Αδελφότητα Ζωτικιωτών Αθήνας
Σύλλογος  Ζωτικιωτών "Η Βρυτζάχα"
Η ιστοσελίδα δημιουργήθηκε και συντηρείται από την Αδελφότητα Ζωτικιωτών Αθήνας

Αρχείο φωτογραφιών

Σύνδεση χρήστη

Επισκέψεις

006840637
Σήμερα
Χθες
Τρέχ. εβδομ.
Προηγ. εβδομ.
Τρ. μήνας
Προηγ. μήνας
Γεν. Σύνολο
84
175
414
264826
7775
11019
6840637

Your IP: 54.80.96.153
25-09-2018 12:25

Ηθική, Δικαιοσύνη και Πολιτεία

Ι. Μότσης

Μία από τις ηθικές αρετές, η οποία στην αριστοτελική φιλοσοφία αποκτά και κοινωνικό/πολιτικό περιεχόµενο, είναι η δικαιοσύνη. Η αρετή της δικαιοσύνης συνιστά για τον Αριστοτέλη, όπως και για τον Πλάτωνα, την κατεξοχήν «τελείαν αρετήν» και την προϋπόθεση των υπολοίπων ηθικών και πολιτικών αρετών. 

Η δικαιοσύνη αποτέλεσε και θα αποτελεί το όραµα των ατόµων, των κοινωνιών και των φωτισµένων συνειδήσεων. Οι απόψεις, όµως, διαφέρουν ως προς το περιεχόµενο της έννοιας της δικαιοσύνης διότι, όπως είχε τονίσει ο Αριστοτέλης, η λέξη αυτή είναι πολυσήµαντη και κατατάσσεται στα «πλεοναχώς λεγόµενα». Ήδη στις απαρχές της αρχαιοελληνικής διανόησης, η δικαιοσύνη κάνει αισθητή την παρουσία της µε άλλους συνώνυµους όρους, όπως «Θέµις», «∆ίκη», «δίκη» και «δίκαιον», που χρησιµοποιούνται µε συµβολική και κοσµολογική σηµασία. 

Στην οµηρική επική ποίηση, η θεά Θέµις (κόρη του Ουρανού και της Γαίας και σύζυγος του ∆ία) θεωρείται προστάτιδα των σταθερών κανονισµών, µέσα στους οποίους κινείται ο άνθρωπος. Ως θεά κατοικεί στον Όλυµπο και κύριο µέληµά της είναι να διασφαλίζει την τάξη. Επίσης οι συµβουλές και οι παραινέσεις που έδινε ο ∆ίας στους βασιλιάδες και στους στρατηλάτες των λαών, δεν είχαν τη µορφή προσωπικής νοµοθεσίας, αλλά το χαρακτήρα των «θεµίστων», που σήµαινε την ορθή καθοδήγηση σύµφωνα µε το θείο δίκαιο. Εποµένως, στον Όµηρο η Θέµις είναι η προσωποποίηση του δικαίου και έχει θεϊκή προέλευση

Ο Ησίοδος αναφέρει επιπλέον στη Θεογονία του ότι η Θέµις είναι µητέρα των τριών Ωρών: της Ευνοµίας, της Ειρήνης και της ∆ίκης. Η ∆ίκη ως κόρη της Θέµιδος και του ∆ία συγκατοικεί µε τους ουράνιους θεούς στον Όλυµπο, βλέπει όλες τις άδικες πράξεις τόσο στη γη όσο και στον Άδη, καταδιώκει εκείνον που τις επιτελεί και τον τιµωρεί µέσω των Ερινυών και της Άτης, των εκτελεστικών της οργάνων. «Πολύ περισσότερο η ∆ίκη συνιστά µια ανθρωπόµορφη έκφραση εκείνης της θεϊκής δύναµης που τη νιώθουµε να ενεργεί µέσα σε κάθε δίκαιη απόφαση και µέσα στο ∆ίκαιο, νοούµενο σαν απόλυτη αξία». 

