Αδελφότητα Ζωτικιωτών Αθήνας
Σύλλογος  Ζωτικιωτών "Η Βρυτζάχα"
Η ιστοσελίδα δημιουργήθηκε και συντηρείται από την Αδελφότητα Ζωτικιωτών Αθήνας

Αρχείο φωτογραφιών

Σύνδεση χρήστη

Επισκέψεις

6981259
ΣήμεραΣήμερα34
ΧθεςΧθες516
Τρέχουσα εβδομάδαΤρέχουσα εβδομάδα2927
Τρέχων μήναςΤρέχων μήνας3484
Γεν. ΣύνολοΓεν. Σύνολο6981259

Αμαρυλλίδος και Ιππεάστρου

του Φώτη Μότση

Ι. ΔΑΜΥΣ
α΄

Ο έρωτάς μας άγρια αυλακιά
στα όνειρα
Άσπρες βαρκούλες φορτωμένες λύκους
Ήλιος και ξενιτιά μαζί
Και ασημένιες λάμες στον αέρα


Ο έρωτάς μας δρόμος με έξαλλους τρελούς
Και με ογδόντα μαχαιριών τα στόματα

Μην μου τρομάζεις ακριβή
Στις λάμες όλες κρεμασμένο το φιλί
Και πια δεν σφάζουν
Σφάζονται τα μαχαίρια όλα

β΄

Μέσα σε τέτοιο πανηγύρι
μόνο σαν κλέφτης μπορώ να σε γυρέψω
να κλέψω άνοιξη απ΄ το σώμα σου
να σφίξω τη βροχή στη χούφτα μου
να πιώ τον ήλιο όλο
ώς το φάντασμά σου

Αχ, γίνε η νεράιδα
Μοίρασε τα καλούδια εσύ
Και με το πρώτο φως
γύρνα στον τόπο των αγγέλων


γ΄

Μακριά
Πολύ μακριά η φωνή σου
ντύνεται σιωπή

Και δεν με νοιάζει
Αυτό το σώμα το βουβό ένα λουλούδι ένας ανθός
ή δάκρυ ή φιλί θα το αναστήσει

Αυτόν τον ίσκιο που σε κυνηγά
ποιός θα τον κάνει θάνατο

δ΄

Έλα
διάγραψε τις κορυφογραμμές
τα ουράνια τόξα τους ορίζοντες
που θα σε βγάλουν
ολόισα στη μασχάλη μου

Θα σού φυλάω τον κάμπο όλο
για ν΄ απλώνεις τα μαλλιά σου

και τα ποτάμια θα ΄χω κρατημένα
να τα λούζεις
Έλα

ε΄

Έλα καλή
φόρεσε τα γαλανά νερά
ντύσου ποδέσου τη χαρά
και το γινάτι
Έλα

Α μη λησμονήσεις το περίστροφο
Όσο σού λείπει το μαχαίρι
μόνο η βουή σώζει τον ψίθυρο

στ΄

Τη μια είσαι όνειρο πουλιού
την άλλη η κοφτερή γαλάζια πέτρα
Παιδεύομαι πολύ να σε διακρίνω
να σε αντικρίσω ολάκερη

Να πάρε το σουγιά
Κάνε τον θάνατο κομμάτια
Τα μονοπάτια άνοιξε
να τα διαβείς ολόγδυτη

Όπως κι αν έρχεσαι
στα μάγουλά σου επάνω
καίγεται η φωτιά

ζ΄

Έρχονται βουνά φαντάσματα
από την Ήπειρο
καλόγεροι ντυμένα ψηλοί θεόρατοι
Όπου πατούν φυτρώνουν παπαρούνες
όπου διαβαίνουν χύνονται ποτάμια
Τα άγρια άλογα του Ζωτικού καλπάζουν
πάνωθέ τους

Από κοντά και τα πουλιά
Άλλα θρηνούν άλλα κρατούν το ντέφι
της χαράς

Χρυσή βροχή ολούθε

και χίλιοι ήλιοι να κρατούν σημαίες
με το ασημωμένο μήλο καρφωμένο στο σταυρό

Ψηλά ψηλά
στο κούτελο του στερεώματος
ένα δειλό χαμόγελό σου

η΄

Τις νύχτες έρχεσαι
κι αναζητάς το σκοτωμένο αίμα μου
το μαύρο
για να το σπείρεις με άγρια λουλούδια
στα βουνά
και να φυτρώνουν σύννεφα

