Αδελφότητα Ζωτικιωτών Αθήνας
Σύλλογος  Ζωτικιωτών "Η Βρυτζάχα"
Η ιστοσελίδα δημιουργήθηκε και συντηρείται από την Αδελφότητα Ζωτικιωτών Αθήνας

Αρχείο φωτογραφιών

Σύνδεση χρήστη

Επισκέψεις

6959560
ΣήμεραΣήμερα402
ΧθεςΧθες433
Τρέχουσα εβδομάδαΤρέχουσα εβδομάδα835
Τρέχων μήναςΤρέχων μήνας8495
Γεν. ΣύνολοΓεν. Σύνολο6959560

Η φιλοσοφία των κυνικών: Αντισθένης - Διογένης - Κράτης

Οι «Κυνικοί» ήταν Φιλοσοφική Σχολή, και µάλιστα µία από τις µακροβιότερες. Τίποτε στη ζωή, έλεγε ο ∆ιογένης, δεν επιτυγχάνεται χωρίς άσκηση, και η άσκηση αυτή µπορεί να υπερνικήσει κάθε εµπόδιο. Επειδή για να ζήσει κανείς ευτυχισµένα πρέπει να διαλέξει, αντί για τους άχρηστους κόπους, εκείνους που είναι ταιριαστοί µε τη φύση, η δυστυχία οφείλεται στην αφροσύνη. Γιατί ακόµη και η περιφρόνηση της ηδονής είναι γλυκύτατη όταν την έχει κατακτήσει κανείς έπειτα από άσκηση, και όπως εκείνοι που έχουν συνηθίσει να ζουν µε ηδονές, µε µεγάλη δυσαρέσκεια πηγαίνουν στο αντίθετο, έτσι κι εκείνοι που έχουν ασκηθεί στο αντίθετο καταφρονούν τις ηδονές µε µεγαλύτερη απόλαυση.

Έχουµε εδώ ένα ευαγγέλιο που κηρύσσει την ανδρεία, την ανεξαρτησία, αυτοπειθαρχία, λιτότητα, εργασία. ∆εν είναι τυχαίο ότι οι Κυνικοί είχαν για ιερό πρότυπό τους τον Ηρακλή, τον δυνατό άντρα που ταξίδεψε σ’ ολόκληρο τον κόσµο απελευθερώνοντας τους ανθρώπους από τα τέρατα που τους επιβουλεύονταν. Το ραβδί και ο µανδύας του Κυνικού συµβόλιζαν το ρόπαλο και τη λεοντή του Ηρακλή: ο Κυνικός ξαναζούσε τον ανέστιο, πλάνητα βίο του Ήρωά του και διδασκόταν από τους περίφηµους ∆ώδεκα Άθλους του πώς πρέπει να είναι ο σωστός άντρας.

Ο Κυνικός είναι ο πρώτος ασκητής της ∆ύσης. Είναι όµως κάτι περισσότερο από ασκητής ή ακόµη και ηθικολόγος: ως πραγµατικός Έλληνας βασίζει την ύπαρξή του σε µία Λογική Αρχή την οποία και προσπαθεί να ακολουθήσει ως τις ύστατες λογικές συνέπειές της. Ο τρόπος αυτός τον οδηγεί να σχηµατίσει συγκεκριµένες απόψεις, που αρκούν ώστε να εξηγηθούν οι φήµες γύρω από το όνοµά του. Ot ηδονές της ζωής απορρίπτονται ως εµπόδια για την ελευθερία. Το ίδιο και οι κοινωνικές συµβάσεις. Οι Κυνικοί ήσαν αποφασισµένοι να δουν τα πράγµατα στις σωστές τους διαστάσεις κι ήσαν οι πρώτοι που κήρυξαν τον πόλεµο ενάντια σε κάθε τι το υποκριτικό ή κάλπικο - έναν πόλεµο που στον 20ο  αιώνα απέκτησε πολλούς µαχητές, µεταξύ των οποίων και οι Καρλάιλ και Μπέρναρντ Σω. Η διαφορά των Κυνικών µε τους σύγχρονους είναι ότι διεξήγαγαν την εκστρατεία τους µε την πιο αδυσώπητη λογική και, κυρίως, ότι εφάρµοζαν αυτά που δίδασκαν. Έτσι δεν δίσταζαν να σκανδαλίσουν τους ευπρεπείς µε τα λεγόµενά τους και τις πράξεις τους, υποστηρίζοντας πως δεν πρέπει να ντρεπόµαστε για ό, τι είναι φυσικό και πως ό, τι γίνεται µπορεί να συζητιέται ανοιχτά. Αυτή η ωµή ειλικρίνεια είναι το µοναδικό χαρακτηριστικό τους που διασώζεται ακόµη στη λέξη «Κυνικός». Ορισµένα γνωµικά τους εξηγούν αυτήν την εσκεµµένη προσπάθεια να κατατροπώσουν τη συµβατικότητα.

Βλέποντας έναν καλοντυµένο κύριο να καµαρώνει για το φάρδος της πορφύρας του, ο ∆ηµώναξ έσκυψε στο αυτί του, και πιάνοντας το ρούχο τού είπε: «Τούτο εδώ πριν από σένα το φορούσε ένα πρόβατο· κι έµεινε πρόβατο». (Λουκιαν. ∆ηµώναξ 41).

Οι «Κυνικοί», ήσαν πνευµατικοί απόγονοι του Σωκράτους, ανήκοντας στις Σχολές που απεκλήθησαν «Ελάσσονες Σωκρατικοί», αν και ως προς τη µέθοδο της διδασκαλίας τους έλαβαν αρκετά στοιχεία από τους «Σοφιστές». Για τον Αντισθένη και τους µαθητές του, η Φιλοσοφία είναι καθαρά κοσµική σοφία (χαρακτηριστική είναι µάλιστα η ρήση του πρώτου ότι «τότε οι πόλεις χάνονται, όταν δεν µπορούν να ξεχωρίσουν τους κακούς από τους καλούς»), ενώ η Αρετή, αν και εξακολουθεί να παραµένει σκοπός του βίου, είναι κάτι το απολύτως πρακτικό που δεν χρειάζεται ούτε πολλά λόγια, ούτε επίπονη εκπαίδευση. Η Αρετή, που είναι κάτι το υπαρκτό, µπορεί να διδαχθεί µε πολύ απλό τρόπο στον άνθρωπο, αφού η αρχή για τη µάθηση είναι η προσεκτική σπουδή των λέξεων και αν µάλιστα αυτή (δηλ. η Αρετή) κάποτε κατακτηθεί, είναι παντελώς αδύνατον να χαθεί.

Για τους «Κυνικούς», ο λόγος λειτουργεί µόνον στο να αποφαίνεται για το τι υπάρχει ή υπήρχε ενώ τα αγαθά διακρίνονται µόνο σε δύο κατηγορίες, τα εξωτερικά (ιδιοκτησία, σωµατική ηδονή, πολυτέλεια) και τα εσωτερικά. Στα δεύτερα είναι που ανήκει το κατ’ εξοχήν ζητούµενο των φιλοσόφων, δηλαδή η ασφαλής γνώση της Αληθείας και του Εαυτού.

Οι «Κυνικοί», κηρύσσουν ωστόσο µία «έµπρακτη» ηθική, κατά την οποία η Αρετή όλως «παραδόξως» δεν εξαρτάται από τη Γνώση, αλλά είναι αποτέλεσµα ασκήσεως, εθισµού και αυτοελέγχου. Με πρότυπο τον Ηρακλή, καλούν σε προσωπική αυτάρκεια µέσω της απαλλαγής από τις λεγόµενες ανάγκες, αλλά και µέσω της πόρευσης σε έναν φυσικό τρόπο καθηµερινού βίου, µε απλότητα, σκληραγωγία και αυτοδιάθεση. Ο «σοφός» των «Κυνικών» είναι ΑΥΤΑΡΚΗΣ, αφού έχει (µε το να είναι τέτοιος) τον πλούτο όλων των ανθρώπων.

