότητὰ του», καὶ ἔτσι ἀναγκάζεται νὰ ἐνδίδει σὲ «ἄνομα καὶ ἄπρεπα» καὶ νὰ εὐτελίζει τὴν ἀπολύτως προ- σωπική, ἰδιωτικὴ, «ἔνδον ζωή», πού ἡ ἀλαζονεία τῆς ἐξουσίας δὲν βλέπει στὴν αὐθαιρεσία τὴν παραβίασὶ της.

Ὁ παθολογικὸς ἔρωτας τοῦ Κανδαύλη γιὰ τὴ γυναίκα του τὸν παρέσυρε στὴν κατάλυσι τῆς λογικῆς καὶ τοῦ ἐθιμικοῦ κώδικα, ὅπως ἡ ἴδια βασίλισσα ἐμφατικὰ τὸ τόνισε στὸν Γύγη ὅτι ἔπραξε: «ἐμὲ γυμνὴν θεησάμενον καὶ ποιήσαντα οὐ νομιζόμενα. (1.11.3). Ὁ δὲ Κανδαύλης εἶναι ὁ τελευταῖος Ἡρακλείδης βασιλιὰς τῆς Λυδίας, πού «ἦταν γραφτὸ νὰ πεθάνει ἄσχημα» καὶ ἀνήκει σὲ αὐτοὺς τοὺς ἀνατολίτες βασιλεῖς πού ἔδωσαν μεγαλύτερη προτεραιότητα στὴν έπίδειξι τοῦ ἀπολύτου χαρακτήρα τῆς ἐξουσίας παρὰ στὶς ἀπαιτήσεις τῆς σεξουαλικῆς ἠθικῆς καὶ τῶν οἰκογενειακῶν δεσμῶν(8).

Καὶ νὰ φαντασθῆ κανεὶς ὡς ὁ φορέας ἐξουσίας καὶ ὡς κυρίαρχος τῆς πολιτικῆς κοι- νότητας ἀπολαμβάνει καὶ τὴν ἀνεξέλεγκτη ἐλευθερία, καὶ φαντάζει ὡς τὸ πρόσωπο - φορέας τῆς ὑπέρτατης στὰ ἀνθρώπινα μέτρα εὐδαιμονίας, μετέχοντας μάλιστα μὲ τὸν ἰδανικώτερο τρόπο στὶς ἡδονικὲς ἱκανοποιήσεις ἔχοντας τὸ πλέον ὄμορφο ἐρωτικὸ ἀγαθό, τὴν καλλονὴ βασίλισσα.

Ἔτσι ὡς βασιλεύς, ἀπόλυτα ἐλεύθερος, μὲ πληρότητα παντοίων ἀγαθῶν καὶ ἀπολαύσεων, ἐνῶ θὰ ἔπρεπε νὰ αἰσθάνεται ἀπόλυτα εὐτυχής, ἐν τούτοις βασανίζεται ἀκόμη ἀπὸ ἕναν ἀνεκπλήρωτο πόθο. Το ἀνικανοποίητο του εἶναι ἡ ἀντικειμενοποίησι τῆς ἰδιωτικῆς του εὐδαιμονίας. Ἐπιθυμεῖ διακαῶς οἱ ἄλλοι νὰ θαυμάσουν τὸ κάλλος τῆς βασίλισσας καὶ νὰ τὸν ζηλέψουν ἡ νὰ τὸν φθονήσουν -ἤ καὶ τὰ δύο μαζὶ- γιὰ τὴν εὐδαιμονικὴ ὑπεροχὴ του,... καὶ μόνο τότε θὰ ἀποκτήσει ἀξιολογικὴ βάσι ὁ ἔρωτας του γιὰ τὴ γυναίκα του(9).