Η «δίκη», αντίθετα, δεν έχει θεϊκή προέλευση, αλλά εξαρτάται από την αναγνωρισµένη αξία και το κύρος ενός ευγενούς προσώπου ή ενός αξιοσέβαστου γέροντα.. Βασίζεται, δηλαδή, στην αυθεντία. Επιπρόσθετα, η δίκη τόσο στον Όµηρο όσο και στον Ησίοδο έχει την έννοια του έθους, της συνήθειας, του τρόπου ή του εθίµου µιας κοινωνικής τάξης. Γι’ αυτό, κάθε πράξη που είναι αντίθετη προς τα νενοµισµένα της κοινωνίας, θεωρείται ολέθρια («σχέτλιον») ενώ κάθε παράνοµη και βίαιη πράξη αποτελεί «ύβριν». Ο Ησίοδος επισηµαίνει ότι το δίκαιο εντοπίζεται µόνο στην ανθρώπινη κοινωνία και όχι στο ζωικό βασίλειο όπου κυριαρχεί ο αλληλοσπαραγµός των ασθενέστερων ζώων από τα ισχυρότερα εξαιτίας του φυσικού νόµου της βίας. 

Στην Προσωκρατική φιλοσοφία χρησιµοποιείται πολύ συχνά ο όρος «δίκη» µαζί µε τις λέξεις «κόσµος» και «λόγος». Ο Παρµενίδης, για παράδειγµα, αναφέρει στην κοσµολογική θεωρία του τη δίκη προκειµένου να ερµηνεύσει «την αιτιοκρατικήν σχέσιν µεταξύ µέλλοντος και παρερχοµένου ως τι όµοιον προς µίαν δίκην, όπου τα πράγµατα πληρώνουν εις άλληλα δια την αδικίαν των». 

Στον Ηράκλειτο η δίκη θεωρείται ότι βρίσκεται σε διαρκή πάλη µε την «έριν» αλλά διασώζεται από το λόγο, ο οποίος θέτει στη φύση ορισµένα µέτρα. Επίσης το δίκαιο και οι ανθρώπινοι νόµοι τρέφονται από το θεϊκό νόµο και άρα, έχουν θείες ρίζες. Γι’ αυτό και οι κάτοικοι της πόλης πρέπει να αγωνίζονται για τη διατήρηση και τη διασφάλιση των νόµων, όπως ακριβώς µάχονται για την ασφάλεια των τειχών της, όταν αυτά απειλούνται από εξωτερικούς κινδύνους. 

Στην ώριµη αρχαϊκή λυρική ποίηση παρατηρείται βαθιά εκτίµηση και σεβασµός απέναντι στη δικαιοσύνη και το νόµο, ο οποίος ενώ αρχικά είχε τη σηµασία του έθους και της συνήθειας, την περίοδο αυτή αποκτά την έννοια του γραπτού δικαίου. Την εποχή µάλιστα του ∆ράκοντα και του Σόλωνα ο φυσικός νόµος θεωρείται «το νοµιζόµενον» του άγραφου δικαίου ενώ για το γραπτό νόµο χρησιµοποιείται ο όρος «θεσµός». 

Γενικά όµως ο νόµος στην αρχαία ελληνική πόλη δεν είχε τη µορφή αυστηρού διατάγµατος αλλά λειτουργούσε κυρίως ως εθιµικό δίκαιο και τονιζόταν ιδιαίτερα η σπουδαιότητά του. Ο νόµος, έλεγε ο Πίνδαρος, είναι «ο πάντων βασιλεύς θνητών και αθανάτων» (Απ. 169). Κάτι ανάλογο υποστήριζε και ο Ηρόδοτος: «ο απρόσωπος νόµος είναι ο δεσπότης των πάντων και οι Έλληνες τον φοβούνται περισσότερο από ότι οι Πέρσες το βασιλιά τους». 

