Αδελφότητα Ζωτικιωτών Αθήνας
Σύλλογος  Ζωτικιωτών "Η Βρυτζάχα"
Η ιστοσελίδα δημιουργήθηκε και συντηρείται από την Αδελφότητα Ζωτικιωτών Αθήνας

Αρχείο φωτογραφιών

Σύνδεση χρήστη

Επισκέψεις

6922246
ΣήμεραΣήμερα16
ΧθεςΧθες194
Τρέχουσα εβδομάδαΤρέχουσα εβδομάδα672
Τρέχων μήναςΤρέχων μήνας3985
Γεν. ΣύνολοΓεν. Σύνολο6922246

Γιάννης Ρίτσος

Τη ρωμιοσύνη μην την κλαις 

εκεί που πάει να σκύψει 

με το σουγιά στο κόκκαλο 

με το λουρί στο σβέρκο 

Νάτη πετιέται απο ξαρχής 

κι αντριεύει και θεριεύει 

και καμακώνει το θεριό 

με το καμάκι του ήλιου 

Ο Γιάννης Ρίτσος είναι ένας από τους σημαντικότερους ποιητές της νεοελληνικής περιόδου. Γεννημένος στη Μονεμβάσια την 1η του Μάη1909, μεγάλωσε στους κόλπους μιας αγροτικής μεν, ιδιαιτέρως εύπορης δε οικογένειας. Έτσι απέκτησε εμπειρίες τόσο από το βαθύ αστικό πολιτισμό, όντας ιδιαιτέρως καλλιεργημένος και ευαίσθητος ο ίδιος, όσο και εικόνες από την αγροτική και εργατική ζωή. 

Ο Γιάννης Ρίτσις είναι στρατευμένος κομμουνιστής ποιητής. Ήταν παρών ως πρόσωπο σε όλες τις κορυφαίες μάχες που έδωσε το ελληνικό κομμουνιστικό κίνηματου 20ου αιώνα. Παρών στην εθνική αντίσταση, παρών στον εμφύλιο, παρών στη χούντα. Η στράτευση του Ρίτσου είναι στο επίπεδο που ο ποιητής στρατεύεται ακριβώς με αυτή του την ιδιότητα, την ιδιότητα του ποιητή. Η ποίηση του Ρίτσου είναι βαθιά στρατευμένη γιατί είναι βαθιά κοινωνική, αναδεικνύοντας τις πιο ριζοσπαστικές αλλά και ευαίσθητες πλευρές του κομμουνιστικού οράματος.

Κεντρικό ρόλο στο έργο του Ρίτσου παίζει η Ιστορία, με την οποία συνομιλεί μαζί της ως ενεργό κομμάτι της και παρεμβαίνει μέσω της ποίησης στα πράγματα, όχι απλώς για να τα σχολιάσει και να τα εξωραΐσει, αλλά για να αλλάξει το σημείο θέασης της πραγματικότητας. «Εμείς διαβάζουμε την ιστορία του κόσμου σε μικρά ονόματα». Γι’ αυτό η ποίηση του Ρίτσου είναι ζωντανή, είναι ποίηση που έχει τόσο έντονα ενσωματωμένο τον Ιστορικό της προσανατολισμό, ώστε είναι πάντα επίκαιρη. 

 

Η παράδοση, η ελληνικότητα, εκφράζεται στο έργο του Γιάννη Ρίτσου με τον πλέον ριζοσπαστικό τρόπο. Άλλοτε συνομιλεί με τη δημοτική ποίηση, άλλοτε παίρνει τη θέση του απέναντι από τον Σικελιανό, απέναντι από τον Καβάφη και άλλοτε συνδιαλέγεται με τα πλέον καινοτόμα και ριζοσπαστικά ρεύματα της νεωτερικής ποίησης. Είναι τελικά ο ποιητής του Ελληνισμού, όταν ο ελληνισμός εκφράζεται στην πιο ριζοσπαστική του μορφή. Ο ελληνισμός, όπως αναδεικνύεται μέσα από την ποιητική του Ρίτσου, δεν έχει σχέση με την καθαρότητα της φυλής και τον μεγαλοϊδεατισμό. Είναι ο ελληνισμός του μόχθου, της υπαίθρου του λαού, ο ελληνισμός όπως διαμορφώνεται από την πάλη του ανθρώπου με την ελληνική ύπαιθρο, 

