Στα χρόνια που πέρασαν - Μέρος 5

του Μάριου Μπίκα

 

Οι οπλαρχηγοί που έλαβαν μέρος στη μάχη για την κατάληψη της Σκάλας της Παραμυθιάς

Πέμπτο :  Οι Οπλαρχηγοί αδελφοί Καρρά Γεώργιος και Αθανάσιος

Οι Ηπειρώτισσες στην απελευθέρωση της Ηπείρου 1912-1913

 

Οι γυναίκες των περιοχών Ντουσκάρας και του Ποπόβου, αλλά και των άλλων περιοχών της Ηπείρου,  αγωνίστηκαν με όλες τους τις δυνάμεις εναντίον του κατακτητή.  ΄Ιδρυσαν δικά τους Αντάρτικα Σώματα. Συνεργάστηκαν με το Μ.Σ.Η. και έλαβαν μέρος σε πολλές μάχες εναντίον των Τούρκων.  Η γυναίκα του Ποποβίτη Γιάνναρου η Γιανναρού, όπως την αποκαλούσαν, πολεμούσε δίπλα στον άντρα της.

Εκτός από τις γυναίκες αυτές, υπήρχαν και γυναίκες που εθελοντικά  μετέφεραν στα διάφορα χωριά ή στους τόπους των πολεμικών συρράξεων -  φορτωμένες με κίνδυνο της ζωής τους και ανεξάρτητα από τις καιρικές συνθήκες -  όπλα, πυρομαχικά, τρόφιμα και ό,τι άλλο απαιτούσε η δύσκολη εκείνη εποχή : 

 

-  Σπύρου Μουσελίμη: « Το Πόποβο », Γιάννινα 1970, σελ.48

 

« … Η μεταφορά των τροφίμων από τις αποθήκες γίνονταν με τις γυναίκες του χωριού, οι οποίες όλο το διάστημα του πολέμου υπηρετούσαν εθελοντικά το στρατό και τους αντάρτες, μεταφέροντας, όπου χρειάζονταν τρόφιμα και πολεμοφόδια.

Στο αρχείο του καπετάν Σπανοβαγγέλη βρέθηκε η παρακάτω διαταγή του καπετάν Κρομμύδα

« Αιδεσιμώτατε Παπαδημήτρη και Επιτροπή Βερνίκου.

Δώσατε παρακαλώ εις τας επιφερούσας δώδεκα γυναίκας ανά είκοσι οκάδες γέννημα και κρατήσατε παρακαλώ την απόδειξιν. Αι γυναίκες υπηρετούσιν ακαταπαύστως τον στρατόν και τα σώματα.

 

                    Τη 11-12-1912 

                                                  Ο αρχηγός

                                          Νοτιάς ή Κρομμύδας.

 

Παρακαλώ να μην επιστρέψωσιν άδειαι. Τότε θα αναγκασθώ να στείλω παιδιά »».

 

-  Κ. Δ. Στεργιοπούλου: « Το Μικτόν Ηπειρωτικόν Στράτευμα κατά την ελευθέρωση της Ηπείρου (Οκτώβριος – Νοέμβριος 1912 », Αθήνα 1968, σελ. 26 - 27  : 

 

«  Τον κατάλογο των αρρένων οπλαρχηγών … συμπληρώνουν και εκπρόσωποι του γυναικείου φύλλου. Αναφέρονται η Μαρία Αθαν. Ναστούλη από το χωρίον Γιωργάνων, γνωστή περισσότερον κατά τον αγώνα του ΜΗΣ με το όνομα Κώστα – Κίτσαινα, η Λάμπρω Κοσμηριώτισσα, αδελφή του Παπά – Γιώργη, ιερέως Κοσμηράς  και η Λάμπρω από τα Γρατσανά (Ασπροχώρι ) ». 

 

              Η σύζυγος του Οπλαρχηγού Γεωργίου Καρρά Βασιλική το γένος Ζιάκα .

              (Η Βασιλική βάφτισε το Δημήτριο Φωτίου Μότση (Μήτσιο Μότση))

Φωτό :  Από το Αρχείο του Παναγιώτη Καρρά, προέδρου της ΑΖΑ

Η πρωτότυπη εντυπωσιακή φωτογραφία βρίσκεται στην οικία  του

Ζήκου Παπαζήκου του Φωτίου,εγγονού του Γεωργίου Καρρά.

