ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΣΤΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ -ΜΑΡΙΟΛΑ

Tο συγκλονιστικό τραγούδι-επιτάφιος θρήνος, της "Μαριόλας", δπμιουργήθπκε, ως ευλαβικό μνημόσυνο στη μνήμη της άτυχης Λαμπρινής Τσίτου, από συγκεκριμένο και διακεκριμένο μουσικό, το Λάλο Φάκο, από τη Βελτσίστα, τη σημερινή Κληματιά, γύρω στα 1800.

 Όπως μας πληροφορεί ο συγγραφέας και πρωτοχορευτής της αθάνατης και ηρωικής χορευτικής παράδοσης, Σπύρος Νεραϊδιώτης, στο Βιβλίο του: "Χοροί της Ηπείρου", η άτυχη Λαμπρινή Τσίτου έχασε τη ζωή της από την πτώση της στέγης του σπιτιού της, που την καταπλάκωσε. Κατά άλλες, όμως, πληροφορίες, η ίδια η Λαμπρινή Τσίτου, απογοητευμένη από την πολύχρονη απουσία του αντρός της στη Βλαχιά, έφτασε σε Βαθιά απόγνωση και μελαγχολία και έθεσε τέρμα στη ζωή της. Κρεμάστηκε στο σπίτι της στην Κληματιά, τα ερείπια του οποίου σώζονται ακόμα μέχρι και σήμερα.

Ο ξενητεμένος άνδρας, μετά από τον πολύχρονο ξενητεμό του, καζαντισμένος στη Βλαχιά και κατάφορτος από δώρα για τη γυναίκα του, επέστρεφε από την ξενητιά, αποφασισμένος να παραμείνει πλέον οριστικά στο σπίτι του κοντά στη γυναίκα του, στο χωριό του. Η ειρωνεία όμως της τύχης, δεν θα του επέτρεπε, να την ξαναδεί ζωντανή. Άσχετα και ανεξάρτητα με τα ακριβή περιστατικά, κάτω από τα οποία συνέβη ο θάνατος της Λαμπρινής Τσίτου, της γυναίκας του άτυχου ξενητεμένου, αυτός ο θάνατος, θα πρέπει να πλήγωσε και να πόνεσε πολύ τον άντρα της.

Επιστρέφοντας ο ξενητεμένος άντρας, με γλυκιά την προσδοκία να ανταμώσει την σύζυγό του, με σφοδρή την επιθυμία να τη συναντήσει, επί τέλους, μετά την πολύχρονη και επώδυνη απουσία, φτάνει καβάλα στ' άλογό του, καλοντυμένος, περήφανος και καμαρωτός στο χωριό.

Σαν φτάνει όμως στο χωριό, δεν τον περιμένει κανένας, δεν τον υποδέχεται κανείς πανηγυρικά. Και οι χωριανοί, που τον συναντούν στα σοκάκια του χωριού, αρκούνται σε έναν απλό, τυπικό χαιρετισμό. Δεν του αρέσει αυτή π αναπάντεχη ψυχρή, παγερή υποδοχή. Του βαραίνει την ψυχή. Του βάζει υποψίες και κακές σκέψεις στο μυαλό. Ανησυχεί. Γιατί άραγε;

Με σφιγμένη την καρδιά κατευθύνεται βιαστικά προς το σπίτι του. Δεν αργεί να φτάσει. Το θέαμα, που αντικρύζει είναι συγκλονιστικό. Μπροστά στα μάτια του χάσκει το μισογκρεμισμένο τους σπίτι.

Η εικόνα, που βρίσκεται μπροστά του, τον συγκλονίζει. Τον συντρίβει κυριολεκτικά. Ξεκαβαλικεύει αργά. Σέρνει αργά τα βήματά του στην αυλή.

Περπατάει για λίγο, πέρα δώθε και ύστερα λυγίζοντας τα γόνατα, ακουμπάει στο χώμα και στηρίζει την πλάτη του στον τοίχο. Μένει έτσι εκεί άφωνος, κοιτάζοντας προς το βάθος του δρόμου, σαν κάτι να περίμενε.

Πιάνει με τα χέρια του τα μαλλιά, τα σέρνει προς τα πίσω, Βυθίζει το κεφάλι του, ανάμεσα στα γόνατα, αρχίζει να καίει με λυγμούς. Κάτι ψιθυρίζει μεσ’ στα χείλη του δυο τρεις φορές, υψώνοντας το βλέμμα του προς τον ουρανό, από όπου έπεφταν οι πρώτες νιφάδες χιονιού. Κλαίει σιωπηλά και τα δάκρυα κυλούν στο πρόσωπο, κι πέφτουν σαν σιγανή βροχή στο χώμα. Λυγίζει τα γόνατά του και στηρίζει το κορμί του, στο κορμό της γέρικης βελανιδιάς.