∆ίνοντας συνεπώς έµφαση στον καθηµερινό Τρόπο αντί στη Θεωρία, οι «Κυνικοί» επίγονοι του Αντισθένους, ταξίδευσαν µε ιεραποστολική σχεδόν διάθεση από άκρου σε άκρο του Ελληνιστικού και Ρωµαϊκού κόσµου. Ήταν ντυµένοι πτωχικά, µ’ ένα σακούλι στον ώµο για τη λιγοστή τροφή τους, αντισυµβατικοί σε όλους τους τοµείς (κατά κανόνα αρνούµενοι ακόµη και εκείνους τους συγκεκριµένους τοµείς της κοινωνικότητας που αναµφίβολα σεβόταν και τιµούσε ο ιδρυτής τους Αντισθένης), βρώµικοι, ατηµέλητοι και προκλητικοί τόσο στα λόγια όσο και στα έργα τους, και καθιέρωσαν περισσότερο µία φιγούρα στάσεως, µορφής και συµπεριφοράς, παρά ένα οργανωµένο φιλοσοφικό σύστηµα.

 

Οι Θέσεις των Κυνικών

Για µία γρήγορη όσο και πλήρη κατανόηση των «Κυνικών», χρήσιµο είναι, να συνοψίσουµε στις ακόλουθες δέκα τις κύριες φιλοσοφικές θέσεις τους.

ΘΕΣΗ 1. Κατά τους «Κυνικούς», η Φιλοσοφία οφείλει ν’ ασχολείται µε την καθηµερινή ζωή και µε κάθε τι που είναι συγκεκριµένο και απτό και να παρακάµπτει, ως µαταιοπονία, τον κόσµο των αφηρηµένων εννοιών. • Για την Αρετή, η οποία ορίζεται ως σκοπός της ζωής, δεν απαιτείται πολυµάθεια, και στην κατάκτησή της δεν συντελεί διόλου η µελέτη πολύπλοκων αντικειµένων όπως η Γεωµετρία, η Μουσική και η Λογοτεχνία. Ανίσχυρες και παραπλανητικές είναι επίσης όλες οι Τυπική Εικόνα Κυνικού ενασχολήσεις µε µεταφυσικά, γλωσσολογικά και επιστηµονικά ζητήµατα. Ως βασικά εργαλεία διακίνησης των ιδεών της Σχολής αναγνωρίζονται µόνον το έµπρακτο παράδειγµα και η συγγραφή «διατριβών» και «σάτιρας».

ΘΕΣΗ 2.Σηµαντικό είναι το απτό άτοµο και όχι η αόριστη και γενική έννοια «Ανθρωπότης» και η λεγοµένη «κοινή ανθρώπινη φύσις». Το «καλό» ισχύει για τον κάθε άνθρωπο ξεχωριστά, σε προσωπική βάση, και η «ευδαιµονία» αποκτάται µε την εξασφάλιση της µέγιστης δυνατής εσωτερικής αυτάρκειας µέσω της απελευθέρωσης από τις µεταβολές της Τύχης και των άλλων εξωτερικών του εαυτού (και συχνά απειλητικών προς αυτόν) δυνάµεων του κόσµου. Ο «ευδαίµων» άνθρωπος οφείλει να είναι επιµόνως αδιάφορος και υποµονετικός απέναντι στις όποιες συµφορές. Το κέντρο βάρους της ηθικής και της συνειδησιακής αλλαγής τοποθετείται από τους Κυνικούς αποκλειστικώς στο άτοµο, πέρα από κάθε εξωτερικό δεδοµένο, όπως θεσµούς, συνήθειες, απόψεις, έξεις, κανόνες, παρορµήσεις, σχέσεις. Η όποια αλλαγή και βελτίωση είναι αποκλειστικώς εσωτερική ανθρώπινη υπόθεση, εντελώς ανεξάρτητη από την όποια κοινωνική, πολιτισµική, πολιτική και οικονοµική πραγµατικότητα. Η εσωτερική συνειδησιακή αλλαγή είναι απείρως πιο σηµαντική από κάθε πολιτικοκοινωνική τέτοια, σε βαθµό που η τελευταία να καθίσταται ακόµη και αδιάφορη.

ΘΕΣΗ 3.Πρέπει να αντιµετωπισθούν µε τη µέγιστη περιφρόνηση τα όσα αιχµαλωτίζουν τους ανθρώπους στα δεσµά των «αναγκών», δηλαδή ο πλούτος, η πολυτέλεια, τα αξιώµατα, η δόξα, οι απολαύσεις κ.ά. Η ειρήνη του πνεύµατος και η ακµή του σώµατος, κατακτώνται µέσω µίας απλής και λιτής διαβιώσεως, της λεγόµενης «εντίµου πενίας». Στον άµετρο και αφιλοσόφητο άνθρωπο, τα αποκτήµατα κατά κανόνα γίνονται αδυσώπητοι και εκνευριστικοί κτήτορες, και η λεγοµένη «κοινωνική θέση» ή τα διάφορα αξιώµατα γίνονται δυνάστες των κατόχων τους, τους οποίους εν τέλει καταπίνουν. Ο Κράτης αποκαλεί «ηµιονηγούς» τους στρατηγούς, ενώ κατά τον ∆ιογένη ο «Κυνικός» είναι πιο προνοµιούχος από τον θεωρητικώς ισχυρότερο όλων των ανθρώπων, τον τύραννο, επειδή ο τελευταίος έχει πάρα πολλά να χάσει, άρα και πάρα πολλές αιτίες για να φοβηθεί. Ενώ ο τύραννος τρέµει συνεχώς, ο «Κυνικός» δεν φοβάται απολύτως τίποτε, διότι δεν έχει, ή δεν θεωρεί, τίποτε δικό του, αλλά αντιθέτως, χαλαρωµένος και εσαεί ελεύθερος, κυριαρχεί απολύτως πάνω στον φόβο του ως «το µόνο πράγµα που όντως έχει νόηµα να φοβάται κανείς».

ΘΕΣΗ 4.Η εµπειρία και η µέσω των αισθήσεων αντίληψη, αποτελούν τη µοναδική πηγή της Γνώσης. H µεγαλύτερη από όλες τις ανοησίες είναι το να παίρνει κανείς την ίδια τη ζωή στα σοβαρά, ή, έστω, περισσότερο σοβαρά από όσο η ίδια η φύση της απαιτεί, ως διαδροµή περισσότερο παρά ως άπαν. Ο βίος δεν είναι παρά µία διασκεδαστική περιπέτεια, µία πορεία µέσα από φιλικά ή εχθρικά δεδοµένα και καταστάσεις, και ο θάνατος απλώς το υποχρεωτικό πέρασµα εκτός του ζωντανού κόσµου σε κάποια δεδοµένη χρονική στιγµή, άρα παντελώς αδιάφορος. Οι νεκροί εκ των πραγµάτων δεν υποφέρουν, οι δε ζώντες για να µην υποφέρουν οφείλουν πρωτίστως να κατανικήσουν τον φόβο του θανάτου. Όπως τονίζει ο ∆ιογένης, η ετοιµότητα του ανθρώπου να πεθάνει ανά πάσα στιγµή είναι εκείνη που τον κάνει πραγµατικά ευτυχή και ελεύθερο.

ΘΕΣΗ 5.Ως συνέπεια των ανωτέρω, οι Κυνικοί, όπως και οι Στωικοί µε την αυτή συλλογιστική βάση, επιδοκιµάζουν την «εύλογο» αυτοκτονία, δηλαδή την εθελουσία αποχώρηση από τον βίο ως το κατεξοχήν και πάντοτε πρόχειρο εργαλείο εξασφαλίσεως της Αξιοπρέπειας και Ελευθερίας. Το ίδιο επιδοκιµάζουν την ευσπλαχνική ευθανασία και όχι αδίκως βεβαίως, αφού, όπως σηµειώνει ο Τζαίησον Ξενάκης, «η στάση απέναντι στο δικαίωµα των ανθρώπων να πεθάνουν είναι σηµαντική ένδειξη για το πόσο ανθρωπιστική είναι µία κοινωνία».