           
    

           

                      Η Πανάγιω Μίχα –Καρρά

 

Πανάγιω, όποιος πάνω σου το βλέμμα του το ρίχνει

Νομίζει πως τα μάτια του βλέπουν τη Μπουμπουλίνα …

 

Η Πανάγιω Μίχα –Καρράείναι σύζυγος του Οπλαρχηγού  Αθανάσιου Καρρά.

Φωτό :  Από το Αρχείο του Παναγιώτη Αθανασίου Καρρά, Προέδρου της ΑΖΑ

Η πρωτότυπη φωτό βρίσκεται στο οικογενειακό Αρχείο του γιου της   Γιάννη

Καρρά(Ζωτικό)

 

-    Εσπερινή (εφημερίδα), 13 Δεκεμβρίου 1912 : «  Σουλιώται - γυναίκες οπλαρχηγοί  » :

-         

«  … Τέσσερις γυναίκες καταγόμεναι εκ Σουλίου, επί κεφαλής ανδρών μάχονται εις Ηπειρωτικά εδάφη ανδρειώτατα. Η μία ονομάζεται Λάμπρω και συμπράττει μετά του σώματος του Κυπριάδη, η δευτέρα Πανάγω κατάγεται από το χωρίον Γρατσανά και συμπράττει μετά του σώματος Κολέτση, η Τρίτη Βασιλική και η Τετάρτη η και ανδρειοτέρα  Μαρία Ναστούλη ετών 48 εκ του χωρίου Γιωργάνων και ήτις ηγουμένη ιδίου σώματος έλαβε μέρος εις πολλάς μάχας εν αις και εις την κατωτέρω.

Προ ημερών τουρκικός στρατός αποτελούμενος εξ 600 στρατιωτών και εκ τριών ορειβατικών πυροβόλων και πολλών μεταγωγικών διευθύνοντο προς τα χωρία Ψίνα και Ελευθεροχώρι  με σκοπόν να επιτεθεί κατά των εν Χάνι Τζουμαλά ημετέρων στρατιωτών και εθελοντικών και να προελάσει προς εντεύθεν. Ο ανωτέρω Τουρκικός στρατός ετοποθέτησε το πυροβολικόν του κατ’ αρχάς μεν εις την Κοστάνιανην, κατόπιν δε εις Ψίναν μεθ’ όλας δε τας προσπαθείας όπως εκτοπίσει τους ημετέρους,  δεν κατόρθωσετε.

Τα εθελοντικά σώματα συνεκρούσθησαν μετά του Τουρκικού στρατού προεξαρχούσης δε της οπλαρχηγού Μαρίας Ναστούλη κατωρθώθη να αποκοπεί η προέλασις του Τουρκικού στρατού, επιστρέψαντος πάλιν προς την αφετηρίαν… »

 

-  Φωτίου Οικονόμου« Η Θεσπρωτία », Αθήνα 1979, σελ. 79

 

«  … ΄Αξια προσοχής υπήρξεν η προθυμία μετά της οποίας ενωτίσθησαν του ελευθερωτικού αγώνος ο εγχώριος πληθυσμός και η συμμετοχή πολλών Σουλιωτισσών εις τον κατά των Τούρκων αγώνα,  εκ των οποίων άλλαι μεν εβοήθησαν αυθορμήτως εις την μεταφοράν πολεμοφοδίων  και τροφίμων, άλλαι δε συμμετέσχον ουσιαστικώς εις τον αγώνα, επιδείξασαι την πατροπαράδοτον σταθερότητα ηθικού σθένους κατά τας μάχας  »

 

Οι Ηπειρώτισσες, εκτός από τη συμμετοχή τους στις πολεμικές επιχειρήσεις,  αναλάμβαναν, στην περίπτωση που οι άντρες τους έπεφταν για την πατρίδα ή  απουσίαζαν στον πόλεμο, τη συντήρηση της οικογένειας,  και την ανατροφή των παιδιών. Διαπαιδαγωγούσαν τα παιδιά τους,   καλλιεργώντας σ’ αυτά το μίσος εναντίον των Τούρκων, την ιδέα της απελευθέρωσης της Ηπείρου, την πίστη  προς το Χριστιανισμό και την εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας, των παραδόσεων και των δημοτικών ηπειρώτικων τραγουδιών. ΄Ηταν οι Ηπειρώτισσες αυτές  όχι μόνο μάνα, αλλά πατέρας και δάσκαλος.