Το ἐπιδιώκει μάλιστα μὲ τὸν χειρότερο τρόπο ἐκθέτοντας ἀνεπανόρθωτα στὴν τιμὴ τῆς γυναίκας του κάθε ἔννοια ἀντίθετη πρὸς τὸ «μέτρον» τὸ «πρέπον», τὸ «καλὸν» καὶ τὸ «εὖνομον» κατὰ θεῶν καὶ ἀνθρώπων, μὲ ἀποτέλεσμα κατὰ τὸν Ἡρόδοτον «χρῆν γὰρ Κανδαύλῃ γενέσθαι κακῶς», / ἦταν πεπρωμένο πλέον ὁ Κανδαύλης νὰ πάθει συμφορά, (1.8.2) . Καὶ εἶναι ὁ πρῶτος ἀπὸ τοὺς πολλοὺς τυράννους πού γίνονται λεία τῆς ἐπιθυμίας τους καὶ μάλιστα μίας ἀτέρμονης ἐπιθυμίας πού τὸν ὠθεῖ στὸ ἀπαγορευμένο καὶ στὴν εἴσοδο τῆς «Ύβρεως».

Ἐδῶ ἀκριβῶς προβάλλει καὶ τὸ βασικὸ ἠθικὸ σχῆμα τοῦ Ἡροδότου: «Ύβρις- Τίσις 

– Νέμεσις». Ὁ Κανδαύλης, μὲ ὅλα τὰ ἀνωτέρω, ὑπερέβη τὰ ἐσκαμμένα: τὸ «ἔλλογον μέτρον τοῦ ὀρθοῦ», καὶ παραβίασε τὰ διακριτὰ καὶ ἀνυπέρβλητα ὅρια ἀνάμεσα στὸν ἰδιωτικὸ καὶ δημόσιο βίο, τὸ «ἠθικὸ ἄβατον» πού τιμωροῦν ἀνελέητα καὶ οἱ θεοί. Γιὰ παράδειγμα κάποτε ὁ Ακταίων, βασιλόπαις τῆς Θήβας, ἔτυχε νὰ δεῖ τὴν θεά Ἄρτεμι γυμνή, τὴν ὥρα πού ἔκανε τὸ λουτρὸ της. Ἡ θεὰ ἀπὸ φόβο μήπως διαδοθῆ τὸ περιστα- τικό, τὸν μεταμόρφωσε σὲ ἐλάφι κι ἔβαλε τὰ πενήντα σκυλιὰ πού τὸν συνόδευαν νὰ τὸν κατασπαράξουν. Ὁ Κανδαύλης ὅμως βρέθηκε σὲ χειρότερη μοῖρα, διότι «πρέπει» νὰ ὑποστεῖ τὴν ἐσχάτη τιμωρία (θάνατο) ἐπειδὴ ὄχι ἀπὸ τυχαία συγκυρία, ἀλλὰ ἑκούσια καὶ ψυχαναγκαστικὰ τράβηξε τὸν μοχλὸ τῆς «Τίσεως- Νεμέσεως»

Σημειώσεις:

1. Ναομή Παπαθανασίου, Ἔρως και Εξουσία στις Ιστορίες του Ηροδότου, Θες/κη 2014, σελ. 7

2. "δέσποτα, τίνα λέγεις λόγον οὐκ ὑγιέα, κελεύων με δέσποιναν τὴν ἐμὴν θεήσασθαι γυμνήν; ἅμα δὲ κιθῶνι ἐκδυομένῳ συνεκδύεται καὶ τὴν αἰδῶ γυνή./ “Κύριε μου, τί λόγο αρρωστημένο μου λες, παρακι- νώντας με, την κυρά μου να την δω γυμνή; Μα από τη στιγμή που μια γυναίκα βγάζει το ρούχο της, αφήνει ακάλυπτη και την ντροπή της.

3. Η λέξι «βάρβαρος» στον Ηρόδοτο δεν έχει φυλετική διάκρισι. Χρησιμοποιείται για να δηλώσει το πρό- σωπο ή τον λαό που δεν ομιλεί Ελληνικά. Για την πολιτιστική διαφορά, την νοοτροπία και τον διαφορετικό τρόπο ζωής χρησιμοποιεί τις λέξεις: «Ασιάτη/ες» και «λαοί της Ανατολής», ή με το ονομά τους: Λυδός/οί, Πέρσης/αι.