Μα περιμένοντάς σε
έχω χαράξει τρεις οργιές γύρω απ΄ τον ύπνο μου
βαθιά μια τάφρο με τραγούδια
Και σαν σιμώνεις
τρελά πεντάγραμμα τινάζονται ψηλά
και σ΄ αγριεύουν

Αν θέλεις κόκκινο
ακριβή
πάρε το ζωντανό
απ΄ τα χείλη μου

θ΄

Ανοίγω το παράθυρο και μπαίνεις
Από τα στήθη σου αναδύονται ξανθά κοράλλια
Σωρό τα χελιδόνια στα μαλλιά σου
Σκύβεις και με φιλάς στο μέτωπο
γίνονται τα χελιδόνια κάδρα
Σκύβεις και με φιλάς στο στόμα
γίνονται τα κοράλλια πέρδικες

Πίσω απ΄ το τζάμι σε παίρνει πάλι η βροχή

ι΄

Στίχων ομίχλη
ανήμπορος σαλεύει ο πυρετός σου
Ολόχρυσο φιλί στον ουρανό
το χθεσινό σου όνειρο
Γυρτά μαλλιά κατά το πάτωμα οι σκέψεις σου
Δυό δυό γλιστρούν οι ακροβάτες
τα πουλιά
χάνονται κάτω από την πόρτα

Τα χέρια σου αγκαλιάζουν το δωμάτιο
βγαίνουν στη στέγη
Πετούν κατά τη θάλασσα τα κεραμίδια
ένα ένα
Αναζητούν τον ήλιο
την ηλικία των στίχων μου

Στο πλάι σου σιγά σιγά
αληθεύει ολάκερο το σώμα μου


ΙΙ. ΛΥΡΙΑ

α΄

Χιονίζει ασταμάτητα στον ύπνο μου
Απ΄ τα ψηλά τα όνειρα
ρίχνουν σχοινί και κατεβαίνουν
αντραλεμένα σύννεφα
ίσαμε το στέρνο μου
και σμίγουν με το χιόνι

Επάνω στο κατάλευκο σεντόνι
τα βήματά σου πάνε κι έρχονται
Βαθιά χαράζουν ίχνη

Μέσα στα γένια μου
κουρνιάζει μέρες τώρα ένα σπουργίτι
παγωμένο

β΄

Ι
Μην απορείς
πώς ξεδιψάει το χαμομήλι
Την έρημό του αντλεί
κι από την έρημό του η πυρκαγιά
Εκείνη φέρει τους μαστούς
τη συντροφιά
και το στεφάνι

ΙΙ
Μην απορείς
Εγώ την έσφαξα τη μοίρα
Την έσυρα στην ορεινή τη γη
την απαρνήθηκα
Και τα μαλλιά της έπλεξα αγράμπελη
για να ΄χω την κοτσίδα σου

για να σχοινοβατώ

Έτσι διαβαίνει ο έρωτας
πάνω απ΄ τον χάρο
Με χορό

ΙΙΙ
Μην απορείς
Εγώ σε αρνήθηκα για να πιστέψω
του ήλιου τα σημάδια των υδάτων
να φανούν τα πορτοκάλια
Ο πάγος με τα διαμάντια του όλα
να φανεί
Και η πυρά να φέγγει ώς πέρα μακρυά
ώς την αυλόθυρά σου

Να με αναζητάς τη νύχτα όλη ως πόθο
Στο φως στην καθαρή φωτιά
οι πνεύμονές σου

γ΄

Γυρίζουν μεθυσμένες οι σκιές
Κεράκι στην Αγιά Παρασκευή
Βουτιά στη στέρνα με το γάλα
με τα κρίνα

Όπου αποκοιμάται η σκέψη σου
μια τούφα βρίσκω στο βυθό τoύ δέλτα σου
Όπου αρμενίζει το κορμί σου
φυτρώνουν χέρια αγαπημένα

Όπου περπάτησες
Μύρα αρτεσιανά

δ΄

Χιλιόμετρα μακριά τυλίγονται
τα γένια μου
Α μην τ΄ ανέβεις
ανειδίκευτη
Γεννήσου άλλες δυό

