Αδελφότητα Ζωτικιωτών Αθήνας
Σύλλογος  Ζωτικιωτών "Η Βρυτζάχα"
Η ιστοσελίδα δημιουργήθηκε και συντηρείται από την Αδελφότητα Ζωτικιωτών Αθήνας

Αρχείο φωτογραφιών

Σύνδεση χρήστη

Επισκέψεις

006817607
Σήμερα
Χθες
Τρέχ. εβδομ.
Προηγ. εβδομ.
Τρ. μήνας
Προηγ. μήνας
Γεν. Σύνολο
196
224
420
243524
2786
7571
6817607

Your IP: 5.55.30.129
16-07-2018 17:24

Ο “χρόνος” στην ελληνική φιλοσοφία

Ι. Μότσης

Είναι γνωστό από το παράδοξο του Ζήνωνα που ο ταχύς Αχιλλέας δεν θα φτάσει ποτέ την προπορευόµενη χελώνα, επειδή  ώσπου ο Αχιλλέας να διανύσει την απόσταση που κάθε φορά τον χωρίζει από την χελώνα αυτή θα έχει διανύσει ήδη ένα διάστηµα, έστω και µικρό, γι’ αυτό και η χελώνα θα προπορεύεται συνεχώς.

«Έστι δ’ ούτος ότι το βραδύτατον ουδέποτε καταληφθήσεται θέον υπό του ταχίστου. Έµπροσθεν γαρ αναγκαίον ελθείν το διώκον, όθεν ώρµησε το φεύγον, ώστ’ αεί τι προέχειν αναγκαίον το βραδύτερον. Έστι δε και ούτος ο αυτός λόγος τώι διχοτοµείν, διαφέρει δ’ εν τώι διαιρείν µη δίχα το προσλαβανόµενον µέγεθος (Αριστοτέλης, Φυαικά Ζ 9.239 Β 14)».

Σύµφωνα µε αυτό, ένα βραδύτατο σώµα δεν πρόκειται ποτέ να το φτάσει ένα ταχύτατο καθώς τρέχει. Γιατί είναι ανάγκη αυτό που κυνηγάει το άλλο να έρθει πρώτα στο σηµείο απ’ όπου ξεκίνησε αυτό που φεύγει. Το αποτέλεσµα είναι να προπορεύεται πάντοτε κατά τι το βραδύτερο σώµα. Κι αυτό το επιχείρηµα είναι ίδιο µε της διχοτοµίας, µε τη διαφορά πως δεν διαιρεί σε δύο ίσα µέρη το µέγεθος που κάθε φορά προκύπτει.

Για να µπορεί, όµως, η χελώνα να προχωράει, πρέπει  στην ευθεία πορεία της να µην υπάρχει κενό, επειδή  αυτό θα σταµατούσε την κίνηση της χελώνας (αφού θα έπεφτε στο κενό).  Αυτή η συνθήκη εκφράζεται  µε τους άρρητους αριθµούς, τους άπειρους αλγεβρικούς αυτούς αριθµούς, οι οποίοι  γεµίζουν το διάστηµα   µεταξύ δύο σηµείων. Αυτό σηµαίνει πως µεταξύ δύο σηµείων  υπάρχουν άπειρα σηµεία.  Το κάθε απειροστό  σηµείο, όµως,  είναι  κάτι που υπάρχει και δεν υπάρχει. Σηµασία, όµως, έχει  προς το παρόν να κρατήσουµε πως στην πορεία της χελώνας δεν υπάρχει κενό σηµείο, ο χώρος τελικά δεν έχει ουδένα σηµείο κενό, επειδή, σύµφωνα µε το πρώτο ευκλείδειο αξίωµα, από κεί θα µπορούσε να περάσει  µια ευθεία, η οποία θα είχε κενό, πράγµα άτοπο, γιατί στο κενό αυτό σηµείο δεν θα υπήρχε κίνηση,  άρα δεν θα υπήρχε και ο χρόνος, προσδιοριστικό στοιχείο της κίνησης, µε αποτέλεσµα ο χελώνα και Αχιλλέας να ακινητοποιηθούν, να παγώσουν την κίνηση. Η χελώνα, όµως,  δεν µπορεί να µείνει ακίνητη, γιατί τότε θα µένει και για τα επόµενα όµοια διαστήµατα ακίνητη, οπότε θα είναι διαρκώς ακίνητη. Αν όµως κινηθεί τότε ο Αχιλλέας δεν θα τη φτάσει. Αυτό σηµαίνει απλά πως  ο Ζήνων ο  Ελεάτης µε αυτό το παράδοξό του έδειξε  πως ο χώρος και ο χρόνος είναι συνεχείς και συµπαγείς, (χωροχρονικό συνεχές)  αυτό δηλ. που σε κοσµογονικό επίπεδο  περιγράφει µε  ανάγλυφο τρόπο  η ελληνική Θεολογία (Ορφική και Ηισιόδου κοσµογονία).  Αυτή η  διαπίστωση  έγινε αποδεκτή  µόλις περί τα τέλη του 20ου αιώνα µε την κβαντική  θεωρία  του Γερµανού φυσικού Χάϊζενµπεργκ    (βραβείο Νόµπελ κβαντικής θεωρίας), ο οποίος  οµολόγησε πως το θεωρητικό υπόβαθρο της κβαντικής θεωρίας το πήρε από τον Πλάτωνα.. 

