Αδελφότητα Ζωτικιωτών Αθήνας
Σύλλογος  Ζωτικιωτών "Η Βρυτζάχα"
Η ιστοσελίδα δημιουργήθηκε και συντηρείται από την Αδελφότητα Ζωτικιωτών Αθήνας

Αρχείο φωτογραφιών

Σύνδεση χρήστη

Επισκέψεις

6959559
ΣήμεραΣήμερα401
ΧθεςΧθες433
Τρέχουσα εβδομάδαΤρέχουσα εβδομάδα834
Τρέχων μήναςΤρέχων μήνας8494
Γεν. ΣύνολοΓεν. Σύνολο6959559

Ερως ανίκατε μάχαν

Το άγαλμα του έρωτα και της Ψυχής στο Λούβρο του Ιταλού γλύπτη Antonio Canova.

Ο Ερωτας, θα "ξυπνήσει" την ερωμένη του Ψυχή με αυτό το φιλί η οποία έπεσε σε ύπνο από μαγικό άρωμα της Περσεφόνης...



έρωτα που δε γονάτισες στον πόλεμο
έρωτα που ορμας και γεμίζεις την πλάση
που στα απαλά τα μάγουλα
της κόρης νυχτερεύεις,
που σεργιανάς τις θάλασσες
και των ξωμάχων τα κατώφλια,
κανείς δε σου γλυτώνει
μηδέ θνητός μηδέ αθάνατος
Εσύ που είσαι το λούλουδο ζωής τυρρανισμένης,
εσύ που ξετρελαίνεις εκείνον που κρατάς!
Απόσπασμα από το χορό "Έρως ανίκατε μάχαν..." ΑΝΤΙΓΟΝΗ

 

 


Γιορτές προς τιμήν του Έρωτος, τα λεγόμενα «Έρωτίδια», γιορτάζονταν  στην Αρχαία Ελλάδα κατά τον μήνα Ελαφηβολιώνα, περίπου γύρω στις 10-15 Μαρτίου

Η λέξις έρως αρχίζει από το ΕΡ τής ερωής. Ερωή σημαίνει ορμητική κίνησις. Ο Πλάτωνας στον διάλογον ΚΡΑΤΥΛΟΣ διευκρινίζει ότι ό έρως είναι μία εισροή έξωθεν, όχι οικεία εις αυτόν ο όποιος ευρίσκεται υπό την κατοχήν τού έρωτος.
«...έρως δέ, ότι έσρεί (=είσρέει) έξωθεν και ουκ οικεία έστιν  η ροή αύτη τω έχοντι, αλλ' έπείσακτος δια των ομμάτων, δια ταύτα από του έσρείν, «έσρος" το γε παλαιόν έκαλείτο, νυν δέ έρως κέκληται...».

Και τό Ετυμολογικόν τό Μέγα:
«ή παρά το είρειν, το δεσμείν, ο συνδέων ημάς πόθος... ή από του Αρης, άρως και έρως... ή παρά το όρώ, το βλέπω- ο δια της οράσεως εσγινόμενος τοις ανθρώποις πόθος...».

«Ερως» δεν σημαίνει μόνον αγάπη, επιθυμία, φιλότης, γενικώς τό «ό έρά τις». Ό έρως για τους Ορφικούς και για τον Ησίοδο και για τον Εμπεδοκλή είναι η «παγκόσμιος έλξις»:

 

«Διά τούτον τον έρωτα πάντα ήρμοσται άλλήλοις, ως εν έρωτι μένη κόσμου στοιχεία θέοντα».
(Πρόκλος -Όρφ.) Δηλαδή, εξ αιτίας αυτού τού έρωτος τα πάντα έχουν συναρμοσθή μεταξύ τους, ώστε νά παραμένουν έν έρωτι όλα τά στοιχεία τού κόσμου, της δημιουργίας, τα όποια τρέχουν...

Και ό Ησίοδος:
« Η τοι μεν πρώτιστα Χάος γένετ' αυτάρ έπειτα Γαία ευρύστερνος, πάντων έδος ασφαλές αίεί, ήδέ έρος, ός κάλλιστος έν άθανάτοισι θεοίσι...».
 
 
(Θεογονία. 116) (=Βεβαίως, αληθώς, πρώτιστα υπήρξε το Χάος και ακολούθως έπειτα η Γαία η εύρύστερνος, έδρα ασφαλής τών πάντων, και ο έρως ο όποιος είναι ο κάλλιστος μεταξύ των αθανάτων θεών...)