στην τρίτη θα είσαι η απόσταση
που θα με περπατά

Θα στρώνεις το μετάξι
Από τα μέσα θα με πλάθεις

ε΄

Σιμώνω το ακρωτήρι
των χειλιών σου
Μ ένα φιλί τη θάλασσά σου ασημώνω

Πάλι το πρόσωπό σου
δύει
Τα φύκια βήματα θολά
Τι να προλάβω
Πώς να αναμερίσω
δυό τριαντάφυλλα επάνω
στο κορμί της θάλασσας

Πριν την απόγνωση πού φώλιαζες
Πώς θες να κλάψω άλλο
μέσα στο νερό

στ΄

΄Α! να ιδώ τα μάτια σου!
Τα φωτεινά μετέωρα
στην κόμη της ομίχλης

Τις δαχτυλήθρες με τον βυθό τον πράσινο
Τον μαγεμένο

ζ΄

Γύρισα
κλέφτης
όλες τις αυλές
Τους κήπους όλους έσυρα
στην πλάτη

Δίνω το παν
στην άκρια της πλάσης να κουρνιάσω
με τον καθρέφτη
μόνο
που σε αντικρίζει

η΄

Διαβαίνουν ήχοι
ανθοί πουλιά τραγούδια
Όλα σε μέλι
Σε μετάξι

Τον ήχο της βηματησιάς σου
θέλω
αυτόν που γίνεται σφυγμός
αυτόν που πνίγει το φιλί και το μαντήλι

θ΄

Πάρε μου τα μάτια
δώσε μου φιλί ξανά
Πάρε το φιλί
τη βέρα χάρισέ μου

αυτή που ολοκληρώνει κύκλο

αυτή που ωριμάζει τον καρπό

γυναίκα σε απιθώνει
στα δικά μου χέρια
Αυτή τη βέρα
Το δαχτυλίδι τού μαστού σου

ι΄

Οι μέρες μου φοριούνται τα αγερικά
της νύχτας
Στήνονται καταμεσής του δρόμου
πετροβολάνε τους περαστικούς
με ό,τι σταθεί μπροστά τους
βιολιά χαλίκια δέντρα
και ποδήλατα
Οι μέρες μου πουλάκια τρομαγμένα
μες στους σαράντα θάνατους
Άγουρες ακόμα κορασίδες
με το φιλί
με το φιλί καρφιτσωμένο με φιογκάκι
σε παιδικά λευκώματα
σε νήπια όνειρα
Οι μέρες μου χίλια καπούλια άλογα
που σέρνουν σαν αλέτρι τα γυαλιά
της νύχτας
Και τους καθρέφτες όλους που σε κοίταξαν
σπασμένους
θρύψαλα τους μαζεύουν μάτια που σε είδαν
που σε αντάμωσαν

Τις νύχτες κομματιάζω το κορμί σου
Το πρόσωπό σου θρυμματίζω
στα όνειρα
Μαύρα μαντήλια
συγκρατούν το αίμα
Γίνονται καρμίνιο
Γίνονται πουλιά αποδημητικά
τραβούν κατά τη μέρα
Σε ανασυνθέτουν και σε κλαίνε

Τις νύχτες είμαι ολοδικός σου
Ημερινός είμαι ένας αλήτης που απορεί
στα όνειρα που διέπραξε


ΙΙΙ. ΜΟΪΡΑ

α΄

Κάνε μια δυνατή βροχή μες στη γραφή μου
Ο λύχνος η ευχή το όνειρο να σμίξουν
Επάνω στο άσωτο κορμί σου να ΄βρει φωνή
ο ήχος μου
κάνε
όλα τα άραγε που σκύβουν πάνω από γκρεμό
να χωνευτούν στην απορία τους μέσα
κάνε
Κάνε τη σιωπή φως εκκωφαντικό του νου
Και τα σεντόνια σου κάτω από τα δάχτυλά μου
επιδερμίδα σφριγηλής οπώρας κάνε
ένας μεγάλος άνεμος να παίρνει όλη τη φωνή μου
Να δρασκελίζει τα βουνά τον ποταμό τον κάκτο
Να κάθεται στο παραθύρι σου βασιλικός θα γίνω
και στον καθρέφτη σου κάθε αυγή να στέκεται ίσκιος
Αχ κάνε
να μου μιλάς με σταυροδρόμια
κι εγώ να χύνομαι στην εθνική της τρέλας της χαράς
με τα εκατόν ογδόντα και
Κάνε να τραγουδώ απ΄ τα μάτια σου
Από τα χέρια σου να βλέπω
Απ΄ τα χαλάσματα της σκέψης μου να βγαίνουν αμαζόνες
απ΄ τα χαλάσματα του νου να βγαίνεις η αμαζόνα
Από το χνώτο σου την ομορφιά να ανασαίνω
Τη μέρα μου να την κινώ από τον κάλυκά σου
Κάνε
Μέσα στον στείρο θάνατο η γύρη όλου του κόσμου
στα ερωτηματικά αντίκρυ
Η μέρα
Κάνε