O Ζήνων ο Ελεάτης, ισχυρίζεται ότι η στιγµή που ο Αχιλλέας θα φτάσει τη χελώνα, δεν θα έλθει ποτέ, γιατί θα µεσολαβήσει άπειρα µεγάλο πλήθος στιγµών κατά τις οποίες θα περνάει π.χ.από τη µέση της απόστασης κάθε φορά, δηλ θα µεσολαβήσει άπειρα µεγάλη χρονική διάρκεια. Ταυτίζοντας τις έννοιες “διάρκεια” και “χρόνος”, όπως συνήθως κάνουµε, µπορούµε να πούµε ότι, κατά το παράδοξο αυτό, ο χρόνος, όχι µόνον υπάρχει αλλά εκτείνεται ως την αιωνιότητα, έτσι που κανένα γεγονός δεν µπορεί, ποτέ, να συµβεί.

Ο Αριστοτέλης, στα ‘’φυσικά’’ του, διατυπώνει τον παράδοξο ισχυρισµό ότι ο χρόνος δεν υπάρχει, γιατί κανένα τµήµα του δεν υπάρχει.  Αν πούµε ότι η παρούσα στιγµή, µεταξύ παρελθόντος και µέλλοντος, έχει διάρκειαα, αυτή είναι απείρως µικρή, που σηµαίνει ότι έχει όριο το “µηδέν”. Αλλά ούτε το µέλλον ούτε και το παρελθόν υπάρχουν γιατί το ένα δεν έχει έλθει ακόµα και το άλλο έχει ήδη περάσει και, φυσικά, και τα δύο δεν υπάρχουν σε οποιαδήποτε παρούσα στιγµή. O χρόνος, ως οντότητα, δεν µπορεί να γίνει αντιληπτός και άρα δεν µπορεί να υπάρχει. Αυτό που µπορούµε να µετρήσουµε είναι µόνο η απόσταση µεταξύ δύο χρονικών στιγµών µιας µεταβολής, δηλ. µετρούµε ένα εικονικό είδωλο του χρόνου και όχι  τον ίδιο τον χρόνο.Η κίνηση είναι χρήσιµη σ’ εµάς, γιατί µόνο µ’ αυτήν ο χρόνος κάνει αισθητή την ύπαρξή του.

Από την πολύ παληά  εποχή, οι λαοί της γης πίστευαν κυρίως σε δύο δοξασίες για τον χρόνο. Πολλοί απ’ αυτούς πίστευαν τον χρόνο σαν ποτάµι που κυλάει συνεχώς προς µία µόνο κατεύθυνση, από το παρελθόν προς το µέλλον, και άλλοι σαν µια οντότητα που κυλάει ανακυκλούµενη. 