από τους αγώνες της ελληνικής εργατικής τάξης, ο ελληνισμός της ελευθερίας, του λιογέρματος και του αγέρα. 

...Όλοι διψάνε. Xρόνια τώρα. Όλοι μασάνε 

μια μπουκιά ουρανό πάνου απ’ την πίκρα τους.
Tα μάτια τους είναι κόκκινα απ’ την αγρύπνια, 

μια βαθειά χαρακιά σφηνωμένη ανάμεσα στα φρύδια τους
σαν ένα κυπαρίσσι ανάμεσα σε δυο βουνά το λιόγερμα...
...
Tόσα χρόνια όλοι πεινάνε, όλοι διψάνε, όλοι σκοτώνονται
πολιορκημένοι από στεριά και θάλασσα, 

έφαγε η κάψα τα χωράφια τους κ’ η αρμύρα πότισε τα σπίτια τους
ο αγέρας έρριξε τις πόρτες τους και τις λίγες 

πασχαλιές της πλατείας
από τις τρύπες του πανωφοριού τους μπαινοβγαίνει ο θάνατος
η γλώσσα τους είναι στυφή σαν το κυπαρισσόμηλο 

πέθαναν τα σκυλιά τους τυλιγμένα 

στον ίσκιο τους η βροχή χτυπάει στα κόκκαλά τους... 

Μέσα από το σώμα του ποιητικού του έργου διαγράφεται ένα κομμουνιστικό πρόσταγμα ζωντανό και διαυγές, πάντα αισιόδοξο και πιστό στις δυνατότητές της ανθρωπότητας. Ο Ρίτσος αποπνέει μέσω της ποίησής του εκείνη την αισιοδοξία, εκείνη την άγνοια κινδύνου που επιδεικνύουν μόνο οι τρελοί, οι ποιητές και οι αγωνιστές. «Μια σιωπηλή μεταβολή γίνεται μέσα μας που αλλάζει τον θάνατο σε ζωή, την ερημιά σε συντροφιά, την ταπείνωση σε περηφάνια». 

...Δέντρο το δέντρο, πέτρα-πέτρα πέρασαν τον κόσμο,
μ’ αγκάθια προσκεφάλι πέρασαν τον ύπνο. 

Φέρναν τη ζωή στα δυο στεγνά τους χέρια σαν ποτάμι.
Σε κάθε βήμα κέρδιζαν μια οργιά ουρανό - για να τον δώσουν.
Πάνου στα καραούλια πέτρωναν σαν τα καψαλιασμένα δέντρα,
κι όταν χορεύαν στην πλατεία,
μέσα στα σπίτια τρέμαν τα ταβάνια 

και κουδούνιζαν τα γυαλικά στα ράφια... 

Μάιος 1936 οι καπνεργάτες της Θεσσαλονίκης κηρύττουν απεργία ζητώντας αύξηση των ημερομισθίων. Σύντομα και άλλα εργατικά συνδικάτα ενώνονται μαζί τους και η απεργία αποκτά πανεργατικό χαρακτήρα. Οι αστυνομικές αρχές απαγορεύουν στην πορεία των εργατών να πλησιάσει στο κτίριο διοίκησης της πόλης. Στις
9 Μαΐου πραγματοποιούνται σοβαρά επεισόδια μεταξύ διαδηλωτών και τοπικών αρχών που έχουν σαν απολογισμό δεκάδες τραυματίες και 12 νεκρούς. Ο λαός της Θεσσαλονίκης ξεσηκώνεται και η απεργία αποκτά χαρακτήρα εξέγερσης. 

