Αδελφότητα Ζωτικιωτών Αθήνας
Σύλλογος  Ζωτικιωτών "Η Βρυτζάχα"
Η ιστοσελίδα δημιουργήθηκε και συντηρείται από την Αδελφότητα Ζωτικιωτών Αθήνας

Αρχείο φωτογραφιών

Anmeldungsform

Επισκέψεις

7336875
ΣήμεραΣήμερα466
ΧθεςΧθες1721
Τρέχουσα εβδομάδαΤρέχουσα εβδομάδα7207
Τρέχων μήναςΤρέχων μήνας4717
Γεν. ΣύνολοΓεν. Σύνολο7336875

Ἡ γενέτειρα : τό Ζωτικό στην ποίησι του Φώτο – Μότση (από το βιβλίο του Δημητρίου Μίχα: «τροχόεις μόλυβδος»

Ἡ γενέτειρα εἶναι ἡ ἀνεξίτηλη εἰκόνα, ἡ ἀνεξάλειπτος βίωση τῶν παιδικῶν του χρόνων· εἶναι ἡ ψυχική καταφυγή καί ἡ Ἰθάκη του. Οἱ συνθῆκες τῆς ζωῆς τόν ὑποχρέωσαν σέ ἄλλον τόπο μονίμου διαμονῆς (Ναύπλιο), ἡ ἐνθύμηση ὅμως τοῦ χωριοῦ τοῦ εἶναι ἰδιαιτέρως ἔντονη, «ἀκανθωτή», ἡ ὁποία τόν πληγώνει καί τόν πονάει βαθιά, ἀπεγνωσμένα, ἄσωτα. «Πονάω κι ἐγώ γιά κάθε τι στόν τόπο μου. Καί μέ πονάει ή θύμηση ἐτούτη περισσά, μέ ἕναν πόνο άμφίρροπο, άμφίθυμο, άγκαθωτό. Πόνος γλυκός στήν πίκρα του, άπεγνωσμένος, ἄσωτος...» (πονεμένα, ἀπό υδράργυρος ρέων)

Ἔτσι βρίσκεται πάντα μέ τήν ψυχική διάθεση ἕτοιμη καί τήν ἐπιθυμία ἔνθερμη νά ξαναζήσει στιγμές, διακτινίζοντας τό παιδικό παρελθόν στό τώρα, νά περιδιαβεῖ σκηνές, εἰκόνες, νά ἀναλογιστῆ ἐμπειρίες καί βιώματα, στενόχωρα τραύματα, παιχνίδια καί χαρές ἐκείνης τῆς ἐποχῆς πού ἔχουν φωτογραφηθῆ στό ὑποσυνείδητό του καί τόν στιγμάτισαν «γλυκόπικρα». Ἡ νοσταλγία αὐτή, ἀναδυομένη καί φορτισμένη μέ τήν κυριολεξία τῶν δυό συνθετικῶν της : νόστος (= ἐπιστροφή) + ἀλγῶ ( = πονῶ, ὑποφέρω), λειτουργεῖ μέ αὐτή την ἀμφιθυμία αἰσθημάτων, τά ὁποῖα στόν ποιητή καθίστανται ὡς ἕνα κυρίαρχο πνευματικό καί ψυχικό γεγονός.

Τό Ζωτικό εἶναι «ή ειδή ενός τοπίου μπερδεμένου, γιομάτο λάκκους ὁρμητικούς πού ἔσκαβαν ἀνηλεῶς τό πρόσωπό του, ἀφήνοντας ὡστόσο τ' ἀπάγκια πού χρειάζονται γιά νά φυτρώσουν πασχαλίτσες καί γιά νά σχηματιστοῦν τά μονοπατάκια ἐκεῖνα πού θά διαβοῦν τά σχολιαρόπαιδα προκειμένου νά δρέψουν τίς κουβέντες γιά τήν ὁμολογία τοῦ τρυφεροῦδασκαλίστικου ἔρωτά τους». («τά τσίπουρα»).