Όταν τα τούρκικα αποσπάσματα δεν μπορούσαν να συλλάβουν τους ΄Ελληνες Οπλαρχηγούς, έμπαιναν στα χωριά τους. Μέρες παρέμεναν σ’ αυτά, τρώγοντας, πίνοντας, βασανίζοντας και ατιμάζοντας τις συγγένισσες και χωριανές τους.

 

 

 

Οι  σύζυγοι των Οπλαρχηγών Καρρά

 

Μέσα στις Ηπειρώτισσες που αγωνίστηκαν και υπέφεραν για την απελευθέρωση της Ηπείρου ήταν  και οι σύζυγοι και οι υπόλοιπες συγγένισσες  των αδελφών Οπλαρχηγών Καρρά.

Οι Οπλαρχηγοί Καρρά πριν από το 1912 είχαν δημιουργήσει δική τους οικογένεια. Ο Γεώργιος παντρεμένος με τη Βασιλική, στην οποία είχε πάει σώγαμπρος, είχαν αποκτήσει τα παιδιάΔημήτρη (1902), Χαρίκλεια (1904) και  Λαμπρινή (1910). Ο Αθανάσιος  παντρεμένος με την Παρασκευή είχαν φέρει στον κόσμο τηνΠανάγιω (1910).  Παρά το γεγονός ότι οι αδερφοί Καρρά είχαν δικές τους οικογένειες και ο κίνδυνος γι’ αυτές ήταν μεγάλος, εντούτοις σχημάτισαν αντάρτικο Σώμα με το οποίο πολεμούσαν τον Τούρκο κατακτητή. Το οθωμανικό κράτος για να τους εξοντώσει, τους επικήρυξε και τους καταδίωκε με τα ειδικά εκπαιδευμένα Αποσπάσματα. Αυτοί εγκατέλειψαν τις εστίες τους  και ζούσαν κυρίως στη Βρυτζάχα, απ’ όπου μάχονταν και προστάτευαν από τις εφόδους του, όχι μόνο τις οικογένειες τους,  αλλά και τις οικογένειες των άλλων συγχωριανών τους.  Οι σύζυγοι των Οπλαρχηγών,  ως και όλα τα άλλα στενά συγγενικά τους πρόσωπα καθημερινά ανησυχούσαν για τη ζωή τους. Νύχτες έμεναν άυπνοι,  περιμένοντας ν’ ακούσουν μέσα στο σκοτάδι κάποιο συνθηματικό θόρυβο ή το γαύγισμα κάποιου σκυλιού για να αντιληφθούν τον ερχομό τους και  ν’ ανοίξουν την πόρτα ή το παράθυρο. Αν και μέχρι στιγμής δεν  είναι γνωστό, αν το Ζωτικό υπέστη τις καταστροφές που υπέστησαν τα χωριά των άλλων Οπλαρχηγών, όπως για παράδειγμα το Πόποβο,  είναι πιθανόν ότι  αυτό δεν αποτέλεσε εξαίρεση.

 

Οι αγγελιοφόροι στην απελευθέρωση της Ηπείρου 1912-1913

 

Αγγελιοφόροι ονομάζονται την εποχή του 1912 – 1913 τα άτομα τα οποία κρυφά και με κίνδυνο της ζωής τους  μετέφεραν μηνύματα, γραπτά ή προφορικά, του Μ.Σ.Η προς τα Αντάρτικα ή Εθελοντικά Σώματα και τ’ ανάπαλι. Η μεταφορά των μηνυμάτων αυτών γινόταν καθ’ όλο το εικοσιτετράωρο και ανεξάρτητα από τις επικρατούσες καιρικές συνθήκες. Το ρόλο αυτόν είχαν αναλάβει, κυρίως,  άντρες διαφόρων ηλικιών.  Υπήρχαν αγγελιοφόροι,  οι οποίοι αφιλοκερδώς  επιτελούσαν το δύσκολο αυτό έργο, αλλά και αγγελιοφόροι που αμείβονταν. (Βλεπ. Αρχείο Δημήτρη Μπότσαρη : Λογαριασμοί, αρ. 1 « Αγγελιαφόρος 5 (σ.σ. δραχμές) ».