Την επόμενη μέρα δημοσιεύεται στην εφημερίδα Ριζοσπάστης η εικόνα της μάνας του διαδηλωτή Τάσου Τούση, που θρηνεί πάνω από το άψυχο σώμα του γιου της. Ο Γιάννης Ρίτσος στιγματίζεται και εμπνέεται ξεκινώντας να γράφει τους πρώτους στίχους από τον «Επιτάφιο». 

Μια μάνα, πεσμένη στα γόνατα καταμεσής του δρόμου, μοιρολογεί το σκοτωμένο της παιδί. Έχει χτυπηθεί από πυρά χωροφυλάκων. Γύρω της και πάνω της, βουίζουν και σπάζουν τα κύματα των διαδηλωτών – των απεργών καπνεργατών. 

Τι έκανες, γιε μου, εσύ κακό;Για τους δικούς σου κόπους
την πλερωμή σου ζήτησες 
απ ́ άδικους ανθρώπους. 

Λίγο ψωμάκι ζήτησες και σούδωκαν μαχαίρι,

τον ίδρωτά σου ζήτησες και σούκοψαν το χέρι.

Δεν ήσουν ζήτουλας εσύ να πας παρακαλιόντας,

με τη γερή σου την καρδιά πήγες ορθοπατώντας.

Και χύμηξαν απάνου σου τα σμουλωχτά κοράκια

και σούπιαν το αίμα, γιόκα μου, σου κλείσαν τα χειλάκια. ... 

Τον “Επιτάφιο” του Γιάννη Ρύσου μελοποίησε πρώτος ο Μάνος Χατζηδάξις με την Νανά Μούσχουρη στο τραγούδι και αργότερα ο Μίκης Θεοδωράκης με τον Γρηγόρη Μπιθικότση.
Μέρα Μαγιού μου μίσεψες, μέρα Μαγιού σε χάνω, 

άνοιξη, γιε, που αγάπαγες κι ανέβαινες απάνω 

Στο λιακωτό και κοίταζες και δίχως να χορταίνεις 

άρμεγες με τα μάτια σου το φως της οικουμένης 

Και με το δάχτυλο απλωτό μου τάδειχνες ένα-ένα 

τα όσα γλυκά, τα όσα καλά κι αχνά και ροδισμένα 

Και μούδειχνες τη θάλασσα να φέγγει πέρα, λάδι, 

και τα δεντρά και τα βουνά στο γαλανό μαγνάδι 

Και τα μικρά και τα φτωχά, πουλιά, μερμήγκια, θάμνα, 

κι αυτές τις διαμαντόπετρες που ίδρωνε δίπλα η στάμνα.
Μα, γιόκα μου, κι αν μούδειχνες τ’ αστέρια και τα πλάτια,
τάβλεπα εγώ πιο λαμπερά στα θαλασσιά σου μάτια. 

Και μου ιστορούσες με φωνή γλυκειά, ζεστή κι αντρίκια
τόσα όσα μήτε του γιαλού δε φτάνουν τα χαλίκια 

Και μούλεες, γιε, πως όλ’ αυτά τα ωραία θάναι δικά μας,
και τώρα εσβήστης κ’ έσβησε το φέγγος κ’ η φωτιά μας. 

Η ερωτική έκφραση θριαμβεύει από πολύ νωρίς στην ποίηση του Ρίτσου και τον παρακολουθεί μέχρι και την ακροτελεύτια δεκαετία της ζωής του. Ηδη από τον «Επιτάφιο» (1936) ο ποιητής ανοίγεται, μέσω του παράφορου πένθους της μάνας για τον αδικοχαμένο γιο της, σ’ ένα αμιγώς ερωτικό κλίμα: κλίμα το οποίο θα αναπτυχθεί αργότερα σε μια πολλαπλώς εκτεταμένη γκάμα, για να φτάσει ώς τα «Ερωτικά» (1981) και το «Εικονοστάσιο ανωνύμων αγίων», που αποτελείται από εννέα τόμους, οι οποίοι επιγράφονται άλλοτε «μυθιστόρημα» και άλλοτε «πεζογράφημα» και δημοσιεύονται μεταξύ 1982 και 1986. 