Εἶναι ὁ τόπος πού φιλοξενοῦσε μέ ἰσόχρονη συμπόρευση τήν αἰσθητική γραφικότητα μέ τήν φτώχεια, τόν κοπιώδη κάματο «ζυμωμένο στά ρόζια τῆς παλάμης καί στήν ἀκάμωτη ἐλπίδα»μαζί μέ τήν κοινότητα τῆς παρέας, τῆς γειτονιᾶς στόν θρῆνο καί στή γιορτή. Εἶναι ὁ τόπος τῶν «δακρυσμένων βουνῶν, τῶν κατεβασμένων χειμάρρων, τῶν πουρναριῶν, τῆς ξερικῆς χωραφιᾶς τοῦ σταφυλιοῦ, τῆς βασανισμένης ἰκμάδας μιᾶς σκληρῆς καθημερινότητας μέσα σέ βαρεῖς χειμῶνες»( «τά τσίπουρα»)

Στό Ζωτικό «ἀκουμπάει» ἡ εἰκόνα ὅλης της Ἠπείρου, ὅταν ἡ ἀπόγνωση ἀπό τήν στέρηση τῶν ἀναγκαίων καί ἀπό τά τσακισμένα ὄνειρα «ἀπό σκουτιά καί ἀπό φαρμάκια», βρίσκει παρηγοριά στήν ξενιτιά. Εἶναι ὁ τόπος ἐγκατάλειψης σέ κάθε «ἀχαμνό καιρό», ἀλλά καί μέ ἀνθρώπους μέ φιλόξενη ἀρχοντιά, μέ μικρότητες καί κακίες, μέ πληγωμένους ἔρωτες, μέ φιλίες καί συγγένειες. Κάτοικοί του, στό πρόσωπο τοῦ κύρ-Ἀντώνη, ὑψώνονται μέ τήν μορφή συμβόλου πού συμπυκνώνουν τήν σκληράδα τῆς ζωῆς, τόν βασανισμένο δουλευταρά, τήν θυμοσοφία, τήν εὐγένεια τῶν αἰσθημάτων, τό χρέος στήν πατρίδα καί τόν ἀφηγητή τῆς ἱστορικῆς γνώσης, τό χάρισμα τοῦ φίλου, τήν ἔκφραση τῆς καλοσύνης...Εἶναι ὁ αὐθεντικός καί γνήσια λαϊκός τρόπος ζωῆς πού «σ' αὐτή τήν Ἤπειρο εἶχε ἀκουμπήσει κι εἶχε θάψει τή μισή του βλέψη»(τα τσίπουρααπό «υδράργυρος ρέων»).

Στήν συλλογή δέ «Ηπειρώτικο» (μοιρολόϊ) μέ τόν ἰδιότυπο γλωσσικά λυρισμό τοῦ ποιητοῦ, ψάλλεται ἡ γραφική ὀμορφιά τῶν βουνῶν ἀπό τά ὁποία ἀναδύεται ἡ προγονική ἠχώ τῆς λαμπρῆς ἱστορίας καί εἰκονίζεται ἡ ὀρεσίβεια ἁδρή μορφή τῶν κατοίκων της μέ τήν φτώχεια, τά αἰσθήματα καί τά παθήματά τους. Ἡ Φύση, πανταχοῦ παροῦσα, μέ τήν ὀμορφιά καί τήν ἀσχήμια της, ἀλλά καί μέ ὅ,τι φυσικό καιρικό φαινόμενο συμβαίνει νά προβάλλει, ἀποσυμβολίζεται ἀντίστοιχα μέ τήν ὀμορφιά καί τήν ἀσχήμια τῆς ζωῆς, μέ τήν χαρά ἤ τήν θλίψη ἀντάμα.

Ὁ χρόνος λειτουργεῖ μέ τήν ἀνακύκλωση αὐτῶν τῶν εὐτυχῶν καί δύστυχων συγκυριῶν, ἀλλά καί μέ ὅλη τήν πολύμορφη ζωή καί τήν θέα τοῦ θανάτου.
Ἔτσι, ὅταν ὁ χειμώνας εἶναι βαρύς ἤ ὅ,τι ἄλλο «ὀργίλο» ἐνσκήπτει, 
(χιόνι, σεισμός, ΙΙΙα), εἶναι δηλωτικό καί τοῦ βαρέος πόνου ἀλλά ἀξιοπρεποῦςπού ἐπιπλέει στήν δύσμοιρη φτώχεια, ἀλλά δέν ἀφαιρεῖ «τή χαρά τῆς γνωριμιᾶς/ τῆς καλημέρας» καί ἄς εἶναι «αὐτός ὁ πόνος / σβῶλος / πόνος ἦν / μεταλαβιά». (ΙΙγ). Μοιάζει σάν «φυσική» ἐνστάλαξη....πού μετουσιώνεται μέ τόν στίχο καί διατρανώνεται ὡς μέλος τοῦ ἄναρχου κλαυσίγελου ρυθμοῦ τοῦ ντεφιοῦ καί ὡς ἔνδακρυς χαρά στήν ἐκφραστικότητα τοῦ κλαρίνου πού σοῦ ἀναμοχλεύει ὅλη τήν «Σταυρό-Ἀνάσταση» τῆς ψυχῆς. Γίνεται Μοιρολόϊ, ἐκ-στατικό, μυσταγωγικό Ὀρφικό μεγαλυνάριο πού ραίνει ὅλα τά σιωπηλά κατάβυθα τῶν εὐαισθησιῶν, ἐπιδαψιλεύοντας καί ἑρμηνεύοντας τά μύχιά της.

