Αδελφότητα Ζωτικιωτών Αθήνας
Σύλλογος  Ζωτικιωτών "Η Βρυτζάχα"
Η ιστοσελίδα δημιουργήθηκε και συντηρείται από την Αδελφότητα Ζωτικιωτών Αθήνας

Αρχείο φωτογραφιών

Σύνδεση χρήστη

Επισκέψεις

6915994
ΣήμεραΣήμερα164
ΧθεςΧθες278
Τρέχουσα εβδομάδαΤρέχουσα εβδομάδα164
Τρέχων μήναςΤρέχων μήνας4068
Γεν. ΣύνολοΓεν. Σύνολο6915994

νυχτερινό γαιός απείρου

του Φώτη Μότση

Νεκρός
Το πρόσωπό του ένα κλαρί χλωρό
πίσω απ’ τη φλούδα
Τραγούδαγε
όταν οι άλλοι τον μοιρολογούσαν


Σάλευαν μόνο τα χείλη του

Κάποιο φιλί τα κράταγε ακόμα στη ζωή


β΄

Κάθε αποσπερνό τρόχιζε μες στο μυαλό του
τα μαχαίρια

Τη μοναξιά
δεν θα την έκαιγε
Αυτό το κόκκινο της φλόγας πάντα το μετάνιωνε

Δες
τα ποιήματα βλασταίνουν μοναχά
αιμόφυρτα


γ΄

Σκέψεις ακουμπημένες στο ακράθυρο της ερημιάς
απλώνουν κάτω τα κλαριά τους ώς τα πρώτα χέρια
τους εξαδάχτυλους δραπέτες με τα τσακισμένα γόνατα
σαν τριγυρνάνε από τον ένα τον σακάτη ύπνο
στο βογγητό του άλλου όνειρου
Αναζητούν το στόμα του βουνού
Τα μυστικά περάσματα για τα ποτάμια
με τον αφρό του έρωτα
Την άορνο κοιλάδα με το χρυσαφί νερό
στις χούφτες των νεκρών
Και δεν κρατούν ραβδί στο χέρι ούτε γινάτι
έχουν Κόκκινες αιλουροειδείς κραυγές μονάχα
τρέχουν αλαφιασμένες πάνω σε τεντωμένα όνειρα
Μαζεύουν τις καρδιές που χάνονται
στον δαίδαλο της ρίζας
Τις επιστρέφουν στα χαμένα δέντρα συχώριο και καρπό

Αλί από τον ουρανό βρέχει βατράχια λασπωμένα
Και το νερό από καιρό σαν πεθαμένο


δ΄

Έσερνε τα φίδια με λατρεία λες
Τώρα φεύγουν από τα χέρια της αστέρια
Τώρα τα νέφη κομματιάζει τώρα μοιράζει αποσπερίτες
Στρώνει τραπέζι στους σκυφτούς τους μετανάστες
Ιστορεί γεωγραφία ιστορεί τον θάνατο

Κι αν τη ρωτάς κυρά
Πόσα απόθαναν ψηλά από φαρμάκι
Πόσα ρόδια στον κόρφο σου ολοκόκκινο ζουμί

Σφάζω σου λέει
κόβω τα όνειρα στα δυό στα τρία

Κατόπιν τα μαλλιά μου αμολώ για να λιαστούν

Έρχεται φίδι κολοβό ντύνω την προσευχή
στο πένθος
Έρχεται σερπετό αστρίτης γεύεται το χιόνι ανθό

Βλέπω φωνή βλασταίνω
ομολογεί
Το σκοτωμένο χώμα με πεθαίνει
Πλοκάμια θέλω Χέρια μακρυά
ίσαμε τον άλλο τόπο
Βαρκούλες με φιφίτα
απ’ τό χλωρό μερί του σύμπαντος
Πλοκάμια θέλω θέλω θέλω πάλι
Από λιγνά πλευρά στα μέσα ολοκάθαρος λυγμός

Παίρνει το μήλο βγάζει περιστέρι
Το χνώτο ακουμπάει φλέγεται

Χιλιάδες ανασταίνονται λειψόπιττες
Από το σάλεμα του νέφους σκοτεινό καθεύδει χιόνι
Τρίζουν στα πέλματά μας οι συγχώριες
Στα γόνατά μονάχη η οπτασία της