Όμως ο λυρισμός των πρώτων περιόδων της ποιητικής του, δίνει τη θέση του στην εσωστρέφεια και την περισυλλογή. Τα προτεταμένα στήθη των πρώτων ποιημάτων του ζαρώνουν και η ποίηση του κλείνεται στον εαυτό της.
Επηρεασμένος από το όραμα που υπηρέτησε, προδομένος από την πτώση των ιδανικών που υπερασπίστηκε, τσακισμένος από το γύρισμα της ιστορίας ο Γιάννης Ρίτσος αφήνει την τελευταία του πνοή το 1990. Γι’ αυτόν η ποίηση δεν είναι ο σκοπός αλλά το μέσον ανάγνωσης, είναι το εργαλείο για να ξεκλειδώσει τον κόσμο. Η ποίηση του Ρίτσου προσπαθεί να αναγνώσει τη νεοελληνική πραγματικότητα με οικουμενικό, παγκόσμιο και πανανθρώπινο τρόπο.
Ο Ρίτσος είναι ένας ποιητής που σχεδόν «απαιτεί» την μουσική. Γράφει τραγούδια δεν γράφει ποιήματα. Γι ́ αυτό τον λόγο η ποίησή του εξυψώνεται στο πλευρό της μουσικής παρά την περιγράφει. Η μουσική, άλλωστε, είναι εγγενής στο ποιητικό του σώμα.
Ο ίδιος ήταν φιλόμουσος και, εξ όσων λένε, καλός μουσικός. Η μεγάλη, η πραγματικά μεγάλη, ποίηση είναι εκείνη που πρώτα συνομιλεί με τις άλλες τέχνες και με το σύνολο του πολιτισμού και έπειτα υπάρχει αφ’́εαυτής συμπυκνώνοντας το επιστητό. Υπό αυτή την έννοια η ποίηση του Γιάννη Ρίτσου είναι πραγματικά μεγάλη ποίηση. Ποίηση που περιλαμβάνει όλα τα οικουμενικά προβλήματα, όλες τις πολιτικές διαμάχες της εποχής της και τα ξεπερνά παραμένοντας τελικά ποίηση. 

“Και να αδελφέ μου,
που μάθαμε να κουβεντιάζουμε, ήσυχα κι απλά. 

Καταλαβαινόμαστε τώρα,
δεν χρειάζονται περισσότερα.....”

Πάνω από εκατό ποιητικές συλλογές και συνθέσεις, εννέα πεζογραφήματα, τέσσερα θεατρικά, όπως και μελέτες για ομοτέχνους συγκροτούν το κύριο σώμα του έργου του. Πολυάριθμες μεταφράσεις, χρονογραφήματα και άλλα δημοσιεύματα συμπληρώνουν την εικόνα του μεγάλου μας δημιουργού.

Ποιος ήταν ο Γιάννης Ρίτσος; Ο βάρδος των λαϊκών αγώνων ή ο μοναχικός σκεπτικιστής,
ο «απαρηγόρητος παρηγορητής του κόσμου»;
Ο αισθησιακός, που ρουφάει μ’ όλους τους πόρους του τους χυμούς της ζωής, ο ερωτικός, που σκιρτά σ’ όλα τ’ αγγίγματα των σωμάτων και των αγαλμάτων, ή ο ασκητής, που «απωθεί» και «θεώνεται»; Ή μήπως ο βαθιά υπαρξιακός, που εκθέτει την αγωνία του στο διάλογο με το χρόνο και το θάνατο; Ο διχασμένος και διπλός, μας λέει ο ίδιος, επιβεβαιώνοντας τον υπερβατικό λόγο της ποίησης. 