ΘΕΣΗ 6.Ο πραγµατικά σοφός πρέπει να στέκει αντίθετος στη χρήση γενικών εννοιών και να καλλιεργεί τον αντιϊδεαλισµό και τον σχετικισµό. Η «Αρετή» και η «Κακία», υπό την κυρίαρχη, συµβατική και γενική χρήση τους, είναι απλώς λέξεις κενές.

ΘΕΣΗ 7. Υπάρχει θεµελιώδης διαφορά ανάµεσα στη «Φύση» (η οποία στηρίζεται στο «Είναι») και το «Νόµο» (ο οποίος στηρίζεται στο «Έθιµο»). Όλοι οι κοινωνικοί θεσµοί είναι συµβατικοί και τεχνητοί, αλλά και αµείλικτοι στραγγαλιστές της ατοµικής ελευθερίας αν κανείς διαπράξει το σφάλµα να τους πάρει στα σοβαρά. Η πραγµατική απελευθέρωση (από- ελευθέρωση), επιτυγχάνεται µέσω της εκ θεµελίων επαναξιολόγησης όλων των αξιών και της συνειδητοποίησης του απρόσµενα µεγάλου αριθµού πραγµάτων που µπορούν να διαγνωσθούν, και εν συνεχεία ν’ αντιµετωπισθούν ως περιττά ή παντελώς άχρηστα.

Πολιτισµός σηµαίνει κατακλυσµός από άχρηστα αντικείµενα, σκουπιδοπαραγωγή, σκουπιδοσυλλογή, σκουπιδαποθησαύρισµα και σκουπιδολατρία, συνεπώς ο «Κυνικός» οφείλει να διαβιεί µε τρόπο που να αποδεικνύει το πόσο ελάχιστα είναι τα πράγµατα τα οποία όντως απαιτεί ένας βίος Ελευθερίας και αυτο- εξάρτησης.

Το ιδανικό του «Κυνικού», είναι η πλήρης απουσία των οποιωνδήποτε δεσµών. Όταν µηδενίζεται η ένταξη, µηδενίζονται οι απώλειες και συνεπώς ο άνθρωπος µένει αυτάρκης, αυτεξούσιος και ευδαίµων, όπως ένας ένσαρκος Θεός, του οποίου οι πραγµατικές ανάγκες περιορίζονται στη βιολογική διατήρηση και µόνον εκεί. Οι πραγµατικοί Θεοί θεωρούνται τέτοιοι, επειδή ακριβώς δεν χρειάζονται απολύτως τίποτε και η Αυτάρκεια είναι πρωτεύον χαρακτηριστικό τους.

ΘΕΣΗ 8. Ως υπογράµµιση της ανθρώπινης αυτάρκειας, ο «Κυνικός» δεν χρειάζεται καν τον λεγόµενο προσωπικό χώρο, για τον οποίο πασχίζουν σε όλον τους τον βίο οι άλλοι άνθρωποι, αλλά αντιθέτως λειτουργεί πάντοτε δηµοσίως, ακόµη και στις περιπτώσεις του φαγητού, του ύπνου ή και αυτού ακόµη του ερωτισµού. Σε αντίθεση προς τα ισχύοντα, το να κρύβεται κανείς καθ’ οιονδήποτε τρόπο, για τον «Κυνικό» αποτελεί όνειδος, επειδή καταδεικνύει φοβικότητα, υποκρισία και αρρωστηµένη µυστικοπάθεια. Ο Κράτης και η Ιππαρχία αποτολµούν να κάνουν δηµοσίως έρωτα, ενώ ο ∆ιογένης, αυνανιζόµενος στο κέντρο της Αγοράς, αναφωνεί ότι είναι κρίµα από τη φύση να µη µπορούν οι θνητοί να χορτάσουν αναλόγως την πείνα τους χαϊδεύοντας απλώς την κοιλιά τους.

ΘΕΣΗ 9. Για τους «Κυνικούς», ακόµη και οι θρησκείες είναι «προϊόντα ανθρώπινης συνήθειας». Κατ’ αυτούς, ο Κόσµος διοικείται από έναν «Θείο Νου», που δεν µπορεί ν’ αναπαρασταθεί µε εικόνα διότι, απλώς, τίποτε επί γης δεν οµοιάζει προς αυτόν. Οι Θεοί πάντως του Εθνικού Πολυθεϊσµού, µπορούν να θεωρηθούν «πολλές µορφές» αυτού του «Θείου Νοός», οπότε η ερµηνεία της φύσεώς τους καθίσταται δυνατή µέσω της αλληγορίας.

ΘΕΣΗ 10.Η Αρετή είναι διδακτέα και από τη στιγµή που θα κατακτηθεί είναι παντελώς αδύνατον να χαθεί. Ο κάτοχός της, ο «Κυνικός» σοφός, είναι απολύτως  ελεύθερος και αυτάρκης, αφού, µε το να είναι τέτοιος, κατέχει όλον τον πλούτο που µπορεί να αφορά την ανθρώπινη φύση.

Σε αντίθεση προς αυτό που πάρα πολλοί πιστεύουν, η µη συµβατικότητα του «Κυνικού» δεν είναι απλώς ένα εντόνως δραµατικό µέσον για την επίτευξη ενός σκοπού ή για την άµεση ενόχληση του µέσου, συµβατικού ανθρώπου, µε την ελπίδα ενός πιθανού αφυπνιστικού σοκ, αλλά αποτελεί, όπως πολύ σωστά τόνισε ο Ξενάκης, «αναπόσπαστο στοιχείο της προσωπικότητας του Κυνικού, που είναι ακέραιος και συνεπής. Αυτό που λέει το εννοεί και αυτό που πρεσβεύει το εφαρµόζει».

 

ΑΝΤΙΣΘΕΝΗΣ

Θεµελιωτής της Κυνικής φιλοσοφίας θεωρείται ο Αντισθένης, 445-360 π.Χ., την οποία ριζοσπαστικότερα διαµόρφωσε ο ∆ιογένης.

Ο Αντισθένης γεννήθηκε στην Αθήνα µα δεν ήταν γνήσιος πολίτης της, µια και η µάνα του ήταν θριακιώτισσα σκλάβα. Επειδή δεν είχε το δικαίωµα να γυµνάζεται και να συναναστρέφεται παντού, όπως όλοι οι γνήσιοι Αθηναίοι, αναγκαζόταν να πηγαίνει στο Κυνοσάργες, ένα από τα τρία µεγάλα γυµναστήρια της Αθήνας, που, όµως, βρισκόταν έξω από το τείχος της πόλης.  Ο Αντισθένης υπήρξε άνθρωπος που ήθελε να µαθαίνει. Πρώτα άκουσε τη διδασκαλία του σοφιστή Γοργία. Εργαζόταν ήδη σα δάσκαλος, όταν γνώρισε το Σωκράτη, στου οποίου τον όµιλο προσκολλήθηκε από τότε µε µεγάλη ευλάβεια. Συµπαραστάθηκε στον Σωκράτη µέχρι τις τελευταίες στιγµές του στο δεσµωτήριο (399 π.Χ.). Ο κυνικός αυτός φιλόσοφος, εξαιτίας του Γοργία, ενδιαφέρθηκε αρχικά για τη ρητορική και µελέτησε βαθιά τη γλώσσα σαν φορέα αλήθειας. Ο Σωκράτης, πάλιν του έστρεψε την προσοχή στα ηθικά προβλήµατα. Ο Γοργίας (περίπου 483-385 π.X.) γεννήθηκε στους Λεοντίνους της Σικελίας, και γρήγορα απόκτησε µεγάλη φήµη ως δάσκαλος της ρητορικής τέχνης. Όπως και οι άλλοι σοφιστές γυρνούσε στις διάφορες πόλεις, όπου έκανε επίδειξη της τέχνης του και δίδασκε τους νέους έναντι αµοιβής. Είχε ιδιαίτερη ικανότητα στο να αυτοσχεδιάζει και να προκαλεί στο ακροατήριό του ερωτήσεις στις οποίες έδινε αµέσως απάντηση.