Ο Σωκράτης, ο οποίος κατέστη υπόδειγµα ενάρετου ανδρός και αγαθού πολίτη, ταύτιζε τη δικαιοσύνη µε «το νόµιµον», επειδή πίστευε ότι «το νόµιµον δίκαιον είναι» ενώ παράλληλα θεωρούσε ότι και οι άγραφοι νόµοι υπάγονται σε αυτό. Επίσης το κύρος και η ισχύς του νόµου και των δικαστικών αποφάσεων αποτελούσαν για το φιλόσοφο συνάρτηση προς το ήθος του ελεύθερου πολίτη, ο οποίος λόγω της βαθιάς ευγνωµοσύνης που έτρεφε για την πόλη του και λόγω της εκτίµησης που ένιωθε για τον άγραφο φυσικό νόµο, παρέβλεπε τον ανεπαρκή ρόλο του θετού δικαίου και υπερέβαινε τις όποιες αντινοµίες µεταξύ αυτού και του φυσικού δικαίου. Αυτό σηµαίνει ότι ο Σωκράτης δε συµπεριέλαβε στην προβληµατική του την αντίθεση ανάµεσα στο θετό και το φυσικό δίκαιο, αντίθεση που συγκίνησε ιδιαίτερα µια µεταγενέστερη οµάδα επιφανών διανοητών, γνωστοί συνήθως ως Σοφιστές. 

Οι Σοφιστές δεν αποτελούσαν χωριστή φιλοσοφική σχολή, αλλά µάλλον επαγγελµατική τάξη. Ήταν πε­ριφερόµενοι δάσκαλοι που κέρδιζαν το ψωµί τους χάρη στην πείνα για καθοδήγηση σε πρακτικά θέµατα, πείνα που παρου­σιάστηκε εκείνη την εποχή από τις αυξανόµενες ευκαιρίες να πάρει κάποιος µέρος στην πολιτική δράση, την αναπτυσσόµενη δυσαρέσκεια προς τους φυσικούς φιλοσόφους.

Οι Σοφιστές κάνουν την εµφάνισή τους στην Αθήνα σχεδόν προς τα µέσα του 5ου π.Χ. αιώνα επιχειρώντας να αποδεσµεύσουν το δίκαιο από τις παραδοσιακές αξίες και τους τρόπους ζωής και να το εξετάσουν από µια νέα κοινωνική και ηθική σκοπιά.

Οι διανοητές που ασχολούνται µε αυτά τα ζητήµατα είναι, πέραν του Σωκράτη, κυρίως ο Πρωταγόρας, ο Γοργίας, ο Θρασύµαχος, ο Γλαύκων, ο Αδείµαντος και ο Καλλικλής, των οποίων οι θέσεις εκτίθενται στους Πλατωνικούς διαλόγους “Πρωταγόρας”, “Γοργίας” και “Πολιτεία”.

Ο Θρασύµαχος στην Πολιτεία ισχυρίζεται ότι δικαιοσύνη είναι να υπηρετείς το συµφέρον κάποιου άλλου, πράγµα τελικά ασύµφορο, ενώ αδικία είναι το ακριβώς αντίθετο, να κυριαρχείς επάνω σ’ αυτούς που είναι αφελείς και δίκαιοι. Καθώς τον ρωτά ο Σωκράτης αν θεωρεί την αδικία αρετή και τη δικαιοσύνη κακία, ο Θρασύµαχος του απαντά ότι θεωρεί την αδικία ‘συνετή συµπεριφορά’ και τη δικαιοσύνη ‘ευγενή αφέλεια’.

Ο Γλαύκων στη συνέχεια της ‘Πολιτείας’ υποστηρίζει ότι οι νόµοι που υποτίθεται ότι εκφράζουν τη δικαιοσύνη δεν έχουν σχέση µε το καθαυτό αγαθό αλλά είναι αναγκαίες ανθρώπινες επινοήσεις, καθώς ο άνθρωπος δεν µπορεί να αδικεί ανεξέλεγκτα χωρίς να τιµωρείται.

Ο Αδείµαντος υποστηρίζει ότι η δικαιοσύνη είναι δύσκολη και κοπιαστική, ενώ αντίθετα η αδικία και η µαλθακότητα είναι εύκολες, και η ντροπή που τις ακολουθεί είναι εντελώς φαινοµενική, καθώς στηρίζεται στη συµβατικότητα του νόµου.