4. Οι γυναίκες παραμένουν συνειδητά ανώνυμες από τον Ηρόδοτο, ενδεχομένως βάσει του κοινωνικού προ- στάγματος να μην ονοματίζονται δημοσίως αξιοσέβαστες γυναίκες αλλά και γιατί η κάθε συγκεκριμένη περίπτωση συμπυκνώνει την καθεστηκυία πίστη ηθική και αντίληψη για την γυναίκα και τα ήθη της εποχής.

5. «Ο Γύγης υποκύπτει στη γοητεία της εξουσίας και γίνεται ο πρώτος φονεὺς των Ιστοριών για την αποκτήσει..» Ναομή Παπαθανασίου, Ο θάνατος στις Ιστορίες του Ηροδότου,. σελ. 39


6. Ἀπικομένοισι δὲ τοῖσι Λυδοῖσι καὶ λέγουσι τὰ ἐντεταλμένα τὴν Πυθίην λέγεται εἰπεῖν τάδε· Τὴν πεπρω- μένην μοῖραν ἀδύνατά ἐστι ἀποφυγεῖν καὶ θεῷ. Κροῖσος δὲ πέμπτου γονέος ἁμαρτάδα ἐξέπλησε, ὃς ἐὼν δορυφόρος Ἡρακλειδέων δόλῳ γυναικηίῳ ἐπισπόμενος ἐφόνευσε τὸν δεσπότεα καὶ ἔσχε τὴν ἐκείνου τιμὴν οὐδέν οἱ προσήκουσαν. [1.91.2] / μετφ. Όταν οι Λυδοί έφτασαν στους Δελφούς και είπαν ό,τι είχαν να πουν, λένε πως η Πυθία έδωσε την εξής απόκριση: Από το γραμμένο ριζικό του είναι αδύνατο να ξεφύγει ακόμη και ένας θεός. Όσο για τον Κροίσο, ξεπλήρωσε την αμαρτία του πέμπτου προγόνου του, που όντας δορυφόρος των Ηρα- κλειδών ακολούθησε τη δολερή συμβουλή μιας γυναίκας, και σκοτώνοντας τον κύριό του, πήρε το αξίωμά του, δίχως να του πρέπει. [1.91.2]


7. Η ίδια και χειρότερη παθογένεια παρατηρείται και σε πολλούς άλλους μονάρχες, εξ αιτίας των συνεπειών που προκαλεί η κατάλυση του νόμου από τον ἔρωτα από την δεσποτική αυταρχική συμπεριφορά των τυράννων. Για παράδειγμα ο Ηρόδοτος αναφέρει α. την αιμομειξία του Αιγύπτιου βασιλέα Μυκερίνου με την κόρη του (ἠράσθη τῆς ἑωυτοῦ θυγατρὸς καὶ ἔπειτα ἐμίγη οἱ ἀεκούσῃ.), β. τον βασιλιά Καμβύση που ερωτεύτηκε παθογενώς την α- δελφή του. (ἠράσθη μιῆς τῶν ἀδελφεῶν Καμβύσης καὶ ἔπειτα βουλόμενος αὐτὴν γῆμαι,), γ. Ο Αρίστων, βασιλιάς της Σπάρτης εμπλέκεται σε μια ερωτική δολοπλοκία αντίστοιχη του «βαρβαρικού κόσμου» ερωτευθείς την όμορφη γυναίκα του καλύτερού του φίλου.(6.62.1: τὸν δὲ Ἀρίστωνα ἔκνιζε ἄρα τῆς γυναικὸς ταύτης ἔρως·) δ. Ο Ξέρξης εμπλέκεται ερωτικά με όλα τα προηγούμενα: με την γυναίκα του αδελφού του, αιμομεικτικά με την ανιψιά του, η γυναίκα του τιμωρεί σκληρά την ερωμένη κ.λπ.