Ο Αντισθένης υπήρξε µαθητής και του Ιππία. Ήταν σύγχρονος του Πλάτωνα, φίλος του Σωκράτη.  Ο  Ιππίας ο Ηλείος ήταν σοφιστής των χρόνων του Σωκράτη, σύγχρονος του Πρωταγόρα (5ος π.Χ. αι.). ∆ίδαξε στην Αθήνα. Έργα του, “Τρωϊκός λόγος”, “Ολυµπιονικών αναγραφή” και “Εθνών ονοµασίες”. Σηµαντικές πληροφορίες για τον Ιππία παρέχονται από τους διαλόγους του Πλάτωνα “Ιππίας µείζων” και “Ιππίας ελάσσων”. Η αυθεντικότητα του δεύτερου έργου αµφισβητείται.

Μετά το θάνατο του δασκάλου του, ίδρυσε φιλοσοφική Σχολή στο Γυµνάσιο του Κυνοσάργους, που είχε για προστάτη τον Ηρακλή. Το Γυµνάσιο του Κυνόσαργους εκτός του ότι ήταν το µόνο γυµνάσιο της πόλεως που δεχόταν µη Αθηναίους πολίτες αποτελούσε ταυτοχρόνως Ιερό Άλσος του Ηρακλέους.

Αυτό τον τίτλο φέρει εξάλλου το σηµαντικότερο του σύγγραµµα «Ηρακλής», όπου εγκωµιάζει στο πρόσωπο του ήρωα αυτού το κυνικό ιδανικό της αυτοπεποίθησης και της σκληραγωγίας, του κόπου και του αγώνα (πόνου).

Από την τοποθεσία αυτή, οι οπαδοί του ονοµάσθηκαν αρχικώς «Αντισθενικοί» και αργότερα µετονοµάσθηκαν Κυνικοί και η κίνησή τους, Κυνισµός.

Την αποφασιστική ώθηση στο πνεύµα του Αντισθένη έδωσε το ηθικό µέρος της σκέψης του Σωκράτη. ∆εν ήταν, όµως, τόσο η θεωρητική θεµελίωση της ηθικής πάνω στη γνώση, που τον προσήλκυσε, όσο η πρακτική πλευρά της. Έτσι η λιτότητα της ζωής του δασκάλου έγινε το ιδανικό στη φιλοσοφία του µαθητή.

Αυτό φαίνεται από το απόσπασµα της διδασκαλίας του. που ακολουθεί: «Η αρετή είναι αρκετή (αυτάρκης) για την ευδαιµονία, και για την αρετή δεν χρειάζεται τίποτε άλλο παρά η δύναµη ενός Σωκράτη, Είναι ζήτηµα πρακτικό και δεν χρειάζεται πολλά λόγια και γνώσεις»’.

Έγραψε πολλά συγγράµµατα (είναι γνωστοί 62 τίτλοι)· ανάµεσα σε αυτά στον «Κόρο» (θυµίζει λίγο Ξενοφώντα) συνιστούσε προ πάντων την φιλανθρωπία, ενώ στο έργο του «Αλκιβιάδης» µαστίγωνε την εγωιστική ηδονή, στον «Πολιτικό» του τα έβαζε µε τις αδυναµίες της δηµοκρατίας και στον «Αρχέλαο» χτυπούσε την τυραννίδα. Πολέµησε, µε εµπάθεια θα έλεγα, τις ιδέες του Πλάτωνα, έγραψε, µάλιστα, κι ένα πολεµικό έργο, τον «Σάθωνα», πράγµα που ανάγκασε τον Πλάτωνα να του απαντήσει µε τον «Ευθύδηµο».

Ο Αντισθένης, επίσης, χρησιµοποίησε πρώτος τον τύπο  του «Προτρεπτικού» λόγου, ως παρόρµηση στη Φιλοσοφία.

Η λογική και η γνωσιολογία του Αντισθένη είναι άρνηση του δυνατού κάθε κρίσης εκτός από τις ταυτολογικές. δηλαδή δεν δεχόταν ότι είναι δυνατό να οριστεί ένα πράγµα µε γνωρίσµατα ενός άλλου, φτάνοντας στο σηµείο να υποστηρίζει π.χ. ότι δεν µπορούµε να λέµε: «Το χιόνι είναι λευκό», αλλά µόνο «το χιόνι είναι χιόνι».

Παρ’ όλη όµως την αρνητική βάση της γνωσιολογίας του. διατήρησε την ορθολογιστική εκτίµηση του Σωκράτη προς τη γνώση, την οποία όριζε «αληθή δόξα» µετά λόγου. • Με αυτή την προϋπόθεση στήριζε τη θέση του για την παιδεία µε τη δική του γνωστή φράση: «αρχή παιδεύσεως ή των ονοµάτων επίσκεψις», δηλαδή µαθαίνοντας κανείς τα ονόµατα (των εννοιών) µαθαίνει και τα πράγµατα, που αναφέρονται σε αυτά.

Ο Αντισθένης καθόρισε τη φιλοσοφία των κυνικών περιορίζοντάς την σχεδόν ολόκληρη στην ηθική τους, κατά την οποία το ανώτατο αγαθόν είναι η έλλειψη κάθε ανάγκης, η απλότητα και φυσικότητα του βίου και ακόµη κι αυτή η επιζήτηση του πόνου.

Οι αρετές των κυνικών είναι η εγκράτεια, καρτερία, απάθεια. Η αρετή είναι µία. ενιαία και διδακτή, το ανώτατον αγαθόν, και αναφαίρετη. όταν άπαξ έχει αποκτηθεί. Πραγµατικά ενάρετος είναι ο σοφός, που κατέχει σίγουρα τη µόνη απαραίτητη προϋπόθεση για την ευδαιµονία. Πίστευε πως αγαθό (κτήµα) για τον άνθρωπο µπορεί να είναι µόνο εκείνο που του ανήκει (οικείο) και τέτοιο είναι µόνον η διανοητική ιδιοκτησία. ∆εν επιτρέπεται να πάρουµε την ηδονή για αγαθό, τον κόπο και την εργασία για κακό, αφού εκείνη, όταν εξουσιάζει τον άνθρωπο, τον διαφθείρει ενώ οι δεύτερες τον παιδαγωγούν στην αρετή.

0 Αντισθένης έλεγε πως προτιµούσε να τρελαθεί παρά να παραδοθεί στην ηδονή («µανείην µάλλον ή ησθείην») και για υπόδειγµα είχαν την πολύµοχθη ζωή του Ηρακλή.

Ο Αντισθένης φέρεται να είχε µυηθεί στην ορφική λατρεία, από την οποία προσέλαβε ασκητικές τάσεις και κυκλοφορούσε στην αγορά, φορώντας µόνο έναν ράσο, ένα σακούλι στον ώµο και κρατούσε ένα ραβδί. Περιφρονούσε κάθε άνεση και κοινωνική συµβατικότητα, σαν τον ∆ιογένη από την Σινώπη που υπήρξε και µαθητής του. Ο Σωκράτης τον θαύµαζε για τον εγκρατή και σχεδόν ασκητικό του βίο, την ηρεµία του και τη δύναµη του χαρακτήρα του. Στις διαλεκτικές συζητήσεις, αντιτίθετο στην περί ιδεών θεωρία του Πλάτωνα και αποδεχόταν ως αληθινό, µονάχα αυτό που αισθανόµαστε (αισθησιοκρατική διδασκαλία). Οι γενικές έννοιες κατά τον Αντισθένη είναι ανύπαρκτες (ίππον µεν ορώ, ιππόττητα δε ουκ ορώ), κάθε δε έννοια, εννοεί ένα µόνο πράγµα.

Η µόνη δηλαδή σωστή κρίση είναι η ταυτολογία (Α εστίν Α). Γι’ αυτό το λόγο ο Αντισθένης απέρριπτε και τον ορισµό που στηρίζεται πάνω στα ουσιώδη γνωρίσµατα.