Ο Καλλικλής όµως αλλάζει συθέµελα τον ηθικό κώδικα. Όχι µόνο υποστηρίζει ολοκληρωτικά την πράξη κυριαρχίας πάνω στους άλλους, αλλά δηλώνει ρητά ότι αυτή είναι η δικαιοσύνη, όπως την ορίζει η φύση, το να έχει περισσότερα ο δυνατότερος από τον πιο αδύνατο και να επιβάλλεται πάνω σ’ αυτόν.

O Γοργίας έγραψε ένα έργο στο οποίο έδωσε τον τίτλο «Περί φύσεως είτε περί του µη οντος», και σε αυτό προσπάθησε να αποδείξει τρία πράγµατα: 

α) ότι τίποτε δεν υπάρχει 

β) ότι κι αν υπήρχε κάτι, δεν θα µπορούσαµε να το γνωρίσουµε• 

γ) κι αν ακόµη µπορούσαµε να γνωρίσουµε κάτι, δε θα µπορούσαµε να το µεταδώσουµε στο γείτονα µας.

Ο Πρωταγόρας εξέφρασε ως εξής τις απόψεις του για τη θρησκεία: «Για τους θεούς, δεν µπορώ να ξέρω αν υπάρχουν ή όχι ούτε πώς είναι• γιατί πολλά µε εµποδίζουν να το µάθω. µεταξύ των οποίων και το σκοτεινό του πράγµατος και η συντοµία της ανθρώπινης ζωής». Ο ίδιος ήταν που είπε το περίφηµο απόφθεγµα «Ο άνθρωπος είναι το µέτρο όλων των πραγµάτων», που σήµαινε - αν πρέπει να εµπιστευθούµε την ερµηνεία του Πλάτωνα - ότι ο τρόπος µε τον οποίο βλέπει ο α΄ τα πράγµατα, αποτελεί γι’ αυτόν την αλήθεια, και ο τρόπος που τα βλέπει ο β΄, αποτελεί γι’ αυτόν την αλήθεια. ∆εν µπορεί ο ένας να πείσει τον άλλο ότι έχει λάθος, γιατί αν ο ένας βλέπει τα πράγµατα µε τον α΄ τρόπο, τότε αυτά υπάρχουν γι’ αυτόν όπως τα αντιλαµβάνεται, κι ας τα βλέπει διαφορετικά ο γείτονας του. Η αλήθεια είναι απολύτως σχετική. Ο Πρωταγόρας όµως άφηνε χώρο για τις παραδοσιακές απόψεις περί αλήθειας και ηθικής προσθέτοντας ότι, µολονότι καµιά γνώµη δεν είναι αληθέστερη από τις άλλες, µπορεί η µια γνώµη να είναι καλύτερη από την άλλη. 

Ο ανευλαβής σκεπτικισµός των Σοφιστών επηρέασε το ως τώρα αναµφισβήτητο κύρος του νόµου, που βασιζόταν στην πίστη ότι ο νόµος είχε θεία καταγωγή. Αυτή τη θρησκευτική θεµελίωση του νόµου υπονόµευε τώρα όχι µόνο η αθεϊστική ροπή της φυσικής φιλοσοφίας - την οποία ροπή οι Σοφιστές ανέλαβαν να συνεχίσουν µε τόσο πολύ ζήλο - αλλά και οι εξωτερικές περιστάσεις, όπως ήταν η αυξανόµενη επαφή των Ελλήνων µε τις ξένες χώρες και το µέγα σώµα της σύγχρονης νοµοθεσίας της συνδεόµενης µε την ίδρυση των αποικιών. Οι Σοφιστές ήταν τέκνα της εποχής τους. Η επαφή τους δίδαξε τις θεµελιώδεις διαφορές που µπορούσαν να υπάρχουν µεταξύ νοµοθεσιών και λαών που ζούσαν σε διαφορετικά κλίµατα. Όσο για τις νέες νοµοθεσίες, ήταν δύσκολο να πιστέψουν ότι κατέβαιναν από τον ουρανό, όταν οι φίλοι κάποιου (ή, ακόµη χειρότερα, οι εχθροί του) είχαν λάβει εντολή να νοµοθετήσουν. 