ΙΙ α

« Ἄπειρος πόνος
νύχια ἀηδονιοῦ μπηγμένα στό λιθάρι ἀδράχνουν τὸ τοπίο ἀπ ̓ τὸν λαιμὸ
πνίγουν στὰ πέριξ τὰ χωριὰ
ὣς πέεεερα μακρυά δυὸ ντέρτια δρόμο
ἄϊ ἄϊ, τὸ ντέφι ἄναψε φωτιὰ
τὸ σύμπαν ὅλο ἕνα κερὶ στὸ κοιμητήρι τῆς ζωῆς φωτιὰ καὶ πυρκαγιὰ σ ̓ ὅλον τὸν τόπο
μέσα κι ̓ ἔξω / .....
νὰ δίνει μίτο στὸν λαβύρινθο ἐκείνης τῆς ψυχῆς πού ἀνηφόρισε τὸ δύσκολο τῶν ἤχων
τῶν κραυγῶν τῆς μέρας
ὅταν γεννάει τὴν αὐγὴ
τὸ θεῖο

ὅταν γεννιέται ἕνας Χριστὸς ἢ ἕνα τραγούδι ἠπειρώτικο

ὅταν λαλεῖ κλαρίνο»

και IΙΙ α’
«Στάζει ἡ πέτρα τὸ αἷμα της
τὸ μοιρολόϊ φτιάχνει τοῦ χωριοῦ καὶ τὸ τραγούδι

Σεισμὸς στὰ θεμέλια γίγαντας

ἀνασκουμπώθηκε ἡσύχασε
σὰν χθεσινὴ ἡμέρα

Σὰν πάντα ἡ θλίψη
Σὰν ἄγριος ἔρωτας» («ἠπειρώτικο»)

Στό «ἠπειρώτικο» (μοιρολόϊ ) τό ντέφι τό βιολί καί τό κλαρίνο (ΙΙΙγ) συνθέτουν σέ νότες κάθε πτυχή τῆς ζωῆς καί ἐκφράζουν ἔρρυθμα τόν ριζωμένο χθόνιο λυγμό (IIIγ) μιᾶς ἀνεκπλήρωτης εὐτυχίας πού θά ἔφερνε ὁ ἔρωτας ἤ ἡ εὐφρόσυνη ἱκανοποίηση τῶν κόπων τῆς καθημερινῆς βιοπάλης. (IVα, β)Εἶναι ὁ ἐκ βαθέων τερψίνοος ψίθυρος στήν ἐγκατάλειψη καί τήν μοναξιά (ΙΙβ)στόν χωρισμό ἀπό τόν τόπο καταγωγῆς, ὁ παρηγορητικός στήν πίκρα καί, ἴσως σέ μέγεθος, ἡ μόνη μετάρσια φωνή γιά τόν καημό τῆς ξενιτιᾶς, γιά τόν νόστο καί τό ἀντάμωμα τοῦ ξενιτεμένου (Vβ).

Ὁ ρυθμός τους καί ἡ ἁρμονία τῆς συγχορδίας τους εἶναι ἡ ἐνθουσιαστική ἑλκτική γοητεία πού θωπεύει θεραπευτικά τόν σωματικά καί ψυχικά ταλαιπωρημένο, χαρίζοντάς του, ἡ μελωδία τους, ἕνα ἡδονικό, ὀλβοφόρου ἔξαρσης, συγκίνησης, καταλλαγῆς καί κάθαρσης, λειτούργημα. Τό «χαρμόλυπο κλάμα», ὁ «ἠδύς λυγμός» τοῦ ἠπειρώτικου μοιρολογιοῦ προβάλλει ὡς ὁ θεῖος σύμμετρος καί ἁρμονικός ἦχος πού διεισδύει σ’ ὅλες τίς ἐσώψυχες διαδρομές τῆς ὀδύνης καί στά σπηλαιώδη, ἀπωθημένα, ὑπόγεια λαγούμια τοῦ ὑποσυνειδήτου, γιά νά ἰσορροπήσει ἀναταράξεις ἀκραίας λύπης καί ἀπόγνωσης, νά μετριάσει μυστήριες δύσγνωστες «ρωγμές» καί νά ἐπουλώσει ἀνοιγμένες, ἀλγηδόνες πληγές πού προξένησε ὁ αἰφνίδιος καί ἀδόκητος θάνατος ἀγαπημένου οἰκείου προσώπου, ὅπως τῆς μάννας ἤ τοῦ πατέρα.