Οι δοξασίες αυτές προήλθαν από σκέψεις πάνω σε βιώµατα της καθηµερινής ζωής, όπως για την πρώτη, η αδυναµία µας να αλλάξουµε γεγονότα του παρελθόντος ενώ, ακολουθώντας τη ροή του χρόνου, µπορούµε να αλλάξουµε γεγονότα του µέλλοντος κ.ά., και για τη δεύτερη. τα όσα φυσικά φαινόµενα συµβαίνουν περιοδικά, στις διάφορες εποχές του έτους κλπ.

Οι καθαρά φιλοσοφικές σκέψεις για τη φύση του χρόνου άρχισαν να διατυπώνονται από τους αρχαίους Έλληνες, εκεί γύρω από τον 6ο αι πΧ. Στις σχετικές θεωρίες τους  ο χρόνος αντιµετωπιζόταν σαν ένα αυθύπαρκτο στοιχείο του Σύµπαντος, που την πραγµατική του ουσία δεν είναι δυνατόν να την αντιληφθούµε µε τις αισθήσεις µας.

Ο Πλάτων ταύτιζε τον χρόνο µε τη µεταβολή µιας κατάστασης. Η µεταβολή αυτή µπορεί να ήταν µια µετατόπιση στον χώρο, ή µια συνεχής κίνηση ή µια αλλαγή κάποιου υλικού, ή άϋλου πράγµατος, σε ποιότητα ή ποσότητα. Ο χρόνος, κατ’ αυτόν, ήταν µια συνεχής ροή µιας οντότητας που στην ουσία της ήταν µια µεταβολή.Συνέδεε την πορεία του χρόνου µε την κίνηση των ουρανίων σωµάτων και, γι’ αυτό, ισχυριζόταν ότι ο χρόνος, όπως και ο ουράνιος κόσµος, είχε µιαν αρχή.

Ο Αριστοτέλης ήταν αντίθετος και στις δύο αυτές απόψεις του Πλάτωνα.

Την άποψη ότι ο χρόνος είναι µεταβολή, αντέκρουε µε τα επιχειρήµατα:

1.Αν ο χρόνος θεωρηθεί ότι είναι κίνηση, τότε σε κάθε σταµάτηµα της κίνησης οποιουδήποτε αντικειµένου, θα πρέπει να σταµατάει και η ροή του χρόνου, µε συνέπεια όταν αυτή η ροή σταµατάει, επειδή σταµάτησε η κίνηση ενός αντικειµένου στη γή, να σταµατάει και η κίνηση του ήλιου και των άστρων, πράγµα αδύνατον.

Επίσης, κάθε µεταβολή θα είναι ένα κοµµάτι του χρόνου και, στην περίπτωση που δύο ανεξάρτητες µεταβολές συµβαίνουν συγχρόνως, υπάρχει η αντίφαση το ίδιο κοµµάτι του χρόνου, στο οποίο συνέβησαν, να είναι µεν ένα και µοναδικό αλλά µαζί να είναι και χωρισµένο σε δύο ανεξάρτητα κοµµάτια του ίδιου µεγέθους µε το ένα.Ακόµα, µια µεταβολή µπορεί να συµβαίνει γρήγορα ή αργά, ενώ ο χρόνος ρέει σταθερά..

2.Την ιδέα ότι ο χρόνος είχε αρχή, ο Αριστοτέλης αντέκρουε µε το αιτιολογικό ότι, όπως ο κόσµος και η κίνηση είναι αιώνια, έτσι και ο χρόνος πρέπει κι’ αυτός να είναι αιώνιος, χωρίς αρχή και τέλος, και ακόµα µε τον συλλογισµό ότι µια χρονική στιγµή, και εποµένως και η πρώτη, δεν έχει νόηµα παρά µόνο αν σκεφτούµε µαζί και την προηγουµένη της. Άρα ποτέ δεν υπήρξε η πρώτη στιγµή.