β΄

Μέσα στη διάφανη τη σάρκα σου διάφανη
όσο διασπείρεται η αυγή μέσα σε στίχο
πριν να γενεί η μέρα
αναπληρώνω κύτταρα
Γυρνώ ήχους ανάποδα
από την άνοιξή τους τούς φορώ
Αλλάζω το πολύτιμο
Ό,τι από καιρό συμμάζευα
με μια σου στάλα ανταλλάσσω
το σχήμα να ιδώ του ιδρώτα σου
το απέραντό σου χιόνι τη σιωπή
του αφαλού σου
το ανατρίχιασμα στο ασπράδι

Την έρημό σου να στραγγίξω μονορούφι
Να πιω από τα χείλη σου
Να φορεθώ τον λίβα να φυσήξω
μέσα απ΄ την κόμη του έρωτα

Απ΄ τον θεό δεν θα ανέμενα περίσσια

γ΄

Κοίτα να στρώσεις το κρεβάτι πυρετό
και τη βροχή να τη σχολάσεις
Ν΄ αλλάξεις το ξημέρωμα

στο ράφι τα μισά τα λόγια

Σε θέλω ολάκερη απ΄ το πρωί ίσαμε το χώμα
Σε κάθε φύλλο σε όλα τα νερά σε θέλω
Και στης κιθάρας την κοιλιά αναστεναγμό
σε θέλω

δ΄

Στην άλλη τη μεριά τού σύμπαντος
το αντηχείο της φωνής μου
Μάτι αλλήθωρο κοιτάει στα ίσα τα όνειρα
Βλέπει μονάχα όταν μεθυσμένο
με τους γκρεμούς ακούει
με το βαθύ ποτάμι με χαράδρα
Βλέπει μια σπιθαμή από το πλάι σου μονάχα
Δυό τρία απ΄ τα λιγνά πλευρά σου βλέπει
Μόνο τις μνήμες τη χαρά και το κοτσύφι
που άφησε στην πλάτη το φτερό του
στην πλάτη που δανείστηκες απ΄ τον καρπό
του κερασόδεντρου
μέχρι να γίνει η απαλάμη μου ηχώ
ν΄ αντιγυρίσει το κορμί σου

μέχρι να βγει το δάκρυ
να δώσει ο ανθός σημάδι

να σε πλάσουν

ε΄

Τις νύχτες έρχεσαι
και κατοικείς ό,τι περίσσεψε από τη μέρα μου
σε φως
Πάνω μου τρέχεις σαν νερό
Ξεπλένεις τον αυλόγυρο με μέντα
Κρεμάς τις φλέβες μου στο σύρμα
και φεύγεις πάλι με γυμνές πατούσες

Εγώ αναπνέω τη σκια σου
δίχως εκπνοή

στ΄

Τη μια φορά φορείς τον ήλιο
δεμένο απ΄ το στηθάκι σου την άλλη
σέρνεις τη βροχή
Ένα παράξενο δάσος η φωνή σου
Σφιχτά τα δάχτυλα των δέντρων
Σφιχτά κλαδιά δαγκώνουν
το τραγούδι μου

Το σώμα μου αποσπάται
ακολουθεί τον ήχο σου

Εγώ ακόμα κάτω από το αίμα
πυρετός

ζ΄

Δεν έχει όνειρα η νύχτα μου
μήτε βουνά απαντά
να περπατεί τον πόνο
ούτε και ήχο για να σβήνει έχει
ούτε ύπνο ούτε ελπίδα να κρυφτεί
Μονάχα διάφανο το σώμα σου
Από το ένα αίμα ώς την άλλη την πληγή
μονάχα μέρα
φως
Μια κιμωλία που ομολογεί
τον έρωτα ενός χεριού που ακόμα τρέμει
καθώς μαθαίνει να ψελλίζει τ΄ όνομά σου
Δέντρα μονάχα μέσα στην οδύνη
δέντρα που πυρπολεί ο πυρετός