8. Νῦν τοί δυῶν ὁδῶν παρεουσέων Γύγη δίδωμί αἵρεσιν, ὁκοτέρην βούλεαι τραπέσθαι. Ἢ γὰρ Καν- δαύλεα ἀποκτείνας ἐμέ τε καὶ τὴν βασιληίην ἔχε τὴν Λυδῶν, ἢ αὐτόν σε αὐτίκα οὕτω ἀποθνήσκειν δεῖ, 
ὡς ἂν μὴ πάντα πειθόμενος Κανδαύλῃ τοῦ λοιποῦ ἴδῃς τὰ μὴ σε δεῖ./ Τώρα δύο δρόμοι σου ανοίγονται, Γύγη, και σου δίνω το δικαίωμα να πάρεις όποιον από τους δυο θέλεις: ή σκότωσε τον Κανδαύλη και πάρε εμένα και τη βασιλεία των Λυδών, ή ο ίδιος αμέσως τώρα πρέπει να πεθάνεις, για να μη βλέπεις στο εξής, με την τυφλή σου υπακοή στον Κανδαύλη, όσα δε σου επιτρέπεται.


9. Ηλίας Βαβούρας, «Η Γυναίκα του Κανδαύλη: Στοιχεία πολιτικής φιλοσοφίας σε μια ηροδότεια νουβέλα», άρθρο στο επιστημονικό περιοδικό Φιλοσοφεῖν: ἐπιστήμη, εὔνοια, παρρησία, Τεύχος 18, Ιούνιος 2018, σ. 15-30. Ηλίας Βαβούρας Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΟΥ ΚΑΝΔΑΥΛΗ, Στοιχεία πολιτικής φιλοσοφίας σε μια ηροδότεια νουβέλα. (λήψι από www.academia.edu)

* Οι ζωγραφικοί πίνακες από το διαδίκτυο

Κύρια Βιβλιογραφία

  1. ΑΘΑΝΆΣΙΟΣ ΚΟΚΟΒΙΝΟΣ, Ηροδότου Ιστορίες, Α’ Γυμνασίου

  2. ΔΗΜ.ΜΑΡΩΝΙΤΗ, Επτά νουβέλες και τρία ανέκδοτα, Εκδ, ΑΓΡΑ, ΑΝΑΤΎΠΩΣΗ ΤΟΥ 1986

  3. ΚΟΥΡΤΟΓΛΟΥ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ, «ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΚΑΙ ΨΗΦΙΣΜΑΤΑ, ΣΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΗΡΟΔΟΤΟΥ» ΘΕΣΣΑ-

    ΛΟΝΙΚΗ 2011

  4. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΔΕΛΗΓΙΩΡΓΗΣ, ΓΥΝΑΙΚΕΙΕΣ ΜΟΡΦΕΣ ΣΤΟΝ ΗΡΟΔΟΤΟ. ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ ΔΙΑΠΛΑΣΗ ΚΑΙ ΕΠΙ-

    ΔΡΑΣΕΙΣ, ΑΘΗΝΑ 2015

  5. Ναομή Παπαθανασίου, Ἔρως και Εξουσία στις Ιστορίες του Ηροδότου, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 2014

  6. Ναομή Παπαθανασίου, Ο θάνατος στις Ιστορίες του Ηροδότου, Θεσσαλονίκη, 2021

  7. Παναγιώτας Βασ. Ζορμπαλά , ΟΙ ΝΟΥΒΕΛΕΣ ΣΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΗΡΟΔΟΤΟΥ, Καλαμάτα, 2019

  8. Πιτρόπου Αικατερίνη, Οι όρκοι στον Ηρόδοτο: μορφή, είδη, λειτουργίες,

  9. Σταμλακού Γεωργία , Δρόμοι προς την ευτυχία στο έργο του Ηροδότου, Κομοτηνή 2020