«Να με θυμόσαστε - είπε. Χιλιάδες χιλιόμετρα περπάτησα χωρίς ψωμί, χωρίς νερό, πάνω σε πέτρες κι αγκάθια, 

για να σας φέρω ψωμί και νερό και τριαντάφυλλα. Την ομορφιά ποτές μου δεν την πρόδωσα. Όλο το βιος μου το μοίρασα δίκαια. Μερτικό εγώ δεν κράτησα. 

Πάμπτωχος. Μ’ ένα κρινάκι του αγρού τις πιο άγριες νύχτες μας φώτισα. Να με θυμάστε»
Ο πατέρας του ήταν κτηματίας, αλλά έχασε την περιουσία του και πολύ νωρίς ο ποιητής δυστύχησε οικονομικά. Για να ζήσει έγινε χορευτής σε επιθεωρησιακό μπαλέτο (1930) αφού φοίτησε στη σχολή Μοριάνοφ. 

Γρήγορα το ενδιαφέρον του στράφηκε στην ποίηση και στα μεγάλα κοινωνικοπολιτικά προβλήματα της εποχής του. Οι νέες ιδέες του ήταν μαρξιστικές. Αυτές οι ιδέες στάθηκαν αφορμή για περιπέτειες. Φυλακίστηκε, εξορίστηκε και εκτοπίστηκε πολλές φορές. Τόποι εξορίας του υπήρξαν η Μακρόνησος και ο Άγιος Ευστράτιος παλιά, η Γυάρος, η Λέρος και η Σύρος στην επταετία της χούντας. Η ζωή του ποιητή υπήρξε ταραγμένη και περιπετειώδης. Χαρακτηρίζεται από ασθένειες και πολιτικές διώξεις. Σίγουρα όλη αυτή η ένταση, επηρέασε την ποίηση του. 

Ο Ρίτσος ασχολήθηκε ερασιτεχνικά με τη ζωγραφική και τη μουσική. Τιμήθηκε με το πρώτο κρατικό βραβείο ποίησης το 1956, ανακηρύχτηκε επίτιμος διδάκτορας της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ. το 1975 και τον πανεπιστημίου Αθηνών το 1987.
Διακρίθηκε όμως και με πολλά ξένα βραβεία. “Μέγα διεθνές βραβείο ποίησης” (Βέλγιο,
1972), διεθνές βραβείο “Γκεόργκι Δημητρώφ”. (Βουλγαρία, 1975), μέγα βραβείο ποίησης “Αλφρέ ντε Βινύ” (Γαλλία, 1975), διεθνές βραβείο “Αίτνα- Ταορμίνα” (Ιταλία, 1976), ‘”βραβείο Λένιν” (ΕΣΣΔ, 1977), διεθνές βραβείο “Μποντέλο” (1978). 