Η έννοια του χρόνου επηρεάστηκε, γύρω από το 300 πΧ., από τη θεωρία περί ατόµων των Λεύκιππου και ∆ηµόκριτου, και διαµορφώθηκε στο ότι ο χρόνος είναι κι αυτός µια κοκκώδης οντότητα, ένα σύνολο από χρονικές στιγµές. Θιασώτες αυτής της άποψης ήταν ο ∆ιόδωρος ο Κρόνος (3ος αι π.Χ.) και ο Επίκουρος.(342-271 π.Χ).

Οι Στωικοί, (3ος αι.,π.Χ – 2ος αι., µ.Χ) είχαν µια άλλη θεώρηση του χρόνου. Πίστευαν ότι ο χρόνος κυλάει κυκλικά, µε την έννοια ότι όλα τα όντα, και οι άνθρωποι µαζί, διανύουν µια κυκλική διαδροµή, καταστρεφόµενα και επανεµφανιζόµενα στην αρχική τους κατάσταση, κατά τακτά διαστήµατα. Η κίνησή τους αυτή είναι αιώνια.

Μια ίδια άποψη για τον χρόνο είχαν και οι Πυθαγόρειοι.

Η θέση αυτή είναι σχεδόν σύµφωνη µε µια σηµερινή θέση της κοσµολογίας για το µέλλον του Σύµπαντος.Σήµερα, ως γνωστόν, πιστεύουµε ότι αν η πυκνότητα της ύλης του Σύµπαντος αυξηθεί πάνω από ένα κρίσιµο όριο, τότε η σηµερινή φάση της διαστολής του θα ακολουθηθεί από µια φάση συστολής µέχρι να φτάσει στην αρχική του σηµειακή κατάσταση, οπότε θα αρχίσει πάλι να διαστέλλεται κ.ο.κ. αιώνια.

Και εδώ υποκρύπτεται η ταύτιση των ροών χρόνου και γεγονότων.

Πρέπει να τονιστεί, ότι  πολλές από τις απόψεις των αρχαίων Ελλήνων για τον χρόνο συµφωνούν σχεδόν µε τις σηµερινές επιστηµονικές αντιλήψεις, παρ’ όλο το χρονικό διάστηµα  των δυόµισι χιλιάδων ετών που πέρασε  εν τω µεταξύ.

Είναι αξιοπρόσεκτη η σύνδεση των εννοιών του χώρου και του χρόνου, µια ιδέα που, όπως φαίνεται, ξεκίνησε από τους αρχαίους Έλληνες (αλλά και τους Κινέζους) και εκυοφορείτο επί τόσες χιλιάδες χρόνια, µέχρις ότου διαµορφωθεί σε πλήρως καθοριζόµενο µαθηµατικά χωρόχρονο από τον Einstein, και ταυτόχρονα σχεδόν,σε θεωρία για το σύµπαν από τον Ρωσσογερµανό µαθηµατικό Minkowski το 1907

Ο Αριστοτέλης παρ’ όλο που αποσυνέδεε την έννοια του χρόνου από την έννοια της οποιασδήποτε µεταβολής, εν τούτοις δεχόταν την έννοια του χρονικού διαστήµατος που µπορούσε να µετρηθεί, σαν έναν αντικατοπτρισµό, ένα είδωλο της οντότητας του χρόνου, πράγµα που σηµαίνει ότι, σε µια κίνηση π.χ., δεχόταν την αντιστοιχία των διαστηµάτων χρονικού και χωρικού, έστω και σαν είδωλα των οντοτήτων χρόνου και χώρου.

Στην Ηισόδεια Θεογονία και Ορφική θεολογία ο Κρόνος ως άλλος Χρόνος γεννιέται όταν γεννιέται ο Ουρανός και η Γη, δηλαδή αφού δηµιουργηθεί ο Χώρος. Ο Χρόνος δεν µπορεί να υφίσταται χωρίς τον Χώρο, καθώς ο Χρόνος είναι η κίνηση του Χώρου, αλλά και η κίνηση του Χώρου ερµηνεύεται µε χρονικούς όρους (ταχύτητα, επιτάχυνση).  