Η Σαπφώ:
«έρος δ' έτίναξέ μοι φρένας, ώς άνεμος κατ όρος δρύσιν έμπέτων»
Σαπφούς Μελών Β' 5 «Ό έρως μ' αφάνισε τά λογικά, σαν που ταράζει ό άνεμος τα δέντρα στα βουνά».
 

Ο Ευριπίδης:
«Οστις δε τον Έρωτα ού κρίνει θεόν μέγαν και υπέρτατον πάντων δαιμόνιον, σκαιός  εστί ή άπειρος, μήποτε γνώς "θεών υπέρτατον"».
(Εύριπ. Άπόσπ. τραγ. «Αύγη»)
Τουτέστιν:
«Όποιος τον Ερωτα θεό πανίσχυρο μέσ' σ' όλα
κι ανώτερο δεν τον θαρρεί και τ ουρανού ακόμα,
είτ' έχει πέτρινη καρδιά, ή τ΄ όμορφο δεν νιώθει
που δώρο απ' τους αθάνατους στον άνθρωπο εδόθη.

Ας διευκρινίσουμε και τη διαφορά ανάμεσα στον έρωτα και την αγάπη. Η αγάπη (εκ τού άγαν + πάομαι = άποκτώ, κατέχω) σημαίνει ότι πολύ επιθυμώ να κατέχω το αντικείμενο του ενδιαφέροντος μου, και, γιατί όχι, να κατέχωμαι αντιστοίχως από αυτό.

Σημειωτέον ότι ο διαχωρισμός εννοίας αυτών των δύο λέξεων (φαινομενικά παρομοίων) ΑΓΑΠΗ και ΕΡΩΣ, είναι προνόμιο της ελληνικής γλώσσας.

Άλλες σχετικές λέξεις:

Φιλότης. (εκ τού ρ. φιλέω-ώ).
Πόθος, πόθος κυριολεκτικώς είναι το νά επιθυμώ κάποιον ό όποιος είναι απών. Λέγεται καί ποθή.
Στοργή: εκ τού στέργω, όπερ εκ του στέγω = καλύπτω, προφυλάττω.
Άρπυς. έκ τού ρ. αρπάζω, επειδή ό έρως «αρπάζει» τάς φρένας.
Άρμα και ορμή: έκ τού ρήματος αρμόζω- δηλαδή, συνταίριασμα.

 

Ερως και Ψυχή

Αν και ο Θεός Ερως στην αρχαιότητα ήταν υπεύθυνος για τα πάθη πολλών θνητών και μη, τελικά και ο ίδιος δεν γλίτωσε από τα βέλη του. Ερωτεύτηκε κεραυνοβόλα την Ψυχή, μια θνητή που είχε τη φήμη μιας πανέμορφης γυναίκας. Ο μύθος του Ερωτα και της Ψυχής είναι όμορφος και αποδεικνύει τη δύναμη της αγάπης και του έρωτα στις ζωές όλων.