Χρονολόγιο Γιάννη Ρίτσου 

Οι αγώνες και το έργο του Γιάννη Ρίτσου ακόμη και σε τίτλους είναι τεράστιο.
-Πρωτομαγιά του 1909: Γεννιέται στη Μονεμβάσια το τέταρτο και τελευταίο παιδί του εμπόρου Ελευθέριου Ρίτσου και της Ελευθερίας Βουζουναρά. Τα προηγούμενα παιδιά τους: Νίνα, Μίμης, Λούλα.
-1914: Εγγράφεται στο δημοτικό σχολείο Μονεμβάσιας, το 1919 στο σχολαρχείο της και
το 1921 στο γυμνάσιο Γυθείου. Πεθαίνουν, από φυματίωση, ο αδελφός του και η μητέρα του. -1924: Με το ψευδώνυμο «Ιδανικό Οραμα» δημοσιεύει ποιήματα στη «Διάπλαση των Παίδων», που διευθύνει ο Ξενόπουλος.
-1925: Με την «ακριβή» αδελφή του Λούλα εγκαθίσταται στην Αθήνα. Οικονομική καταστροφή της οικογένειας. Δουλεύει σαν δακτυλογράφος και μετά σαν αντιγραφέας στην Εθνική Τράπεζα. -1926: Προσβάλλεται από φυματίωση. Πάει στη Μονεμβάσια, μένει σε πανδοχείο και γράφει ποιήματα που ανήκουν στις συλλογές «Δάκρυα
και χαμόγελα» και «Στο παλιό μας σπίτι» (που δεν εκδόθηκαν). Επιστρέφει στην Αθήνα. Εγγράφεται στη Νομική, αλλά δε φοιτά, λόγω οικονομικών δυσκολιών. Εργάζεται ταυτόχρονα σαν βοηθός βιβλιοθηκαρίου και γραφέας του Δικηγορικού Συλλόγου Αθήνας.
-1927: Νοσηλεύεται στο σανατόριο Παπαδημητρίου και μετά, για τρία χρόνια, στη «Σωτηρία», όπου γνωρίζεται με φυματικούς μαρξιστές και διανοούμενους. Δημοσιεύει ποιήματα στο «Φιλολογικό Παράρτημα» της «Μεγάλης Ελληνικής
Εγκυκλοπαίδειας».
-1930: Μεταφέρεται στο φθισιατρείο Καψαλώνας. Επιστρέφει στην Αθήνα. Συνδέεται με τους «Πρωτοπόρους» της ΟΚΝΕ και με την Εργατική Λέσχη και αναλαμβάνει το καλλιτεχνικό τμήμα
της. Σκηνοθετεί, παίζει, απαγγέλλει. Η Λούλα τον βοηθά, για λίγο, οικονομικά.
-1933: Για βιοπορισμό παίζει στο «Θέατρο Κυψέλης» και μετά με τους θιάσους Ριτσιάδη και Μακέδου.
-1934: Εκδίδει την ποιητική συλλογή «Τρακτέρ». Συνεργάζεται με το «Ριζοσπάστη», υπογράφοντας
με αντεστραμμένο το όνομά του - Ι. Σοστίρ - και γίνεται μέλος του ΚΚΕ. Δουλεύει ως διορθωτής και επιμελητής των εκδόσεων «Γκοβόστη».
Ο «Επιτάφιος» του κόσμου
-1936: 9 Μαΐου γίνεται στη Θεσσαλονίκη η μεγάλη, ματωμένη καπνεργατική απεργία.
*10 Μαΐου, οι εφημερίδες δημοσιεύουν τη φωτογραφία της μάνας που θρηνεί το σκοτωμένο γιο της. Ο Ρίτσος σε τρεις μέρες γράφει τα πρώτα 14 άσματα του «Επιταφίου».
*12 Μαΐου ο «Ριζοσπάστης» δημοσιεύει τρία,
με τίτλο «Μοιρολόι». Εκδίδεται ο «Επιτάφιος» (10.000 αντίτυπα). Η 4η Αυγούστου κατάσχει τα εναπομείναντα 250 αντίτυπα και τα καίει στους Στύλους του Ολυμπίου Διός.
-1937: Εκδίδεται «Το τραγούδι της αδελφής μου» και ο Παλαμάς γράφει: «Παραμερίζουμε, ποιητή, για να περάσεις».
-1938: Κυκλοφορεί η «Εαρινή Συμφωνία». Προσλαμβάνεται στη «Λυρική Σκηνή» ως χορευτής.
-1942: Προσφέρει τις υπηρεσίες του στο «Μορφωτικό Τμήμα» του ΕΑΜ και όπου αλλού χρειαστεί, ακόμα και κατάκοιτος από την αρρώστια.
-1943: Εκδίδεται η «Παλιά μαζούρκα σε ρυθμό βροχής» με τίτλο «Μακρινή εποχή εφηβείας» και
η «Δοκιμασία», τη σύνθεση της οποίας με τίτλο «Παραμονές ήλιου» απαγορεύει η γερμανική λογοκρισία.
-1944: Γράφει θεατρικά έργα και το πεζό «Στους πρόποδες της σιωπής», το οποίο καίγεται-μαζί με όλο το αρχείο του- στα Δεκεμβριανά, στη διάρκεια των οποίων βρίσκεται συχνά για λογαριασμό του ΕΑΜ στην ελεύθερη Καισαριανή.
-1945: Με την υποχώρηση πάει στη Λαμία. Στα Τρίκαλα και στο Βόλο συναντά τον Αρη. Στέλνεται στην Κοζάνη, στο «Λαϊκό Θέατρο Μακεδονίας»
του ΕΑΜ- ΕΛΑΣ. Στο δρόμο γράφει την «Αθήνα
στ’ άρματα», που παίζεται με επιτυχία και αποτελεί τη βάση του τρίπρακτου «Πέρα απ’ τον ίσκιο
των κυπαρισσιών». Μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας επιστρέφει στην Αθήνα. Συνεργάζεται με τα «Ελεύθερα Γράμματα». Συνεργάζεται με το καλλιτεχνικό τμήμα της ΕΠΟΝ και παρακολουθεί την ομάδα των νέων λογοτεχνών. 