Η νύχτα ήλιος μαύρος
ζεστό ακόμα κάρβουνο μέσα στο παν
Στα σωθικά του φεύγει αϋλώνεται

Κάθε κερί και κάθε άστρο που ανάβω
για ν΄ αντικρίσω τη γυμνή σου πλάτη
και το φτερό που σιάχνω ολημερίς
για να σε πλησιάζω
όταν χορεύεις μοναχή μέσα στα σύννεφα
πάνω σε δυό αστέρια μαύρα
με τα μαλλιά ψηλά δεμένα
απ΄ του θεού τον στεναγμό
από του γαλαξία τον κρύσταλλο

Η νύχτα κατακόκκινος νεοσσός
κάτω απ΄ τη στέγη των ονείρων μου
Μια σαστισμένη πυρκαγιά
Άμιρη πάντα η φωτιά
με τ΄ όνομά σου
η μοίρα μου

η΄

Άμιρη Ήριαμ Ριαμή
όπως και αν σε αναζητώ
ο ίδιος ο λυγμός διαβαίνεις τον καιρό
Αμαρυλλίδα κόσμημα διαβάτισσα
Του φθινοπώρου και της θλίψης
Η κλέφτρα στους αγρούς κι η κλέφτρα μέσα στη βροχή
Πίσω στην πλάτη σου σεργιάνισες καρδιές
Πίσω στη σκέψη σου σανίδια τα κεντήματα και οι ήλιοι
Ήλιοι σε ντύσανε ήλιοι σε αποθέσανε καταμεσής στον τόπο
Τώρα
εμένα κουβαλάς
τον στίχο μου τον ουρανό μου
που σκέπει όλες σου τις θύελλες
Τα μάτια σου όλα τα χωρεί το φως ολάκερα

Να ΄μαστε κιόλας μουσικές
φλόγες ψηλές ίσαμε το στερέωμα
και δάκρυα πριν καν το μάτι πριν ο πόνος
Ωστόσο γέλια ώς την ακρινή σπηλιά της αρτηρίας
Τώρα που αγρυπνούμε με λόγια άλλα διάφανα
Σε άλλους προορισμούς τις αναμνήσεις μας
Σε άλλα βάθη επωάζουμε έναν από τα σπάργανα
τυφλό κι από το παίδεμα ανελέητο
έρωτα
Τώρα άλλη σκέψη νους άλλος δεν δύναται να σε χωρεί
Πριν τελειώσει το τοπίο μου δεν θα ζωγραφιστείς αλλού
Φλόγα δεν θα ΄σαι μήτε γραφή ουδέ η θάλασσα ανεβασμένη
Μόνο δικιά μου
Μόνο δική μου
Ολοδική μου
Αμαρυλλίς
Γερά θεμέλια κατά το λεξικό
Βολβοί γεροί μες στην καρδιά μου
Δική μου λέωωω λέωωωωω λέωωωωωω δική μου
Αλλιώς σκοτώνω
Αλλιώς τη θάλασσα αμολάω και το λιθάρι από τα ύψη

Ισοπεδώνω
Δική μου είπα

θ΄

Σπάζω στα δεκαδυό το ποίημα
Κάνω τις συλλαβές του σβώλους
Πεντόβολα τις κάνω
για να χωρούν στη χούφτα σου κι ύστερα
σαν κλείσει η απαλάμη σου
εκεί να με κρατάς στη φανερή την κρύπτη
κάτω απ΄ το δέρμα σου ξυράφι
Εσαεί

ι΄

Χωρίς εσένα η ανάσα μου
είναι μονάχα ένα χρονόμετρο
Χωρίς εσένα είναι τα χέρια μου κισσός κομμένος
απ΄ τη ρίζα ακόμα σκαλωμένα
στην καρδιά της αίσθησης
Χωρίς εσένα είναι τα μάτια μου επαίτες
μέσα σε σούρουπο
και σε ομίχλη