Οι αγγελιοφόροι γνώριζαν τις κινήσεις του εχθρού και όλα  τα μονοπάτια και τους ατραπούς, προκειμένου να μην πέσουν στα χέρια του. Πολλές φορές απ’ αυτούς εξαρτιόνταν η επιτυχία ή η αποτυχία των ελληνικών πολεμικών επιχειρήσεων.

 

-  Κ. Δ. Στεργιοπούλου: (ό.α.) σελ. 28

 

«  Ακόμη εντονωτέρα εις αυστηρότητα παρουσιάζεται η υπ’ αριθ. 28 Διαταγή (σ.σ. του Δημήτρη Μπότσαρη ), η οποία συνταχθείσα κατά το διάστημα των επιπόνων μαχών παρά την Ολύτσικαν και απευθυνθείσα προς τους κατοίκους των χωρίων Μελιγγών, Μανωλιάσης, Αλποχωρίου, Δραμεσών και Πλέσιας αναγράφεται μεταξύ των άλλων : 

Το κάθε χωρίον θα έχει δύο αγγελιαφόρους τακτικώς, οι οποίοι θα μου φέρουν δύο φοράς την ημέραν ειδήσεις είτε έχουν είτε δεν έχουν “ »

                   

Η αναγκαστική μετοικεσία των Ζωτικιωτών

 

Οι κάτοικοι του Ζωτικού, όπως και όλης της Ντουσκάρας, ήταν πάντα εναντίον των Τούρκων όχι μόνο κατά τη διάρκεια των χρόνων της παντοδυναμίας του Αλή Πασά, αλλά πριν και μετά απ’ αυτόν. Εξαιτίας της συμπεριφοράς αυτής υπέστησαν πολλά δεινά. Μέσα στα δεινά αυτά ήταν και η αναγκαστική μετοικεσία τους. Οι Τούρκοι προκειμένου να εξαλείψουν τα εναντίον τους επαναστατικά κινήματα, δια της βίας υποχρέωναν τις οικογένειες που πρωτοστατούσαν στα κινήματα αυτά να εγκαταλείψουν  τις εστίες τους και να εγκατασταθούν σε χωριά της περιοχής της Παραμυθιάς και συγχρόνως στις εγκαταλειμμένες οικίες τους μετέφεραν άλλες οικογένειες σκληρών προς τους Χριστιανούς ΄Ελληνες Αλβανοτσάμηδων. Οι Αλβανοτσάμηδες αυτοί έπαιζαν το ρόλο του τοπικού χωροφύλακα, παρακολουθώντας και την παραμικρή κίνηση των ελληνικών οικογενειών που είχαν μείνει. Με την τακτική αυτή ήλπιζαν οι Τούρκοι ότι θα επικρατήσει ησυχία στον ελληνικό πληθυσμό της Ντουσκάρας. Δε γνώριζαν όμως ότι η ιδέα της απελευθέρωσης των Ελλήνων έμοιαζε με το στοιχειό  της Λερναίας ΄Υδρας, της οποίας, όταν έκοβαν ένα κεφάλι, στη θέση του φύτρωναν δύο.

 

Η Μεγάλη γενιά των Καρραίων

 

Γενέτειρα της μεγάλης γενιάς των Καρραίων είναι η Λιβίκιστα, το Ζωτικό.  Από δω τα μέλη της ξαπλώθηκαν σ’ όλη την ΄Ηπειρο και εκτός αυτής. Το επώνυμο  Καρρά, σήμερα απαντάται σ’ όλη την Ελλάδα, χωρίς να είναι εξακριβωμένο, αν όλοι όσοι φέρουν το επώνυμο αυτό έχουν κάποια κοινή  αναμεταξύ τους ρίζα.

Σύμφωνα με μαρτυρίες, τη γενιά των Καρραίων τη συναντούμε για πρώτη φορά την εποχή που ο Πάτρο Κοσμάς επισκέφτηκε το Ζωτικό. Ο Πάτρο Κοσμάς, περνώντας από τα χωριά της Παραμυθιάς το 1776, για να πάει στα Σκάπετα, ανέβηκε το μονοπάτι του Κορύλα. Όταν έφθασε στην κορυφή του κι αγνάντεψε δυτικά τον κάμπο της Παραμυθιάς μέχρι το Φανάρι και  ανατολικά την Κορύστιανη, έκανε το σταυρό του. Από τότε το μέρος αυτό ονομάζεται Σταυρός. Σήμερα υπάρχει εδώ εικόνισμα, του οποίου  η πρόσοψη ατενίζει προς την Κορύστιανη.  