Στρώνει τραπέζι βάζει φίδι

Ήξερε πάντα τον καιρό τους

Αυτή που σκότωνε
Αυτή που γνώριζε από πρόσφορο
Άστραφτε στη λάμα κι έλεγε
μετανοώ
η εκείνη

ε΄

Δεν φεύγω είπε
Θα μείνω εδώ να κουβαλώ το αίμα
Θα μείνω να πληρώ τα όνειρα
Να οδηγώ αόμματους επάνω στο σχοινί
θα μείνω

Να είμαι στους ιππόκαμπους βιγλάτορας
Στην κορυφή του Αηλιά κοχύλι

Ως πέέέρα
Στα σαλεμένα κάτοπτρα ο στεναγμός

Μέσα στην ερημία μια αναπάντεχη έρημος


στ΄

Της έντυσε ένα τελευταίο ποίημα
και την απόθεσε στο εικονοστάσι

Καντήλι δεν ξανάναψε
Μήτε και τον σταυρό του έκαμε πλέον

Στην ακριβώς απ’ έξω άνοιξη
μια χελιδόνα άρχιζε να καματεύει λάσπη
από το περσινό λησμονημένο θέρος

Μέσα του η νύχτα ολοένα στα λευκά


ζ΄

Δεν είχε πια να πει δεν είχε να ποιήσει
Έκοβε δέντρα έκοβε έκοβε φύτευε βροχές
Καρτέραγε φωνή και συντριβή
καινούργιους καμηλιέρηδες άσημους τάχα
και το δαυλί που άναψε φωτιά από τα πέρα
το μελωμένο το σταμνί τον ουρανίσκο
με τη σάλπιγγα
αυτή

Έκοβε δέντρα έκοβε έκοβε φύτευε ιτιά
Και για να λέμε την αλήθεια
ήτανε πάντα μοναχός μέσα στο τόσο πράσινο
σε τόσο λαγαρό πλευρό
εκείνος

Καλά να λέμε και που ζει
Τόση ήταν η θύελλα τόση η πέτρα
Τόσα καντάρια τα όνειρα
Τόσα τα μέτρα η φλέβα τόσο το μέτρο η μοναξιά

ωραία ραγισμένος γυαλικό


η΄

Πάθη έντρομα μενεξεδί τρεμάμενα
Χειμέριοι ψίθυροι κρύο και πάλι κρύο
στη φωτιά στον πάγο

Και το ψωμί και η αγάπη
ένα μονάχα βήμα απ’ τόν ιδρώτα του νερού
Και πάντα στη φλυαρία της η άνοιξη
Σπυρί σπυρί η φωλιά
ο αϊτός της

Δρόμοι ρέμπελοι τώρα
Ανήμερα της φάτνης Κατοπινά του έρωτα
περιπατούν σακατεμένα πέλματα


θ΄

Σ’ αυτά τα τεντωμένα χέρια μέσα στα γυαλιά
η κοτσίδα της
βραχιόλι
άλλο μη δώσει αίμα ούτε τροφή
άλλον σφυγμό να μη μετρήσει

Χρώματα να καρφώνει αργά αργά
σαν κείνον που δεν έχει βιάση
να πάει δεν έχει
Κι απ’ το εκείθε της παλιάς οδύνης
τα δάχτυλα που βόσκουν με αναφιλητά
μες στους σακατεμένους κόμπους τους

μετράει


ι΄

Σήμερα τα δέντρα λησμόνησαν τον θάνατο
κράτησαν τα πουλιά και τα τραγούδια
Μέσα στον μαύρο άνθρακα του μέλλοντός τους

χτύπησαν φλέβα χλωρή
Εβάδισαν ορθά

Βαθιά ρυτίδα χάραζαν οι ρίζες
Τα ίχνη τους κόκκινο δάκρυ
Καθώς τα πετεινά χτυπιόντουσαν στ’ γκάθια
και τα τραγούδια πνίγονταν στον ήχο τους