Η Ψυχή ήταν μια θνητή, κόρη μιας πολύ συνηθισμένης οικογένειας με τρία παιδιά. Ανθρωποι από όλα τα μέρη έρχονταν να επισκεφτούν την Ψυχή και να θαυμάσουν την ομορφιά της, τιμώντας την περισσότερο από τη Θεά Αφροδίτη.
Η Αφροδίτη όταν αντιλήφθηκε τι ακριβώς συνέβαινε, αποφάσισε να ζητήσει την παρέμβαση του γιου της Ερωτα, ο οποίος ανέλαβε να δηλητηριάσει τις ψυχές των ανδρών ώστε να μην επιθυμούν την Ψυχή. Ωστόσο, και ο ίδιος ερωτεύτηκε την Ψυχή, στρέφοντας κατά λάθος το βέλος του κατά του εαυτού του.
Τα χρόνια περνούσαν και οι γονείς της Ψυχής ήταν σαφώς προβληματισμένοι από την έλλειψη μνηστήρων, οπότε αποφάσισαν να στείλουν να πάρουν χρησμό, υποπτευόμενοι ότι κάποιος θεός έχει αναμειχθεί. Στους Δελφούς λοιπόν, ο Απόλλων, υπό την καθοδήγηση του θεού Ερωτα έδωσε χρησμό:
«Η Ψυχή δεν προορίζεται για γυναίκα κανενός θνητού. Ο άντρας της την περιμένει στην κορυφή ενός βουνού, και είναι ένα αποκρουστικό τέρας, που κανείς, ούτε θνητός ούτε αθάνατος, δεν μπορεί να του αντισταθεί». Αν και όλοι έπεσαν σε βαθιά θλίψη, αποφάσισαν να εκπληρώσουν το χρησμό ετοιμάζοντας λαμπρό γάμο με το “τέρας” του βουνού.
Ο γάμος έγινε αλλά η Ψυχή δεν μπορούσε να δει το σύζυγό της, ο οποίος εμφανιζόταν μόνο τα βράδια σε εκείνη και πάντα μέσα στο σκοτάδι. Ήταν ωστόσο τόσο τρυφερός και καλόκαρδος που η Ψυχή κατάλαβε ότι δεν μπορεί να είναι ένα αποκρουστικό τέρας, αλλά ο άντρας που επιθυμούσε σε όλη της τη ζωή.
Περνούσε υπέροχα μαζί του αλλά προβληματιζόταν γιατί δεν τον είχε δει ποτέ. Όταν κάποια στιγμή αποφάσισε να πάει στο πατρικό της, οι αδερφές της ζήλεψαν για την καλή της τύχη και την έπεισαν ότι για να μη θέλει να της φανερωθεί όχι μόνο θα είναι ένα τέρας, αλλά θα θέλει να τη σκοτώσει κιόλας. Ετσι λοιπόν της πρότειναν να τον σκοτώσει εκείνη πρώτη.
Η Ψυχή γύρισε στο παλάτι, και ξάπλωσε με το μυστηριώδη σύζυγό της. Όταν εκείνος αποκοιμήθηκε, η ψυχή πήρε ένα λυχνάρι και ένα μαχαίρι και αποφάσισε να τον σκοτώσει. Εγειρε από πάνω του και καθώς φώτισε το πρόσωπο του με το λυχνάρι, είδε προς μεγάλη της έκπληξη τον πανέμορφο Θεό Ερωτα.
Η Ψυχή τα έχασε, το λυχνάρι έγειρε στο πλάι και καυτό λάδι χύθηκε πάνω στον Ερωτα. Ο Ερωτας ξύπνησε από τον πόνο και πέταξε μακριά, λέγοντας της πως η καχυποψία της σκότωσε την αγάπη τους και ότι δεν θα μπορούσαν να είναι μαζί πια, αφού αυτή – μια θνητή – είδε το πρόσωπο ενός αθάνατου.
Μετανιωμένη η Ψυχή άρχισε να αναζητά τον Ερωτα παντού, χωρίς αποτέλεσμα. Κάποια στιγμή μετά από πολλή περιπλάνηση έφτασε σε ναό της θεάς Δήμητρας, η οποία τη συμβούλεψε να παρακαλέσει την Αφροδίτη να την αφήσει να δει το γιο της.
Η Αφροδίτη είχε φυλακίσει τον Ερωτα μέχρι να ξεχάσει την Ψυχή και να επουλωθεί η πληγή από το καυτό λάδι. Ακουσε όμως από τις ικεσίες της Ψυχής και της απάντησε ότι για να δει τον αγαπημένο της,  θα έπρεπε πρώτα να περάσει τρεις δοκιμασίες.
Οι δοκιμασίες ήταν δύσκολες, αλλά η Ψυχή κατόρθωσε να πραγματοποιήσει τις δυο πρώτες με επιτυχία. Ωστόσο η τελευταία δοκιμασία απαιτούσε να κατέβει στον Άδη και να φέρει το κουτί της Περσεφόνης στην Αφροδίτη. Το κουτί αυτό περιείχε το μαγικό ελιξήριο της ομορφιάς και η Ψυχή απαγορευόταν να το ανοίξει.
Η Ψυχή πήρε το κουτί αλλά δεν αντιστάθηκε στον πειρασμό να το ανοίξει για να πάρει λίγο φάρμακο ομορφιάς για τον εαυτό της.  Ωστόσο στο κουτί η Περσεφόνη δεν είχε βάλει κανένα μαγικό φίλτρο που θα μπορούσε να την κάνει πιο όμορφη, αλλά τον Μορφέα, που την έριξε σε βαθύ ύπνο.
Οταν ο Ερωτας έμαθε τι έπαθε η αγαπημένη του, δραπέτευσε από το παλάτι της Αφροδίτης, πέταξε στον Ολυμπο και παρακάλεσε τον Δία να σώσει την Ψυχή. Ο Δίας συγκινημένος από την αγάπη του θεού Ερωτα, την έκανε αθάνατη, επιτρέποντας στον Ερωτα να ενωθεί μαζί της για πάντα.