Ο Αντισθένης ερµήνευσε αυστηρότερα, τις ηθικές διδασκαλίες του Σωκράτη και ως ιδεώδη επιδίωξη της ηθικής ζωής έθεσε την απαλλαγή του ανθρώπου από κάθε ανάγκη, θεωρώντας ευδαιµονία, την απλότητα και φυσικότητα του βίου. • Κύριες αρετές κατ’ αυτόν ήταν η εγκράτεια, η καρτερία και η απάθεια. Αντίθετα η ηδονή ήταν το µέγιστο κακόν. Συνήθιζε να λέει “Η αληθινή αρετή δεν έχει ανάγκη από τίποτα. Ούτε νόµων ανάγκη έχει ο σοφός που δρα και φέρεται σύµφωνα µε την κρίση του. Οι νόµοι είναι για τους πολλούς και τους µέτριους και  όχι για τους Εκλεκτούς”.

Γενικά η διδασκαλία του µπορεί να θεωρούσε άγονη τη λογική και τη γνωσιολογία, πλην όµως διατήρησε την ορθολογιστική εκτίµηση του Σωκράτη προς την γνώση, την οποία και όριζε ως “αληθή δόξα” και µάλιστα, ως αδιάσειστο ισχυρό τείχος στο λόγο.

Η πλούσια συγγραφική του δραστηριότητα, φωτίζεται από µια δεκάτοµη έκδοση µε 70 περίπου τίτλους, για διαλεκτικές και γλωσσολογικές µελέτες, που δείχνουν την πορεία του, από τους σοφιστές στο Σωκράτη και την απόρριψη των ιδεών του Πλάτωνα.

 

∆ΙΟΓΕΝΗΣ Ο ΣΙΝΩΠΕΥΣ

Αν ο Αντισθένης είναι ο ιδρυτής της κυνικής φιλοσοφίας ο ∆ιογένης ο Σινωπεύς είναι ο κατεξοχήν εκπρόσωπος της. Ο ∆ιογένης ανήκει σε εκείνες τις µορφές που µέσα στην πορεία των αιώνων, άφησαν ανεξίτηλο το στίγµα τους στην ιστορία του παγκόσµιου πολιτισµού. • Ο ∆ιογένης ανήκει στους Ανθρώπους οι οποίοι µας κληροδότησαν µεγάλες αξίες, τις οποίες, δυστυχώς, δεν µπορέσαµε να τις εκµεταλλευτούµε στο έπακρο. Όµως η άσβεστη µνήµη τους πάντα θα στέκεται αρωγός στην προσπάθειά µας να γίνουµε “αληθινοί” άνθρωποι. • Όσο θα υπάρχει αυτή η αιώνια συντροφιά τους, τόσο θα διατηρείται ζωντανή και η ελπίδα της πνευµατικής µας “ανάστασης”. Ο Κυνικός ∆ιογένης υπήρξε πράγµατι ένα “δαιµόνιο” πνεύµα, ένας άνθρωπος µε όλη τη σηµασία της λέξης, που µε τη στάση της ζωής του µας έδειξε τον δρόµο προς την αληθινή ευδαιµονία. • Ο ∆ιογένης ήλθε στην Αθήνα κατά τα µέσα του 4ου π.Χ αιώνα, εξόριστος από τη γενέτειρά του Σινώπη του Πόντου, επειδή µε τον τραπεζίτη πατέρα του Ικεσία είχαν παραχαράξει το νόµισµα της πόλης. • Στην Αθήνα προσέγγισε τον Αντισθένη, τον µαθητή του Σωκράτη, που φηµιζόταν για τον ασκητικό βίο του και τις ανορθόδοξες, κυνικές απόψεις του. • Ο Αντισθένης έδιωχνε συνέχεια τον ∆ιογένη από κοντά του, µέχρι που κάποια στιγµή τον χτύπησε και µε ένα ραβδί. Τότε ο ∆ιογένης του απάντησε: «Χτύπα, γιατί δε θα βρεις ξύλο τόσο σκληρό, ώστε να µε κρατήσει µακριά σου, όσο πιστεύω ότι έχεις κάτι να πεις». Τελικά ο ∆ιογένης έχοντας αισθανθεί έλξη για τον τρόπο ζωής του Αντισθένη ακολούθησε την κυνική φιλοσοφία αδιαφορώντας για την µεγάλη του περιουσία. Ο ∆ιογένης δε σταµάτησε ούτε στιγµή να υποστηρίζει, ότι ο Αντισθένης ήταν ο πραγµατικός διάδοχος του Σωκράτη κι όχι ο Πλάτωνας, τον οποίο κορόιδευε συχνά. Όταν ο Πλάτωνας όρισε τον άνθρωπο ως ένα «ζώον µε δύο πόδια και χωρίς φτερά», ο ∆ιογένης µάδησε ένα κόκορα και του τον παρουσίασε, λέγοντας: «Ορίστε! Σου έφερα έναν άνθρωπο». Τότε, προστέθηκε στον ορισµό του ανθρώπου άλλη µία ιδιότητα: «µε πλατιά νύχια». Σύµφωνα µε αναφορές λίγο µεταγενέστερων συγγραφέων, είχε επιδείξει και συγγραφικό έργο, αλλά δυστυχώς δεν διασώθηκε τίποτα. Οι ιστορίες µε τον ∆ιογένη, πέρα από κάποιες υπερβολές, θα λέγαµε πως είναι αληθινές και απεικονίζουν την συνέπεια του χαρακτήρα του. Λέγεται πως ο ∆ιογένης είχε απαρνηθεί κάθε πολυτέλεια και ζούσε µέσα σε ένα πιθάρι, µε κουρελιασµένα ρούχα. Με αυτό τον τρόπο ήθελε να δείξει , ότι οι χαρές της ζωής είναι αυτές που προσφέρει η φύση κι ότι όλες οι άλλες ανάγκες του ανθρώπου είναι τεχνητές. Σκληραγωγούσε τον εαυτό του ακόµα και στις εναλλαγές του καιρού. Το µόνο που διέθετε ήταν ένα ξύλινο κύπελλο, το οποίο και αυτό το πέταξε, όταν είδε ένα παιδί να πίνει νερό µε τις χούφτες του.

Ο ∆ιογένης συχνά κυκλοφορούσε την ηµέρα κρατώντας µε θεατρικό τρόπο ένα αναµµένο φανό, και όταν τον ρωτούσαν «γιατί κρατάς φανό, την ηµέρα;» αυτός απαντούσε «ψάχνω να βρω τίµιους ανθρώπους αλλά βλέπω µόνο κατεργάρηδες και αχρείους. Περπατούσε επίσης ξυπόλητος στο χιόνι και έσπρωχνε το καλοκαίρι το πιθάρι του πατώντας πάνω στην καυτή άµµο.

Συµµετείχε σε σεξουαλικές πράξεις σε δηµόσιους χώρους, «έκανε την ανάγκη» του µπροστά στον κόσµο και φρόντιζε να ισοπεδώνει τους «καθωσπρεπισµούς» του κόσµου, όποτε του δινόταν η ευκαιρία. Όταν τον ρώτησαν τι θέλει να κάνουν το σώµα του αφού πεθάνει, απάντησε ότι ήθελε να τον αφήσουν να τον φάνε τα άγρια θηρία. Έκπληκτοι, οι παρευρισκόµενοι αναρωτήθηκαν αν τον ένοιαζε που θα είχε ένα τόσο άδοξο τέλος. «Καθόλου», τους απάντησε, «Αρκεί να έχω ένα ξύλο για να διώχνω τα θηρία». «Πώς θα τα διώχνεις, αφού θα είσαι νεκρός;» ρώτησαν εκείνοι. «Αν είµαι νεκρός, γιατί να µε νοιάζει τι θα συµβεί στο σώµα µου;» ήταν η αποστοµωτική απάντηση του φιλοσόφου. Η δύναµη της προσωπικότητάς του έγκειται στην εκκεντρικότητά του, το τραχύ χιούµορ και στην τολµηρή αντίσταση σε καθετί καθιερωµένο. Όταν συνελήφθη από πειρατές στην Αίγινα και εκτέθηκε για πώληση, ο πωλητής του απαγόρευσε να κάθεται κάτω και ο ∆ιογένης απάντησε: «∆εν υπάρχει διαφορά, διότι σε οποιαδήποτε θέση και αν κείτονται τα ψάρια θα βρουν αγοραστές». Ο δουλέµπορος τον ρώτησε τι δουλειά ξέρει να κάνει, για να ενηµερώσει τους αγοραστές. Ο ∆ιογένης απάντησε: «ανθρώπων άρχειν». Ήταν ένα λογοπαίγνιο, που θα µπορούσε να σηµαίνει είτε «διοικώ τους ανθρώπους» είτε «διδάσκω στους ανθρώπους αρχές».