Σηκώνεται και τα μάτια του τρέχουν βουβά, χωρίς λυγμούς. Στέκεται ακίνητος και παραιτημένος, με τα χέρια να κρέμονται από τις πλάτες του, άνευρα, εξουθενωμένα. Προχωρεί προς την πόρτα και μένει εκεί όρθιος και αμίλητος, με τη θλίψη, να του συνθλίβει το στήθος. Το χιόνι πύκνωνε και σκέπαζε τα γκρίζα μαλλιά του. Και τότε οπισθοχώρησε, για μια στιγμή με μικρά βήματα και κοντοστάθηκε. Τέντωσε το χέρι του στην πόρτα, αλλά και πάλι στάθηκε αναποφάσιστος. Τα μάτια του και η καρδιά του κλείδωσαν και έκλεισαν μέσα τους τη μορφή της γυναίκας του. Έμοιαζε να βουλιάζει στο άτοπο και άχρονο σύμπαν. Με το βλέμμα του στραμμένο στον ουρανό, έμοιαζε να ‘χει χαθεί η ζωή από μέσα του. Ολόκληρη η ζωή του έπεσε και χάθηκε σαν ένα φωτεινό αστέρι. Ένα κουβάρι ήταν πια στο λυτρωτικό του κλάμα, και πέπλο λευκό το χιόνι στα μαλλιά του.

Χαμένος μέσα στην άφατη θλίψη και εξουθενωμένος από τον αβάσταχτο πόνο, έχοντας χάσει πια την επαφή του με τον κόσμο, κατευθύνεται με αργά βήματα, στο σπίτι του συγχωριανού του, δεξιοτέχνη του βιολιού Λάλου Φόκου*.

Χωρίς άλλο λόγο, παρά με τα λόγια του πόνου και του σπαραγμού, με καυτά δάκρυα στα μάτια, του εξήγησε, τι ζητούσε από αυτόν.

Κορυφαίος μουσικός του Βιολιού, ο Λάλος Φάκος και λαϊκός στιχουργός αξεπέραστος, αληθινός εκφραστής της λαϊκής ψυχής, κατάλαβε, αμέσως, τι ζητούσε από αυτόν ο χαροκαμμένος άντρας. Ο ανθρώπινος λόγος του Λάλου Φάκου, έβγαινε μέσα από τη δυστυχία του απλού λαού, περιέκλειε τις οσμές του χώματος και μεθούσε με τις μυρουδιές των λουλουδιών της φύσης. Μουσική ιδιοφυία ο Λάλος Φάκος, εισχωρεί Βαθιά στο θέμα και στο πνεύμα της ψυχής του δύστυχου, του άτυχου άντρα. Επεξεργάζεται το θέμα με το απαράμιλλο ταλέντο του και τη δημιουργική δύναμη της ψυχής του και το μεταμορφώνει σε αξιολογότατους στίχους και σε αξιοθαύμαστες νότες. Ο λαϊκός δημιουργός, εισχώρησε, Βαθιά στην ψυχή του, τη φωτογράφισε, διάβασε τον ψυχικό πόνο του αντρός και με άφθαστη τέχνη, τον έκανε στίχους και μουσική, τραγούδι και μοιρολόι μαζί. Αυτός ο αυτοδίδακτος μουσικός της Βελτσίστας, φιλοτεχνεί καταπληκτικές εικόνες με τους στίχους του και ισορροπεί ανάμεσα στο θρήνο και στο άσμα.

Έτσι, γύρω στα 1800, μας προέκυψε το συγκλονιστικό τραγούδι-μοιρολόγι της "Μαριόλας", δείγμα μνημειώδους γραφής και, συγκλονιστικής μουσικής. Η δημιουργία της "Μαριόλας”, από το Λάλο Φάκο, ξεφεύγει από αυτό που λέμε καλή δημιουργία. Συναντά την αρμονία της φύσης, είναι σαν να βγαίνει μέσα από τα ηπειρώτικα βουνά και τα ποτάμια. Σπάνια ένας καλλιτέχνης, μπορεί να φτάσει σε τέτοια δυσθεώρητα ύψη, να συγκινήσει τόσο ουσιαστικά με τη δημιουργική του τέχνη, και να εξασφαλίσει στη δημιουργία του, "μνήμην αιώνιον"!

 

-Σήκω, Μαριόλα μ’, απ’ τη γη κι από το μαύρο χώμα,

Μαριώ - Μαριόλα μου,

κι από το μαύρο χώμα, ψυχή, καρδούλα μου.

-Με τι χεράκια, η μαύρη να σ’κωθώ, χεράκια ν’ ακουμπήσω,

Μαριώ - Μαριόλα μου,

Χεράκια ν’ ακουμπήσω, ψυχή, καρδούλα μου.