Ο ίδιος ο Πρωταγόρας είχε λάβει εντολή το 443 π.Χ. να συντάξει νόµους για τη νέα αθηναϊκή αποικία, τους Θούριους στην Κάτω Ιταλία. ∆εν είναι εκπληκτικό ότι ήταν ο πρώτος που διέδωσε τη θεωρία της καταγωγής του δικαίου, την οποία σήµερα γνω¬ρίζουµε µε τον τίτλο «κοινωνικό συµβόλαιο». Είτε ότι οι άνθρωποι, για να προστατευτούν από τα άγρια ζώα και να βελτιώσουν το βιοτικό τους επίπεδο, αναγκάστηκαν σε ένα πρώιµο στάδιο να ενωθούν σε κοινότητες. Ως τότε δεν είχαν ούτε ηθικούς κανόνες ούτε νόµους, αλλ’ η ζωή στις κοινωνίες αποδείχτηκε πως θα ήταν αδύνατη, αν ίσχυαν οι νόµοι της ζούγκλας και έτσι, µε αργά και κοπιαστικά βήµατα, έµαθαν την αναγκαιότητα των νόµων και των συµβάσεων µε τα οποία οι ισχυρότεροι δεσµεύτηκαν να µην επιτίθενται και ληστεύουν τους αδύνατους για µόνο το λόγο ότι αυτοί είναι οι ισχυρότεροι. 

Με δεδοµένη αυτή την αρχική υπόθεση, ότι οι νόµοι και οι ηθικοί κώδικες δεν είχαν θεία καταγωγή αλλά ανθρώπινη και ατελή, ήταν δυνατόν να καταλήξει κάποιος σε πρακτικά συµ¬περάσµατα πολύ διαφορετικά. Ο ίδιος ο Πρωταγόρας είπε ότι οι νόµοι δηµιουργήθηκαν, γιατί ήταν απαραίτητοι. Προασπίσθηκε λοιπόν το κοινωνικό συµβόλαιο και ζήτησε υποταγή στους νόµους. Ποικίλα συµπεράσµατα θα µπορούσαν να αντληθούν σχετικά, αλλά η µείζων πρόταση ήταν η ίδια για όλα. Όλα παρόµοια ξεκινούσαν από την πλήρη απουσία απόλυτων αξιών και προτύπων, είτε στηρίζονταν σε θεολογικές ιδέες είτε όχι. Ορθό και λάθος, σοφία, δικαιοσύνη και καλοσύνη δεν ήταν παρά λέξεις, έστω και αν θα µπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι σε ορισµένες περιπτώσεις ήταν φρόνιµο να συµπεριφερθούµε σαν να ήταν κάτι περισσότερο από λέξεις.

Εναντίον του σοφιστικού κινήµατος στράφηκε µε την επιβλητική του µορφή ο Πλάτων, στους διαλόγους του οποίου αυτοί παρουσιάζονται µε εχθρικό και υποτιµητικό τρόπο. Πολύ περισσότερο τον εκνεύριζε το γεγονός ότι αντιµετώπιζαν βασικά ζητήµατα ηθικής σαν θέµατα ηθικά αδιάφορης ειδηµοσύνης, τα οποία µάλιστα δίδασκαν έπ’ αµοιβήν. 