Περνώντας από τα χωριά του Σουλίου έφθασε στον Κάμπο του Ζωτικού. Εκεί τον  φιλοξένησαν οι Καρραίοι, για τους οποίους προφήτεψε ότι είναι καλοί, φιλόξενοι και ευσεβείς, αλλά, επειδή είναι άγριοι,  κανείς από τη γενιά τους  δε θα γίνει παπάς. Και πράγματι, σύμφωνα με πληροφορίες,  η προφητεία του Πάτρο Κοσμά επαληθεύτηκε.  Ουδείς από τη γενιά των Καρραίων ενεδύθη το ιερατικό σχήμα. 

Όταν ο Πάτρο Κοσμάς επισκέφτηκε το Ζωτικό, ο  Νικόλαος Τζήμας, αργότερα Καρράς[1], ενθουσιάστηκε τόσο πολύ από τη διδασκαλία του, ώστε τον ακολούθησε μέχρι το Τεπελένι. Στη συνέχεια επέστρεψε στο χωριό όπου έζησε και απεβίωσε.

Ο πρώτος Καρράς, που φέρεται εγγεγραμμένος στο Μητρώο αρρένων του Ζωτικού, είναι ο Χρήστος Καρράς του Ευαγγέλου, γεννηθείς το 1865.

 

Οι Μονές της Ηπείρου στην απελευθέρωσή της  1912- 1913

 

Παρά το γεγονός ότι οι Μονές της Ηπείρου κατ’ επανάληψη κατεστράφησαν από τους Τούρκους, επειδή συμμετείχαν ενεργά στις διάφορες πριν το 1900 εναντίον των Τούρκων Επαναστάσεις, εν τούτοις,  δεν έμειναν απαθείς στους πολέμους του 1912-1913. Περιέθαλψαν τραυματίες και αρρώστους, έδωσαν στέγη και τροφή σε καταδιωκόμενους Οπλαρχηγούς και οπλοφόρους.  Οι χώροι τους μετατράπηκαν  σε τόπο μυστικών συγκεντρώσεων και αποφάσεων, καθώς και  σε αποθήκες όπλων και πυρομαχικών. Για παράδειγμα θα αναφέρω δύο Μονές, τη Μονή του Ρωμανού και τη Μονή της Μίχλας ( Πέντε Εκκλησιές ) :

 

-                      Σπύρου Μουσελίμη: « Η Λάκκα του Μπότσαρη », Γιάννινα 1976, σελ. 42 :

 

«…Κατά την επανάσταση του Λυκουρσιού (1878) είχαν συγκεντρωθεί δίπλα στο μοναστήρι (του Ρωμανού) για την επανάσταση της Λάκκας. Προδόθηκαν κι ένα πρωί η μονή βρίσκεται πολιορκημένη από ένα τάγμα τουρκικού στρατού σταλμένου από τα Γιάννινα. Αρχηγός του στρατού έτυχε να είναι Τουρκογιαννιώτης, γυιος φίλου του ηγουμένου. Το θάρρος και η τόλμη του Παρθενίου συνοδεύονταν κι από την πολιτική και τη διπλωματία. Είχε φιλικές σχέσεις μ’ όλους τους προύχοντες Τούρκους των Γιαννίνων. Ντύνεται τη λαμπρότερη ηγουμενική στολή, ψηλό δεύτερο καλυμμαύχι μετά πανωκαλύμματος και εξέρχεται με σοβαρή μεγαλοπρέπεια.

Οι Τούρκοι που ανέμεναν στο προαύλιο την έξοδό του μένουν έκθαμποι στη θέα ενός μεγαλοπρεπή λευίτη κατερχομένου την κλίμακα του ηγουμενείου. ΄Ηταν κι ήταν σωματερός, με τα μποερά ρούχα και το ψηλό καλίμμαυχο απόγινε λεύκα, αντρούκλας εδώ κι απάνου.

Ανοίγονται και ερευνούνται όλα τα δωμάτια. Μένει κλειδωμένη η αποθήκη των όπλων.