“Στην αρχή γεννήθηκε το Χάος, κι έπειτα η πλατύστηθη Γαία παντοτινός και ασφαλής τόπος των αθανάτων που εξουσιάζουν τις χιονισµένες κορφές του Ολύµπου και τα σκοτεινά Τάρταρα στα βάθη της γης µε τους πλατείς δρόµους. Μετά ο Έρως που είναι ο ωραιότερος ανάµεσα στους αθάνατους θεούς, που λύνει τα µέλη όλων των θεών και των ανθρώπων και δαµάζει στα στήθεια την καρδιά και τον νου. Από το Χάος ακόµη δηµιουργήθηκαν το Έρεβος κι η µαύρη νύχτα. Κι απ’ τη Νύχτα γεννήθηκε ο Αιθέρας κι η Ηµέρα, που τα γέννησε σµίγοντας ερωτικά µε το Έρεβος. Η Γαία πρώτα γέννησε τον γεµάτο αστέρια Ουρανό, ίσο µε αυτήν να την καλύπτει από παντού και να είναι για πάντα ασφαλής τόπος για τους µακάριους θεούς. Και γέννησε τα ψηλά Όρη, χαριτωµένους τόπους των Νυµφών, των θεαινών που κατοικούν στα δασωµένα βουνά. Κι αυτή γέννησε και τον Πόντο, το ατέλειωτο πέλαγος, µε τα µανιασµένα κύµατα, χωρίς ερωτικό σµίξιµο. Έπειτα αφού πλάγιασε µε τον Ουρανό, γέννησε τον βαθύ Ωκεανό, τον Κοίο, τον Κριό, τον Υπερίωνα, τον Ιαπετό, τη Θεία, τη Ρέα, τη Θέµιδα, τη Μνηµοσύνη, τη χρυσοστεφανωµένη Φοίβη, και τη χαριτωµένη Τηθύα. Μετά απ’ αυτούς γεννήθηκε ο δόλιος Κρόνος, ο φοβερώτερος απ’ όλους τους γυιούς, που µίσησε τον θαλερό γονιό του.” 

Ολη η διαµόρφωση του σύµπαντος ξεκινά από τη Γαία η οποία γέννησε και τα συστατικά του. Όµως, ακόµη και αυτή η δηµιουργικότητα της Γαίας δεν µπορούσε να συµβεί χωρίς την ύπαρξη του χάους και του έρωτα. Η Γαία, στο επίπεδο της Κοσµογονίας, συµβολίζει την υλική πλευρά του Κόσµου και όχι τη Γη. Το Χάος συµβολίζει τον Χώρο του Σύµπαντος. Ο Έρωτας συµβολίζει την κινητήρια δύναµη που ενώνει, µεταλλάσσει και µεταµορφώνει (µορφή, αυτό που φαίνεται, ο Φάνης) το Παν.

Η παρθενογένεση του Πόντου και του Ουρανού θα µπορύσε να ερµηνευθεί ως το πέρασµα από το αδιάστατο στο διαστατό χάος, εκφράζει δηλ. την διαστατιτκότητα του χάους ως προϋπόθεση της κίνησης στον µικρόκοσµο και στον µακρόκοσµο. Οι όροι ‘Πόντος” και “Ουρανός” δεν είναι ταυτόσηµοι. Ο ουρανός είναι βαθύδινος, έχει βαθειές δίνες, γεγονός που µας προϊδεάζει στην σπειροειδή κινηση των πάντων και κατ’ επέκταση στην σπειροειδή κίνηση του χρόνου. Η φαινοµενική περιοδικότητα είναι αποτέλεσµα της σπειροειδούς κίνησης, είτε πλανητών είτε γαλαξιών. 