-1948: Εξορίζεται στο Κοντοπούλι Λήμνου.
-1949: Μεταφέρεται στο Μακρονήσι. Γράφει, αν και απαγορεύεται. Συνεξόριστοί του (κυρίως ο Μάνος Κατράκης) κρύβουν τα ποιήματά του μέσα σε μπουκάλια και τα θάβουν.
-1950: Αύγουστο συλλαμβάνεται εκ νέου και ξαναστέλνεται στο Μακρονήσι και μετά στον Αϊ- Στράτη. Γράφει και «φυγαδεύει» στο εξωτερικό το περίφημο «Γράμμα στο Ζολιό Κιουρί».
-1952: Μετά τις διεθνείς διαμαρτυρίες κορυφαίων διανοουμένων, απολύεται, χωρίς να υπογράψει δήλωση. Εκλέγεται στη Διοικούσα Επιτροπή της ΕΔΑ και συνεργάζεται με την «Αυγή». Κυκλοφορεί «Ο άνθρωπος με το γαρίφαλο».
-1954: Παντρεύεται τη γιατρό Φαλίτσα Γεωργιάδου από το Καρλόβασι της Σάμου.
-1956: «Η σονάτα του σεληνόφωτος» (κρατικό βραβείο, κυκλοφορεί και στα γαλλικά). Ταξιδεύει στην ΕΣΣΔ και γράφει τις εντυπώσεις του στην «Αυγή».
-1957: Κυκλοφορούν: «Χρονικό», «Αποχαιρετισμός», «Μακρονησιώτικα» (επανεκδίδονται ως «Πέτρινος Χρόνος»), «Οι γειτονιές του κόσμου» κ.ά. Διώκεται, μαζί με
τους Αυγέρη, Βρεττάκο - συνεργάτες επίσης της «Επιθεώρησης Τέχνης» - για το αφιέρωμά της στην Οχτωβριανή Επανάσταση. Διαμαρτυρίες στη Γαλλία για τη δίωξη.
-1960: Κυκλοφορούν «Το παράθυρο», η
«Γέφυρα» και σε δίσκο, με μουσικήΘεοδωράκη, ο «Επιτάφιος».
-1963: Εκδίδονται: «12 ποιήματα για τον Καβάφη», «Μαρτυρίες», «Ποιήματα» του Ατίλα Γιόζεφ (μετάφραση Ρίτσου-Βρεττάκου). Η λογοκρισία απαγορεύει τα «Ποιήματά» του.
-1964: Εκδίδονται τα «Ποιήματα» του Μαγιακόφσκι, ο τρίτος τόμος των Ποιητικών «Απάντων» του κ.ά.
-1965: Εκδίδονται: «Φιλοκτήτης» κι η υπέροχη μετάφραση του «Εγώ, η μητέρα μου κι ο κόσμος» της Ντόρα Γκαμπέ.
-1966: «Ρωμιοσύνη», η μετάφραση του «Δρόμου» του Ερεμπουργκ, «Μαρτυρίες» (δεύτερη σειρά), «Ορέστης», «Ανθολογία Τσέχων και Σλοβάκων ποιητών» κ.ά.
-1967, 21 Απριλίου: συλλαμβάνεται. Μετά την Ασφάλεια και τον Ιππόδρομο, εξορίζεται στη Γυάρο και μετά στο Παρθένι Λέρου.