Πάνω στη χλόη σερνόταν πράσινο φίδι
η ανάμνηση


κ΄

Μες στην καρδιά του κομποδεμένος πυρετός
η μαύρη πέτρα
Πουλιά τσιμπολογάνε κόκκινο απ’ τό έχος του
Μα τέλος πάντων
δεν θα βρεθεί ο ουρανός χωρίς σκυλιά
Δεν είναι πουθενά ορθή η σκια του μη ρωτήσεις
Σ’ αυτόν εκεί τον βράχο τον ξέρουμε απ’ τόν καιρό εκείνο
μ’ ένα πηγάδι κάτω απ’ τή μασχάλη του
Τη μια να ξεδιψάει το νερό

Την άλλη ένας δακρυσμένος ήχος η φωνή του



λ΄

Έκανε τα ποιήματα θηλιά
και την λαιμόδεσε στον αφαλό του φρέατος

Σε αποσαρίδια άλλων πλέον ημερών
σκυφτές σκιές ανατραβάνε γκρίζα φεγγαράκια
και φλέβες φλέβες να ιδεί το μάτι σου
χορδές πυρακτωμένες από τον πεθαμένο σταφυλίτη
του βυθού
φωνή ενός κόσμου άναυδου κι ανάποδα δεμένου
στο μανουάλι του επιταφίου του

Ο τόπος όλος γύρω ξενιτιά

Το μήλο το κυδώνι το μαντήλι
αρθρώνουν τον καημό ηπειρώτικα



μ΄

Όταν στο αίμα σου φανεί η ρωγμή
πες πως οι θάνατοι γενήκαν όνειρα
Οι ρίζες του πάλι θα σφυρίζουν
σαν θα γυρεύουν άλλον δρόμο να σωπάσουν

Το μέλαν κρίνο
Τον αρχάγγελο
Το ευγενικά θλιμμένο δείλι


ν΄

Σαν θες αλμύρα άλλη η έρημο
γύρνα τον κόσμο ανάποδα
της είπε
Να δεις μπορεί αλάξευτο τον έρωτα
Χειρόβολο λιανών καρπών κάτω από ακαλίγωτες οπλές
στις μέρες του Αλωνάρη

Διάβαινε και μάθε απ’ τήν ανάσα των χρωμάτων
Μάθε το μοβ του όνειρου
από τα μέσα του σύγκορμο ανατρίχιασμα
Τάξε την άβυσσο τον μαύρο ήλιο λύσε
Πλανήσου εσύ και πλάνεψε

Εμένα εδώ
κάτω απ’ τό ίδιο αλάτι θα με βρίσκεις
Να αδερφοφιλώ μια μια τις απορίες όλες
Να τις σμιλεύω αγκωνάρια για αποσταμένες σκέψεις
από την ξενιτιά του έρωτα
Κλαριά ερωτηματικά πέτρινα πια μέσα απ’ τή θλίψη
όπως θηρεύτηκαν αλαφιασμένοι βίσονες
μ’ ένα υστερνό μουγκανητό να πλέει ολόγυρα καρμίνιο

Πλανήσου εσύ
Βάδιζε βρες μάζευε φύτρα τα τραγούδια
μόλις τα γεννημένα απ’ τόν λυγμό
στο θειάφι ακόμα αβάφτιστα αθώα
Πλέξε τη γλώσσα της φωτιάς κάνε τη νύχτα ένα δαδί
της είπε

Στην πυρκαγιά οι δρόμοι όλοι που σε παίρνουν


ξ΄

Έγραψε ένα μεγάλο κόκκινο ποίημα
και το απόθεσε πλάι στα υπόλοιπα τα μήλα
που είχε πετροβολήσει απ’ τή ροδιά της
Η τάχα αγρεύσει μες στον κόρφο της
αλήθεια

Αδυνατών να βάλλει με τη σκέψη
έβαλε τα κλάματα

Άδειαζε γκαστρωμένη θάλασσα


ο΄

Το ίδιο μεγάλο κόκκινο ποίημα
το ‘ριξε κατόπιν στη φωτιά

Έπαιρνε όρκο
Στο κάρβουνο τριζοβολούσε ο λυγμός της


π΄

Εκεί που καίγανε τα όνειρα
έσκαβε εκείνος στα ποιήματα
Πελώριες παλάμες τα φτερά τους
όλες στο ίδιο το κορμί κεντούσαν
Τη μια όπως αρχίζει το νερό κι ο ψίθυρος
Την άλλη ωσάν γκρεμιέται