Η ευφυΐα του δούλου εντυπωσίασε τόσο ένα απ’ τους πελάτες, τον Ξενιάδη. Ο ∆ιογένης , είπε στον διαλαλητή: «Πούλησε µε σ’ αυτόν, αυτός χρειάζεται αφεντικό». Εκείνος τον αγοράζει και τον πηγαίνει στην Κόρινθο και του αναθέτει την ανατροφή των παιδιών του. Έλεγε µάλιστα ότι ένα αγαθό πνεύµα είχε µπει στο σπίτι του.

Εκεί στην Κόρινθο έγινε και η περιβόητη συνάντησή του µε το Μέγα Αλέξανδρο, που ενώ όλοι έτρεχαν ξωπίσω του, ο ∆ιογένης λιαζόταν αδιαφορώντας για το νεαρό επίδοξο κοσµοκράτορα. Ο Μέγας Αλέξανδρος. θέλησε να τον γνωρίσει. Όταν συναντήθηκαν, ο βασιλιάς της Μακεδονίας τον ρώτησε ποια χάρη ήθελε να του κάνει. Ο φιλόσοφος απάντησε: «Αποσκότισόν µε». Ως συνήθως, η απάντηση του ∆ιογένη είχε διττή ερµηνεία. Μπορεί να ζητούσε απ’ τον Αλέξανδρο να τον βγάλει απ’ το σκοτάδι της άγνοιας, αλλά µπορεί να του ζητούσε να κάνει στην άκρη, γιατί του έκρυβε τον ήλιο. Ο Αλέξανδρος ξαφνιάστηκε, διότι είχε συνηθίσει να περιτριγυρίζεται από κόλακες, και τον ρώτησε αν τον φοβάται. Ο ∆ιογένης ρώτησε: «Είσαι καλό πράγµα ή κακό;» Ο Αλέξανδρος απάντησε: «Καλό». Ο ∆ιογένης για άλλη µια φορά τον άφησε άναυδο: «Τότε ποιος άνθρωπος φοβάται το καλό;» Τότε, ο βασιλιάς που αναµφισβήτητα είχε µεγάλη ιδέα για τον εαυτό του έκανε ένα ιδιαίτερα κολακευτικό σχόλιο για τον κυνικό φιλόσοφο λέγοντας, ότι αν δεν ήταν ο Αλέξανδρος, θα ήθελε να ήταν ο ∆ιογένης.

Το όνοµα των «κυνικών» φιλοσόφων προέρχεται ενδεχοµένος από τη λέξη «κύων», δηλαδή σκύλος. Ο ∆ιογένης θαύµαζε τους σκύλους για την απλότητα τους. Οι σκύλοι δεν είχαν ανάγκη πολυτέλειας, αλλά αρκούνταν µε τα λίγα και µπορούσαν να ξεχωρίσουν τους αληθινούς απ’ τους ψεύτικους φίλους. Συνήθιζαν, µάλιστα, να λένε ότι «διαφέρουµε από τους άλλους σκύλους, διότι εµείς δεν δαγκώνουµε τους εχθρούς αλλά τους φίλους, για να τους διορθώσουµε».

Ο ∆ιογένης ο Λαέρτιος, ο ιστορικός του 3ου αιώνα µ.Χ., που έγραψε το «Βίοι Φιλοσόφων», αναφέρει πολλά ανέκδοτα απ’ τη ζωή του ∆ιογένη και παραθέτει λίστα µε τα έργα του. Τίποτα, όµως, δεν έχει σωθεί. Οι ιστορίες για τη ζωή του κυνικού φιλοσόφου µπορεί να µην είναι ακριβείς, αλλά σίγουρα περιγράφουν ένα ξεχωριστό και ιδιοφυές µυαλό.

Εκπληκτικός ήταν και ο τρόπος που αντιµετώπισε τη Λαΐδα, την διάσηµη πόρνη της Κορίνθου, που προσπάθησε να τον ειρωνευτεί, αλλά τελικά πλάγιασε µαζί του χωρίς να πληρωθεί. Η βασική διδαχή του ∆ιογένη ήταν απλή: για να πραγµατώσει κανείς την αρετή έπρεπε να περιφρονήσει τις φυσικές απολαύσεις. Ο πόνος και η πείνα βοηθούσαν στην επίτευξη του καλού και ότι η κοινωνική εξέλιξη ήταν ασυµβίβαστη µε την καλοσύνη και την αλήθεια.

Για τον φιλόσοφο ηθικοποίηση σήµαινε επιστροφή στην φύση και στην απλότητα. Την κοινωνική προβολή που επιδίωκαν οι περισσότεροι συµπολίτες του τη θεωρούσε ανοησία, προσποίηση και µαταιοδοξία. Το να υποτιµά τις θρησκευτικές και κοινωνικές παραδόσεις, καθώς και την πολιτική εξουσία, δεν σήµαινε πως ήταν ένας άνθρωπος µε αρνητισµό. Το έκανε για χάρη της προαγωγής της λογικής και της αρετής. Γι’ αυτές του τις ακρότητες κατηγορήθηκε και δυσφηµίστηκε από την αναµφίβολη ανηθικότητα κάποιων συµπολιτών του Όµως κανείς δεν µπορεί να αµφισβητήσει ότι έζησε µια ζωή αυτοκυριαρχίας και εγκράτειας. Επέζησε µε µια πολύ απλή δίαιτα και διακρίθηκε για την περιφρόνησή του στα πλούτη και την πολυτέλεια. «Όταν κάποιος έµπασε τον ∆ιογένη σε ένα πολυτελές σπίτι και εκεί του απαγόρεψε να βγάλει τα φλέµατα, ο ∆ιογένης, όταν τον έπιασε βήχας, έφτυσε στο πρόσωπο του οικοδεσπότη λέγοντας πως δεν έβρισκε χειρότερο µέρος για να φτύσει».

Οι αναφορές στη φιλοσοφία του ∆ιογένη είναι λιγότερο πενιχρές απ’ ότι οι αναφορές στην ίδια του την ύπαρξη. Έλεγε ότι εκείνοι που είναι συνηθισµένοι σε µια ζωή, γεµάτες απολαύσεις αηδιάζουν όταν αντικρίζουν το αντίθετο, κι εκείνοι που έχουν συνηθίσει στην έλλειψη πολυτέλειας αντλούν ευχαρίστηση από την περιφρόνησή της. Είχε πει ότι οι κακοί άνθρωποι υποτάσσονται στη λαγνεία τους όπως οι δούλοι στα αφεντικά τους.

Ο ∆ιογένης υπήρξε µια πραγµατική ιστορική φιγούρα αλλά η ζωή του έγινε θρύλος που εξελίχθηκε σ’ ένα µύθο, καθώς ανέκδοτα και σκάνδαλα προστέθηκαν στην πραγµατική του ζωή.

Για την αληθινή του ζωή δεν γνωρίζουµε και πολλά, όµως είναι ξεκάθαρο πως έγινε ένας φιλοσοφικός ήρωας. Τόσο εξαιρετική ήταν η αυστηρότητα και η απλότητα της ζωής του, ώστε αργότερα οι Στωικοί τον αποκάλεσαν τέλειο άνθρωπο και σοφό! Περιγελούσε τους ρήτορες όταν µιλούσαν για δικαιοσύνη ενώ ζούσαν µέσα στην αδικία. Έλεγε ότι όλοι συναγωνίζονται ως προς τα υλικά αγαθά αλλά κανείς δεν αγωνιζόταν να γίνει καλύτερος και αληθινός.