Γι’ αυτό και ο πρωταρχικός στόχος του Πλάτωνα ήταν να δείξει ενάντια στους σκεπτικιστές ότι υπάρχουν όντως αντικειµενικές ηθικές αλήθειες και ότι αξίζει να αποδεχτούµε ορισµένους περιορισµούς στην επιδίωξη του προσωπικού οφέλους, επειδή µπορούµε να εµπιστευτούµε την ηθική τάξη. Έτσι αποφασίζει να συγγράψει την Πολιτεία του όπου θίγει κυρίως το θέµα της δικαιοσύνης ως πολιτικής αρετής και ως έξεως της ψυχής. Παρόλο όµως που η πλατωνική έννοια της δικαιοσύνης εντοπίζεται στις σχέσεις των ανθρώπων εντός της πολιτικής κοινότητας και προσδιορίζεται ως «τα αυτού πράττειν και µη πολυπραγµονείν», αποτελεί στην ουσία εσωτερικό γεγονός ή πράξις της ψυχής που συνδέει αρµονικά τα τρία ψυχικά µέρη (λογιστικό, θυµοειδές, επιθυµητικό), τα οποία καθοδηγούνται από το λόγο και την ιδέα. Ως εσωτερική πράξις η δικαιοσύνη της ψυχής δε νοείται απλώς ως αγαθή βούληση αλλά είναι επιπλέον ο κανόνας και η πρωταρχική πηγή της ορθής συµπεριφοράς του ατόµου. Είναι η µόνιµη διάθεση της ψυχής («έξις»), που ορίζει τη λογική τάξη των πραγµάτων. Τέλος, η δικαιοσύνη συνιστά -κατά το φιλόσοφο- «µέγιστον αγαθόν» διότι µέσω αυτής πραγµατοποιείται ο ύψιστος σκοπός της πολιτείας, που είναι η ευδαιµονία των πολιτών.

Στις καταγραφές της σωκρατικής διδασκαλίας που έχουµε στα γραπτά κείµενα των µαθητών του, δεν βρίσκουµε την απάντηση στο πρωταρχικό ερώτηµα για τον γενικό σκοπό ή στόχο της ανθρώπινης ζωής. Η έλλειψη αυτή στη σωκρατική διδασκαλία ήταν ένας λόγος που έκανε τον θετικότερο Πλάτωνα να θεωρήσει καθήκον του όχι µόνο να παρουσιάσει τη διδασκαλία του δασκάλου του, αλλά και να την µεταφέρει ένα στάδιο πιο εκεί. Είναι σύµφωνο µε το χαρακτήρα του Σωκράτη να µην έχει δώσει την απάντηση. Είχε συνηθίσει να λέει πως ο ίδιος δεν εγνώριζε τίποτα, και πως το µόνο στο οποίο ήταν σοφότερος από τους άλλους ήταν πως είχε συνείδηση της άγνοιας του, ενώ αυτοί δεν είχαν της δικής τους. Η ουσία της σωκρατικής µεθόδου ήταν να πείθει το συνοµιλητή του ότι, ενώ πίστευε πως ήξερε κάτι, στην πραγµατικότητα δεν ήξερε. Η πεποίθηση της άγνοιας είναι το απαραίτητο πρώτο βήµα για την απόκτηση της γνώσης, γιατί κανείς δεν αναζητεί τη γνώση σχετικά µε οτιδήποτε, αν κατέχεται από την αυταπάτη ότι την κατέχει ήδη. Αυτό που ο Σωκράτης πρόβαλλε εµπρός στους ανθρώπους, σε γερή αντίθεση προς τον σοφιστικό σκεπτικισµό, ήταν «ένα ιδεώδες για γνώση που δεν έχει ακόµη κατακτηθεί». Ο γνήσιος σωκρατισµός αντιπροσωπεύει πρώτα και πρώτιστα µια στάση του πνεύµατος, µια πνευµατική ταπεινοφροσύνη που εύκολα την συγχέει κανείς µε την αλαζονία, εφ όσον ο αληθινά σωκρατικός φιλόσοφος είναι πεπεισµένος για την άγνοια όχι µόνο του εαυτού του, αλλά και όλης της ανθρωπότητας. Αυτή περισσότερο απ’ οποιοδήποτε σώµα θετικής φιλοσοφικής θεωρίας είναι η συµβολή του Σωκράτη. 

Στη σύγχυση της ηθικής διανόησης που χαρακτήριζε την εποχή του, ένα γεγονός ξεχώριζε ως κατ’ εξοχήν επιζήµιο. Η συζήτηση των ανθρώπων είχε αναµειχθεί µε µια µεγάλη ποικιλία γενικών όρων, ιδιαίτερα αυτών που χρησίµευαν να περιγράψουν ηθικές έννοιες - δικαιοσύνη, σωφροσύνη, ανδρεία, κ.ο.κ. 