-1968: Φρουρούμενος εισάγεται στο αντικαρκινικό «Αγιος Σάββας». Επιστρέφει στο στρατόπεδο
και μετά σε κατ’ οίκον περιορισμό στη Σάμο. Στέλνει κρυφά στη Γαλλία το «Πέτρες Επαναλήψεις Κιγκλίδωμα» (μεταφράζεται και εκδίδεται) και αργότερα τα «Δεκαοχτώ λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας» (το μελοποιεί ο Θεοδωράκης και το παρουσιάζει ανά την Ευρώπη). Διεθνής απαίτηση η απελευθέρωσή του.
-1970: αίρεται ο κατ’ οίκον περιορισμός. Γυρνά στην Αθήνα. Προσκαλείται σε Διεθνές Συνέδριο Ποίησης στο Λονδίνο. Η χούντα για να του δώσει διαβατήριο, τού ζητά να μην την επικρίνει στο εξής. Ο Ρίτσος αρνείται. Η χούντα τον τιμωρεί
για την άρνησή του, με σύλληψη και κατ’ οίκον περιορισμό στη Σάμο και πάλι. Νέες διεθνείς διαμαρτυρίες. Επιτρέπεται η μετακίνησή του στην Ελλάδα. Ανακηρύσσεται μέλος της Ακαδημίας του Μάιντς της Ομοσπονδιακής Γερμανίας. Πολλά έργα του μεταφράζονται και εκδίδονται στο εξωτερικό. -1973: Κυκλοφορούν: «Δεκαοχτώ λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας», «Διάδρομος και σκάλα», «Γκραγκάντα», «Σεπτήρια και δαφνηφόρια» κ.ά. Γιάννης Pίτσος: Άξιος ν’ αγιάσει
«Ο Pίτσος έγραφε από ανάγκη, μένοντας πολύ συχνά ξάγρυπνος, πεινασμένος, διψασμένος, δουλεύοντας δέκα, δώδεκα και μερικές φορές δεκαοκτώ και είκοσι ώρες το εικοσιτετράωρο, πραγματικός χειρώνακτας. 

 

Γιάννης Μότσης

 

 

 

 

 

 

Οι γειτονιές μας

 

Πρόσφατες αναρτήσεις

  • Δεν υπάρχουν δημοσιεύσεις προς εμφάνιση

Αναζήτηση Videos

Πρόσφατα Videos

Εκδήλωση για τη μάχη στη Βρυτζάχα 2018

Category: Σούλι

Παρουσίαση βιβλίου "Η Ιστορία της Λιβίκιστας στην Οθωμανική Περίοδο" στο Ζωτικό Ιωαννίνων

Category: Παρουσιάσεις

Κοπή πίτας 2019 του Συλλόγου "Η ΒΡΥΤΖΑΧΑ" στο Ζωτικό

Παρουσίαση του βιβλίου του Δ.Μίχα "Η Ιστορία της Λιβίκιστας στην Οθωμανική περίοδο"