Τραγούδι από τη χόβολη
Από τη χλόη τοξάρι

Τώρα φωνήεντα με ρω και μι και σίγμα
έξω απ’ τήν πόρτα της σέρνουν τον θάνατο

Εκεί που ανάβανε κάτι θεόρατες φωτιές
Και ρίχνανε πρωί πρωί μίγδην τα ονείρατα
Έσκαβε εκείνος κι αναμόχλευε στη χόβολη
Γυρεύοντας ολημερίς ποιήματα
Έκαιγε ανήλεα τα χέρια του Τα δάχτυλά του κάρβουνο
Μια πυρκαγιά οι πατούσες του

Άναβε κι έσβηνε καθώς αναβοσβήνουν οι έρωτες
στα βλέμματα και της ερήμου
πλάνοι οι καθρέφτες

Παρέκει αγουροξυπνημένοι αγωγιάτες ζύγιαζαν
τον μόχθο και το μοχθηρό
ισορροπούντες στο σατέρι


ρ΄

Από την ξενιτιά τα χέρια του
Από τη μοναξιά τα δάχτυλά της
Τον ίδιο κόμπο ανεμίζουν

Αυτόν που στέκει στο λαιμό
αμαρτωλή μεταλαβιά
σάμπως ακούνητο σκυλί
μέρες στο δρόμο πεθαμένο


σ΄

Ίσως γυναίκα
Ίσως ο έρωτας σε κοφτερή στορύνη επάνω
Τρεις μέρες όνειρο μπορεί

Το χνάρι που άφησε δεν στέργει
άλλο
Στο βάθος των ματιών
καλπάζουνε φαριά αφηνιασμένα
οι μέρες τους


τ΄

Είπε
Θα γράψει μιαν αλήθεια στο λιθάρι
Κι ύστερα θα πάρει παραμάσχαλα
αφηνιασμένο θάνατο
να τον ταιριάξει με τα λυπημένα δέντρα
Εκεί μες στους βαθιούς τους ίσκιους
Όπου σαλεύει αίμα εκεί
Απ’ τα πολύ βαθιά κατώγια του η ανάσα
Από τον πορφυρό του ανθό να αναδεύουν πεθαμένοι
Τ’ αποθαμένα όλα από τα πριν
Τα δίχως σφυγμό κι από τα τώρα

Ολόξενος στο σπιτικό του μέσα
Με μιαν αγάπη στο μυαλό άδειες κορνίζες
Δρόμοι δίχως βηματησιές
Τα δαχτυλίδια δίχως κόμπους
τα μήλα και τα δάχτυλα χωρίς

Αλέθει δόντι απά σε δόντι
Από τους λαβυρίνθους ανασαίνει φθόγγο
Από τον πυρετό της ρίζας η ανάσα
Υπόκωφη με το στανιό
από της γης την παιδευμένη μήτρα

Μετράει τις απώλειες στον δείκτη
Απαριθμεί τις απουσίες στον αντίχειρα
Με την αριθμητική του ενστίκτου
τα βγάζει όλα λαβωμένα
λειψά λειψά τού βγαίνουν

Ετούτος ‘δώ κατά πώς ακούστηκε κοντά
Έπιανε χώμα ζύμωνε ψωμί
τάιζε ορφανά πουλάκια
Καλοί μου Ιδρώτα ιδρώτα ιδρώτα αφαλάτωνε
Την ερημιά ξεδίψαγε του κόσμου ολάκερου
Τα δέντρα έπαιρνε αγκαλιά
Επάνω στο ξερίζωμά τους άφηνε αναφιλητό

τραγούδι

Οι γειτονιές μας

 

Πρόσφατες αναρτήσεις

Αναζήτηση Videos

Πρόσφατα Videos

Εκδήλωση για τη μάχη στη Βρυτζάχα 2018

Category: Σούλι

Παρουσίαση βιβλίου "Η Ιστορία της Λιβίκιστας στην Οθωμανική Περίοδο" στο Ζωτικό Ιωαννίνων

Category: Παρουσιάσεις

Κοπή πίτας 2019 του Συλλόγου "Η ΒΡΥΤΖΑΧΑ" στο Ζωτικό

Παρουσίαση του βιβλίου του Δ.Μίχα "Η Ιστορία της Λιβίκιστας στην Οθωμανική περίοδο"