Όποιος τον Ερωτα θεό πανίσχυρο μέσ' σ' όλα
κι ανώτερο δεν τον θαρρεί και τ ουρανού ακόμα,
είτ' έχει πέτρινη καρδιά, ή τ΄ όμορφο δεν νιώθει
που δώρο απ' τους αθάνατους στον άνθρωπο εδόθη
(Εύριπ. Άπόσπ. τραγ. «Αύγη»)

Και τα δημοτικά μας άσματα:

Δεν ειναι πόνος να πονεί, πόνος να θανατώνει
σαν την αγάπη την κρυφή, που δεν ξεφανερώνει.
Πρόβαλε, φέξη τ' ουρανού και στέρηση του κόσμου
το νου μου και το λογισμό οπού μου πήρες, δώσ' μου.
Θαρρώ πεινώ, μα γω δειψώ, μα δε δειψώ, νυστάζω,
μα δε νυστάζω, ξαγρυπνώ για σε κι αναστενάζω...
 
{play}/music/Boskopoula.mp3{/play}
 
ΕΠΙΘΥΜΙΕΣ

Σαν σώματα ωραία νεκρών που δεν εγέρασαν
και τάκλεισαν, με δάκρυα, σε μαυσωλείο λαμπρό
με ρόδα στο κεφάλι και στα πόδια γιασεμιά--
έτσ' οι επιθυμίες μοιάζουν που επέρασαν
χωρίς να εκπληρωθούν Χωρίς ν' αξιωθεί καμιά
της ηδονής μια νύχτα, ή ένα πρωί της φεγγερό.

Κωνσταντίνος Καβάφης (1896-1933)


{play}/music/Groikisate_ton_erota.mp3{/play}

Γροικήσατε του Ερωτα θαμάσματα τα κάνει,
κι εισέ θανάτους εκατό, οσ΄ αγαπούν, τσι βάνει
πληθαίνειν τως την όρεξη, και δύναμη τως δίδει,
μαθαίνει τσι να πολεμού τη νύχτα στο σκοτάδι,
κάνει τον ακριβό φτηνό, τον άσκημο ερωτάρη,
κάνει και τον ανήμπορο άντρα και παλληκάρι,
τον φοβιτσάρην άφοβο, πρόθυμο τον οκνιάρη,
κάνει και τον ακάτεχο να ξέρει πάσα χάρη.
Η αγάπη το Ρωτόκριτο κάνει να πολεμήσει
με δέκα, κι' εις τον Ερωτα ολπίζει να νικήσει.

Απο τον Ερωτόκριτο (α', 543-552)
Βιτζέντζος Κορνάρος (16ος-17ος αιώνας)

Γλυκοπαραμυθένια - Παντελής Θαλασσινός
{play}/music/Glykoparamithenia.mp3{/play}
Ποιο άρωμα να πότισε το στόμα, το φιλί σου,
και μέθυσε ο άνεμος που έφτασε μαζί σου;
Μέθυσε και η θάλασσα, η γη που σε κρατάει,
η σπίθα μες στο βλέμμα σου χίλιες φωτιές γεννάει.

Κι ανθίζω σαν τριαντάφυλλο,
όταν μιλώ για σένα,
φως απαλό του δειλινού,
γλυκοπαραμυθένια.

Ποια άνοιξη να μ' έφερε στον κήπο της καρδιάς σου,
και γίνομαι μικρό παιδί σα βρίσκομαι κοντά σου;
Χίλια τραγούδια έγραψα, για να σε ζωγραφίσω,
μα λόγια δεν υπάρχουνε, για σένα να μιλήσω.
 

ΠΕΡΙ ΕΡΩΤΟΣ, Ο ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ-ΔΙΟΤΙΜΑΣ


Και για επίλογο
Η ίδια η ζωή ειν' ο έρωτας κι ο έρωτας ειν' η ζωή
"Κικλήσκω μέγαν, αγνόν, εράσμιον, ηδύν ''Ερωτα,
τοξαλκή, πτερόεντα, πυρίδρομον, εύδρομον ορμήι,
συμπαίζοντα θεοίς ηδέ θνητοίς ανθρώποις,
ευπάλαμον, διφυή, πάντων κληίδας έχοντα,
αιθέρος ουρανίου, πόντου, χθονός, ηδ' όσα θνητοίς
πνεύματα παντογένεθλα θεά βόσκει χλοόκαρπος,
ηδ' όσα Τάρταρος ευρύς έχει πόντος: θ' αλίδουπος:
μούνος γάρ τούτων πάντων οίηκα κρατύνεις.
αλλά, μάκαρ, καθαραίς γνώμαις μύσταισι συνέρχου,
φαύλους δ' εκτοπίους θ' ορμάς από τώνδ' απόπεμπε."
(Ορφικός ύμνος)
Τ’ ανθισμένο πέλαγο και τα βουνά στη χάση του φεγγαριού
η μεγάλη πέτρα κοντά στις αραποσυκιές και τ’ ασφοδίλια
το σταμνί που δεν ήθελε να στερέψει στο τέλος της μέρας
και το κλειστό κρεβάτι κοντά στα κυπαρίσσια και τα μαλλιά σου χρυσά.
Τ’ άστρα του Κύκνου κι εκείνο τ’ άστρο ο Αλδεβαράν