Αναρωτιόταν γιατί οι µαθηµατικοί παρατηρούσαν τον ήλιο και την σελήνη ενώ παρέβλεπαν τα ζητήµατα µέσα τους και γύρω τους. • Θύµωνε µε αυτούς που θυσίαζαν στους θεούς για να έχουν καλή υγεία και από την άλλη έτρωγαν υπερβολικά. Επέπληττε τους ανθρώπους για τις προσευχές τους, λέγοντας ότι ζητούσαν µάλλον αυτά στα οποία οι άνθρωποι απέδιδαν αξία και όχι αυτά που ήταν πραγµατικά ωφέλιµα για αυτούς.

Παρόλη, όµως, την προκλητική του συµπεριφορά του οι Αθηναίοι τον αγαπούσαν. Όταν ένας νέος του έσπασε το πιθάρι, τον ξυλοκόπησαν και του προσέφεραν ένα καινούριο. Εξίσου ανατρεπτική ήταν και η απάντηση του στην ερώτηση για την καταγωγή του. «Είµαι πολίτης του κόσµου παρά πολίτης µιας συγκεκριµένης πόλης ή κράτους. », είχε πει. Είναι σηµαντικό να τονίσουµε ότι δε λέει ότι είναι άπολις – χωρίς πόλη – απλώς δηλώνει υποταγή στον Κόσµο και στο Σύµπαν.

Την εποχή που το πιο σηµαντικό γνώρισµα του ανθρώπου ήταν η πατρίδα και οι πρόγονοί του, ο ∆ιογένης έλεγε περήφανα ότι ήταν ένας «κοσµοπολίτης». Οι περιορισµοί της υπηκοότητας και οι αποκλεισµοί που αυτοί συνεπάγονταν ήταν παράλογοι, και µε τον Κοσµοπολιτισµό ζητούσε να τους καταργήσει ανοίγοντας τα πολιτικά προνόµια σε όλους

Με λίγα λόγια ο κοσµοπολιτισµός αντιπροσωπεύει µια πρώτη εισήγηση ότι ο δεσµός του ανθρώπου προς την ανθρωπότητα είναι ισχυρότερος του δεσµού προς το κράτος. Στα πλαίσια αυτά, οι Κυνικοί θα µπορούσαν να θεωρηθούν οι πρωτεργάτες του αναρχισµού! Παρέµεινε µέχρι το τέλος της ζωής του πιστός στις αρχές του και στον τρόπο που ζούσε.«Όταν κάποιοι είπαν στον ∆ιογένη ότι «Είσαι γέρος. Από εδώ και πέρα να χαλαρώσεις την προσπάθειά σου», εκείνος είπε: Μα πώς; Αν έτρεχα σε αγώνες, θα έπρεπε, φθάνοντας κοντά στο τέρµα, να χαλαρώσω την προσπάθεια ή, αντίθετα, να βάλω τα δυνατά µου;» Μπορεί ο ∆ιογένης ο Λαέρτιος να λέει ότι ο ∆ιογένης ο Κύων πέθανε το 323 π.Χ. στη Κόρινθο, άλλοι όµως ιστορικοί, δεν είναι βέβαιοι ούτε για τον χρόνο ούτε για τον τρόπο θανάτου του.

Μια άλλη άποψη είναι πως πέθανε τρώγοντας ωµό χταπόδι, επειδή ήθελε να δείξει πως την τροφή δεν χρειάζεται καν να τη µαγειρεύουµε. Όπως και να έχει και ο θάνατός του ακόµη υπήρξε µυθιστορηµατικός! Οι Κορίνθιοι έστησαν στη µνήµη του µια κολώνα πάνω στην οποία τοποθέτησαν έναν σκύλο από µάρµαρο της Πάρου. Ενώ οι συµπατριώτες του από την Σινώπη τον τίµησαν µε ορειχάλκινα αγάλµατα, κοντά στη γιγάντια κολώνα µε τον σκύλο πάνω στα οποία χάραξαν την ακόλουθη επιγραφή: «Ο χρόνος κάνει ακόµα και τον χαλκό να παλιώνει, αλλά τη δόξα σου, ω ∆ιογένη, η αιωνιότητα ποτέ δεν θα καταστρέψει. ∆ιότι εσύ µόνος δίδαξες στους θνητούς το µάθηµα της αυτάρκειας και το πιο εύκολο µονοπάτι της ζωής».

 

ΚΡΑΤΗΣ Ο ΘΗΒΑΙΟΣ

Ο Κράτης ήταν γνωστός Κυνικός φιλόσοφος, γιός του Ασκώνδα, µαθητής του ∆ιογένη, τον οποίο ακολουθούσε συνεχώς. Άκµασε περί το 330 π.Χ. Η οικογένειά του ήταν πλούσια, ο ίδιος όµως έζησε φτωχός, διότι, κατά ορισµένους, µοίρασε την περιουσία του στους φτωχούς, κατ’ άλλους έριξε τα χρήµατά του στην θάλασσα, ενώ υπάρχει και η παράδοση ότι τα κατέθεσε σε τραπεζίτη µε τον όρο να τα παραδώσει αυτός στα τέκνα του µόνο αν δεν γίνουν φιλόσοφοι, ειδάλλως να τα µοιράσει στο λαό.

Σηµείωση: Η Ιππαρχία γεννήθηκε το 328π.χ ή το 325π.Χ στη Μαρώνεια της Θράκης και ήταν γόνος πλούσιας οικογένειας. Υπήρξε η πρώτη γυναίκα µαθήτρια κυνικής σχολής. Ερωτεύτηκε τρελά τον φίλο του αδελφού της, επίσης κυνικό φιλόσοφο, τον Κράτη, και θαύµαζε τον τρόπο ζωής του, που περιοριζόταν στα απολύτως απαραίτητα, απαλλαγµένος από τις ανάγκες. Ο Κράτης ζούσε σκληραγωγηµένος, πάµπτωχος, αν και καταγόταν από πλούσια και αριστοκρατική οικογένεια αντισυµβατικός, και σεξουαλικά απελευθερωµένος, που για τα ήθη της εποχής του, θεωρούνταν προκλητικός. Μάταια οι γονείς της προσπαθούσαν να την πείσουν να διαλέξει για σύζυγο, κάποιον από τους πλούσιους αριστοκράτες που την πολιορκούσαν. Η Ιππαρχία απειλούσε πως θα αυτοκτονούσε αν δεν της επέτρεπαν να τον παντρευτεί.

Οι γονείς της απεγνωσµένοι από την συµπεριφορά της κόρης τους, ζήτησαν από τον ίδιο τον Κράτη να την πείσει πως δεν ήταν κατάλληλος σύζυγος γι’ αυτήν. Ο φιλόσοφος Κράτης χρησιµοποίησε ένα ασυνήθιστο επιχείρηµα για να την πείσει. Σηκώθηκε όρθιος µπροστά της, έβγαλε όλα του τα ρούχα και της είπε: “αυτός είναι ο γαµπρός και αυτή η περιουσία του. Αποφάσισε µετά από σκέψη, γι’ αυτά. ∆ιότι δεν θα είσαι σύντροφος, αν δεν αποδεχθείς και τις συνήθειες µου”. Η Ιππαρχία ήταν τόσο ερωτευµένη µε το ελεύθερο πνεύµα αυτού του φιλοσόφου, που ούτε ο τρόπος ζωής του την ένοιαζε, ούτε η ασχήµια, ούτε και η καµπούρα του, όπως σηµειώνει ο ∆ιογένης Λαέρτιος. ∆έχτηκε να µοιραστεί µαζί του τη ζωή της. Ντύθηκε ανδρικά ρούχα, όµοια µε του Κράτη, ζούσαν όπου έβρισκαν ακόµη και µέσα σε πιθάρια, όπως ο ∆ιογένης, και συνουσιαζόταν µαζί του ελεύθερα στο δρόµο, ακολουθώντας έναν ιδιαίτερα πρωτοποριακό τρόπο ζωής, ακόµη και για τα σηµερινά δεδοµένα. Μαζί απέκτησαν και ένα γιο που τον ονόµασαν Πασικλέα και ίσως και ένα κορίτσι. Ο ίδιος ο Κράτης ονόµασε το γάµο τους κυνογάµια, αφού δηµοσίως συνουσιαζόταν µαζί της και τέλεσε τα κυνογάµια στην Ποικίλη στοά.