Άλλος στη θέση αυτή θα τα’ χανε. Θα του δένονταν η γλώσσα. Θα σταμάταε η Λειτουργία του εγκεφάλου.  Ατάραχος σαν να μη συμβαίνει τίποτε το σοβαρό, λέει στον επί κεφαλής της έρευνας :

-  Εδώ μέσα έχομε τα άγια των αγίων της πίστης μας, όπως έχετε και σεις τα άγια των αγίων της πίστης σας και απαγορεύεται να τα ιδεί άλλος  από τον παπά τα δικά μας, και το χότζα τα δικά σας.

Οι Τούρκοι κατόπι της πιστευτής άρνησης του ηγουμένου ν’ ανοίξει, εγκαταλείπουν την έρευνα της αποθήκης …  »

 

- Μητσέλου Κωνσταντίνου« Η ταυτότητα του χωριού μου, Πέντε Εκκλησιές (Οσδίνα) Σουλίου » Εκδόσεις Σοκόλη,  1989, σελ. 128 :

(Από το Αρχείο της Παναγιώτας Νικολάου – Κολιούση)

 

«  Την άνοιξη του 1912 μια ομάδα ανταρτών με οπλαρχηγούς τους Ποποβίτες Κουτούπη, Ζορκάδη και άλλους[2] επισκέφθηκαν τον ηγούμενο του μοναστηριού της Μίχλας Καλλίνικο, για να ενημερωθούν γύρω από το φλέγον θέμα της περιοχής που ήταν η προετοιμασία για την εθνική εξόρμηση.

Όταν οι οπλαρχηγοί συζητούσαν με τον ηγούμενο μέσα στο μοναστήρι,  ο σκοπός που είχαν τοποθετήσει έξω για να επιβλέπει την περιοχή τους ειδοποίησε ότι μια κοσάδα  (απόσπασμα) τουρκική ανέβαινε από το χωριό Βλαχώρι για το μοναστήρι.

Οι αντάρτες ψύχραιμοι και αποφασιστικοί σχεδίασαν αμέσως να αιχμαλωτίσουν και να αφοπλίσουν τους Τσαντρεμάδες (Χωροφύλακες). Αμέσως έπιασαν τις κατάλληλες θέσεις γύρω από το μοναστήρι και περίμεναν τα θύματά τους.

Οι Τούρκοι ανυποψίαστοι και αμέριμνοι μπήκαν όλοι μέσα στη μάντρα του μοναστηριού, χωρίς να βάλουν σκοπό και άρχισαν να ζητούν πληροφορίες από τον ηγούμενο για το αντάρτικο κίνημα. Οι αντάρτες τότε δεν έχασαν καιρό . Με κατάλληλους ελιγμούς έκλεισαν την εξώπορτα του μοναστηριού και άρχισαν το τουφεκίδι, για να τρομάξουν τους Τούρκους. Οι Τούρκοι άρχισαν κι αυτοί να πυροβολούν, αλλά γρήγορα κατάλαβαν ότι ήταν κλεισμένοι στη φάκα σαν ποντικοί και ότι η άμυνά τους ήταν μάταιη, Ζήτησαν τότε από τον ηγούμενο να μεσολαβήσει για τη σωτηρία τους. Ο ηγούμενος μήνυσε στους αντάρτες να σταματήσουν το τουφεκίδι και να διατυπώσουν τις απαιτήσεις τους. Οι οπλαρχηγοί ζήτησαν από τους Τούρκους να παραδώσουν τον οπλισμό τους και τότε θα ήταν ελεύθεροι να γυρίσουν στη βάση τους. Οι Τούρκοι αμέσως θέλοντας και μη ένας, ένας παραδόθηκαν, ξαρματώθηκαν και φαρμακωμένοι για το πάθημά τους έφυγαν για την Παραμυθιά.»

 

Βιογραφικό : « Ο Κωνσταντίνος Μητσέλος (1911 – 1994)  γεννήθηκε στην Οσδίνα (σήμερα Πέντε Εκκλησιές) του Δήμου Σουλίου. Τα πρώτα γράμματα τα έμαθε στη γενέτειρά του.  Αποφοίτησε  από το Σχολαρχείο των Ιωαννίνων.