Από την άλλη πλευρα ο “Πόντος” µε τα µανιασµένα κύµατα εκφραζει την κυµατοειδή φύση της κίνησης και την φαινοµενικότητα της εθύγραµµης κίνησης. Ο συνδυασµός του “Πόντου” και του “Ουρανού” µας οδηγεί στην διατύπωση του βασικού αξιώµατος: “Η κίνηση είναι κυµατοειδής και σπειροειδής ταυτόχρονα. Επειδή δε η Γαία γέννησε πρώτα τον Πόντο θα µπορούσαµε να ισχυριστούµε πως η κίνηση είναι κυµατοειδής κατ’ αρχάς και αυτή η κίνηση φαίνεται να συµβαίνει διαγράφοντας (στο χώρο) σπείρα. Τι είναι όµως αυτό που µπορεί να κινηθεί σπειροειδώς στο διαστατό τώρα χάος της αρχικής κοσµογονίας; Ο αιθέρας, φυσικά, τέκνο της Νύχτας. Αυτό όµως που δηµιουργεί µέσα και λόγω της κυµατοειδούς κίνησης σε σπέιρα του αιθέρα είναι το θεϊκό ζεύγος Ουρανού και Γαίας, Η δηµιουργία ως αποτέλεσµα της δράσης των αντιθέτων συντελείται είτε µέσω φιλότητας (ερωτική έλξη), είτε µέσω νείκεος (απώθηση, σύγκρουση).

Κρόνος και Ρέα

Χρόνος και Ροή, χρόνος και κίνηση. Ο χρόνος υπάρχει στην ροή (κίνηση) κι αυτή πάλι υπάρχει στον χρόνο.

Στον ορφικό ύµνο του Κρόνου ο Κρόνος είναι η γέννηση και η φθορά της φύσης «γέννα, φυή, µείωσι,». Είναι ο Τιτάνας που εξαντλεί τα πάντα και ο ίδιος πάλι τα επαυξάνει«ὃς δαπανᾶις µὲν ἅπαντα καὶ αὔξεις ἔµπαλιν αὐτός». Είναι ο σεβαστός «Προµηθέας» που κατοικεί σε όλα τα µέρη του κόσµου, και ο αρχηγός του γένους των ανθρώπων «Προµηθεῦ, ὃς ναίεις κατὰ πάντα µέρη κόσµοιο, γενάρχα».

Με την γέννηση του Κρόνου ως το δωδέκατο τέκνο του ζεύγους Ουρανού και Γης και την συµπαντική κυριαρχία του Κρόνου και της Ρέας ολοκληρώνεται η δηµιουργία του άβιου σύµπαντος.

Ο Κρόνος-Χρόνος µε τον υπάρχοντα χώρο δηµιουργούν την ά-τοµη ενότητα, το ΕΝ του Ηράκλειτου. Για τον Ηράκλειτο ο Χρόνος «Αἰὼν παῖς ἐστι παίζων, πεσσεύων• παιδὸς ἡ βασιληίη» Ο αιώνας είναι ένα παιδί, που ρίχνει τα ζάρια, ενός παιδιού η βασιλεία. Με την ρήση αυτή ο Ηράκλειτος συνέδεσε - σε ενεστώτα χρόνο - τον χρόνο µε τον χώρο. Ο χρόνος είναι µια αµετάβλητη ζωή του σύµπαντος, που κατέχει τα πάντα στο παρόν, που ποτέ δεν υπήρξε στο παρελθόν, ούτε θα υπάρξει στο µέλλον αλλά πάντα είναι στο τώρα µέσα σε µια άχρονη ενότητα. Ο µαθηµατικός συµπαντικός χώρος εµφανίζεται να έχει ν-σηµειακές διαστάσεις και ο χρόνος γίνεται µονοδιάστατος. Στην ουσία  υπάρχουν ξεχωριστά συστήµατα χρόνου µε ν διαστάσεις χώρου. Ο χρόνος λοιπόν είναι µια ολότητα διαφορετικών συστηµάτων χρόνου µε ν διαστάσεις χώρου, είναι η αιώνια στιγµή που χαρακτηρίζει τον σύµπαντα κόσµο.