Απέκτησαν τουλάχιστον δύο παιδιά, ένα κορίτσι και ένα αγόρι µε το όνοµα Πασικλής.

Αναφέρεται ότι πήγε τον γιό του σε οίκο ανοχής και του είπε ότι µε αυτόν τον τρόπο παντρεύτηκε ο πατέρας του. Όπως και ότι επέτρεψε στην κόρη του, ένα γάµο για τριάντα µέρες σε πιθανό µνηστήρα.

Ήταν δάσκαλος του Ζήνωνα του Κιτιέα και αποτέλεσε αναµφισβήτητα τη µεγαλύτερη επιρροή για τον Ζήνωνα και την ανάπτυξη της Στωικής φιλοσοφίας του. Ο Ζήνων αναφέρεται πάντα στο όνοµα του Κράτη µε τον µεγαλύτερο σεβασµό και ορισµένα γεγονότα του Κράτη πιθανόν να διασώθηκαν χάρη στον Ζήνωνα. Άλλοι µαθητές του είναι ο Μητροκλής, ο Μόνιµος, και πιθανώς ο Μένιππος,  ο Κλεοµένης, ο Θεόµβροτος και ο Πασικλής.

Ο Κράτης ήταν στη Θήβα το 307 π.Χ. όταν ο ∆ηµήτριος ο Φαληρεύς εξορίστηκε εκεί. Λέγεται ότι πέθανε σε µεγάλη ηλικία (περίπου το 285 π.Χ.) και θάφτηκε στη Βοιωτία.

Αφιέρωσε τη ζωή του στην απόκτηση αρετής και στη διάδοση της αυτοκυριαρχίας. Ο Κράτης απέκτησε το παρατσούκλι “Θυρεπανοίκτης” διότι είχε τη συνήθεια να εισέρχεται στα σπίτια απρόσκλητος και να δίνει συµβουλές στους ενοίκους. Τόση, µάλιστα, ήταν η συµπάθεια και η εκτίµηση που πολλοί έτρεφαν προς αυτόν ώστε επέγραφαν στις πόρτες των σπιτιών τους στα οποία είχε µπει: «Είσοδος Κράτητι αγαθώ δαίµονι.» Απολάµβανε µεγάλου σεβασµού από τους Αθηναίους, οι οποίοι τον θεωρούσαν έναν καλό και εξαιρετικά ενάρετο άνδρα. «Εξασκήσου στο να µειώνεις τις ανάγκες σου, κι έτσι θα έρχεσαι όσο το δυνατόν πιο κοντά στο Θεό», δίδασκε ο Κράτης. Έλεγε, επίσης, ότι παρόλο που οι µάζες των ανθρώπων θέλουν να έχουν στη ζωή τους τα ίδια αποτελέσµατα όπως οι Κυνικοί, όταν διαπιστώσουν πόσο δύσκολος είναι ο δρόµος αποµακρύνονται εντελώς απ’ αυτούς. «Ο νόµος είναι ένα καλό πράγµα», έλεγε ο Κράτης, «αλλά όχι τόσο καλό όσο η φιλοσοφία. Εκεί  όπου ο νόµος χρησιµοποιεί τη βία εναντίον της αδικίας, η φιλοσοφία µας πείθει µε τη διδασκαλία. Η φιλοσοφία  είναι καλύτερη από την κοινωνική πίεση ακριβώς στο βαθµό που είναι καλύτερο να κάνει κανείς κάτι µε τη θέλησή του παρά µε καταναγκασµό.» Τα γραπτά του κείµενα ήταν αρκετά. Σύµφωνα µε το ∆ιογένη Λαέρτιο, ο Κράτης υπήρξε ο συγγραφέας πολλών επιστολών πάνω σε φιλοσοφικά θέµατα, σε στυλ ελάχιστα κατώτερο του Πλάτωνα. Έγραψε έργα ηθικού περιεχοµένου που φέρουν το συνοπτικό τίτλο ‘’Παίγνια”. Μεταξύ αυτών συµπεριλαµβάνονται: Οι “Παρωδίαι”, από τις οποίες σώθηκε ένας εµπαιγµός κατά του Στίλπωνος κι ένας έπαινος στο σεµνό υποδηµατοποιό Μίκκυλο. Η “Πήρα” (το τυπικό ταγάρι των Κυνικών), σε εξάµετρο, µε σχόλια για τη ζωή των Κυνικών. Σ’ αυτό το ποίηµα, ο Κράτης περιγράφει σε αλληγορικό σχήµα τον τύπο της ιδανικής κοινωνίας. Η “Πήρα” αντιπροσωπεύει το όνοµα και το σύµβολο ενός τέτοιου κράτους. Είναι το όνειρο µιας µακρινής πολιτείας, στην οποία κακοί άνθρωποι ή κακές καταστάσεις δεν µπορούν να φτάσουν. Ο Κράτης εκθειάζει την απλότητα της αυτάρκειας, την αποµόνωση, και την ελευθερία. Ένας απλός τρόπος ζωής φέρνει ικανοποίηση. Οι κάτοικοι της “Πήρα” είναι άνθρωποι που δεν είναι σκλάβοι της απόλαυσης και των ηδονών, αλλά που αγαπούν την ελευθερία  - την αιώνια βασίλισσα. Στο νέο βασίλειο του Κράτη δεν υπάρχει πόλεµος. Οι άνθρωποι δεν µάχονται ο ένας εναντίον του άλλου για τροφή, αφού εκεί που βασιλεύει η λιτότητα, υπάρχει αρκετή τροφή για όλους.

Ο Κράτης στηρίζει τον πασιφισµό, ο οποίος πιθανό να είχε εισαχθεί από τον Αντισθένη. Το ποίηµα είναι ένα µίγµα αστείου και σοβαρότητας. Εκείνο που ο Κράτης περιγράφει στην “Πήρα” είναι µια ανύπαρκτη γη. ∆εν τίθεται ερώτηµα για ένα κράτος µε τη συνηθισµένη έννοια.

Η “Πήρα” είναι ένα όνειρο, είναι η ιδανική Κυνική κοινωνία, χωρίς δυσκολίες συντήρησης, χωρίς πολέµους ή κακίες, µια κοινωνία όπου κατοικούν άνθρωποι σαν αυτούς που προσπαθούν να διαµορφώσουν οι Κυνικοί µε την παιδεία. Ελεγείες που παρωδούν την ποίηση του Σόλωνος. “Ύµνος εις ευτέλειαν” σε ελεγειακό µέτρο. “Θρυλουµενη εφηµερίς” - µια τραγωδία. Η “Οψοποιητική”, στην οποία ο Κράτης επιτίθεται κατά του συγγράµµατος του Αρχεστράτου “Ηδυπάθεια”. Η βιογραφία του Κράτη από τον Πλούταρχο έχει χαθεί. Πάντως, η µεγάλη σπουδαιότητα της προσφοράς του Κράτη έγκειται και στο γεγονός ότι σχηµάτισε το σύνδεσµο µεταξύ του Κυνισµού και των Στωικών, µέσω του µαθητή του, Ζήνωνα του Κιτιέα (από το Κίτιο της Κύπρου). Αναφέρεται ότι συχνά κυνηγούσε µε τη βακτηρία του όσους συγγενείς τον αναζητούσαν προσπαθώντας να τον µεταπείσουν από τον τρόπο ζωής του. Εκείνος όµως παρέµενε αµετακίνητος.

Γιάννης Μότσης

Οι γειτονιές μας

 

Πρόσφατες αναρτήσεις

  • Δεν υπάρχουν δημοσιεύσεις προς εμφάνιση

Αναζήτηση Videos

Πρόσφατα Videos

Τα τσίπουρα στο Ζωτικό. Από Φώτης Μότσης

Category: Αφιερώματα

Εκδήλωση για τη μάχη στη Βρυτζάχα 2018

Category: Σούλι

Κοπή πίτας 2019 του Συλλόγου "Η ΒΡΥΤΖΑΧΑ" στο Ζωτικό

Παρουσίαση του βιβλίου του Δ.Μίχα "Η Ιστορία της Λιβίκιστας στην Οθωμανική περίοδο"