Vγ ́

«Δυὸ μῆλα δυὸ μπουκιὲς ψωμὶ
ποὺ εἶχε ἀφήσει ἡ μάνα πάνω στό τραπέζι μὲ μιάν ἐλιὰ

Τὰ φουστανάκια μας καλὰ στεγνὰ στήν ἄκρη γιά τό σχολειό

καὶ τό καυσόξυλο γιά τή δασκάλα Μά λείπει ἡ μάνα
Ἂ τί νὰ τὴν κάνω τὴν κορδέλα σὰν μὲ πνίγει

Τή μάνα θέλω Τή μάνα θέλω νὰ τή λύσει»

Vδ’

ἕτοιμα

«Ἡ μάνα στό κρεβάτι
δὲν παίρνει ἀνάσα
ἕνα ποτάμι ὀρθὸς καημὸς ὣς τή ἐξώθυρα ὥς πέρα στὸν γκρεμὸ.....»

Vε ́

«....Ἦταν σοῦ λέω
ἦταν ἡ μέρα ὅλη μιά στιγμή
ὁ λόγγος τὰ πολιορκημένα σιτηρὰ στ ̓ ἀμπάρια ἡ ὡραία Ἐρμιόνη στὰ κατάλευκά της
τὰ χίλια ἄλογα ποὺ σύρανε βουνὰ
τὰ χίλια ἄλογα ποὺ πῆραν τὸν πατέρα πεθαμένο
γιὰ νὰ τὸν πᾶν’ στὰ Γιάννενα». 
(«ἠπειρώτικο»)

Στό «ἠπειρώτικο»τό Ζωτικό γίνεται ὁ χάρτης καί τό ἐπίκεντρο ὅλης τῆς Ἠπείρου, καί ἡ Ἤπειρος μέ μία ἀμφίδρομη καί ἀμφίθυμη στάση τοῦ ποιητοῦ, συμπυκνώνει ὅλον τόν πνευματικό καί ψυχικό δεσμό γι’ αὐτήν,στό Ζωτικό. Τά πρόσωπα, ὁ χειμώνας, ἡ Ἄνοιξη, τό βουνό, ὁ Ἀχέρων, οἱ κορυφές, τό σπίτι , ὁ καπνός, ὁ ἥλιος, ἡ νύχτα, ὁ ἀγέρας, ἡ ἀμυγδαλιά, ἡ ἀγράμπελη, ὁ λύκος, τό ἄλογο, ὁ σκύλος, «οἱ λίπες»32 ἤ ὁποιοδήποτε ἄλλο τοπωνύμιο (ἐπώνυμο ἤ μή), δέν εἶναι τό γέμισμα μίας γεωγραφικῆς ρυμοτομίας, ἀλλά ἡ μετουσίωση σέ εὐτυχές ἤ δυσάρεστο, ἕνα γεγονός πού ἐνσωματώνεται νοηματικά καί συναισθηματικά στήν ψυχοσύνθεση τοῦ ποιητοῦ· ἐδῶ ἐκπροσωπεῖ τόν κάθε συντοπίτη του καί τόν κάθε Ἠπειρώτη πού εἶναι ὁλοκληρωτικά δεμένος μέ τόν τόπο του, στόν ὁποῖο «Βρίσκουν τόπο τά ὄνειρα / καὶ τὴν καρδιὰ τοῦ τόπου / βρίσκουν» (VII α). Σέ κάποιον χάρτη θά ὑπάρχει καί τό σημάδι μέ τόν δικό μας τόπο. Ὅπου θά μποροῦμε νά δείχνουμε: νά! ἐδῶ ἀφουγκράστηκα τό παίδεμα τῆς γῆς, ἐδῶ πῆρα τήν πρώτη μου ἀνάσα κι ἐδῶ θά τήν ἀφήκω! (χωρικοί, «Υδράργυρος ρέων»).

Οι γειτονιές μας

 

Letzte Beitraege

  • Keine Beiträge vorhanden.

Video-Suche

Neueste Videos

Τα τσίπουρα στο Ζωτικό. Από Φώτης Μότσης

Category: Αφιερώματα

Εκδήλωση για τη μάχη στη Βρυτζάχα 2018

Category: Σούλι

Κοπή πίτας 2019 του Συλλόγου "Η ΒΡΥΤΖΑΧΑ" στο Ζωτικό

Παρουσίαση του βιβλίου του Δ.Μίχα "Η Ιστορία της Λιβίκιστας στην Οθωμανική περίοδο"