Κράτησα τη ζωή μου κράτησα τη ζωή μου ταξιδεύοντας
ανάμεσα σε κίτρινα δέντρα κατά το πλάγιασμα της βροχής
σε σιωπηλές πλαγιές φορτωμένες με τα φύλλα της οξιάς
καμιά φωτιά στη κορυφή τους. βραδιάζει.

Κράτησα τη ζωή μου. στ’ αριστερό σου χέρι μια γραμμή
μια χαρακιά στο γόνατό σου, τάχα να υπάρχουν
στην άμμο του περασμένου καλοκαιριού τάχα
να μένουν εκεί που φύσεξε ο βοριάς καθώς ακούω
γύρω στη παγωμένη λίμνη την ξένη φωνή.

Τα πρόσωπα που βλέπω δε ρωτούν μήτε η γυναίκα
περπατώντας σκυφτή βυζαίνοντας το παιδί της
Ανεβαίνω τα βουνά. μελανιασμένες λαγκαδιές. ο χιονι-
σμένος κάμπος, ως πέρα ο χιονισμένος κάμπος, τίποτε δε ρωτούν
μήτε ο καιρός κλειστός σε βουβά ερμοκλήσια μήτε
τα χέρια που απλώνουνται για να γυρέψουν, κι οιδρόμοι.
Κράτησα τη ζωή μου ψιθυριστά μέσα στην απέραντησιωπή
δεν ξέρω πια να μιλήσω μήτε να συλλογιστώ. ψίθυροι
σαν την ανάσα του κυπαρισσιού τη νύχτα εκείνη
σαν την ανθρώπινη φωνή της νυχτερινής θάλασσας στα χαλίκια
σαν την ανάμνηση της φωνή σου λέγοντας “ευτυχία”.
Κλείνω τα μάτια γυρεύοντας το μυστικό συναπάντημα των νερών
κάτω απ’ τον πάγο το χαμογέλιο της θάλασσας τα κλειστά πηγάδια
ψηλαφώντας με τις δικές μου φλέβες τις φλέβες εκείνες που μου ξεφεύγουν
εκεί που τελειώνουν τα νερολούλουδα κι αυτός ο άνθρωπος
που βηματίζει τυφλός πάνω στο χιόνι της σιωπής
Κράτησα τη ζωή μου, μαζί του, γυρεύοντας το νερό που σ’ αγγίζει
στάλες βαριές πάνω στα πράσινα φύλλα, στο πρόσωπό σου
μέσα στον άδειο κήπο, στάλες στην ακίνητη δεξαμενή
βρίσκοντας ένα κύκνο νεκρό μέσα στα κάτασπρα φτερά του,
δέντρα ζωντανά και τα μάτια σου προσηλωμένα.

Ο δρόμος αυτός δεν τελειώνει δεν έχει αλλαγή, όσο γυρεύεις
να θυμηθείς τα παιδικά σου χρόνια, εκείνους που έφυγαν εκείνους
που χάθηκαν μέσα στον ύπνο τους σε πελαγίσιους τάφους,
όσο ζητάς τα σώματα που αγάπησες να σκύψουν
κάτω από τα σκληρά κλωνάρια των πλατάνων εκεί
που στάθηκε μια αχτίδα του ήλιου γυμνωμένη
και σκίρτησε ένας σκύλος και φτεροκόπησε η καρδιά σου,
ο δρόμος δεν έχει αλλαγή, κράτησα τη ζωή μου

Το χιόνι
και το νερό παγωμένο στα πατήματα των αλόγων.
 
 
 

Ι. Μότσης

Οι γειτονιές μας

 

Πρόσφατες αναρτήσεις

  • Δεν υπάρχουν δημοσιεύσεις προς εμφάνιση

Αναζήτηση Videos

Πρόσφατα Videos

Τα τσίπουρα στο Ζωτικό. Από Φώτης Μότσης

Category: Αφιερώματα

Εκδήλωση για τη μάχη στη Βρυτζάχα 2018

Category: Σούλι

Κοπή πίτας 2019 του Συλλόγου "Η ΒΡΥΤΖΑΧΑ" στο Ζωτικό

Παρουσίαση του βιβλίου του Δ.Μίχα "Η Ιστορία της Λιβίκιστας στην Οθωμανική περίοδο"