«Αἰὼν παῖς ἐστι παίζων, πεσσεύων• παιδὸς ἡ βασιληίη». Ο χρόνος είναι το ρίξιµο των ζαριών. Αυτό επαναλαµβάνεται και επαναλαµβάνεται στον χώρο µε µια επαναλαµβανόµενη περιοδικότητα. Ο χρόνος ανά-κυκλώνεται. Κάθε σηµείο, από τα άπειρα του κύκλου, είναι η αρχή και το τέλος. Κάθε σηµείο έχει ένα διφυή χαρακτήρα. Συνδυάζει δυο φαινοµενικά αντίθετες ιδιότητες: είναι η Αρχή και το Τέλος. Αυτή είναι η βασική αρχή της δυαδικότητας του ενός.

Στην ίδια αρχή υπακούουν και τα ζεύγη των τιτάνων:  Ουρανός και Γη, Κρόνος και Ρέα, Ωκεανός και Τηθύς, Κοίος και Φοίβη, Υπερίωνας και Θεία, Ιαπετός και Κλυµένη (κόρη του Ωκεανού και της Τηθύος), Κρείος και νύµφη Ευρυβία. 

Η αρχή αυτή της δυαδικότητας του ενός ή της αριστοτελικής αρχής της ενότητας των αντιθέτων δεν περιγράφει απλώς την εξελικτική διαδικασία, αλλά προσιορίζει ταυτόχρονα και την λειτουργία της. 

Για τους Ορφικούς ο Κρόνος είναι αειθαλής, πατέρας µακαρίων θεών και ανθρώπων, πολυµήχανος, αµόλυντος, µεγαλοδύναµος, Τιτάνας ρωµαλέος, που εξαντλεί τα πάντα και ο ίδιος πάλι τα αυξαίνει, που έχει δεσµούς αδιαρρήκτους στον απέραντο κόσµο, γεννήτορα του αιώνα (χρόνου), εύγλωττος Κρόνος, βλαστός της γης και του κατάστερου ουρανού, γέννηση, αύξηση, µείωση, της Ρέας σύζυγος, σεµνός Προµηθέα, που κατοικεί τα µέρη όλα του κόσµου, γενάρχης, πανούργος, κάλλιστος.

Κρόνος

Με την γέννηση του Κρόνου (=Χρόνου: «ω Κρόνε γεννήτορα του αιώνα» “Ορφικός ύµνος Κρόνου”) το στατικό, το πλανώµενο αλλά και ακίνητο στην εσωτερικότητά του  σύµπαν αποκτά κίνηση.  «Πέραν τούτου, ανευ τόπου και κενού και χρόνου, είναι αδύνατος η κίνησις»,«πρὸς δὲ τούτοις ἄνευ τόπου καὶ κενοῦ καὶ χρόνου κίνησιν ἀδύνατον εἶναι» (Αριστοτέλους περί φυσικής 200β).  Το όλον από το «φύσει είναι» µεταβαίνει στο «ενεργεία είναι». Την ενδελέχεια αυτή θα την εκφράσει  η παρουσία της Ρέας (Ροής-κίνησης ), σύζυγος και αδελφή του Κρόνου.

Ρέα

Για τους Ορφικούς η Ρέα (Ροή) είναι θυγατέρα του πολύµορφου Πρωτόγονου, που οδηγεί το ιερότροχο άρµα των ταυροφόνων, τυµπανοκρουστική, µανιακή, χαλκοκρούστρια κόρη, µητέρα του άνακτος Ολυµπίου ∆ιός, του ασπιδοφόρου, παντιµηµένη, λαπρόµορφη, του Κρόνου µακαρία οµόκλινη, που χαίρεται στα όρη µε των θνητών τα φοβερά ολολύγµατα, παµβασίλισσα, πολεµοθόρυβη, γενναιόψυχη, ξεγελάστρα, σωτήρια, λυτήρια, αρχέγονη, µητέρα των θεών και των θνητών ανθρώπων, αεικίνητη και αερόµορφη.