Ξεκίνησα, λέει ο Σωκράτης, πιστεύοντας µες στην αθωότητα µου πως ήξεραν τι σήµαιναν αυτοί οι όροι, εφ όσον τους χρησιµοποιούσαν τόσο άνετα, και ήµουν γεµάτος ελπίδες ότι θα το έλεγαν και σ’ εµένα, που δεν ήξερα. Όταν τους ρωτούσε όµως, ανακάλυπτε ότι κανείς τους δεν µπορούσε να του δώσει µια σωστή ερµηνεία. Ίσως υπό το φως της σοφιστικής διδασκαλίας θα έπρεπε να υποτεθεί ότι αυτοί οι όροι δεν είχαν πράγµατι σηµασία• αλλ’ εάν έτσι έχει το πράγµα, οι άνθρωποι θα έπρεπε να σταµατήσουν να τους χρησιµοποιούν. Εάν εξ άλλου είχαν κάποια σταθερή σηµασία, τότε όσοι τις χρησιµοποιούν θα έπρεπε να είναι σε θέση να πουν τι σηµαίνουν. ∆εν µπορείς να συζητάς για ενέργειες σοφές, δίκαιες ή χρηστές, παρά µόνο αν ξέρεις τι είναι σοφία, δικαιοσύνη ή χρηστότητα. Αν, όπως υποψιαζόταν ο Σωκράτης, οι διάφοροι άνθρωποι χρησιµοποιώντας τις ίδιες λέξεις εννοούν διαφορετικά πράγµατα, συζητούν χωρίς να συνενοούνται και το µόνο αποτέλεσµα θα είναι η σύγχυση. Η σύγχυση θα είναι ταυτόχρονα και εννοιολογική (γνωστική) και ηθική. Από γνωστική άποψη το να συζητάς µε κάποιον που χρησιµοποιεί τους όρους του µε σηµασία διαφορετική από τη δική σου δεν µπορεί να οδηγήσει πουθενά - εκτός ίσως από τη φιλονικία• και από ηθική άποψη, όταν οι αµφισβητούµενοι όροι παίρνουν τη θέση ηθικών εννοιών, µόνο αναρχία µπορεί να προκύψει. Αυτή τη διπλή όψη του προβλήµατος, γνωστική (= intellectual) και ηθική, ήθελε να εκφράσει ο Σωκράτης µε το ρητό του ότι η αρετή είναι γνώση. Τόσο καθαρό εξ άλλου ήταν το µυαλό του και σταθερός ο χαρακτήρας του, ώστε του φαινόταν αυταπόδεικτο ότι, αν οι άνθρωποι µπορούσαν να φτάσουν στο σηµείο να δουν αυτή την αλήθεια, θα διάλεγαν αυτόµατα το σωστό. Ό,τι χρειαζόταν ήταν να τους καταφέρει κάποιος να κάνουν τον κόπο να βρουν ποιο είναι το σωστό. Από εδώ προκύπτει το δεύτερο περίφηµο του ρητό, ότι κανείς δεν κάνει µε τη θέ¬ληση του το κακό. Αν η αρετή είναι γνώση, η κακία οφείλεται στην άγνοια και µόνο. 