-Κάμε τα νύχια σου τσαπιά, τις απαλάμες φτυάρια,

Μαριώ - Μαριόλα μου,

τις απαλάμες φτυάρια, ψυχή, καρδούλα μου.

-Ρίξε το χώμα από μεριά, τις πέτρες ‘πο την άλλη, Μαριώ - Μαριόλα μου,

τις πέτρες ’πο την άλλη, ψυχή· καρδούλα μου, κι έβγα, Μαριόλα μ’, να σε ιδώ,

Μαριώ - Μαριόλα μου,

κι άπλωσε το χεράκι σου και πιάσε το δικό μου.

-Το μνήμα μ’ εχορτάριασε κι έλα να βοτανίσεις,

Μαριώ - Μαριόλα μου,

κι έλα να βοτανίσεις, ψυχή· καρδούλα μου.

Να χύσεις μαύρα δάκρυα, ίσως και μ’ αναστήσεις,

Μαριώ - Μαριόλα μου,

ίσως και μ’ αναστήσεις, ψυχή· καρδούλα μου.

 

Πηγή: Περιοδικό Heaven

Υ.Γ Το τραγούδι αυτό τραγουδήθηκε 15/8/2015 στο Ζωτικό και αφιερώθηκε σε όσους έφυγαν από τη ζωή την τελευταία χρονιά απο 15/8/2014-15/8/2015 και ιδιαίτερα στους έξι σχετικά νέους συγχωριανούς μας.

Εκτύπωση

Αναμνήσεις

Του Αϊ Μηνά

Κάθε χρόνο του Αϊ Μηνά ήταν μια ξεχωριστή γιορτή στο Ζωτικό. Το παρεκκλήσι στον κάμπο, ανάμεσα στα...

Read more: Του Αϊ Μηνά

Ο περδίκης

Βαρύς ο χειμώνας στο χωριό. Αφού είχαν, για κάμποσες μέρες, αγκομαχήσει ο Παλεχώρης κι ο Πλάτανος...

Read more: Ο περδίκης

Στο χωράφι

Το χρυσαφένιο χωράφι δείχνει με περηφάνια την θωρειά του. Το ελαφρύ αεράκι σχηματίζει στην κώμη...

Read more: Στο χωράφι

Στο γάμο του μπάρμπα Μήτσιου

Ταξιδευτής ο πρωτοξάδερφος, που μικρά τότε τον φωνάζαμε μπάρμπα-Μήτσιο, σε μια από τις επιστροφές...

Read more: Στο γάμο του...

Απόψεις

Μικρό αφιέρωμα

Ξεχωριστή η φετινή μας η γιορτή. Με το έμπα της άνοιξης ξανοιγόμαστε στο παρελθόν, στα δικά μας...

Read more: Μικρό αφιέρωμα

περί έρωτος

Ο έρως μεριμνεί ως μανιακός των αμπελώνων της ψυχής ν’ αποτελειώσει ό,τι έχει αρχίσει με μια απλή...

Read more: περί έρωτος

Ὁ ΑΓΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΕΝΑΣ ΠΑΣΙΓΝΩΣΤΟΣ «ΑΓΝΩΣΤΟΣ»

Ἡ ἐπιστήμη ἐμπλουτίζει τὸ νοῦ.  Ἡ λογοτεχνία ἐμπλουτίζει ὁλόκληρη τὴν προσωπικότητα. Ἡ πίστι...

Read more: Ὁ ΑΓΙΟΣ...

Το Ζωτικό στις τέχνες και στις επιστήμες

Η οργάνωση της κοινοτικής ζωής στο Ζωτικό, ο Κοινοτικός Τρό­πος Παραγωγής, έχει αναδείξει στο...

Read more: Το Ζωτικό...

Δημιουργίες

γιατί ζωή είναι Αγάπη...

Πηγή που σχηματίζει το ποτάμι της ύπαρξής μας... η ζωή μας..! Ένα ταξίδι αδιάκοπο, δημιουργικό και άρρηκτα...

Read more: γιατί ζωή...

Έρχομαι

Έρχομαι Πάγος λειωμένος σίδηρος από της γης τη μήτρα Κατεβασιά αχαλίνωτη από τη χαίτη των ορέων Έρχομαι Στην...

Read more: Έρχομαι

ημερολόγιο

του ΦωτοΜότση   Επάενε κι ερχόταν η ψυχή του. Δρόμοι, σοκάκια, επαρχιακές οδοί με εκατό τόσα,...

Read more: ημερολόγιο

Ο ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ

Του Γιάννη Μπανίκα Πέντε παιδιά είχε ο Βαγγέλης Τόκας, απ’ την Μπεστιά. Έκανε πολλά παιδιά τότε ο...

Read more: Ο ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