Χωρίς εσένα αποξηραμένη λίμνη
Μες στην ιλύ ακόμα ο κύκνος


ΙV. ΑΛΩΕ

α΄

Αν είναι να σε βλέπω με τις λέξεις
δώσε μου δώσε μου δος μου φωνήεντα

Αν είναι να σε βλέπω με το χάδι
δώσε μου δώσε μου δος μου απαλάμες

Να ΄ρθω ν΄ αδράξω τις κοτσίδες
Τα χείλη σου να σύρω μακρυά

Να ΄χω να τα ρουφάω μόνος

β΄

Σαν είναι να νομοθετήσεις πάλι
θεέ του κόκκινου
ά! να με κολάσεις σου ζητώ
σε Ιππέαστρο

Μ΄ ένα φιλί της τα ηφαίστεια όλα
η Αμαρυλλίς τα σβήνει
Μέσα στον κόρφο της τη λυώνει τη φωτιά

Ανάβει τον παράδεισο

γ΄

Μετέωρος πάνω απ΄το κορμί σου
αναδιπλώνω τα ποτάμια μου όλα
σκέψεις τα κάνω
και σού τις κατεβάζω με σχοινί
Όταν ξανατραβώ
πυρακτωμένο σύρμα
καίει τα δάχτυλά μου
και στο καλάθι ραγισμένα άνθη

Το άρωμά σου ανάλλαχτο
της αμασχάλης σου

δ΄

Νωρίς είπες
Τρομάζω με φωτογραφίες με ουρανό με ήχους
Όταν φοράς τον ώμο τον λειψό
είσαι στο νυφικό της Ανδρομέδας
μα όχι με το αίμα του Κηφέα:
αλλού πατεί το χάλασμά σου
Και πάντως δεν τηνε κρατάει το στεφάνι του Περσέα
ως προς τους δρόμους και τους έρωτες
Πληγή δεν ήτανε ποτέ η Ανδρομέδα
Ένα τραγούδι
Μονόγραμμα στη φορεσιά μας ήταν

Δυό δυό τις τσάκισε τις συλλαβές του έρωτα
βλαστούς
ακόμα

ε΄

Κάτι πελώριες φωνές σέρνουνε ρόδα ήλιους έρωτες
Πατάνε με γινάτι το σταφύλι
και τραγουδούν από τα χείλη σου
και τραγουδάν από τα χείλη σου τα περιστέρια
Γυναίκα, α!
κάτι τσαμπιά από ύπνους κρεμασμένα στο κατώφλι της αγρύπνιας
κάτι κωλοφωτιές που ξαναφέρνουν μέσα από τον ύπνο τη φωτιά
και κάποια χαλινάρια στου πουλιού το ράμφος

Κάπου αντιλαλεί το φως/
Επάνω στο αλαβάστρινο μερί σου
σιμώνουνε ξανά οι πυγολαμπίδες
Οι αγκαλιές συγκρούονται δόντι με δόντι
Στο μπράτσο δερματόστικτη Μαρία η Αμαρυλλίς
χτικιό ασβέστης χάλασμα υδράργυρος
που ρέει ώς κάτω από τον αφαλό και πέρα
ώς τα νερά

Απ΄ τον βουβό τον ήχο έρχομαι κριάρι

στ΄

Στην πίσω την αυλή σου κατοικώ τα βράδια
και κυνηγώ το σώμα σου με λιθαράκια
Περνώ σπουργίτια κάτω από την πόρτα σου
για να μού φέρουν ψίχουλα απ΄ τον ύπνο σου
χρώμα από τα όνειρά σου να ΄χω
Και στο παράθυρό σου κάτι από στίχο κι από δάκρυ
αφήνω σαν την πρωινή την πάχνη
σαν τη σφιχτή την αγκαλιά που χάνεται μέσα στον πόνο
σαν το δρομάκι λίγο πριν απ΄ το κορμί της θάλασσας
λίγο πριν γίνει βότσαλο και άμμος

Και είναι απέραντη η αυλή όση και η νύχτα σου
η πίσω από το σπίτι σου
Χωράει τις χαρακιές μου όλες
χωρεί την τάξη όλων σου των σκέψεων
χωρεί την τρικυμία μου όλη/ τον βωμό