Πώς λοιπόν θα ξεκινήσουµε για να κατακτήσουµε τη γνώση του τι είναι αρετή, δικαιοσύνη, κλπ; Ο Σωκράτης ήταν έτοιµος να προτείνει µια µέθοδο, και για τους άλλους και για τον εαυτό του. Η γνώση κατακτάται σε δύο στάδια, στα οποία αναφέρεται ο Αριστοτέλης, όταν λέει ότι ο Σωκράτης µπορεί δικαιολογηµένα να προβάλει ως δικά του δύο πράγµατα, την επαγωγή και τον γενικό ορισµό. Αυτοί οι κάπως ξηροί λογικοί όροι, που ασφαλώς θα εξέπλητταν τον ίδιο το Σωκράτη, δεν φαίνονται να έχουν και πολλή σχέση µε την ηθική, αλλά για το Σωκράτη η σχέση ήταν ζωτική. Το πρώτο στάδιο ήταν να συγκεντρωθούν παραδείγµατα, για τα οποία - συµφωνούν και οι δύο συζητητές - µπορεί να ισχύσει ο όρος «δικαιοσύνη» (αν η δικαιοσύνη είναι το ζητούµενο). Τότε τα συγκεντρωµένα παραδείγµατα των δίκαιων πράξεων εξετάζονται για να ανακαλυφτεί σε αυτά κάποια κοινή ιδιότητα, χάρη στην οποία οι πράξεις φέρουν αυτόν το χαρακτηρισµό. Η κοινή ιδιότητα,ή - το πιθανότερο - µια οµάδα ή µια δέσµη από κοινές ιδιότητες, συνιστά την ουσία τους ως δίκαιων πράξεων. Συνιστά πράγµατι αυτή (αν αφαιρεθούν οι τυχαίες ιδιότητες, που οφείλονται στο χρονικό σηµείο ή στην περίσταση και που ανήκουν σε κάθε µια από τις δίκαιες πράξεις µεµονωµένα) τον ορισµό της δικαιοσύνης. Έτσι η επαγωγή αποτελεί, όπως το λέει και η ελληνική λέξη (επί + άγω) µια «πορεία» του νου από τις ειδικές περιπτώσεις, αν τις συγκεντρώσουµε και τις δούµε συνολικά, προς την κατανόηση του κοινού των όρου.

Ωστόσο, ο Πλάτων εξαρτώντας τη δικαιοσύνη από τις ιδέες και την πολιτεία από την ιδέα του αγαθού, προσέδωσε σε αυτές µεταφυσική χροιά και βάθος. 

Γι’ αυτό και ο Αριστοτέλης, ενώ αρχικά επηρεάζεται από την πλατωνική διδασκαλία, στη συνέχεια κατορθώνει να αποµακρυνθεί κατά κάποιο τρόπο από αυτή, να γίνει ρεαλιστής και να εκφράσει την αντίθεσή του πάνω σε διάφορα θέµατα, ένα εκ των οποίων είναι και αυτό της έννοιας της δικαιοσύνης. Για τον Αριστοτέλη η δικαιοσύνη δεν είναι απλώς φυσική έξις του πράττοντα αλλά και εξωτερική ενέργεια «προς έτερον». Ως δυναµική ηθική αρετή, ρυθµίζει τις υπόλοιπες αρετές και κυρίως διαµορφώνει το ήθος του ανθρώπου. Αυτό το τελευταίο, βέβαια, πραγµατοποιείται κατεξοχήν στα πλαίσια της συλλογικής ζωής της πόλης όπου η δικαιοσύνη δοκιµάζεται από τη σχέση των δικαιωµάτων και των υποχρεώσεων του ανθρώπου προς το πλησίον. Υπό το νέο αυτό πρίσµα, η δικαιοσύνη καθίσταται από το φιλόσοφο αρετή και αξία πολιτική και περαιτέρω κοινωνική δίχως όµως να παύει να διατηρεί τον ηθικό της χαρακτήρα. Έτσι επιτυγχάνεται και η αποδέσµευσή της από το νοητό κόσµο των πλατωνικών ιδεών καθώς τώρα εντοπίζεται στο χώρο της εµπειρικής πραγµατικότητας.

 

Ιστορικό αρχείο Ζωτικού

Οι γειτονιές μας

 

Πρόσφατες αναρτήσεις

  • Δεν υπάρχουν δημοσιεύσεις προς εμφάνιση

Αναζήτηση Videos

Πρόσφατα Videos

Εκδήλωση για τη μάχη στη Βρυτζάχα 2018

Category: Σούλι

Παρουσίαση βιβλίου "Η Ιστορία της Λιβίκιστας στην Οθωμανική Περίοδο" στο Ζωτικό Ιωαννίνων

Category: Παρουσιάσεις

Κοπή πίτας 2018 του Συλλόγου "Η ΒΡΥΤΖΑΧΑ" στο Ζωτικό

Παρουσίαση του βιβλίου του Δ.Μίχα "Η Ιστορία της Λιβίκιστας στην Οθωμανική περίοδο"