Υπηρέτησε ως δάσκαλος στη Βελανιδιά (Λάκκα Σούλι), στην Οσδίνα, στη Γκρίκα, στα Σιαμέτια και στην Παραμυθιά ως Διευθυντής.  Συνταξιοδοτήθηκε το 1969. ΄Ηταν παντρεμένος με τη Χρυσούλα Ντούμα. Μαζί της απόκτησε τα παιδιά. Σωτήρη, Αφροδίτη και Αλίκη.

Το 1989 εξέδωσε το βιβλίο « Η ταυτότητα του χωριού μου, Πέντε Εκκλησιές (Οσδίνα) Σουλίου », το οποίο αποτελεί όχι μόνο για τους σημερινούς νέους, αλλά και για τις επόμενες γενιές την πυξίδα για να ταξιδέψουν στο παρελθόν της Οσδίνας.

Ο Κωνσταντίνος Μητσέλος μετοίκησε στην Ηγουμενίτσα,  στο νεκροταφείο της οποίας και αναπαύεται».

                                                      ( Πηγή :  Παναγιώτα Νικολάου – Κολιούση )

 

            

 

 

                 Ο Ταξίαρχος Φώτιος Κίτσος (1915 - 2005).

 

Απ’ την κοιλιά της μάνα σου, έκλαψες τον πατέρα

Κι όταν το φως αντίκρισες, σου  ’δωσαν τ’ όνομά του. …

 

Ο Ταξίαρχος  ΔΒ Φώτιος Κίτσος, γιος του Φώτο Κίτσου και της Πανάγιως Μίχα, γεννήθηκε στο Ζωτικό, ενώ ο πατέρας του είχε ήδη αποθάνει. Το 1940 – 1941 έλαβε μέρος στο Αλβανικό Μέτωπο και στην   Εθνική Αντίσταση (1941-1945).  Αποφοίτησε από τη Σχολή Πεζικού. Υπηρέτησε ως Διοικητής στο 3167 ΤΕΑ, ως Διοικητής στο 492 ΤΔΒ και  ως Διοικητής στο ΔΔΒ  της 8ης Μεραρχίας. Αποστρατεύτηκε στις 13.02.1973  με το βαθμό του Ταξίαρχου Διαβιβάσεων. Τιμήθηκε με πολλά μετάλλια

Παντρεύτηκε  τη Γεωργία Πητσάκου από την Κέρκυρα. Μαζί της απόκτησε τον Κωνσταντίνο και τη Μαρία.

Μετοίκησε στη γενέτειρα της συζύγου του την Κέρκυρα στην  οποία και αποδήμησε.

Οι Θεσπρωτοί τον θυμούνται. ΄Ηταν πρώτα άνθρωπος κι ύστερα ήρωας.

Η μητέρα του στις 03.07.1922  παντρεύτηκε σε Β΄. γάμο τον Οπλαρχηγό Αθανάσιο Καρρά. Από το γάμο αυτόν γεννήθηκε το 1924 ο Γιάννης Καρράς,  πατέρας του επίσης Ταξίαρχου Αστυνομίας Δημήτρη Καρρά.

Φωτό :  Από το Αρχείο του Παναγιώτη Καρρά, προέδρου της ΑΖΑ.

Η πρωτότυπη φωτογραφία βρίσκεται στο οικογενειακό Αρχείο του Γιάννη Καρρά.

 

 

Σκέψεις …

 

Μεγάλη, ανεκτίμητη και αναμφισβήτητη η προσφορά των Ζωτικιωτών, οπλαρχηγών του 1912–1913 προς τα Γιάννενα και γενικότερα την ΄Ηπειρο. Τούτο αποδεικνύεται όχι μόνο από το πλήθος των γραπτών και των προφορικών μαρτυριών της εποχής εκείνης, αλλά και από την επίσημη στρατιωτική αλληλογραφία τους με τον αρχηγό του Μικτού Στρατεύματος   Ηπείρου Δημήτριο Μπότσαρη.