  10. Σταυρούλας Ε. Καλογιάννη, ΟΙ ΝΟΥΒΕΛΕΣ ΣΤΟΝ ΗΡΟΔΟΤΟ, Καλαμάτα, Σεπτέμβριος 2016

  11. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΚΛΑΔΟΓΕΝΗΣ, Ερμηνευτική ανάλυση και σχολιασμός των « Ιστοριών βιβλίο Α (Κλειώ )» του Ηροδότου, ΚΑΛΑΜΑΤΑ 2017

 

Εκτύπωση

Αναμνήσεις

Χαμένος από χέρι

"….τον μπελά μου, μέσα, την καταδίκη μου…" κι όλο τραβούσε τα γένια του. "Τι τύχη φάρδος είναι...

Read more: Χαμένος από...

η ορχήστρα

ΣΚΗΝΙΚΑ: ΦωτοΜότσης (η ορχήστρα)   Δεν είχαν καλά –καλά αρχίζει να κουρδίζουν οι ¨γύφτοι¨, κάτω από...

Read more: η ορχήστρα

Ο αγροφύλακας

Στου Τόρα, εκεί που ’ναι σήμερα το καφενείο του Νεκτάριου, ήταν τότε μια καταπράσινη σαδιά με...

Read more: Ο αγροφύλακας

Τα μπουρήματα

Αρε Tatsi τι σου μελε να παθεις, ηθελες αλατισμενη σουρληνα και πηγες στην Αθηνα τι να σε κανω εγω...

Read more: Τα μπουρήματα

Απόψεις

Ὁ ΑΓΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΕΝΑΣ ΠΑΣΙΓΝΩΣΤΟΣ «ΑΓΝΩΣΤΟΣ»

Ἡ ἐπιστήμη ἐμπλουτίζει τὸ νοῦ.  Ἡ λογοτεχνία ἐμπλουτίζει ὁλόκληρη τὴν προσωπικότητα. Ἡ πίστι...

Read more: Ὁ ΑΓΙΟΣ...

Η επανάσταση του 1821

«Οποιος ελεύθερα συλλογάται,συλλογάται καλά». 29/5/1453 Η Αλωση της Πόλης 1463: Δέκα χρόνια μόνο...

Read more: Η επανάσταση...

Ψες με την αστροφεγγιά

Φροντίζοντας την  «Ιστοσελίδα των Ζωτικιωτών» μου δόθηκε η ευκαιρία να ανασύρω από την μνήμη...

Read more: Ψες με την...

ΤΟ ΠΑΣΧΑ, Η ΛΑΜΠΡΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ

Δημητρίου Μίχα, φιλολόγου Τό Πάσχα εἶναι ἀπὸ τὶς πιὸ παλιὲς ἂν ὄχι ἡ ἀρχαιότερη ἑορτὴ τῆς...

Read more: ΤΟ ΠΑΣΧΑ, Η...

Δημιουργίες

περί ποιείν

(του ΦωτοΜότση)   Η οδυνηρή αποκάλυψη του ψεύδους δυο βήματα μακριά απ' την αλήθεια είναι λόγος...

Read more: περί ποιείν

Τα τσίπουρα

Του Φώτη Μότση Έλεγε ο μπάρμπας ο Αντώνης, ζωή να 'χει, με κουβέντες και με τσίπουρο. Λόγια...

Read more: Τα τσίπουρα

Σαν τους αετούς

Σαν τους αετούς που ψάχνουνε στα βράχια την φωλιά τους έτσι κι εμείς βρεθήκαμε στον τόπο τον δικό...

Read more: Σαν τους αετούς

ΗΠΕΙΡΟΣ ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ

Η ΄Ηπειρος είναι δυνατό ποτάμι που κυλά σε δάσος πυκνό (βλέπε Βρυτζάχα) και μαζί του παρασέρνει...

Read more: ΗΠΕΙΡΟΣ...