Είναι αξιοσηµείωτο πως η γέννηση της Ρέας στην ελληνική θεογονία προηγείταια της γέννησης του Κρόνου. Το ίδιο και η Γαία του Ουρανού, του οποίου η πρωτόγονος Γαία είναι και γεννήτοράς του από παρθενογέννεση. Αυτό αντανακλά την βασική διαλεκτική αρχή και σχέση αίτιου - αιτιατού, γεγονός που σηµαίνει πως ο χρόνος είναι παράγωγο, ταυτόχρονο επόµενο της κίνησης και πως το παράδοξο του Ζήνωνα µε τον Αχιλλέα και την χελώνα, την οποία δεν θα φθάσει ποτέ ο Αχιλλέας επιβεβαιώνει ταυτόχρονο το αριστοτελικό συµπέρασµα πως “Ο χρόνος δεν υπάρχει, γιατί κανένα τµήµα του δεν υπάρχει. Αυτό που µπορούµε να µετρήσουµε είναι µόνο η απόσταση µεταξύ δύο χρονικών στιγµών µιας µεταβολής, δηλ. µετρούµε ένα εικονικό είδωλο του χρόνου και όχι τον ίδιο τον χρόνο”.

Κατά την αρχαιοελληνική θεολογία η δηµιουργία και το σύνολο της εξελικτικής διαδικασίας είναι αποτέλεσµα είτε της δράσης των αντιθέτων, είτε της παρθενογένεσης. 

Η δηµιουργία ως αποτέλεσµα της δράσης των αντιθέτων συντελείται είτε µέσω φιλότητας (ερωτική έλξη), είτε µέσω νείκεος (απώθηση, σύγκρουση). Οι καταστάσεις και ιδιότητες της ύλης-ενέργειας προσωποποιούνται  στο πρόσωπο των θεών και των ηµιθέων. Για την περιγραφή µιας κατάστασης και των αιτιών που την δηµιούργησαν χρησιµοποιούνται τα θεϊκά ζεύγη, όπως Ουρανός και γη, Κρόνος και Ρέα, Ζευς και Ηρα κλπ.

Η παρθενογένεση αποτελεί εκδήλωση µιας κυρίαρχης ιδιότητας ή στοιχείο του γεννήτορα, το οποία «αυτονοµείται» από αυτόν λόγω της καθολικής ισχύος του. 

Οι ριζικές συµπαντικές µεταβολές εκφράζονται µε την διαδοχή των κυρίαρχων γονικών ζευγών. Κατά τα µεσοδιαστήµατα των διαδοχών εξακολουθούν να συµβαίνουν εκτεταµένες µεταβολές, οι οποίες εκφράζονται µέσα από ένα πλέγµα τέκνων – υιών και θυγατέρων -  και οι οποίες δεν παραβιάζουν τις βασικές αρχές, που προσδιορίζονται από το κυρίαρχο γονικό ζεύγος και που το χαρακτηρίζουν. Μέχρι την τελική επικράτηση του ∆ιός το όλον σύµπαν βρίσκεται σε µια συνεχή διαδικασία ανατροπών. 

Οι ανατροπές αυτές και όλες οι µεταβολές κυριαρχούνται από την Αδράστεια, ως νόµο της ευάρµονης κοσµικής δηµιουργίας, ως συµπαντική αρχή των όντων, τα οποία και κοσµοποιεί.

 

 

 

Ιστορικό αρχείο Ζωτικού

Οι γειτονιές μας

 

Πρόσφατες αναρτήσεις

  • Δεν υπάρχουν δημοσιεύσεις προς εμφάνιση

Αναζήτηση Videos

Πρόσφατα Videos

Εκδήλωση για τη μάχη στη Βρυτζάχα 2018

Category: Σούλι

Παρουσίαση βιβλίου "Η Ιστορία της Λιβίκιστας στην Οθωμανική Περίοδο" στο Ζωτικό Ιωαννίνων

Category: Παρουσιάσεις

Κοπή πίτας 2018 του Συλλόγου "Η ΒΡΥΤΖΑΧΑ" στο Ζωτικό

Παρουσίαση του βιβλίου του Δ.Μίχα "Η Ιστορία της Λιβίκιστας στην Οθωμανική περίοδο"