Οι οπλαρχηγοί αδελφοί Καρρά Γεώργιος και Αθανάσιος έδρασαν δυτικά των Ιωαννίνων, για τέσσερα περίπου συνεχή έτη με Αντάρτικο Σώμα του οποίου οι οπλοφόροι του ανήλθαν σταδιακά στους 250 άντρες. Η δράση τους αυτή, ανάλογα με την περίπτωση, ήταν ποικιλότροπη. Πότε δρούσαν  μόνοι τους, πότε μαζί με τα  αλλά Αντάρτικα και Εθελοντικά Σώματα της περιοχής και πότε μαζί με τον ελληνικό τακτικό στρατό.  Για ορισμένους οπλαρχηγούς της εποχής αυτής, οι φορείς της γενέτειράς τους με τη βοήθεια της πολιτείας, της στρατιωτικής ηγεσίας της Ηπείρου, αλλά και του πλήθους των πολιτών, ανέγειραν την προτομή τους ή ονόμασαν με το όνομά τους κάποια οδό στην πόλη των Ιωαννίνων.  Για τους Οπλαρχηγούς αδελφούς Καρρά;

Για τους οπλαρχηγούς αδελφούς Καρρά, όχι μόνο δεν έχει δημιουργηθεί κάτι τέτοιο, αλλά  ούτε έχει  γραφεί η πολεμική τους δράση πριν και κατά τη διάρκεια της απελευθέρωσης της Ηπείρου 1912-1913.

Καιρός είναι  η πνευματική κοινωνία του Ζωτικού και της ευρύτερης περιοχής σε συνεργασία με όλους τους αρμόδιους φορείς να  συσκεφτούν και να τιμήσουν τους Οπλαρχηγούς αδελφούς Καρρά για την προσφορά τους προς την ΄Ηπειρο και την πατρίδα γενικότερα.

Ποτέ δεν είναι αργά.

 

Οι δημοσιευθείσες για το Ζωτικό και τους Οπλαρχηγούς Καρρά συνέχειες στις εφημερίδες « Θεσπρωτική » της Ηγουμενίτσας και « Νέοι Αγώνες - ΄Ερευνα » των Ιωαννίνων, είχαν σκοπό να προκαλέσουν συζητήσεις στους ηλικιωμένους του Ζωτικού και της ευρύτερης περιοχής και να εντοπιστούν τυχόν λάθη ή παραλήψεις. Επίσης  να πληροφορήσουν τους νεώτερους για ό,τι αγνοούσαν. 

Είναι τόσο μεγάλη η ιστορία των Οπλαρχηγών Καρρά, ώστε τολμώ να διαβεβαιώσω τους αναγνώστες των ανωτέρων εφημερίδων ότι  ό,τι δημοσιεύτηκε ήταν « τηλεγραφήματα εκτενούς μορφής », ήταν  η μαγιά για να γένει το  ψωμί. Η ιστορική δράση των Καρραίων βρίσκεται στο θολό τοπίο της λήθης και κινδυνεύει να χαθεί. Ούπω έτι καιρός.  

Ευχαριστώ όλους όσους με οποιονδήποτε τρόπο με βοήθησαν στην προσπάθεια αυτή. 

 

 

Βιβλιογραφία

 

Εσπερινή (εφημερίδα), 13 Δεκεμβρίου 1912 : «  Σουλιώται - γυναίκες οπλαρχηγοί  »

-  Κ. Δ. Στεργιοπούλου: « Το Μικτόν Ηπειρωτικόν Στράτευμα κατά την ελευθέρωση της Ηπείρου (Οκτώβριος – Νοέμβριος 1912 », Αθήνα 1968

-  Δημητρίου Παπαφώτη :  Ημερολόγιο

-  Σπύρου Μουσελίμη: « Το Πόποβο », Γιάννινα 1970

-  Σπύρου Μουσελίμη: « Η Λάκκα του Μπότσαρη », Γιάννινα 1976

-  Φωτίου Οικονόμου« Η Θεσπρωτία », Αθήνα 1979

- Κωνσταντίνου Μητσέλου : « Η ταυτότητα του χωριού μου, Πέντε Εκκλησιές (Οσδίνα) Σουλίου » Εκδόσεις Σοκόλη 1989

 

                                                   ( Συνεχίζεται :  Το Πόποβο και οι Οπλαρχηγοί του )

 


[1].  Παπαφώτης Δημήτριος:  Ημερολόγιο  σελ. 4 κ.5

[2]Σ.σ. Εικάζεται ότι ανάμεσα στους Ποποβίτες  Οπλαρχηγούς που συσκέφτηκαν στη Μονή της Μίχλας την άνοιξη του 1912 ήταν και οι αδελφοί Καρρά, ο Δεληγιαννάκης, ο Κρομμύδας και πολλοί άλλοι της περιοχής.