Στην πίσω την αυλή σου κατοικώ τα βράδια
Βαθιά στις κόρες των ματιών σου κατοικώ
Στο δυνατό το φως σακατεμένος
πλήρης στα όνειρα/
ακέραιος σεισμός πάνω από τη γη
εντός σου

Τινάζεις ροδοπέταλα λαβαίνω θάλασσα
Τινάζω το παράπονο λαβαίνεις τα νησιά

ζ΄

Τα χείλη μου λιπόθυμα από καιρό στον ώμο σου
τα παίρνει ο άνεμος μαζί με το μετάξι των μαλλιών σου
Τα κάνει ανεμόσκαλα πεντάγραμμη
για ν΄ ανεβαίνει ώς το στόμα μου ο λυγμός σου
Τραγούδι και φιλί

Έρχεσαι/ τρέχουν τα ρυάκια το άρωμα
Έρχεσαι/
από το χέρι του θεού μοιράζεται το σώμα σου
Ο άρτος


η΄

Ήρθες βροχή
Το χνώτο πάνω στη φτερούγα τού πουλιού/
Παιδούλι από τα πέρα
Με το δαυλί στο χέρι
και με νοτιά στις τσέπες σου
για να το συδαυλίζει
Ήρθες ν΄ ανάψεις τη φωτιά
Το κρύο ήρθες
Έκτοτε μια πυρκαγιά
Δάχτυλα/χέρια σε όλο το κορμί σου
Όλα δικά σου τα μαλλιά που με ημερεύουν
Κι αυτός ο πάντα ωραίος ουρανός
που αρχινάει από τον αφαλό
και πνίγεται στα βλέφαρα τού ανθού σου
τεμαχισμένο ένα ποτάμι
από μαχαίρια δυό
στα τέσσερα

Ας μοιραστεί ετούτο το ψωμί/
φέτες το σώμα σου στα χέρια των αγγέλων
Εγώ θα το κρατήσω το δαδί που μού ΄φερες
Ὅ,τι σε ακουμπά
θα γίνεται ξανά η βροχή
που θα με καίει


θ΄

Βάζεις στα βιαστικά το φόρεμά σου
φορείς της μέρας σου το βλέμμα
τοποθετείς τα όνειρα στην ιματιοθήκη
ένα προς ένα διπλωμένα και με τάξη
Και δεν ξεχνάς το μεσοφόρι σου επάνω στο σκαμνί/
είναι αργά να πλανευτούμε
Ταξινομείς τη μέρα στα κομμάτια της/
στρώνεις για πρωινό
Η τελευταία η ματιά στο αλώνι
μην τύχει κι έχουν απομείνει τρίχες απ΄ τα γένια του
μην τύχει κι έχει αφήσει πέτσα μες στα νύχια σου
μην είναι ζωντανά τα δάκρυα στο μαξιλάρι
και σπαρταράνε ακόμα

Τώρα τι θες και με κοιτάς/
θα βρω τον τρόπο και τον δρόμο
να ξαναφύγω κλέφτης
Μην μού παρατηρείς σ΄ αυτόν τον τόνο πως
ξέχασα τη σκάλα: θα φτερουγίσω/ μη σε νοιάζει
Έτσι όπως ήρθα φεύγω/ μ΄ έχεις μάθει
Ανυπεράσπιστος δαγκώνω
και δαγκώνομαι με ό,τι βρω/
ένας ανεμοστρόβιλος
κάνει γυαλιά καρφιά το σύμπαν

καθώς εκσφενδονίζομαι στα πόδια σου/
θρύψαλα σ΄ όλο το δωμάτιο/
Και τα φιλιά τεμαχισμένα να σφαδάζουν
μες στο αίμα/
Μες στα τρελά τα κόκκινα/
Στην πιπεριά και στα κεράσια

Οι γειτονιές μας

 

Πρόσφατες αναρτήσεις

Αναζήτηση Videos

Πρόσφατα Videos

Τα τσίπουρα στο Ζωτικό. Από Φώτης Μότσης

Category: Αφιερώματα

Εκδήλωση για τη μάχη στη Βρυτζάχα 2018

Category: Σούλι

Κοπή πίτας 2019 του Συλλόγου "Η ΒΡΥΤΖΑΧΑ" στο Ζωτικό

Παρουσίαση του βιβλίου του Δ.Μίχα "Η Ιστορία της Λιβίκιστας στην Οθωμανική περίοδο"